Uncategorized

Γιώργος Χριστοδουλίδης, «Μυστικοί άνθρωποι», εκδ. Κύμα, 2019

 

 

 

Η περίπτωση της λέξης πάντα στη λίμνη Τάμπο

 

Ένα κέδρο κλαίει στις όχθες της παγωμένης λίμνης Τάμπο

κοιτάζει απελπισμένα τη λίμνη και κλαίει
από τα κλαδιά του στάζουν αναφιλητά
ανατριχιάσματα σχηματίζονται στην επιφάνεια της λίμνης
η λίμνη τα επιστρέφει ως ευμετάβλητους ανασασμούς λυγμών
το κέδρο περισσότερο αναστατώνεται
η λίμνη βουρκώνει, οι πάγοι τρίζουν.
Ένα κέδρο κλαίει στις όχθες της λίμνης Τάμπο
επειδή κάποτε ήταν άνδρας που έχασε το φύλο του, το όνομά του
επειδή η λίμνη ήταν η γυναίκα που αγάπησε
αλλά είχε έρθει η ώρα oι άνθρωποι να μετατραπούν
αφού πρώτα απωλέσουν το φύλο τους
να γίνουν δέντρα, να γίνουν λίμνες
οι πιο σκληροί να γίνουν βουνοκορφές
αυτοί με τις πιο αποπνικτικές μελωδίες
να λιώσουν μέσα στους ωκεανούς
κι οι πιο χοντρόπετσοι υποστήλια και τοιχώματα ορυχείων
και κανείς πια δεν θα συναντά κανένα
αλλά και κανείς δεν θα μπορεί να βλάψει κανένα
ούτε θα μπορούν σε περιόδους μεγάλης οδύνης
να παρηγορούν ο ένας τον άλλο
για την απώλεια του φύλου, για τη διαρροή της μορφής
όπως τώρα
το κέδρο που κλαίει
η λίμνη που θέλει
ανήμποροι να πλησιαστούν
με την αμετακίνητη λέξη πάντα
ανάμεσά τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι μού κλέβει το βιβλίο του

 

Μια μέρα κεραυνοβόλα
ανακάλυψα
πως έχασα τα «70 χρόνια φαγούρα»
έκανα άνω κάτω τις βιβλιοθήκες και τα ντουλάπια
μέχρι και στις τεράστιες μπότες του φίλου μου
του γίγαντα έψαξα
τον έσυρα έξω από το παραμύθι και του τις έβγαλα
και ήταν γυμνός
και ήταν φοβισμένος
και ήταν πληγιασμένος
με σπασμένα κόκκαλα
πέφτοντας σε κάθε εξιστόρηση από τη φασολιά
πήγα σε μέρη που σύχναζα παλιά
στις καφετέριες
στις σπηλιές με τα φωτορυθμικά
στα τρυφερά μου αγάλματα
που μεγαλώνουν ασυντρόφευτα
στις περιφερειακές πλατείες
ρώτησα τον προπονητή μου
όταν ήμουνα μικρός και φέρελπις
τον βρήκα στο φανταστικό μας γήπεδο
η σπορά του χορταριού του
είναι λόχμες, στριγγλοβότανα και βρωμόχορτα
πήδηξα μέσα σε άδειους κορμούς δέντρων
όπου κατά καιρούς είχα χάσει την πίστη μου
τρύπωσα σε χαμηλές δομές
ρώτησα πράγματα που πάνε κι έρχονται
τη σκόνη
την ευτυχία
τη μελωδία
την πείνα
τη θλίψη
τον πόλεμο
τους αδέσποτους φθόγγους
που ερωτεύτηκαν ανεκλάλητες λέξεις
ξαναπήρα απένταρος την πτήση Λάρνακα-Μαδρίτη
όταν παίρνεις το ίδιο δρομολόγιο
ψάχνοντας κάτι πολύτιμο
οι τιμές αυτόματα αυξάνονται
έψαξα κάτω από το κάθισμα του παιδιού που έκλαιγε
κατά τη διάρκεια της πτήσης
ρώτησα τις αναταράξεις
τους πλάγιους ανέμους
και τα υπερπτητικά πουλιά
γύρισα άπραγος
πήγα μια βόλτα στα δικά του μέρη
στα σκοτεινά καταγώγια, τα μπουρδέλα
στο σπίτι που μεγάλωσε
με τις βουρδουλιές, τους δαίμονες, τα τρελόχαρτα
βρήκα εκείνο το ποτήρι με το κρασί
ήταν άδειο και στο χείλος του
η τροφαντή μύγα χαχάνιζε
και υποψιάστηκα τότε
πως ήρθες και μου το πήρες
πως σηκώθηκες από τον τάφο σου
Τσαρλς Μπουκόβσκι

