Αλλιώς Ωραία
Νύφη ντυμένη στα γαλάζια και στο φως
Μούτρο θρασύ και πονηρό – Αλλιώς Ωραία
Μια μαργαρίτα και ο ήλιος αδερφός
Σαν πυροτέχνημα που δύει στην Περαία
Πράσινα μάτια, σαν μια γάτα πονηρή
Θαλασσινή. Ερμητικά κλειστή, σαν μύδι
Που κρύβει μέσα μια σάρκα πορφυρή
Καλαμαριά, Γεντί Κουλέ και Κατσιμίδη
Αρρωστημένες λάμπες φέγγουν στη σειρά
Μαύρο φουστάνι ανεμίζει μπαϊράκι
Ένα βαπόρι απ’ το βάθος σου σφυρά
Μα εσύ μαντήλι ανεμίζεις στη Λαμπράκη
Χείλη μισάνοιχτά, γλυκά σαν κιουνεφέ
Τόσο υγρά – θαρρείς πως στάζουνε σιρόπι
Γριά τσιγγάνα μου γυρνάει τον καφέ
Ψυχή Βαλκάνια, κι Ανατολή κι Ευρώπη
Οι συζητήσεις ως τις πέντε το πρωί
Κλείνεις τα μάτια. Πότε πέρασε κι ο Μάρτης;
Σ’ ένα κρεβάτι η ζωή φυλλοροεί
Εκεί που ο Σαρτρ σου συναντάει τον Μπασλάρ της
Σβησμένα φώτα. Έλα φίλα με λοιπόν
Σαν ξημερώσει από τ’ όνειρο τι μένει;
Μισή καρδιά – Πάντα παρών και πάντα απών
Μισές καρδιές – Και νικητές και ηττημένοι
Μια πόλη-νύφη, νοητή και αισθητή
Γυμνό φεγγάρι που τραβά την πλημμυρίδα
Όσο υπάρχεις, και τ’ αστέρια κι οι θνητοί
Θα βρίσκουν πάντοτε κοντά σου μια πατρίδα
Η Αδερφή Μου Δεν Είναι Σονέτο
Φοράει πάντα ένα σκισμένο παντελόνι
Και την καρδιά της με ανάποδη ραφή
Χέρια ανάγλυφα που καίνε στην αφή
Κρατά τον πόνο σαν κλωστή και τον ξηλώνει
Ένα παιδί που ξέχασε πως μεγαλώνει
Ψυχή που ψάχνει ένα χάδι να τραφεί
Μια ανάσα πάντα πριν απ’ την καταστροφή
Πέφτει μα λέει πως πετάει σαν μπαλόνι
Η αδερφή μου όμως δεν είναι ένα σονέτο
Είναι ένα σώμα μ’ αίμα δάκρυα και σάρκα
Που ψάχνει να βρει καταφύγιο στα πάρκα
Σαν ένα αδέσποτο γατί. Αλάνι σκέτο
Μέσα στη θάλασσα του πόνου τρύπια βάρκα
Ένα τραγούδι. Κλείσ’ τα μάτια κι άκουσέ το









