Η Ρένα Χατζηδάκη («Μαρίνα») (1943-2003), κόρη της συγγραφέως Λιλής Ζωγράφου, υπήρξε μεταφράστρια, επιμελήτρια εκδόσεων και ψυχοθεραπεύτρια.
Ενταγμένη στον χώρο της Αριστεράς, «εκ γενετής πολιτική κρατούμενη» (βλ. συνέντευξή της στον Δημήτρη Γκιώνη [Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 1991] στο περιοδικό Οδός Πανός, τ.χ. 128, 2005, «Αφιέρωμα στη Ρένα Χατζηδάκη» σ.σ. 125-130) αφού «από την κοιλιά της μάνας μου με κρατούσαν οι Γερμανοί ως όμηρο στις φυλακές της Αγιάς κοντά στα Χανιά».
Το 1968 μέσα στις Φυλακές Αβέρωφ, ως κρατούμενη, έγραψε το ποίημα-ποταμός «Κατάσταση Πολιορκίας»:
«όντας ερωτευμένη, σαν ένα ερωτικό γράμμα. Έγραψα συνολικά πέντε ενότητες και τις διοχέτευσα έξω. Οι δυο χάθηκαν, οι άλλες τρεις είναι αυτές που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, στου οποίου το χέρι έπεσαν τυχαία από κάποιο κοινό φίλο».
Ο Θεοδωράκης γράφει στο ημερολόγιό του (και αργότερα στο βιβλίο του «Το χρέος») σχετικά με το έργο:
«Η Μαρίνα έμεινε στο διάδρομο μπροστά στο κελί αρ.1. Μαζί με μια άλλη κοπέλα που φορούσε πανταλόνια. Όταν με ξαναπήγαν πλάϊ στο παλιό κελί η Μαρίνα είχε μεταφερθεί στο κελί των γυναικών. Όταν έκανα την μεγάλη απεργία πείνας άκουγα τη φωνή της Μαρίνας που φώναζε τον φρουρό να με προσέχει… Η Μαρίνα έγραψε ένα ανυπέρβλητο σε ομορφιά, δύναμη και αλήθεια ποίημα. Κάθε λέξη, εικόνα, νόημα, μπηγόταν στη σάρκα μου. Με πονούσαν. Με ανακούφιζαν. Με λύτρωναν. Ήταν η φωνή μας. Ήταν τα ίδια μου τα λόγια « οι ελπίδες που έγιναν “σαπισμένα σταφύλια”.» Ήταν η οργή. Η πίκρα. Κι όμως ήταν η δύναμή μας. Πρώτα πήρα το πρώτο μέρος. Συνέθεσα χωρίς ανάσα τη μουσική. Αργότερα στο Βραχάτι μου στείλαν το δεύτερο και το τρίτο μέρος. Σα μουσική φόρμα είχα την ευκαιρία να επιβεβαιώσω το δρόμο που άνοιξα με τα “Επιφάνεια-Αβέρωφ”. Ήταν ένα καινούριο “Τραγούδι-Ποταμός” σε τρία μέρη. Στην αρχή ο τίτλος ήταν “Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ” γιατί εκεί γράφτηκε μετά την καταδίκη της Μαρίνας από το στρατοδικείο. Η Μαρίνα έγραφε κ’ έσκιζε αμέσως τα ποιήματά της. Σώθηκαν τα δικά μας χάρη σε μια συγκρατούμενη φίλη της (ήταν η Σύλβα Ακρίτα) που φρόντισε να τα αντιγράψει. Αργότερα μπήκε ο οριστικός τίτλος: “Κατάσταση Πολιορκίας».