και μου έκλεψες το βιβλίο σου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέντε γαρύφαλλα

 

Πάτρα, 21.09.2018

 

Του είχαν απομείνει πέντε γαρύφαλλα να πουλήσει

και ήταν μεσάνυχτα.

Αποκαμωμένος κι αρρύθμιστος να αντέχει

το συγκεκριμένο ωράριο εργασίας

κάθισε στο τραπέζι μιας νεανικής παρέας

που τον καλοδέχτηκε.

Έπαιζαν μαζί του

σαν να ήταν εκείνο το εξελιγμένο είδος της κούκλας

που μπορούσε να ανταποκριθεί

χωρίς τις μπαταρίες της.

Εμείς πίναμε μπύρες βαθιά μέσα στη φουσκωμένη πόλη.

Οι κλασικές ερωτήσεις:

-Οι γονείς σου;

-Σπίτι…

-Τόσο μικρός και πουλάς λουλούδια κατάνυχτα;

Καμία απάντηση

-Θες να κοιμηθείς;

-Ναι.

-Πόσo κάνουν και τα πέντε;

-Τρία ευρώ.

-Αν τα αγοράσουμε θα πας σπίτι;

-Ναι.

Ο κλασικός επίλογος:

– Το γαμημένο κράτος…

Οι υπηρεσίες…

Δεν υπάρχει τίποτα…

κανονικά θα έπρεπε να…

φυσικά, είναι εντελώς απαράδεκτο…

 

Σήκωσε στάχτες εκείνη τη νύχτα
κι ύστερα τα σπλάχνα της πόλης
πετάχτηκαν έξω.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Καρναβάλι

 

Φεύγω σκυθρωπός
από ακόμα ένα ξέφρενο καρναβαλίστικο πάρτι
κάνοντας μια σπονδή στον θεό της υπογονιμότητας
μετά που είδα
πόσα παιδιά δεν μασκαρεύτηκαν ζορό ή ζόμπι
απλώς τους έβαψαν τα μαλλιά με σπρέι
επειδή οι γονείς τους είναι τρία χρόνια άνεργοι
ή επειδή δεν έχουν γονείς κάπου κοντά.
Τα αδέσποτα του καρναβαλιού
μαριονέτες
μάσκες και προσωπεία
σπασμένα κούτελα
άνθρωποι-κιβώτια
με ακολουθούν μέχρι την πόρτα του αυτοκινήτου
μού κάνουν σκέρτσα
ο εγγαστρίμυθος με διασκεδάζει
μιμούμενος τη φωνή που θα αναγνωρίσω αργότερα
όταν ο χρόνος με ένα σπρέι θα βάφει τα μαλλιά μου
-και αυτό δεν θα είναι καρναβάλι-
με πιο οριστικά χρώματα.
O εγγαστρίμυθος δείχνει ικανός να μιμηθεί
την κραυγή ενός τυφλού θεατή
που μέσα στο ασφυκτικά γεμάτο στάδιο
κραυγάζει «γκολ»
όμως πάλι
αν δεν αφήσεις κάποια πράγματα να εννοηθούν
δεν μπορείς να πεις τίποτα.
Απομακρύνομαι αλαφιασμένος
όπως η μυθολογία από την πραγματικότητα
οι ασήμαντες ώρες από την ώρα της κρίσης
η οσμή της αγάπης από το περίβλημα των πτωμάτων
όπως οι κηπουροί που
για να μην εκνευρίσουν τη βασίλισσα
στην απογευματινή της βόλτα
σκορπίζονται πανικοβλημένοι στα αυλάκια
το κρυφό πηγάδι η μαύρη τρύπα
η τρύπα του όζοντος και αυτή στην κάλτσα μου
καταπίνουν τις φεγγερές μου εξάρσεις
ό,τι κατά περίσταση υπήρξα ένας άνθρωπος
που κυνηγημένος από την αστυνομία των εύφλεκτων ιδεών
δοκίμασε τις αντοχές της θέλησης
και της άρνησής του
δίχως να βγάλει λογαριασμό.

