Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Νίκος Βουτυρόπουλος, «Εργοτάξια Τύψεων» (υπό έκδοση συλλογή)

`

α.
Έλα να γίνουμε ανόητοι νʼ αντέξουμε
μόδες και πλαίσια
θυσία να γίνουμε θες
στη Θεία Κατανάλωση;
Πιες κι άλλο ψέμα
λικνίσου ανεκπλήρωτα
άκου τη μαμά σου
άκου την καλά
πλύσου φάε ντύσου
μη σε βρει κρύψου
γίνε του ονείρου σου σκιά
σε περιμένει μια κόλαση άδεια
καημένε…
Άκου τον διευθυντή σου
άκου τον καλά
έλα φέρε φύγε
φάντασμα γίνε παιδικής ηλικίας
νʼ αντέξεις λόγια και συντάξεις.
Άκου τη γυναίκα σου
άκου την καλά γίνε
αυτό που ονειρεύεται
εραστής αδέρφι μπαμπάς.
Άκου τα πάντα
διαφημίσεις πολιτικούς
διανοούμενους σκουπίδια
στην οθόνη καρφώσου
μανιακός με τα πλήκτρα
δεν έχεις διέξοδο άλλη.
Τράβα στα μπαρ κατάπιε πετρέλαια
πληρώνεις στην έξοδο πάντα
τις πολυτέλειες άλλων
βγάλʼ τα πέρα μετά με τη ζήλεια σου
καημένε…
Άκου τον ψυχολόγο σου
άκου τον καλά
γίνε όσο πιο ανασφαλής μπορείς
αυτό επιτρέπεται ασφαλώς
όπως οι καραμέλες βλακείας
στον καναπέ ξάπλωσε
με μια γλάστρα παρέα
ασκήσου στην ακινησία νεκρού
κάνε γιόγκα βόγκα
μελλοθάνατος είσαι
πώς να το κάνουμε;
Άκου κάτι του συρμού
να ʽσαι πάντα ο εαυτός σου
καλό ανέκδοτο έτσι;
Μπορεί βέβαια να εξελιχθείς σουρεάλ
να σκέφτεσαι χήνες με γόβα στιλέτο
εδώ που τα λέμε τα πάντα
μπορείς να σκεφτείς
να γράψεις να πεις
μέχρι να γίνεις
του αέρα κατακτητής
καημένε χασομέρη…

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κατερίνα Νέζη, Ποιήματα και collage

Βίος ετών 47

τελεία στη γενιά σου
λαχνός λεχώνας σου χαρίστηκε

παιδί λαχάνιαζες με αγρίμια
κάπως υπερβολικά -είπαν

σκάλες επι-βίωσης ανέβαινες καιρό
τα βράδια σβήνοντας προσεκτικά τα ίχνη σου

πέρασε η ώρα
άνθη βυθού υψώνονται και γνέφουν
τα όνειρα δεν άλεσε ο μύλος

Πότε θα βγεις από το αρχαίο πηγάδι;
Πώς;
Πόσο θόρυβο θα κάνεις;

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δημήτριος Περέογλου, Τρεις ιστορίες

`

Ο Αχιλλεύς και η χελώνα

Η ιστορία παλαιά και σε γενικές γραμμές έχει ως εξής:
Ο γνωστός, και μη εξαιρετέος, περιβόητος, ωκύπους Αχιλλεύς τρέχει-τρέχει μα δε φτάνει την, εν πολλοίς, θαυμαστή για την υπομονή κι επιμονή της, ταπεινή χελώνα.
Δέκα μέτρα είχε προβλέψει η γενναιοδωρία του να χαρίσει στον άνισο τούτο αγώνα -προβάδισμα ντυμένο του Αντισθένους το ιμάτιο. Πέντε δρασκελιές αλαζονείας έφταναν για της διαφοράς την κάλυψη, μα δεν περίσσευαν, αφού ένα ολόκληρο μέτρο εμπρός του βρισκόταν τώρα η χελώνα• μα σαν κι αυτό το κάλυψε, δέκα εκατοστά πάλι τους χώριζαν, της φιλότιμης επιμονής της τα δέκα τεράστια εκατοστά που υπολειπόμενα θυμίζουν της ματαιότητας την άγονη σβελτάδα, μιας και
πάντα υπάρχει κάπου μια χελώνα που, αν και βραδύπους, καρπαλίμως θρυλεί και μνημειώνει το ανυπέρβλητο σθένος του αντι-ήρωα, επιβεβαιώνοντας ενίοτε τον φιλόσοφο ή τον μυθοπλάστη,
μα ποτέ τον επηρμένο, ανυπερθέτως!