Ο Θεοδωράκης επίσης εξιστορώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγραψε τα τραγούδια που περιέχονται στο «Resistance», ένα άλμπουμ με σπάνιες κρυφές ηχογραφήσεις της περιόδου της δικτατορίας που διασώθηκαν στη Γερμανία, περιγράφει πως γνώρισε τη Ρένα Xατζηδάκη και πως μελοποίησε την “Κατάσταση Πολιορκίας”
«Χάρη στους φίλους μου της Γερμανίας, θα μάθουν και οι συμπατριώτες μου, έστω και με καθυστέρηση 35 και πλέον χρόνων, ότι την εποχή της χούντας υπήρξαν και μερικοί “κουζουλοί”, που άφησαν τα σπίτια τους και μπήκαν στην παρανομία για να υπερασπίσουν με τον τρόπο τους τις καταπατημένες μας ελευθερίες. Θα είναι καλό επίσης να μάθουν ότι το τίμημα γι’ αυτές τους τις πράξεις ήταν: Γενική Ασφάλεια – Βασανιστήρια – Φυλακή. Ένας από αυτούς και εγώ και ένα από τα δικά μου “όπλα” η μουσική. Μια μουσική που να καταγγέλλει από τη μια μεριά και να εμπνέει και να ξεσηκώνει από την άλλη. Ξεφεύγοντας τη σύλληψη τη νύχτα της 20ής προς 21η Απριλίου ταλαιπωρήθηκα έως ότου βρω ένα ασφαλές καταφύγιο. Εκεί συνέταξα τη Διακήρυξη για την Ιδρυση του Πατριωτικού Μετώπου και μαζί έγραψα τα τρία τραγούδια της Νέας Αντίστασης. Τα κείμενα θα έπρεπε να είναι απλά, άμεσα, για να γίνουν καταληπτά από κάθε πατριώτη που ένιωθε πάνω στο πετσί του την καταπίεση και την ντροπή και είχε μέσα του τη φλόγα του αγώνα για την Ελευθερία. Ζήτησα δύο μαγνητόφωνα, ώστε να πολλαπλασιάσω τη φωνή μου και να δίνω την αίσθηση της χορωδίας. Πράγματι στην Ασφάλεια που βρέθηκα έπειτα από έξι μήνες, με ρωτούσαν για το ποιοι τραγουδούσαν μαζί μου, χειρότερη όμως ήταν η τύχη των συντρόφων μου, που τους βασάνιζαν για να ομολογήσουν ότι συμμετείχαν στη… φωνοληψία! H κασέτα αυτή με τα τρία τραγούδια έφτασε στο Παρίσι, όπου το ΚΚΓ την έκανε χιλιάδες δίσκους που έφτασαν παντού! Ως τη μακρινή Αυστραλία όπου ζούσαν Ελληνες. Αργότερα η Μελίνα τραγουδούσε παντού «Το Μέτωπο τους Ελληνες καλεί ξανά στη μάχη, “Ελευθερία ή Θάνατος” το λάβαρό μας γράφει»…
Οπως είπα, πιάστηκα τον Αύγουστο του 1967 και έμεινα στη Γενική Ασφάλεια ως τον Οκτώβριο, οπότε με μετέφεραν στο νοσοκομείο των Φυλακών Αβέρωφ «Αγιος Παύλος» σε κακή κατάσταση, λόγω του ότι έκανα απεργία πείνας. Κατά τη διάρκειά της και έως ότου χάσω τις αισθήσεις μου θυμάμαι ότι ένα μεσημέρι που χαλάρωναν τα μέτρα είδα θολά πάνω απ’ το κεφάλι μου μια γυναικεία φιγούρα. Απέναντι απ’ το κελί μου είχαν τις γυναίκες και φαίνεται ότι μία απ’ αυτές με τη συνενοχή κάποιων φρουρών μπόρεσε να μπει στο κελί μου. Ηταν η Ρένα Χατζηδάκη που μου χάιδεψε το μέτωπο και μου έβρεξε τα ξεραμένα μου χείλη. Μου είπε το όνομά της και πρόσθεσε πως όλοι βρίσκονται στο πλευρό μου, εννοώντας τους συγκρατουμένους στη Γενική Ασφάλεια. Αυτό μου έδωσε ελπίδα και δύναμη, γιατί ένιωσα ότι δεν είμαι μόνος.