 

 

Ξεφλουδίζοντας ένα μανταρίνι

 

Προσπαθούσα βλαστημώντας να ξεφλουδίσω
ένα μανταρίνι που αντιστεκόταν σθεναρά
ένα ζουμερό αλλά σκληρό μανταρίνι
χωρίς να λερώσω τα χέρια μου.
Σταμάτησα όταν σκέφτηκα
τη μέρα που τα χέρια μου δεν θα μπορούν
ή δεν θα υπάρχουν μανταρίνια δύσκολα
μόνο γενετικά τροποποιημένα, μαλακά και ευχερή
σαν κάποιες γυναίκες των ρημαγμένων συνοικιών
της Ρηγαίνης, της Λα Πέρλα ή του Σαν Πέδρο Σούλα.
Πόσο θα ποθώ τότε τα μανταρινοζουμιά
να με πιτσιλίσουνε!
Έμπηξα τα δάκτυλά μου μέσα στο μανταρίνι
οι χυμοί εκτοξεύτηκαν έγλειψα στα δάκτυλα μου
την κάθε σταγόνα, τους λεκέδες στα ρούχα μου
κατάπια φλούδες, κουκούτσια
οι χυμοί στέγνωναν πάνω μου μέχρι αργά το βράδυ,
κάνε το ίδιο
πρόλαβε, είπα στον εαυτό μου
που με παρακολουθούσε σαστισμένος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο καθηγητής

 

Σε μια επίσκεψη γονέων στο σχολείο
τον είδα.
Φορούσε ένα φθαρμένο μπλε κοστούμι
ο σπινθηρισμός στο βλέμμα του
ράγιζε τα περισκόπια της μνήμης
σαν αγιοστέφανο πάνω από το κεφάλι του
έλαμπαν η γλυκύτητα και η πρώιμη σωφροσύνη
για έναν άντρα 30 χρόνων.
Το σκληρόδετο δέρμα στα χέρια του
με ευδιάκριτους ρόζους
στις μεριές των δακτύλων,
σήμαινε ότι πέρασε χρόνο
σε πετρωμένα χώματα
και πρωινούς παγετούς.
Μετροφύλλισε επιδέξια τις ακατάστατες σελίδες

και πλησιάζοντας χαμογέλασε:

 

«ο νεαρός είναι έξυπνος
πρέπει όμως να διαβάζει περισσότερο.

Και να μην φοβάται».

 

Ο μικρός γιος της πόρνης
που τις αργίες
όταν εκείνη τους έμπαζε από την πίσω πόρτα
του πλινθόκτιστου σπιτιού
αυτός με τα κοντοβράκια
κλεινόταν στα πιο υγρά υπόγεια της μέρας
πίσω από φιάλες υγραερίου
μέσα στον σκουπιδοτενεκέ της πολυκατοικίας
ήταν ο καθηγητής του γιου μου.
Έσκυψα

και του φίλησα τα χέρια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η λίμνη

 

Έχει να βρέξει δυο αιώνες

κι η γη παρακαλά το νερό.

