Το δέκατο ποιητικό βιβλίο, «Παραπάτημα στη Χαρά», του Σωτήρη Παστάκα, ψυχιάτρου και ιδρυτή της Επιθεώρησης Ποιητικής Τέχνης «Ποιείν», www.poiein.gr, εγκαινιάζει τη νέα ποιητική σειρά «ΠΟΙΕΙΝ» των εκδόσεων Μετρονόμος.
Ο πίνακας του εξωφύλλου, Προσωπογραφία θνήσκοντος ζωγράφου είναι του ζωγράφου Άκανθου, ο σχεδιασμόςτου έγινε από τον εικαστικό Στράτο Φουντούλη και η στοιχειοθεσία ανήκει στον Παναγιώτη Πάκο.
I.
Εγώ που δεν τραγούδησα
το βαθύ κόκκινο του ρόδου,
ούτε τραγούδησα
το λυγμό που έχει
το βάθος ενός χαμόγελου
το προφίλ στα τρία τέταρτα,
την κρυμμένη γωνιά
στο μυαλό μου,
τους κόκκινους λεκέδες
στο σεντόνι της θάλασσας
όταν το αεράκι σηκώνει
μία προς μία τις ρυτίδες
του εγκεφάλου μου,
μία προς μία τις προσωπικές μου
απώλειες-μπερντές
που κοκκινίζει
μια στιγμή πριν πάρει φωτιά.
Το ορατό φως.
Τις πέντε αισθήσεις.
Τους εκατόν πέντε
κατοίκους της Ηράκλειας.
Τα έντεκα μέτρα του σκάφους.
Τις αμέτρητες μπύρες.
Τα μετρημένα καμπάρι
μέσα από τις ανταύγειες τους.
Μια βαλίτσα, ένα καπέλο
κι ένα διαζύγιο.
Άλλο ένα καμπάρι, παρακαλώ.
Ένα διαζύγιο
και πάμπολλες ομπρέλες.
Φέρτε μου κι άλλα καμπάρι.
Θέλω να βλέπω τη φέτα
του μαρτυρίου μου να μεγαλώνει
σε αντιστοιχία με τη δική σας
τακτοποιημένη απόλαυση.
Δώστε μου ένα μεγάλο σαγκουίνι.
Μην τραγουδάς, τραγούδησες
όσα σου δόθηκαν. Τραγούδησε
τα παιδιά που παίζουν ακόμα
στις δέκα το βράδυ, μόνον
οι φωνές τους ακούγονται
στο προαύλιο της Εκκλησίας,
Μεγαλοβδόμαδο κι ακόμη πιο μακριά
γαυγίσματα αδέσποτων σκύλων.
Δεν έχουν τελειώσει ακόμη
το παιγνίδι, το δικό μου
μόνον τέλειωσε γιατί δεν με παίζουν.
Ένα-ένα καλώ τα παιδιά
με τα ονόματά τους
Ηλία, Αλέξη, Κωστή, Αίγλη
κι ούτε ένα να μου γυρίσει πίσω
τη φωνή. Αναπάντητα ονόματα
ενός που δεν έγινε πατέρας.
Δεν τραγούδησα την πατρότητα
βεγγαλικό που δεν σκάει
το περιεχόμενο στ’ αρχίδια μου
τη νύχτα, αποτυχημένος
κι άσφαιρος νύχτα χωρίς βεγγαλικά,
πυροτέχνημα που δεν έσκασε,
και δεν πυρπόλησε σκοτάδια,
απλό κόκκινο φωτάκι πορείας.
Δεν τραγούδησα την οδήγηση.
Ούτε οδήγησα κανέναν κάπου:
αποτυχημένος ψυχίατρος αλκοολικός,
μόνον ακολούθησα τις σπίθες
φωτιάς που έβγαζαν απ’ τα μάτια τους
οι φίλες και οι φίλοι-μέγιστη
υποχρέωση κι αν δεν την τραγούδησα
τη ζωή, να τη σέβομαι
να την ακολουθώ,
να την προσπερνώ,
να την αφήνω να τρέχει ξωπίσω μου,
να την αφήνω να τρέχει έμπροσθέν μου.
Φώτα πορείας δεν έχει η ζωή
πέφτουν στον πιο βαθύ γκρεμό
όσοι την πάρουν στο κατόπι.