Αργότερα, όταν βρέθηκα στις Φυλακές Αβέρωφ, καθώς κάναμε βόλτα στο προαύλιο, κάποιος μου έδειξε τα παράθυρα της διπλανής φυλακής των γυναικών και μου είπε: «Κάποιες σε χαιρετούν…». Είδα δυο-τρία πρόσωπα πίσω από τα κάγκελα. Στα χέρια τους κρατούσαν άσπρα μαντήλια και τα ανέμιζαν στέλνοντάς μου χαιρετίσματα. Μία απ’ αυτές ήταν η Ρένα Χατζηδάκη. Από τον Μάρτιο ως τον Αύγουστο του 1968 ήμουν “ελεύθερος” και ζούσα ανάμεσα Αθήνα και Βραχάτι συνοδευόμενος από κουστωδία αστυνομικών. Δεν μπορούσα λοιπόν να επισκεφθώ κανέναν φοβούμενος ότι θα τον «κάψω». Ετσι, περιορίστηκα σε πρώην κρατουμένους, που δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα. Μία από αυτούς ήταν και η Σίλβα Ακρίτα, που μόλις βγήκε από τη φυλακή, έσπευσα να την επισκεφθώ στο σπίτι της στη Φιλοθέη. H συγκίνησή μας ήταν πολύ μεγάλη, όμως πιο μεγάλη χαρά έδειχνε η κορούλα της η Ελενα, που είχε μεγαλώσει και που η έλλειψη της μαμάς της την είχε πληγώσει βαθιά.
H Σίλβα και η Ρένα είχαν γίνει φίλες στην Ασφάλεια. Στη συνέχεια βρέθηκαν στο ίδιο κελί και στη φυλακή. Μου λέει λοιπόν, “αυτή η κοπέλα είναι μεγάλη ποιήτρια. Μόνο που μόλις μας διάβαζε ένα της ποίημα, αμέσως μετά το έσκιζε. Να, χθες έγραψε ένα υπέροχο κείμενο που το έχω στο συρτάρι και που φοβάμαι ότι μόλις επιστρέψει, θα το καταστρέψει… Ξέρεις, επειδή είναι μόνη, μένει προσωρινά μαζί μας…”. Την παρακάλεσα να με αφήσει να το διαβάσω. “Κάνε γρήγορα”, μου λέει η Σίλβα, “γιατί όπου να ‘ναι θα γυρίσει…”.
Ειλικρινά σήμερα δεν θυμάμαι αν εκείνη την ώρα αντέγραψα το ποίημα ή αν το πήρα με το έτσι θέλω μαζί μου. Γιατί με το πρώτο διάβασμα γοητεύτηκα τόσο πολύ, που δεν θα αποχωριζόμουν με τίποτε ένα τέτοια αριστούργημα.
Σε λίγη ώρα οδηγούσα το αυτοκίνητο στη διαδρομή προς Βραχάτι και φαίνεται ότι επειδή είχα ζωντανές τις λέξεις στο μυαλό μου, γινόταν μέσα μου μια μυστική προεργασία. Αλλιώς δεν εξηγείται το ότι μόλις έφτασα στο Βραχάτι κάθησα στο πιάνο και όταν σε λίγο σηκώθηκα, είχα συνθέσει με μια ανάσα την Κατάσταση Πολιορκίας. Ευθύς άρχισα να την τραγουδώ απ’ το πρωί ως το βράδυ μόνος, μόνο και μόνο για να την ακούω εγώ ο ίδιος. Μια απ’ αυτές τις αμέτρητες φορές τη μαγνητοφώνησα, για να τη στείλω στη Σίλβα και στη Ρένα. Και αυτό ακριβώς το αντίγραφο που το είχε φυλάξει η Χατζηδάκη, μου το έδωσε πριν από λίγα χρόνια για να το στείλω στη Γερμανία και να μπει τελικά στο CD αυτό»
(Πηγή: https://mikisguide.gr/mikis-theodorakis-synethesa-me-mia-anasa-tin-katastasi-poliorkia
Στη φωτογραφία η Ρένα Χατζηδάκη, 1959, στην Πλάκα. Από το αφιέρωμα του περιοδικού “Οδός Πανός”, τχ. 128, Απρ.-Ιούνιος 2005.