Περπατώ εκεί όπου κάποτε ήτανε λίμνη

όπως περπατά κανείς εκεί όπου κάποτε ήταν αγάπη.

Σκασμένο χώμα, τετραγωνικό

όσα ψάρια δεν σάπισαν έβγαλαν πόδια έγιναν ερπετά.

Λίμνη, της εκμυστηρεύομαι,

δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεφύγω από εκείνο που ήσουν

την ώρα που απελπισμένα δέντρα

πριν γείρουν και πέσουν με ουρλιαχτό ασύλληπτο

υψώνουν τα τρομώδη χέρια τους μέχρι τον ουρανό

ξεκοιλιάζοντας τα άδεια ασκιά του.

 

 

 

 

 

 

Θρύμματα

 

Eκείνη τη στιγμή

που το φλιτζάνι πέφτει στο πάτωμα

και θρυμματίζεται σε εκατό κομμάτια

καταλαβαίνεις τη σημασία της ακεραιότητας

ότι αυτό που λέμε ακέραιο

είναι αυτό που αντιστέκεται να μην σπάσει

αυτό που δεν αφήνεται να πέσει και να γίνει εκατό κομμάτια

αλλά επιμένει να συγκρατεί ό,τι το αποτελεί

αποφασισμένο να μην δείξει

ότι είναι τόσο εύθραυστο όσο ένα φλιτζάνι·

 

ότι είναι ακριβώς αυτό:

εκατό κομμάτια που κρατιούνται γερά μεταξύ τους για να δείχνουν ένα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το περίπτερο

 

Στον δρόμο πιο πέρα έκλεισε ένα περίπτερο.

Έκλεισε ξαφνικά μια μέρα

ένα πρωί απλώς δεν άνοιξε

όπως κανείς μαζεύει τα πράγματά του

και αναχωρεί ήσυχα και προγραμματισμένα για ταξίδι χωρίς επιστροφή.

 

Οι περιπτεράδες, τύποι φιλικοί και αξιοπρεπείς εξαφανίστηκαν,

δεν τους ξανάδαμε ίσως να μην τους δούμε ποτέ πια.

Τώρα, όταν περνώ από εκεί

παρατηρώ στο εσωτερικό του έρημου χώρου

τα τελευταία αφημένα αντικείμενα.

Βλέπω τη μορφή αυτού που δεν υπάρχει πια

και με έκπληξη διαπιστώνω

ότι δεν μοιάζει καθόλου με κάτι ανύπαρκτο.

Η ζωή όταν φεύγει αφήνει απομεινάρια·

είναι κάτι μετέωρο

κάτι μεταβατικό αλλά ανθεκτικό -σαν κολλημένο χνούδι στο σώμα του χρόνου-

που εμποδίζει για λίγο τον θάνατο να εξαπλωθεί

εκεί όπου κάποτε ήταν ζωή.

 

 

 

 

 

 

 

Η περίπτωση της λέξης πάντα στη λίμνη Τάμπο

 