Δεν τραγούδησα τα φώτα πορείας,
απ’ τη μικρή στη μεγάλη σκάλα
τους προβολείς μου άλλαξα
και πάλι δεν βλέπω τους φίλους μου
δεν βλέπω κανέναν:
ανορεξία, αλκοόλ, κι αϋπνία.
Εφιάλτες μόνο βλέπω
μπροστά μου: προβλέπω
και δεν το ’θελα αυτό το χάρισμα,
τρόμαζα και πίεζα να το πνίξω,
μάντης κάθε προσωπική μου
απώλειας στο μέλλον,
όπισθεν δεν έχει η ζωή.
Δεν μου δόθηκε να τραγουδήσω
το φόβο ούτε την έκβαση
της κρίσης, ούτε έγραψα ποτέ μου
πως κόκκινο ήταν το αεράκι
που σμίλευε ρυτίδες
στο σεντόνι της θάλασσας.
Δεν είπα πως ήταν κόκκινο
το αδηφάγο στόμα μου
όταν καθόταν πάνω στο στόμα της.
Δεν είπα πως ήταν κόκκινα
τα χέρια που αγκάλιαζαν
το κορμί της-δεν τα τραγούδησα.
Δεν τραγούδησα τα δικά της
κόκκινα χέρια, τα κόκκινα
χείλη της, τα έμμηνα
που έσταζαν απ’ το μουνί της,
τα στοπ που άναβαν
εδώ κι εκεί στο κορμί της,
δεν τραγούδησα
τον πορφυρό της έρπητα.
Δεν τραγούδησα τις απαγορεύσεις.
Μόνον αυτά που εισέπραττα.
Τραγούδησα το λυγμό μου
που είχε το βάθος ενός χαμόγελου.
Τραγούδησα την απροσδόκητη χαρά
που κρύβει μέσα της βαθειά
κόκκινο άγριο χρώμα,
το αίμα που έφτυσα
όσο μακριά μπορούσα
να δω προς τα πού φυσάει
ο άνεμος να καθορίσει
την κατεύθυνση
τον προσεχή προορισμό μου.
Δεν έγραψα για τη χαρά.
Δεν μου δόθηκε τελικώς
το βαθύ κόκκινο του ρόδου,
επειδή ήθελα να γινόμουν ρόδο
και δεν σας το μαρτυρούσα,
μόνον έβαφα κόκκινα αυγά
για να σας ξεγελάω. Έβγαζα
κόκκινες φωνές. Κατάπινα
κόκκινες φλόγες. Ντυνόμουνα
την κόκκινη στολή του κλόουν
να σας διασκεδάσω, να πυρπολώ
την άχρωμη ζωή μου, αμφιβόλου
ρέζους ως και η ομάδα μου:
μηδενική μ’ αρνητικό πρόσημο.
Λευκές ρίγες, κόκκινες ρίγες
Τελικά ως και το αίμα μου
δεν θα μπορέσετε να μου χαρίσετε
αν παραστεί ανάγκη, να ξέρετε
πως θα βιαστώ να σας καληνυχτίσω.
Τα παιδιά δεν τέλειωσαν
ακόμη το παιγνίδι τους,
κόκκινη απριλιάτικη νύχτα
κι ας τελειώνει για μένα εδώ
το ποίημα.
****************
(πρώτη δημοσίευση περιοδικό “Μανδραγόρας”, τεύχος 45)











Έδειχνες κόκκινο , σου ʼδειχνε κόκκινο !
Έδειχνες πράσινο , σου ʼδειχνε πράσινο !
Και πάλι απʼ την αρχή
πράσινο εσύ , πράσινο εκείνη
κόκκινο εσύ κόκκινο εκείνη
μια δυό τρείς
μέχρι που προνόησες
και έσβησες τα φώτα πορείας
για να μην πέσει επάνω σου
και σε τσακίσει !!!
Και τώρα με ένα ποτήρι στο χέρι
της χαμογελάς πως την ξεγέλασες !
Καλοτάξιδο σε θάλασσες δικές μας γνώριμες
Πως μπορείς να ξεγελάσεις τον άλλο σου μισό εαυτό αγαπημένε μου Τυρταίε;
Μόνο να τον τραγουδήσεις αγαπώντας τον μπορείς,και να τον αγαπήσεις τραγουδώντας τον…
Καλοτάξιδο, σόλες τις θάλασσες του νου και της καρδιάς…
Επ, ποιητή, σε πιάνω να ψεύδεσαι: “μόνον ακολούθησα τις σπίθες
φωτιάς που έβγαζαν απ’ τα μάτια τους
οι φίλες και οι φίλοι”.