`

*

Το Καθάρισμα

Το καθάρισμα για σένα ποτέ δεν ήταν πρόβλημα –εύκολη δουλειά-
ας είναι καλά –καλή τους ώρα- της εισόδου το ευχητήριο χαλάκι, πυλωρός στις συχνές αρμένισσες επισκέπτριες σκόνες και το μαγικό του σαλονιού το περσικό,
οικοδεσπότης τόσο ευγενικός και πάντα πρόθυμος να εξαφανίσει καταζητούμενες
δραπέτισσες βρωμιές, κατάδικα μίση, φυγόδικα ψέματα.
Απʼ την άλλη, η μικρή, συμπονετική και τόσο μεγαλόψυχη ντουλάπα λήθης•
αγόγγυστα να φυγαδεύει δεκάδες ρούχα αλαζονείας, τρύπιες κάλτσες προδοσίας,
μπότες βίας, παντόφλες χυδαιότητας.
Αλήθεια, το καθάρισμα για σένα ποτέ δεν ήταν πρόβλημα “piece of cake”
κατά πως θα ʽλεγε της πεθεράς το εύσημο χαμόγελο –τόσα βλέπει…
όμως ό,τι έκρυψες, αργά ή γρήγορα θα αποκαλυφθεί, θα επιστρέψει
και θα καταλύσει στο διάβα του ό,τι βρει…
ψυχή τε και οίκω!

`

*

Το Τεστ του καθρέπτη

Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το είδωλό του αντίκρυ στον καθρέπτη στην ηλικία μεταξύ δέκα οκτώ έως και είκοσι τεσσάρων μηνών. Ο χιμπατζής νωρίτερα.
Μα αλίμονο, η ειδοποιός διαφορά δεν έγκειται στην ηλικία, αλλά στη μνήμη.
Έκτοτε ο χιμπατζής το θυμάται!..

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Σπύρος Αραβανής, «Confessio Fidei»

*

Τραγούδησε με τη φωνή που χαρακώνει τον αέρα.

`

Μέσα σε μια στείρα αφθονία έψαξα για την ακρίβεια του λυγμού
με τις μυλόπετρες της συνείδησης να αλέθουν το έρεβος
σε φως.
Ακόνισα το λόγο με τα χέρια μου και τη ψυχή με ό,τι περισσέψε
απ’ τον τροχό της μέρας.
Κύριε, προσπάθησα για την αρχική σου γεωμετρία
εγώ, ένας ανίδεος των σχημάτων και της χειρωνακτικής.

`

Τραγούδησε προς τον κεραυνό που σηματοδοτεί τον κίνδυνο.

`

Δειλός, φοβισμένος και τρωτός γονάτισα μπροστά στις καταιγίδες
κι όμως γύμνασα τον κορυδαλλό με το αίμα
των θυσιασμένων.
Έκραξα το «Εάλω», το «Φάτιχα», το «Άτμαν»
σκίζοντας τα χείλη μου για το ακέφαλο σώμα σου.
Κύριε, προσπάθησα να κοινωνήσω το άρρητό σου
εγώ, ένας ταριχευτής των νοημάτων και του χάους.

`

Τραγούδησε για την ομορφιά που αναριγά την άνοιξη.