Ένα κέδρο κλαίει στις όχθες της παγωμένης λίμνης Τάμπο

κοιτάζει απελπισμένα τη λίμνη και κλαίει
από τα κλαδιά του στάζουν αναφιλητά
ανατριχιάσματα σχηματίζονται στην επιφάνεια της λίμνης
η λίμνη τα επιστρέφει ως ευμετάβλητους ανασασμούς λυγμών
το κέδρο περισσότερο αναστατώνεται
η λίμνη βουρκώνει, οι πάγοι τρίζουν.
Ένα κέδρο κλαίει στις όχθες της λίμνης Τάμπο
επειδή κάποτε ήταν άνδρας που έχασε το φύλο του, το όνομά του
επειδή η λίμνη ήταν η γυναίκα που αγάπησε
αλλά είχε έρθει η ώρα oι άνθρωποι να μετατραπούν
αφού πρώτα απωλέσουν το φύλο τους
να γίνουν δέντρα, να γίνουν λίμνες
οι πιο σκληροί να γίνουν βουνοκορφές
αυτοί με τις πιο αποπνικτικές μελωδίες
να λιώσουν μέσα στους ωκεανούς
κι οι πιο χοντρόπετσοι υποστήλια και τοιχώματα ορυχείων
και κανείς πια δεν θα συναντά κανένα
αλλά και κανείς δεν θα μπορεί να βλάψει κανένα
ούτε θα μπορούν σε περιόδους μεγάλης οδύνης
να παρηγορούν ο ένας τον άλλο
για την απώλεια του φύλου, για τη διαρροή της μορφής
όπως τώρα
το κέδρο που κλαίει
η λίμνη που θέλει
ανήμποροι να πλησιαστούν
με την αμετακίνητη λέξη πάντα
ανάμεσά τους.

 

`

*

Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι μού κλέβει το βιβλίο του

 

Μια μέρα κεραυνοβόλα
ανακάλυψα
πως έχασα τα «70 χρόνια φαγούρα»
έκανα άνω κάτω τις βιβλιοθήκες και τα ντουλάπια
μέχρι και στις τεράστιες μπότες του φίλου μου
του γίγαντα έψαξα
τον έσυρα έξω από το παραμύθι και του τις έβγαλα
και ήταν γυμνός
και ήταν φοβισμένος
και ήταν πληγιασμένος
με σπασμένα κόκκαλα
πέφτοντας σε κάθε εξιστόρηση από τη φασολιά
πήγα σε μέρη που σύχναζα παλιά
στις καφετέριες
στις σπηλιές με τα φωτορυθμικά
στα τρυφερά μου αγάλματα
που μεγαλώνουν ασυντρόφευτα
στις περιφερειακές πλατείες
ρώτησα τον προπονητή μου
όταν ήμουνα μικρός και φέρελπις
τον βρήκα στο φανταστικό μας γήπεδο
η σπορά του χορταριού του
είναι λόχμες, στριγγλοβότανα και βρωμόχορτα
πήδηξα μέσα σε άδειους κορμούς δέντρων
όπου κατά καιρούς είχα χάσει την πίστη μου
τρύπωσα σε χαμηλές δομές
ρώτησα πράγματα που πάνε κι έρχονται
τη σκόνη
την ευτυχία
τη μελωδία
την πείνα
τη θλίψη
τον πόλεμο
τους αδέσποτους φθόγγους
που ερωτεύτηκαν ανεκλάλητες λέξεις
ξαναπήρα απένταρος την πτήση Λάρνακα-Μαδρίτη
όταν παίρνεις το ίδιο δρομολόγιο
ψάχνοντας κάτι πολύτιμο
οι τιμές αυτόματα αυξάνονται
έψαξα κάτω από το κάθισμα του παιδιού που έκλαιγε
κατά τη διάρκεια της πτήσης
ρώτησα τις αναταράξεις
τους πλάγιους ανέμους
και τα υπερπτητικά πουλιά
γύρισα άπραγος
πήγα μια βόλτα στα δικά του μέρη
στα σκοτεινά καταγώγια, τα μπουρδέλα
στο σπίτι που μεγάλωσε
με τις βουρδουλιές, τους δαίμονες, τα τρελόχαρτα
βρήκα εκείνο το ποτήρι με το κρασί
ήταν άδειο και στο χείλος του
η τροφαντή μύγα χαχάνιζε
και υποψιάστηκα τότε
πως ήρθες και μου το πήρες
πως σηκώθηκες από τον τάφο σου
Τσαρλς Μπουκόβσκι

και μου έκλεψες το βιβλίο σου.

`

*

Πέντε γαρύφαλλα

 

Πάτρα, 21.09.2018

 

Του είχαν απομείνει πέντε γαρύφαλλα να πουλήσει

και ήταν μεσάνυχτα.