Μα εσύ κι αν δεν μάς έχεις δώσει απλόχερα δώρα κι αντίδωρα ψυχής! Και τόσες ευκαιρίες επικοινωνίας σε χρόνια δακρυγόνα!
Κι ως γνήσιος ποντικός [εκ του ονόματος και των επιθέτων] σκαλίζω και εντοπίζω ένα παλιό κείμενο για το πρώτο κινούν τον ποιητή μας, με ευχές για θετικές νέες διαδρομές:
“Ο έρως, λέγουν, όλα μας τα πάθ΄υποδουλώνει
ήσυχ΄, αν θέλει, τα κρατεί, αν θέλει, τ’ αγριώνει.
Όταν αυτός περίστασες ευρίσκει εναντίες,
έχθρες μεγάλες εξυπνά, θυμούς, ζηλοτυπίες.
Όλα τα πάθη απρακτούν, ανίσως ησυχάζει,
ορμούν πλην μ’ αγριότητα, όταν αυτός τα κράζει.
[…] Ω ισοδύναμη παθών πολλών μου δυναστεία!
ω της καρδιάς μου εις αυτά υποταγή τελεία!”
[από την τραγωδία Πολυξένη, του Ιάκωβου Ρίζου Νερουλού (1814).
το ονοματεπώνυμο προδίδει το δημιουργό
άλλη γραφή [δε(ν) γνωρίζω τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής αλλά από το παρόν]
κε Παστάκα καλοτάξιδο!
“De profundis”.
Όταν η ποίηση δεν φοβάται τον εαυτό της, όταν ανοίγεται στον κόσμο με την αθωότητα ενός παιδιού που αμάρτησε, όταν χαμηλότονα μιλά για όσα τη χάραξαν σαν να να ζητά σύγγνώμη από τους ενόχους…
Καλότάξιδο.
Έχουμε την ίδια ακριβώς ομάδα αίματος κύριε Παστάκα. Αχρείαστοι να είμαστε ο ένας στον άλλο, ωστόσο να ένας ουσιαστικός λόγος για να γράφουμε ποιήματα: να βρίσκουμε πιθανούς αιμοδότες:) Να πω με τη σειρά μου καλοτάξιδο σε μια θάλασσα δίχως σόλες.
Αινιγματικός λυρισμός που θυμίζει το Αθόρυβο Γεγονός και τον Κοινωνό Αποστάσεων, αλλά με άλλη κατάθεση μορφής που εναλλάσσεται μεταξύ ρεμβασμού και καθημερινής κουβέντας.
Υπάρχουν πολλά θεατρικά στοιχεία, λόγια ενός διαλόγου που δεν τελειώνει ποτέ, με πρόσωπα που τόλμησαν να υπάρξουν.
Η αναπόληση κυριαρχεί σε ένα τοπίο όπου ο καθένας προσπαθεί να καθορίσει τον ρόλο του, γιατί έτσι έμαθε να υπάρχει, ως ρόλος ενός έργου που διαρκώς γράφεται.
Αν η Χαρά υπάρχει ως φευγάτη σκέψη, το Παραπάτημα είναι το Γεγονός.
τραγούδησα τις σπίθες φωτιάς
που βγαίναν από τα μάτια
των φίλων μου…
ντυνόμουν την κόκκινη στολή του κλόουν
να σας διασκεδάζω και να πυρπολώ
την άχρωμη ζωή μου…
………………………………………………
μόνο στην Ελλάδα συναντάς πια τόσο πολύ λυρισμό στην ποίηση…
κι αυτός με το διαδίκτυο όσο πάει
απελευθερώνεται και φουντώνει…
μπράβο καλέ διαδίκτυο….
διαδίδεις το αίσθημα…
“Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας”… που λέει και ο Σεφέρης σ’ ένα ποίημα…
Λόγια που σμίλεψαν στίχους…
Στίχοι που σμίλεψαν παιδιά
που παίζουν στην άμμο…
Ανάμεσα στα δάχτυλά τους
ο Αιώνας…
Σ’ ευχαριστώ, γι’ αυτό το μετα-λυρικό και δια-προσωπικό αριστούργημα, ωραίε ποιητή…
Στο δέκατο βιβλίο του ο Παστάκας νομίζω οτι πετυχαίνει να ξεπεράσει το “Ο Σωτήρης γράφει για τον Παστάκα” πετυχαίνοντας το “ο Παστάκας γράφει για τον Σωτήρη”.