Η 25 χρονη «Μαρίνα» [«μου ήταν απεχθής» αναφέρει η ίδια στη συνέντευξη της στον Γκιώνη, σχετικά με την επιλογή του ψευδώνυμου, «η ιδέα οτι αποκτούσα φήμη από μια εμπειρία προσωπική. Δεν μου άρεσε, επιπλέον, η ιδέα να κάνω κάτι τέτοιο τη στιγμή που οι άλλοι ήταν ακόμη στις φυλακές»] με την «Κατάσταση Πολιορκίας» καταφέρνει να εκφράσει μοναδικά το κλίμα της εποχής και όπως παρατηρεί και ο Μικρούτσικος «είναι η μοναδική κειμενογράφος επί εποχή δικτατορίας συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων μας ποιητών που ένα ερωτικό σπάραγμα το μετατρέπει αυτόματα και φυσιολογικά σε ντοκουμέντο καταγγελίας της βαρβαρότητας της Χούντας. Δεν υπάρχει προηγούμενο. Ούτε ο Γιάννης Ρίτσος, που τον θεωρώ τον νούμερο ένα ποιητή παγκοσμίως, το κατάφερε.».

Το έργο συνέθεσε ο Θεοδωράκης στα 1968 (το Δεύτερο και Τρίτο Μέρος εξόριστος στο Βραχάτι) και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ένα χρόνο αργότερα στην αίθουσα Roundhouse του Λονδίνου σε ενορχήστρωση του Γιάννη Μαρκόπουλου, με διευθυντή ορχήστρας τον Κύπριο συνθέτη Εύδωρο Δημητρίου, σολίστ την Φαραντούρη και τον Αντώνη Καλογιάννη και σκηνοθετική επίβλεψη του Μίνου Βολονάκη. Με αυτή τη σύνθεση θα ηχογραφηθεί το 1970 και θα κυκλοφορήσει από την Polydor της Γαλλίας.
Αποκτά αμέσως μεγάλη φήμη και μεταδίδεται από τις ελληνόφωνες εκπομπές των ραδιοσταθμών του εξωτερικού μέσω των οποίων φτάνει και στην Ελλάδα. Η «Ντόιτσε Βέλε» μάλιστα για ένα χρονικό διάστημα κάνει την εισαγωγή του έργου μουσικό της σήμα. Η Φαραντούρη παρουσιάζει το έργο σε πολλές πόλεις του εξωτερικού και μαλιστα θυμάται οτι «στην Σουηδία το παρουσιάζαμε σε εκκλησές- ήταν σαν μυσταγωγία». Την περιοδο 1972-73, επίσης, το έργο παρουσιάζεται και στις μπουάτ της εποχής από τον Μικρούτσικο με τραγουδίστρια τη Μαρία Δημητριάδη. Το 1979, η Φιλανδέζα τραγουδίστρια και συνεργάτης του Θεοδωράκη, Arja Saijonmaa, ηχογραφεί το έργο και κυκλοφορεί από τη Scandia και αρκετά χρόνια αργότερα, το 1996, υπό τη διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη και με ενορχήστρωση του Μπάμπη Κανά ηχογραφείται εκ νέου ζωντανά στην αίθουσα Alter Oper της Φρανκφούρτης με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Κώστα Θωμαΐδη.