Αποκαμωμένος κι αρρύθμιστος να αντέχει

το συγκεκριμένο ωράριο εργασίας

κάθισε στο τραπέζι μιας νεανικής παρέας

που τον καλοδέχτηκε.

Έπαιζαν μαζί του

σαν να ήταν εκείνο το εξελιγμένο είδος της κούκλας

που μπορούσε να ανταποκριθεί

χωρίς τις μπαταρίες της.

Εμείς πίναμε μπύρες βαθιά μέσα στη φουσκωμένη πόλη.

Οι κλασικές ερωτήσεις:

-Οι γονείς σου;

-Σπίτι…

-Τόσο μικρός και πουλάς λουλούδια κατάνυχτα;

Καμία απάντηση

-Θες να κοιμηθείς;

-Ναι.

-Πόσo κάνουν και τα πέντε;

-Τρία ευρώ.

-Αν τα αγοράσουμε θα πας σπίτι;

-Ναι.

Ο κλασικός επίλογος:

– Το γαμημένο κράτος…

Οι υπηρεσίες…

Δεν υπάρχει τίποτα…

κανονικά θα έπρεπε να…

φυσικά, είναι εντελώς απαράδεκτο…

 

Σήκωσε στάχτες εκείνη τη νύχτα
κι ύστερα τα σπλάχνα της πόλης
πετάχτηκαν έξω.

`

*

Καρναβάλι

 

Φεύγω σκυθρωπός
από ακόμα ένα ξέφρενο καρναβαλίστικο πάρτι
κάνοντας μια σπονδή στον θεό της υπογονιμότητας
μετά που είδα
πόσα παιδιά δεν μασκαρεύτηκαν ζορό ή ζόμπι
απλώς τους έβαψαν τα μαλλιά με σπρέι
επειδή οι γονείς τους είναι τρία χρόνια άνεργοι
ή επειδή δεν έχουν γονείς κάπου κοντά.
Τα αδέσποτα του καρναβαλιού
μαριονέτες
μάσκες και προσωπεία
σπασμένα κούτελα
άνθρωποι-κιβώτια
με ακολουθούν μέχρι την πόρτα του αυτοκινήτου
μού κάνουν σκέρτσα
ο εγγαστρίμυθος με διασκεδάζει
μιμούμενος τη φωνή που θα αναγνωρίσω αργότερα
όταν ο χρόνος με ένα σπρέι θα βάφει τα μαλλιά μου
-και αυτό δεν θα είναι καρναβάλι-
με πιο οριστικά χρώματα.
O εγγαστρίμυθος δείχνει ικανός να μιμηθεί
την κραυγή ενός τυφλού θεατή
που μέσα στο ασφυκτικά γεμάτο στάδιο
κραυγάζει «γκολ»
όμως πάλι
αν δεν αφήσεις κάποια πράγματα να εννοηθούν
δεν μπορείς να πεις τίποτα.
Απομακρύνομαι αλαφιασμένος
όπως η μυθολογία από την πραγματικότητα
οι ασήμαντες ώρες από την ώρα της κρίσης
η οσμή της αγάπης από το περίβλημα των πτωμάτων
όπως οι κηπουροί που
για να μην εκνευρίσουν τη βασίλισσα
στην απογευματινή της βόλτα
σκορπίζονται πανικοβλημένοι στα αυλάκια
το κρυφό πηγάδι η μαύρη τρύπα
η τρύπα του όζοντος και αυτή στην κάλτσα μου
καταπίνουν τις φεγγερές μου εξάρσεις
ό,τι κατά περίσταση υπήρξα ένας άνθρωπος
που κυνηγημένος από την αστυνομία των εύφλεκτων ιδεών
δοκίμασε τις αντοχές της θέλησης
και της άρνησής του
δίχως να βγάλει λογαριασμό.