`

Φέρων μείγμα σμύρνης και αλόης εισήλθα στο τέμενος της αγάπης
ανιστόρητος και νομοταγής
με την τραχεία αρτηρία ολάνοικτη στις ροές του σύμπαντος.
Ψαλίδισα τις παραφυάδες του πάθους κρατώντας το πάθος
τις παρανυχίδες της ηδονής κρατώντας την ηδονή.
Κύριε, ποσπάθησα του αίματός σου το δρόμο ακολουθώντας
εγώ, ένας αμαρτωλός και εμπαθής του δέρματος.

`

* Α΄ Δημοσίευση: περ. Νέα Εποχή, τχ. 325, Φθινόπωρο 2015.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Στέργιος Ντέρτσας, Τρία ποιήματα

`

RUBEN DARÍO

(Για το ερεβώδες  καλοκαίρι του 1994

και τους  πυρπολημένους στίχους μου,

γραμμένους  από την εφηβεία μου έως τότε)

 

Καμιά κούραση δεν μπορεί να σε αντέξει σήμερα, Ρουμπέν Νταρίο, καμιά συγκίνηση.
Τα ποιήματα σου όταν κάνει κρύο είναι βαθιά μεσημέρια του Αυγούστου που μας ψιθυρίζουνε ποιοι θα μπορούσαμε να είμαστε υπογραμμίζοντας με ηλεκτροφόρα σύρμτα
τη δειλία μας που κάποτε την είπαμε σοφία
κι ύστερα τη ξεχάσαμε μέσα μας να μας τρώει τα σωθικά.
Είναι στρατοί οπλισμένοι με ευγενικές φωτιές που μας ζώνουν από παντού
και μας μιλούν σαν άγιες γιαγιάδες για συγχώρεση και καλοσύνη,
παρόλη την οσμή του αίματος.
Όλοι οι ουρανοί,
οι κόκκινοι, οι μαύροι, οι ασημένιοι, οι γαλάζιοι,
αποφεύγουνε το δάκρυ σου, Ρουμπέν Νταρίο,
σήμερα που το Φθινόπωρο λιώνει σαν χρυσάφι
στα χέρια των αμαρτωλών και των ερωτευμένων,
κι εκείνων που στα πεσμένα φύλλα διαβάζουν
ξεκάθαρα τη γλώσσα των θαυμάτων.
Εσύ είσαι ένας πυρπολητής, Ρουμπέν Νταρίο,
συνωμότησες κάποτε με τον άνεμο και μας χάρισες χωριά και προγόνους από στάχτη,
έφτιαξες λάβαρα από πρωτάκουστες λέξεις που απάλλαξαν την Ιστορία απʼ το βάρος της,
απʼ το κεφάλι σου γεννήθηκε μια Νικαράγουα
που μας την άφησες μωρό έξω από την πόρτα του μέλλοντος μας
κι εμείς τη βρήκαμε στο χτες, κόρη σεμνή και υπομονετική, να μας προσέχει κάθε φορά που άξαφνα μας τυλίγουν τα γεράματα, στο κενό που προηγείται της Δευτέρας,
προσφέροντας μας χαμόμηλα και μέντες που αφρίζουν μέσα μας σαν καταρράκτες.
Δεν πρέπει να θλίβεσαι ούτε να κλαις από χαρά
όσο κι αν εμείς επιμένουμε να επινοούμε τα δάκρυα σου:
μόνο να προχωράς, να προχωράς, να προχωράς,
να οργώνεις,
ενώ εμείς απουσιάζουμε απʼ τις ζωές μας,
τα ρημαγμένα χώματά μας, τα αδιαπέραστα νερά μας,
Ρουμπέν Νταρίο,
για να βοηθήσεις εμάς,
τους ανήμπορους,
τους ευθραύστους,
τους επιρρεπείς,
τους ανασφαλείς,
τους παρείσακτους,
να καταφέρουμε να μη φτάσουμε ποτέ πουθενά.

Διαβάστε περισσότερα