Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Σοφία Πολυκρέτη, Τρία ποιήματα

Αθάνατη Οφηλία

Νόστιμες σταγόνες θάλασσας
καλούν επιμόνως τα κύματα
να κατέβουν
αλατισμένα στα νέφη παρθενικών διηγήσεων.
Το χταπόδι θα σταθεί, το ψάρι
θα σκεφτεί στη δεξαμενή του,
η ακτή παραμένει
ολόιδια,
ενώ στο πέλαγος, ο άντρας με το μούσι
περιμένει να γυρίσει

ο καιρός, ενώ ο χρόνος μπαίνει στις σπηλιές
σαν μύδι γαντζωμένο με κλωστές στον βυθό

Ύστερα απ’ τις τελευταίες σου στιγμές
ο κόσμος θα ’ναι πιο ζουμερός
–ζωώδης, τυφλός, ποντοπόρος–
κανένας θρήνος για την Οφηλία του κρίνου
από πατέρα, αδερφό, εραστή

λάδι, μέλι, χιόνι

συστημικοί θάνατοι και μια φύση
που συνεχίζει
μέσα σε απόλυτη ζωτικότητα.

Και ξαναμπαίνεις στον χρόνο νιογέννητη.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κωστούλα Μάκη, Ποιήματα

Μένω στα βιβλία – μαζί τους

 

Μένω στα βιβλία – μαζί τους.

 

Μένω μαζί σου σε σπίτι αλαβάστρινο.

Γίνεσαι πελαργός και γι’ αλλού πετάς.

 

Μένω μαζί σου σε πίνακα

που ’χει ξεχαστεί σε κάποια αποθήκη.

Γίνεσαι έκθεμα περιζήτητο στην Tate.

 

Ζω μαζί σου στον γκρεμό.

Γίνεσαι πέτρα και φτάνεις στο ποτάμι.

 

Ζω μαζί σου στον βυθό.

Γίνεσαι χταπόδι κάτω απ’ την άμμο.

 

Με συμμαζεύουν οι νεκροί.

Μένω στα βιβλία – μαζί τους.

 

 

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«”Κατάσταση Πολιορκίας”: ‘Ενα ερωτικό σπάραγμα που έγινε ντοκουμέντο καταγγελίας των βασανιστηρίων της Χούντας» (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)



Η Ρένα Χατζηδάκη («Μαρίνα») (1943-2003), κόρη της συγγραφέως Λιλής Ζωγράφου, υπήρξε μεταφράστρια, επιμελήτρια εκδόσεων και ψυχοθεραπεύτρια.

Ενταγμένη στον χώρο της Αριστεράς, «εκ γενετής πολιτική κρατούμενη» (βλ. συνέντευξή της στον Δημήτρη Γκιώνη [Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 1991] στο περιοδικό Οδός Πανός, τ.χ. 128, 2005, «Αφιέρωμα στη Ρένα Χατζηδάκη» σ.σ. 125-130) αφού «από την κοιλιά της μάνας μου με κρατούσαν οι Γερμανοί ως όμηρο στις φυλακές της Αγιάς κοντά στα Χανιά».

Το 1968 μέσα στις Φυλακές Αβέρωφ, ως κρατούμενη, έγραψε το ποίημα-ποταμός «Κατάσταση Πολιορκίας»:

«όντας ερωτευμένη, σαν ένα ερωτικό γράμμα. Έγραψα συνολικά πέντε ενότητες και τις διοχέτευσα έξω. Οι δυο χάθηκαν, οι άλλες τρεις είναι αυτές που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, στου οποίου το χέρι έπεσαν τυχαία από κάποιο κοινό φίλο».

Ο Θεοδωράκης γράφει στο ημερολόγιό του (και αργότερα στο βιβλίο του «Το χρέος») σχετικά με το έργο:

«Η Μαρίνα έμεινε στο διάδρομο μπροστά στο κελί αρ.1. Μαζί με μια άλλη κοπέλα που φορούσε πανταλόνια. Όταν με ξαναπήγαν πλάϊ στο παλιό κελί η Μαρίνα είχε μεταφερθεί στο κελί των γυναικών. Όταν έκανα την μεγάλη απεργία πείνας άκουγα τη φωνή της Μαρίνας που φώναζε τον φρουρό να με προσέχει… Η Μαρίνα έγραψε ένα ανυπέρβλητο σε ομορφιά, δύναμη και αλήθεια ποίημα. Κάθε λέξη, εικόνα, νόημα, μπηγόταν στη σάρκα μου. Με πονούσαν. Με ανακούφιζαν. Με λύτρωναν. Ήταν η φωνή μας. Ήταν τα ίδια μου τα λόγια « οι ελπίδες που έγιναν “σαπισμένα σταφύλια”.» Ήταν η οργή. Η πίκρα. Κι όμως ήταν η δύναμή μας. Πρώτα πήρα το πρώτο μέρος. Συνέθεσα χωρίς ανάσα τη μουσική. Αργότερα στο Βραχάτι μου στείλαν το δεύτερο και το τρίτο μέρος. Σα μουσική φόρμα είχα την ευκαιρία να επιβεβαιώσω το δρόμο που άνοιξα με τα “Επιφάνεια-Αβέρωφ”. Ήταν ένα καινούριο “Τραγούδι-Ποταμός” σε τρία μέρη. Στην αρχή ο τίτλος ήταν “Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ” γιατί εκεί γράφτηκε μετά την καταδίκη της Μαρίνας από το στρατοδικείο. Η Μαρίνα έγραφε κ’ έσκιζε αμέσως τα ποιήματά της. Σώθηκαν τα δικά μας χάρη σε μια συγκρατούμενη φίλη της (ήταν η Σύλβα Ακρίτα) που φρόντισε να τα αντιγράψει. Αργότερα μπήκε ο οριστικός τίτλος: “Κατάσταση Πολιορκίας».