Και οι δυο μαζί τώρα ξεφεύγουν από το “Σωτήρης Παστάκας” και εκεί ξεκινα η ποίηση.
Και εκεί έγκειται η διαφορά από τις άλλες συλλογές. Στη σωστή χημεία εξομολόγησης και ποιητικής γλώσσας.
Αφήνοντας αυτά τα χαρωπά ευφυολογήματα όπως το παραπάνω λέω ξεκάθαρα:
Όσοι πιστεύουν στην “κοινωνική” ποίηση δεν θα ενθουσιαστούν.
Όσοι πιστεύουν στην “ατομική” ποίηση δεν θα εντυπωσιαστούν.
Όσοι όμως πιστεύουν στην ανθρώπινη ποίηση, και καταφέρουν να ξεπεράσουν τους “ποιητικούς κανόνες” θα βρουν στα ποιήματα του Παστάκα το οξυγόνο των διαπιστώσεων, το λυτρωτικό αδιέξοδο των απολογισμών και τη βεντάλια των συναισθημάτων ανοικτή στα χρώματα της ίριδας.
Υ.Γ. Βοηθηστε να τον ψήσουμε να ανεβάσει το βιβλίο ως “θεατρικό μονόλογο” γιατί εγώ δεν τα καταφέρνω….
“Φέρτε μου κι άλλα καμπάρι.
Θέλω να βλέπω τη φέτα
του μαρτυρίου μου να μεγαλώνει
σε αντιστοιχία με τη δική σας
τακτοποιημένη απόλαυση.”
Σωτηρη,
προδοθηκαμε
Πινουμε κι οι δυό το πικρο καμπάρι με …γλυκο πορτοκαλι.
Εσυ σε bar .Βαζουν και μια φετα πορτοκαλι (καi ομπρελιτσα;).
Εγω το πινω στο γραφειο και βαριεμαι την ιεροτελεστια.
Τωρα το πινω στην υγεια σου, σκετο με παγο.
Να σαι παντα καλα!
ΥΓ Αφιερωμενο εξαιρετικα
Ψυχίατρος και επηρεάζων Ποιητής*
…………………
Καθημερινότητα
Με την Ιδιότητα
Ψυχίατρος και Ποιητής
Το πιο καλό σου ποίημα
«τους γλύτωσες απʼ το μνήμα»
εσύ το αγνοείς **
…………………
04.XII.08
* Στον Σωτήρη
** μην το αγνοείς
Γιατι η ποίηση
είναι μια εξομολόγηση….
Καθαρίζει κι εξαγνίζει, την ψυχη
Συγχωρεί τα αμαρτήματα που κουβαλάνε
οι γήινες αδυναμίες μας
Τυχεροί οι ποιητές, υπέρτατοι αρχιερείς
που μπορούν και μεταλαμβάνουν
το ίδιο τους το αίμα…..
…………..
To να ‘σαι ποιητής σημαίνει
να τραβάς ως το τέλος
Ως το τέλος της αμφιβολίας
ως το τέλος της ελπίδας
ως το τέλος του πάθους
ως το τέλος της απελπισίας
Για πρώτη φορά κατόπι
προσπάθησε ν’ αθροίσεις
Πιο μπροστά όχι Μην το τολμήσεις
Γιατί μπορεί να συμβεί
η σούμα της ζωής
να σου βγει τρομερά λειψή
και σαν παιδί αιώνια να στριφογυρίζεις
μόνο μες στην απλή προπαίδεια
Το να ‘σαι ποιητής σημαίνει
να τραβάς ως το τέλος
Κούντερα (”Μονόλογοι” μεταφραση Αντρέας Τσάκαλης)
ως το τέλος ο Σωτήρης Παστάκας με τη σούμα της ζωής να βγαίνει υπέρ της ανθρωπιάς και της πικρής αλήθειας. εύχομαι να τραβήξει για πολύ ακόμη αυτό το θαυμαστό, περιπετειώδες ταξίδι!
Καλοτάξιδο 🙂