Η ίδια η Ρένα Χατζηδάκη σε συνέντευξή της στον Μισέλ Φάις (περιοδικό Ήχος και HI-FI, Αύγουστος 1991, τ.χ. 221) είχε πει σχετικά με τη διαχρονικότητα του έργου και τον ήχο του:
«Ίσως αυτό που ηχεί κάπως παράταιρα σήμερα, κάπως παρωχημένο, ειναι η ενορχήστρωση της μελοποιημένης μορφής του, η ερμηνεία που κυκλοφορεί όλα αυτά τα χρόνια. Προσωπικά τουλάχιστον όταν ακούω την αρχική μαγνητοταινία, με τον Μίκη να τραγουδάει το ποίημα παίζοντας πιάνο, ακομπανιάροντας το ποίημα, φαντάζομαι πάντα οτι μπορεί να του δοθεί μια άλλη μορφή, μια άλλη ενορχήστρωση, μια άλλη αντίληψη στην ερμηνεία»
Ι
Καθώς το παιδί, που σημαδεύεται απ’ την πρώτη γνώση της μοναξιάς,
ο καιρός κι η απαντοχή θα κάνουνε συντρίμμια την καρδιά μου
και θα ‘χω χάσει για πάντα τους δρόμους, τους δρόμους μου,
σα θα μ’ αφήσουνε να βγω από δω.
Θα γυρίζω γυρεύοντάς σε παντού,
στα ισοπεδωμένα τοπία,
στα κομματάκια εκείνου του καθρέφτη,
στις σπαταλημένες ματιές,
να βρω ξανά το πρόσωπό σου,την καρδιά μου γυρεύοντας
και θα μιλώ και θα μιλώ τη γλώσσα,
που ήταν κάποτε δική μας,
που ήταν κάποτε το μόνο δικό μας που μας είχε απομείνει
μέσα στους ίσκιους των νεκρών χρωμάτων
των νεκρών εικόνων
όταν οι νύχτες μας ήταν απλά επεισόδια
της μεγάλης νύχτας που άρχισε πριν -πόσον καιρό;
Πώς να μετρήσω τον καιρό εδώ μέσα,
τις σεληνιακές σου διαλείψεις,
τ’ αστρικά σου πηδήματα.
Πώς να μετρήσω την πορεία μου τεθλασμένη,
την απρόβλεπτη τροχιά της απουσίας σου,
μέσα σε τούτο το αμείλικτο διαστημόπλοιο,
μες στην καρδιά της πόλης που ήταν κάποτε δική μου
και τώρα την διαγουμίζουνε τα τανκς;
Εφτάπυλο το χάος,
στεγανό πολιορκημένο μέσα κι έξω από το φόβο με τα χίλια πρόσωπα.
Οι φωνέςτων ανιάτων κοπάζουν κάθε αράδυ στις πεντέμισι.
Οι σειρήνες λεηλατούν κάθε βράδυ τη σιωπή.
Οι κοιμισμένοι κάθε βράδυ ανεξιχνίαστοι νεκροί.
Και πάλι, πάντα πού είναι τα χέρια σου;
Η φωνή σου πού;
Θ’ αντέξουν και απόψε τα τοιχώματα; Ή θα χιμήξει το σκοτάδι;
Πώς να μετρήσω;
Καθώς η πρώτη γνώση της μοναξιάς
που σημαδεύει -έφηβο κιόλας το παιδί
η απουσία σου καρφώθηκε μαχαίρι κατακόρυφο στο χωροχρόνο μου
άνοιξε από παντού ξετρελαμένα στόματα
η ασχήμια, που ενεδρεύει να με κατααροχθίσει,
ο πληγωμένος χρόνος σπαρταράει,
μ’ αφύσικα τινάγματα
η μελλοθάνατη ειμ’ εγώ
Και γύρω μου παντού,
καταμεσίς
κατάστηθα,
στο χάος, στην καρδιά μου,
αιμόσυρτες οι τροχιές
από την αθωότητα στο φόνο,
κι απ’ το φόνο στην τύψη,
στο μοιρολόι κι από κει στον άλλο φόνο.
