`

α.
Έλα να γίνουμε ανόητοι νʼ αντέξουμε
μόδες και πλαίσια
θυσία να γίνουμε θες
στη Θεία Κατανάλωση;
Πιες κι άλλο ψέμα
λικνίσου ανεκπλήρωτα
άκου τη μαμά σου
άκου την καλά
πλύσου φάε ντύσου
μη σε βρει κρύψου
γίνε του ονείρου σου σκιά
σε περιμένει μια κόλαση άδεια
καημένε…
Άκου τον διευθυντή σου
άκου τον καλά
έλα φέρε φύγε
φάντασμα γίνε παιδικής ηλικίας
νʼ αντέξεις λόγια και συντάξεις.
Άκου τη γυναίκα σου
άκου την καλά γίνε
αυτό που ονειρεύεται
εραστής αδέρφι μπαμπάς.
Άκου τα πάντα
διαφημίσεις πολιτικούς
διανοούμενους σκουπίδια
στην οθόνη καρφώσου
μανιακός με τα πλήκτρα
δεν έχεις διέξοδο άλλη.
Τράβα στα μπαρ κατάπιε πετρέλαια
πληρώνεις στην έξοδο πάντα
τις πολυτέλειες άλλων
βγάλʼ τα πέρα μετά με τη ζήλεια σου
καημένε…
Άκου τον ψυχολόγο σου
άκου τον καλά
γίνε όσο πιο ανασφαλής μπορείς
αυτό επιτρέπεται ασφαλώς
όπως οι καραμέλες βλακείας
στον καναπέ ξάπλωσε
με μια γλάστρα παρέα
ασκήσου στην ακινησία νεκρού
κάνε γιόγκα βόγκα
μελλοθάνατος είσαι
πώς να το κάνουμε;
Άκου κάτι του συρμού
να ʽσαι πάντα ο εαυτός σου
καλό ανέκδοτο έτσι;
Μπορεί βέβαια να εξελιχθείς σουρεάλ
να σκέφτεσαι χήνες με γόβα στιλέτο
εδώ που τα λέμε τα πάντα
μπορείς να σκεφτείς
να γράψεις να πεις
μέχρι να γίνεις
του αέρα κατακτητής
καημένε χασομέρη…

`

*

β.
Ξημέρωσε χρώματα
στους δρόμους ήλιος κύλησε
φωλιάζει στις καρδιές ο φόβος
οικοδεσπότης εκπλήξεων.
Πιτσιρικάδες περπατούν ανέμελοι
κατοικούν ερείπια
και να που βράδιασε πάλι
με δυνάστη τʼ όνειρο
θα πιούμε την άνοιξη
σα να ʽταν σούπα.

Μια φλόγα καίει ακόμα
στην άκρη της θύμησης
τραβά τα σεντόνια
πυρετούς μυρωδιές μοιράζει
με σύννεφο μοιάζει περαστικό.
Είναι τότε που θαρρείς
γκρεμίζονται ορίζοντες
καταπακτές ανοίγουν
το παρελθόν αμούστακο χορεύει
στον κήπο των στιγμών.
Τότε που χαρές και πίκρες
γίνονται γουλιές αγανές
και με βλέμμα μετέωρο
μόλις νʼ αγγίξεις τολμάς
σύρτες πόθων μακρινών.
Είνʼ η ζωή μας αστραπή
για όσους προλάβαν να τη δουν.

`

*

γ
Ύστερα ξεσπά λογισμός αναπάντεχος
απαντήσεις χωρίς ερωτήματα τριγυρνούν
σε σειρές βιβλίων παριστάνουν τα μολυβένια στρατιωτάκια.
Πόσα δεν είπαμε σʼ όσους δεν υπάρχουν πια;
Θυμάμαι ένα ψίθυρο και δάκρυα
μπροστά σε πτώμα μετά σκυθρώπιασε
κάθε συνθήκη και τότε είπα
του μέλλοντος θα συμβώ σκαιότερος
αλλά τι τα θες… σαν έσβησα το φως
ροχάλισαν τα ουράνια.
Λες κάποιοι να ʽχουν το λογισμικό της ύπαρξης;
Άλλοι πίνουν καφέ με ζάχαρη κι άλλοι
ξενυχτούν με φαντάσματα
δε βγάζεις άκρη μʼ εγκεφαλικές συμπτώσεις
τα όνειρα παράτησα λοιπόν ασύμφορα είναι
καλύτερη η χημεία του ήλιου
και τα ναυαγισμένα παιδιά δες
τη θαλπωρή προσμένουν χεριών που σέβονται
την ανθρωπογεωγραφία.

`

*

δ.
Πώς να γελάσεις καθηλωμένος στα περαιτέρω;
Περιμένεις καλοκαιρίες οι εμπειρίες φευγάτες
ο αέρας σφυρίζει σου γδέρνει το πρόσωπο
μια αναίτια θάλασσα σε τριγυρνά
με τους γλάρους να ψέλνουν μακάβρια
το πρωί στενάζεις λυπημένα φωνήεντα
κι αρχίζεις ξανά να μετράς την αυγή με το βλέμμα
προορισμών ξεχασμένων.

Κοντεύει φθινόπωρο στα λιμάνια λιάζονται πλοία.
Πότε θα γίνεις της ζωής επιβάτης;

`

*

ε.
Μοναξιασμένος όσο ποτέ τους χειμώνες
πλησιάζεις το κύμα.
Μικραίνουν οι μέρες δεν επιστρέφουν
αντί εσύ να πω εγώ ή αυτός
θʼ άλλαζε τι σʼ έναν κόσμο χωρίς υποκείμενα;

Άκαρπη χαρά οι αργίες και να που σʼ έχασα
μες στον χορό των συμβάσεων
αλλʼ ίσως γίνω ο παράδοξος της μέρας
και με τυφλώσεις μʼ ένα φιλί.

Δεν έχω άλλη αντοχή μου ʽπες
και σου τραγούδησα γραβάτα έβαλα
για μουστάκι περπάτησα σαν το Σαρλό
και χαμογέλασες τον Σείριο πήρες αγκαλιά
μαζί του χόρεψες όλο το βράδυ αμήχανη
σώπασες στον καναπέ παρέα με ταχυδακτυλουργό.
Χάδια σε σκέπασαν και σε νανούρισαν
πέμπτες καθαρές όταν μεσάνυχτα ξύπνησες
ρώτησες πότε νυχτώνει.
Ξανακοιμήθηκες και το πρωί σε γνώρισα πάλι.