`

RUBEN DARÍO

(Για το ερεβώδες  καλοκαίρι του 1994

και τους  πυρπολημένους στίχους μου,

γραμμένους  από την εφηβεία μου έως τότε)

 

Καμιά κούραση δεν μπορεί να σε αντέξει σήμερα, Ρουμπέν Νταρίο, καμιά συγκίνηση.
Τα ποιήματα σου όταν κάνει κρύο είναι βαθιά μεσημέρια του Αυγούστου που μας ψιθυρίζουνε ποιοι θα μπορούσαμε να είμαστε υπογραμμίζοντας με ηλεκτροφόρα σύρμτα
τη δειλία μας που κάποτε την είπαμε σοφία
κι ύστερα τη ξεχάσαμε μέσα μας να μας τρώει τα σωθικά.
Είναι στρατοί οπλισμένοι με ευγενικές φωτιές που μας ζώνουν από παντού
και μας μιλούν σαν άγιες γιαγιάδες για συγχώρεση και καλοσύνη,
παρόλη την οσμή του αίματος.
Όλοι οι ουρανοί,
οι κόκκινοι, οι μαύροι, οι ασημένιοι, οι γαλάζιοι,
αποφεύγουνε το δάκρυ σου, Ρουμπέν Νταρίο,
σήμερα που το Φθινόπωρο λιώνει σαν χρυσάφι
στα χέρια των αμαρτωλών και των ερωτευμένων,
κι εκείνων που στα πεσμένα φύλλα διαβάζουν
ξεκάθαρα τη γλώσσα των θαυμάτων.
Εσύ είσαι ένας πυρπολητής, Ρουμπέν Νταρίο,
συνωμότησες κάποτε με τον άνεμο και μας χάρισες χωριά και προγόνους από στάχτη,
έφτιαξες λάβαρα από πρωτάκουστες λέξεις που απάλλαξαν την Ιστορία απʼ το βάρος της,
απʼ το κεφάλι σου γεννήθηκε μια Νικαράγουα
που μας την άφησες μωρό έξω από την πόρτα του μέλλοντος μας
κι εμείς τη βρήκαμε στο χτες, κόρη σεμνή και υπομονετική, να μας προσέχει κάθε φορά που άξαφνα μας τυλίγουν τα γεράματα, στο κενό που προηγείται της Δευτέρας,
προσφέροντας μας χαμόμηλα και μέντες που αφρίζουν μέσα μας σαν καταρράκτες.
Δεν πρέπει να θλίβεσαι ούτε να κλαις από χαρά
όσο κι αν εμείς επιμένουμε να επινοούμε τα δάκρυα σου:
μόνο να προχωράς, να προχωράς, να προχωράς,
να οργώνεις,
ενώ εμείς απουσιάζουμε απʼ τις ζωές μας,
τα ρημαγμένα χώματά μας, τα αδιαπέραστα νερά μας,
Ρουμπέν Νταρίο,
για να βοηθήσεις εμάς,
τους ανήμπορους,
τους ευθραύστους,
τους επιρρεπείς,
τους ανασφαλείς,
τους παρείσακτους,
να καταφέρουμε να μη φτάσουμε ποτέ πουθενά.

`

*

ΥΕΤΟΣ

Στα περίχωρα μιας μυσταγωγίας:
μισά τραγούδια, μετανιωμένα,
ωραία ερείπια, καθρέφτες αμείλικτοι,
κορμιά που καίνε μα, ξεχνάνε με δύναμη.

Μια σπίθα αδέσποτη τη φωτιά καταπίνει
και διηγείται βροχές που ταράζουν τις θάλασσες.

Ψάχνω για μάτια, δεν προχωρώ.
Με προλαβαίνει συντριβή μου:
το βάρος των λέξεων που ποτέ δεν ειπώθηκαν.

`

*

ΕΛΠΙΔΑ

Στο πηχτό το σκοτάδι, αιώνες τώρα,
το όνομα σου σκαλίζω
και σε περιμένω, με ένα τσιγάρο που ποτέ δεν ανάβω
να ζητήσω φωτιά,
και πως σε λένε, να σε ρωτήσω,
χωρίς να φοβάμαι πως μάντεψα λάθος.
Οι οιμωγές του Προμηθέα αντηχούν σαν συναγερμός μέσα μου
όταν σε βλέπω να βαδίζεις στη βουή και στο πλήθος
και τα εξώφυλλα να σου τρώνε το μυαλό
για να σου επιτρέψουν να υπάρξεις.
Εκείνο το χάραμα όμως δεν γύρισες σπίτι.
Ίσως επειδή υποψιάστηκες πως δεν θα το βρεις στη θέση του.
Ίσως επειδή παραδέχτηκες πως δεν ήτανε παρά μονάχα μια ψευδαίσθηση
με τη στέγη της διάτρητη.
Το παράξενο και ρυπαρό φως πριν το ξημέρωμα σε έπεισε,
η μουσική που κουβαλούσες εκ γενετής στα χείλη και σε έκανε να μοιάζεις άτρωτη,
στις ταβέρνες και τα μπαρ, επικράτησε οριστικά σαν ήττα:
μια ολόδικια σου ήττα, μια κατάκτηση.
Με λένε Ελπίδα, ούρλιαξες λες κι αντίκριζες για πρώτη φορά
το δίχως μάτια πρόσωπο της μοναξιάς σου που ενίοτε γινόταν η μοναξιά μου.
Μα, εγώ δεν ήμουν εκεί να σε ρωτήσω πως σε λένε,
το τσιγάρο μου το είχε κάψει η προσμονή κι η κατανόηση
και τʼ όνομα σου είχε προδώσει σκοτάδι για λίγο περισσότερο σκοτάδι.
Όχι, λοιπόν: δεν μάντεψα λάθος.