Να σου τραγουδήσω;
Μα κι η φωνή μου, π’ αγαπούσες, μαχαιρωμένη.
Φύκια των ουρανών μες την αγρύπνια
τα μαλλιά μου, π’ αγαπούσες,
τα χέρια μου πλοκάμια απελπισμένα
κι όπου κι αν ψάξω δε σε βρίσκω πια.
Τετράγωνα κομμάτια σκοταδιού πίσω απ’ τα σίδερα.
Η ρωμιοσύνη προδομένη, προδοσιά μαχαίρι στην καρδιά.
Το πληγωμένο φως μετά τις δέκα,
οι θόρυβοι ανεξήγητοι, οι ανάσες.
Η δίχως νόημα θυσία,
η πολιορκία,
η απουσία
το τσιγάρο του φρουρού.
Και θα μιλώ τούτη τη γλώσσα
«Πώς άλλαξε αυτό το παιδί, θα λένε οι άλλοι,
κοιτώντας με με το μοναδικό μάτι του τουρίστα Κύκλωπα
ζητώντας να τους μιλήσω για ήρωες
κοιμώντας, οι άλλοι, τις δαιδαλικές νύχτες,
που θα ουρλιάζει από παντού η προδοσία,
σκεπάζοντας τα τανκς, τα αεροπλάνα,
το φόβο,
το βήμα του φρουρού,
τις νύχτες χωρίς εσένα
που θα ουρλιάζει η προδοσία από παντού
που θα ουρλιάζουνε τα συντρίμμια της καρδιάς μου,
τα συντρίμμια σαν τα παιδιά της Ζηνοβίας,
απ’ τα πέρατα της γης και της απόγνωσης.
Γιατί και σένα θα σ’ έχω χάσει
στο κινούμενο σκοτάδι
όπως κι εμένα,
όπως και τον αγώνα,
που θα ‘ταν δύσκολος, αλλά ωραίος
κι ήρθε να γίνει σαπισμένο σταφύλι,
Χωρίς εσένα, πώς;
Σαν την πρώτη μοναξιά,
που η γνώση της χαράζει για πάντα το παιδί
το σώμα μου θα διαλυθεί
τα κύτταρά μου ένα προς ένα θ’ αποσυνδεθούν,
πάνω σε τούτο το κρεβάτι του Προκρούστη, τον καιρό,
το σώμα μου ηλιακή κηλίδα, θα εκραγεί,
γράφοντας τ’ όνομά σου σ’ όλους τους ουρανούς,
τα κύτταρά μου,ένα προς ένα θα κινήσουν να μπολιάσουν τους ανθρώπους
με την ηλικία της οδύνης,
με το μαβί καπνό του δειλινού πίσω από τα σίδερα.
Θα στείλω τα όνειρά μου να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους.
Θα στείλω το φόβο να φωλιάσει στις ανύποπτες καρδιές τους,
κι όταν θα ‘ρθει η υπάλληλος για καταμέτρηση
«δραπέτευσε», θα πουν οι άλλοι,
παρεξηγώντας τον θάνατό μου.
Και μόνο εσύ θα ξέρεις
μόνο εσύ θα θυμάσαι τα χέρια μου,
το θολό παράπονο του σκυλιού έξω από τη φυλακή,
τις κραυγές των παιδιών πάνω στην ταράτσα
την απόγνωση του κινέζικου πορτρέτου,
τα ελληνικά αινίγματα
-τι είν’ αυτό που ανεσαίνει με τα πόδια, και το κατεβάζουνε με κουσέρτα –
και μόνο εσύ θα ξέρεις πώς,
πού χάθηκε το κορμί μου,
τι έγιν’η φωνή μου,
τι η αγρύπνια μου,
τι ήχους έχει ο φόβος
κι η απόγνωση τι πρόσωπα.
