Αθάνατη Οφηλία
Νόστιμες σταγόνες θάλασσας
καλούν επιμόνως τα κύματα
να κατέβουν
αλατισμένα στα νέφη παρθενικών διηγήσεων.
Το χταπόδι θα σταθεί, το ψάρι
θα σκεφτεί στη δεξαμενή του,
η ακτή παραμένει
ολόιδια,
ενώ στο πέλαγος, ο άντρας με το μούσι
περιμένει να γυρίσει
ο καιρός, ενώ ο χρόνος μπαίνει στις σπηλιές
σαν μύδι γαντζωμένο με κλωστές στον βυθό
Ύστερα απ’ τις τελευταίες σου στιγμές
ο κόσμος θα ’ναι πιο ζουμερός
–ζωώδης, τυφλός, ποντοπόρος–
κανένας θρήνος για την Οφηλία του κρίνου
από πατέρα, αδερφό, εραστή
λάδι, μέλι, χιόνι
συστημικοί θάνατοι και μια φύση
που συνεχίζει
μέσα σε απόλυτη ζωτικότητα.
Και ξαναμπαίνεις στον χρόνο νιογέννητη.
Οπλισμένη Αφροδίτη
Στέκεις μπροστά στο περιβόλι με τα ρόδα τα κίτρινα
γυμνός από φόβο, δευτερόλεπτα προτού
στις μηχανές, τον κόσμο, τα ταξίδια ορμήσεις –
μα σαν δειλός μαχαιρώνεις τα πόδια σου.
Πού είμαι;
Να μια μυρωδιά.
Η ψυχή σου ήχος.
Ακούω τα μάτια σου.
Θες να βάλεις μια φωνή κι εγώ να έρθω
με τα στιλέτα, τα σκυλιά, τα άτια και τα παγώνια;
Επιστροφή
Τον χρόνο που σε κοίταξα
ξαναθυμίζεις πάλι,
ξανάρχεσαι στους δαίμονες
και τους αναζητάς
με λίγο λάδι στη θύμηση
κι ένα στήθος παλιού Σεπτεμβρίου,
κατακάθεσαι αργά
μέσα στη βλάστηση.
Η φύση μελαγχολεί μαζί μ’ εμένα.