 

`

*

 

Ξεφλουδίζοντας ένα μανταρίνι

 

Προσπαθούσα βλαστημώντας να ξεφλουδίσω
ένα μανταρίνι που αντιστεκόταν σθεναρά
ένα ζουμερό αλλά σκληρό μανταρίνι
χωρίς να λερώσω τα χέρια μου.
Σταμάτησα όταν σκέφτηκα
τη μέρα που τα χέρια μου δεν θα μπορούν
ή δεν θα υπάρχουν μανταρίνια δύσκολα
μόνο γενετικά τροποποιημένα, μαλακά και ευχερή
σαν κάποιες γυναίκες των ρημαγμένων συνοικιών
της Ρηγαίνης, της Λα Πέρλα ή του Σαν Πέδρο Σούλα.
Πόσο θα ποθώ τότε τα μανταρινοζουμιά
να με πιτσιλίσουνε!
Έμπηξα τα δάκτυλά μου μέσα στο μανταρίνι
οι χυμοί εκτοξεύτηκαν έγλειψα στα δάκτυλα μου
την κάθε σταγόνα, τους λεκέδες στα ρούχα μου
κατάπια φλούδες, κουκούτσια
οι χυμοί στέγνωναν πάνω μου μέχρι αργά το βράδυ,
κάνε το ίδιο
πρόλαβε, είπα στον εαυτό μου
που με παρακολουθούσε σαστισμένος.

`

*

 

Ο καθηγητής

 

Σε μια επίσκεψη γονέων στο σχολείο
τον είδα.
Φορούσε ένα φθαρμένο μπλε κοστούμι
ο σπινθηρισμός στο βλέμμα του
ράγιζε τα περισκόπια της μνήμης
σαν αγιοστέφανο πάνω από το κεφάλι του
έλαμπαν η γλυκύτητα και η πρώιμη σωφροσύνη
για έναν άντρα 30 χρόνων.
Το σκληρόδετο δέρμα στα χέρια του
με ευδιάκριτους ρόζους
στις μεριές των δακτύλων,
σήμαινε ότι πέρασε χρόνο
σε πετρωμένα χώματα
και πρωινούς παγετούς.
Μετροφύλλισε επιδέξια τις ακατάστατες σελίδες

και πλησιάζοντας χαμογέλασε:

 

«ο νεαρός είναι έξυπνος
πρέπει όμως να διαβάζει περισσότερο.

Και να μην φοβάται».

 

Ο μικρός γιος της πόρνης
που τις αργίες
όταν εκείνη τους έμπαζε από την πίσω πόρτα
του πλινθόκτιστου σπιτιού
αυτός με τα κοντοβράκια
κλεινόταν στα πιο υγρά υπόγεια της μέρας
πίσω από φιάλες υγραερίου
μέσα στον σκουπιδοτενεκέ της πολυκατοικίας
ήταν ο καθηγητής του γιου μου.
Έσκυψα

και του φίλησα τα χέρια.

`

*

Η λίμνη

 

Έχει να βρέξει δυο αιώνες

κι η γη παρακαλά το νερό.

Περπατώ εκεί όπου κάποτε ήτανε λίμνη

όπως περπατά κανείς εκεί όπου κάποτε ήταν αγάπη.

Σκασμένο χώμα, τετραγωνικό

όσα ψάρια δεν σάπισαν έβγαλαν πόδια έγιναν ερπετά.

Λίμνη, της εκμυστηρεύομαι,

δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεφύγω από εκείνο που ήσουν

την ώρα που απελπισμένα δέντρα

πριν γείρουν και πέσουν με ουρλιαχτό ασύλληπτο

υψώνουν τα τρομώδη χέρια τους μέχρι τον ουρανό

ξεκοιλιάζοντας τα άδεια ασκιά του.