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

«Η βασίλισσα των Απέναντι» (Μια κινηματογραφική μεταγραφή του Χρήστου Κανελλόπουλου)

Είμαι το φάντασμα και κυκλοφορώ μόνο την νύχτα.

Μόλις έχω απολυθεί από τον στρατό, μελετάω τ΄αστέρια, αποφεύγω τον κόσμο, κάνω όνειρα, κλέβω μοτοσυκλέτες και γυρεύω μες στη ζωή έναν προσανατολισμό.

Τη μέρα παρακολουθώ με το τηλεσκόπιό μου την παντρεμένη γυναίκα στο απέναντι διαμέρισμα.

Πώς κινείται μέσα στο σπίτι, πώς συμπεριφέρεται, πώς χτενίζει αφηρημένη τα  βρεγμένα μαλλιά της, και πώς λιάζεται στο μπαλκόνι, πώς συζητάει με την έφηβη κόρη της, και πώς ξαπλώνει με τα εσώρουχα στο κρεβάτι μαζί με τον άντρα της.

Σιγά – σιγά την ερωτεύομαι γιατί είναι όμορφη και πάντοτε λίγο μελαγχολική, σαν να της λείπει κάτι μες στην καρδιά της.

Τη λένε Στέλλα. Βρίσκω στον κατάλογο το τηλέφωνό της, κι αρχίζω να της τηλεφωνώ.

Στην αρχή δεν μιλάω. Μόνο ακούω τη φωνή της και μετά κλείνω.

Έξω ο καύσωνας αγριεύει για τα καλά. Στην παραλιακή δίνουν και παίρνουν οι κόντρες των μηχανόβιων ως το ξημέρωμα, κι η μάνα μου φτιάχνει κόλλυβα, βάζει στο ράδιο την λειτουργία και προσεύχεται από το πρωί μέχρι το βράδυ.

Φοράω ένα ξεχειλωμένο παλιομοδίτικο σώβρακο και πίνω παγωμένη κόκα κόλα. Το δέρμα μου είναι χλωμό κι ιδρωμένο. Τ’ ωραίο λιπόσαρκο κορμί μου στυφό.

Για να μπω στο πετσί του ρόλου κάθομαι με τις ώρες μέσα στη λαύρα τυλιγμένος σε μια κουβέρτα.

Ύστερα δεν αντέχω πια, και μια Κυριακή που έχω μείνει μόνος στο σπίτι, της αποκαλύπτω ποιος είμαι, κι από που την βλέπω, και πόσο μ΄αρέσει, κι ότι την αγαπώ. Κι εκείνη τρομάζει και καυλώνει ταυτόχρονα, και παλεύει με τον εαυτό της, και στο τέλος το αποφασίζει, και βάζει εκείνο το ωραίο φουστάνι, που το έχει αγοράσει για τις διακοπές, και διασχίζει την λεωφόρο του πάθους, και έρχεται να με βρει.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ανδρέας Αντωνίου, Ποιήματα

Αλλιώς Ωραία

Νύφη ντυμένη στα γαλάζια και στο φως
Μούτρο θρασύ και πονηρό – Αλλιώς Ωραία
Μια μαργαρίτα και ο ήλιος αδερφός
Σαν πυροτέχνημα που δύει στην Περαία

Πράσινα μάτια, σαν μια γάτα πονηρή
Θαλασσινή. Ερμητικά κλειστή, σαν μύδι
Που κρύβει μέσα μια σάρκα πορφυρή
Καλαμαριά, Γεντί Κουλέ και Κατσιμίδη

Αρρωστημένες λάμπες φέγγουν στη σειρά
Μαύρο φουστάνι ανεμίζει μπαϊράκι
Ένα βαπόρι απ’ το βάθος σου σφυρά
Μα εσύ μαντήλι ανεμίζεις στη Λαμπράκη

Χείλη μισάνοιχτά, γλυκά σαν κιουνεφέ
Τόσο υγρά – θαρρείς πως στάζουνε σιρόπι
Γριά τσιγγάνα μου γυρνάει τον καφέ
Ψυχή Βαλκάνια, κι Ανατολή κι Ευρώπη

Οι συζητήσεις ως τις πέντε το πρωί
Κλείνεις τα μάτια. Πότε πέρασε κι ο Μάρτης;
Σ’ ένα κρεβάτι η ζωή φυλλοροεί
Εκεί που ο Σαρτρ σου συναντάει τον Μπασλάρ της

Σβησμένα φώτα. Έλα φίλα με λοιπόν
Σαν ξημερώσει από τ’ όνειρο τι μένει;
Μισή καρδιά – Πάντα παρών και πάντα απών
Μισές καρδιές – Και νικητές και ηττημένοι

Μια πόλη-νύφη, νοητή και αισθητή
Γυμνό φεγγάρι που τραβά την πλημμυρίδα
Όσο υπάρχεις, και τ’ αστέρια κι οι θνητοί
Θα βρίσκουν πάντοτε κοντά σου μια πατρίδα

Διαβάστε περισσότερα