«Θεέ μου και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;»
Μονάχα εσύ θα ξέρεις
εγώ θα μιλώ τούτη τη γλώσσα.











Όταν φορώντας τον χιτώνα σου,
με τ’όπλο των ονείρων σου
πυροβολούν να σ’απαλλοτριώσουν,
τίμιο θωρείς το κνούτο του βασανιστή,
του δήμιου το σπαθί.
Λ. ΚΑΖΑΣΗς
Η δικτατορία της 21απριλιου 1967 ηταν παιδί αυτών που κυβερνούσαν πριν απο την 21απριλιου 1967, που, ειναι οι ιδιοι που κυβερνησαν και μετα την δικτατορια της 21απριλιου 1967. Παιδι που οι γονεις του το ανέβασαν στην εξουσία με συγκεκριμένη αποστολή ημερομηνίας λήξεως !
Κάποιοι επώνυμοι που διωχθηκαν από την δικτατορία ( κάνοντας μεγαλύτερη και πιο προσοδοφόρα καριέρα μετά ), κατηγορουσαν και κατηγορούν το κακό παιδί ( που βασάνισε, σκότωσε, και έδωσε ανεπιστρεπτί δημόσιο χρήμα στο κεφάλαιο, όπως οι γονείς του ), ενω φιλούσαν και φιλούν τα βρώμικα, αιματοβαμμενα χέρια των γονέων της 21απριλιου 1967, χέρια που έκαψαν, ματωνοντας την Κύπρο το καλοκαίρι του 1974. Αλλά και ο κόσμος εξακολουθεί, να δαιμονοποιει κατώτερους δαίμονες φαιδρους, εκθειαζοντας, στήνοντας αγάλματα, χαρίζοντας δρόμους με το όνομα ανώτερων δαιμόνων μεντορων, μυσταγωγων των κατώτερων δαιμόνων, των φαιδρων.
Ο Κομφούκιος (Ανάλεκτα 8.13) είπε: «Με ειλικρίνεια και πίστη η φιλομάθειά σου· προστάτεψε, ακόμη κι ως τον θάνατο, την Οδό της καλωσύνης. Σε χώρα επικίνδυνη, μην εισέλθεις· σε χώρα ακυβέρνητη, μην εγκατασταθείς. Αν στο βασίλειο επικρατεί η Οδός, αναδείξου· αν στο βασίλειο δεν επικρατεί η Οδός, μείνε στην αφάνεια. Σε χώρα που επικρατεί η Οδός, είναι ντροπή να παραμείνεις φτωχός και άσημος· σε χώρα που δεν επικρατεί η Οδός, είναι ντροπή ν’ απολαμβάνεις τιμές και πλούτη.»
Αλλά πού και πότε επικράτησε η Οδός; Ποτέ και πουθενά. Χωρίς βέβαια αυτή η πραγματικότητα να εξισώνει δημοκρατία και αυταρχισμό ή να παύει από ιδανικό τη δημοκρατία. Η δημοκρατία, έστω και ανύπαρκτη, είναι το φως κύριε Καζάση. Να αναφέρω πρόχειρα, δεν είμαι και ειδικός ούτως ή άλλως, ότι βασικό χαρακτηριστικό της δημοκρατίας είναι η εναλλαγή της εξουσίας. Σήμερα κυβερνάς εσύ, αύριο εγώ.
Ζητώ συγγνώμη, εάν γράφω ανοησίες, διότι συνοψίζοντας τον εσωτερικό μου κόσμο θα έλεγα ότι είμαι ένα γελοίο υποκείμενο, έχω χαμηλό IQ και είμαι και δειλός.
Ζητώ συγγνώμη από όλους για όλα. Συγγνώμη.