`

*

 

Θρύμματα

 

Eκείνη τη στιγμή

που το φλιτζάνι πέφτει στο πάτωμα

και θρυμματίζεται σε εκατό κομμάτια

καταλαβαίνεις τη σημασία της ακεραιότητας

ότι αυτό που λέμε ακέραιο

είναι αυτό που αντιστέκεται να μην σπάσει

αυτό που δεν αφήνεται να πέσει και να γίνει εκατό κομμάτια

αλλά επιμένει να συγκρατεί ό,τι το αποτελεί

αποφασισμένο να μην δείξει

ότι είναι τόσο εύθραυστο όσο ένα φλιτζάνι·

 

ότι είναι ακριβώς αυτό:

εκατό κομμάτια που κρατιούνται γερά μεταξύ τους για να δείχνουν ένα.

 

 

 

`

*

 

Το περίπτερο

 

Στον δρόμο πιο πέρα έκλεισε ένα περίπτερο.

Έκλεισε ξαφνικά μια μέρα

ένα πρωί απλώς δεν άνοιξε

όπως κανείς μαζεύει τα πράγματά του

και αναχωρεί ήσυχα και προγραμματισμένα για ταξίδι χωρίς επιστροφή.

 

Οι περιπτεράδες, τύποι φιλικοί και αξιοπρεπείς εξαφανίστηκαν,

δεν τους ξανάδαμε ίσως να μην τους δούμε ποτέ πια.

Τώρα, όταν περνώ από εκεί

παρατηρώ στο εσωτερικό του έρημου χώρου

τα τελευταία αφημένα αντικείμενα.

Βλέπω τη μορφή αυτού που δεν υπάρχει πια

και με έκπληξη διαπιστώνω

ότι δεν μοιάζει καθόλου με κάτι ανύπαρκτο.

Η ζωή όταν φεύγει αφήνει απομεινάρια·

είναι κάτι μετέωρο

κάτι μεταβατικό αλλά ανθεκτικό -σαν κολλημένο χνούδι στο σώμα του χρόνου-

που εμποδίζει για λίγο τον θάνατο να εξαπλωθεί

εκεί όπου κάποτε ήταν ζωή.

`

***************************************************************************

`

Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης γεννήθηκε στη Μόσχα το 1968. Σπούδασε δημοσιογραφία στο πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας (ΜΑ in Journalism). Για την ποιητική του συλλογή, Ένια, (Εκδόσεις Ατέλεια, 1996) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη, ενώ για τη συλλογή Ονειτροτριβείο (Γαβριηλίδης, 2001), με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές ενώ επιμελήθηκε μαζί με τον Παναγιώτη Νικολαϊδη την ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 1960-2018 (εκδόσεις «ΚΥΜΑ» 2018).

Η ποίηση του έχει μεταφραστεί και εκδοθεί στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες ενώ συμπεριλήφθηκε σε μεγάλο αριθμό Ανθολογιών. Η τελευταία του συλλογή Πληγείσες περιοχές/Γυμνές Ιστορίες (Μελάνι 2016), μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Michel Volkovitch και παρουσιάστηκε στη Νύχτα της Λογοτεχνίας, στο Παρίσι, από τον εκδοτικό οίκο Le miel des anges, το 2017. Η ίδια συλλογή μεταφράστηκε στα σερβικά από την Aleksandra Milanovic και παρουσιάστηκε στο Βελιγράδι τον Οκτώβριο του 2017. Τον Ιούνιο του 2010, επιλεγμένα ποιήματά του εκδόθηκαν στα γερμανικά, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ποίησης του Βερολίνου (Poesiefestival Berlin). Το 2011, πέραν των 150 ποιημάτων του κυκλοφόρησαν στη Βουλγαρία, σε αυτόνομη έκδοση με τον τίτλο Ονειροτριβείο (Σόφια, 2011). Έχει εκπροσωπήσει την Κύπρο σε δεκάδες ποιητικές εκδηλώσεις στο εξωτερικό.

`

*******************************************

Διαβάστε περισσότερα