Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Άννα Σπυράτου, «Υδρόβια πλάσματα» και άλλα ποιήματα

Η ΚΙΜΩΛΙΑ

Στην αποφοίτησή μας, από μια κιμωλία
δώσαν στους αριστούχους· σ’ένα χρυσό κουτί
να ζωγραφίζει πόρτες όποιος τυχόν χρειαστεί,
κι αν τον στριμώξουν άγρια να φεύγει μ’ ευκολία.

Μέσα σε κούφιο δόντι, κυάνιο εφεδρείας…
Tου ενήλικου κρυφτού μας το «φτου ξελευτεριά»
το ανταλλάξαμε: άλλοι με θώκους και λειριά
κάποιοι με χρήμα κι άλλοι με ζώνες ασφαλείας.

Μα οι πιο πολλοί, το δώρο το ρίξαν στο πηγάδι·
μην πέσουνε σε τοίχο και θέλει επιλογή!
–Ρίζα η απόφαση είναι· το κόστος παρακλάδι–
Κι η άλλη μεριά του, τάχα τι κρύβει αν κάποιος βγει;

Ο φόβος. Ο πολέμιος του «αλλιώς» του «παραπέρα».
Ρηχές αναπνοούλες για οικονομία αέρα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Πέτρος Ρωμανός, Δύο ποιήματα

In vino veritas

Άλλο ένα βράδυ
μόνος στο μπαρ.

Πίνω χωρίς να ξέρω
τι αναζητώ.

Ίσως απλά να θέλω
να μεθύσω.

Ξέρεις,
ένα λατινικό ρητό,
λέει πως
στο αλκοόλ βρίσκεται
η αλήθεια.

Ίσως αυτή αναζητώ,
την δικιά μου αλήθεια.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δημήτρης Ράικος, Ποιήματα

Στις 31 του μηνός

Στις 31 του μηνός θα βρέξει αστέρια ο ουρανός
και ‘γω κουράγιο δε θα ‘χω
ούτε το τηλέφωνο να βαστάξω
για ν’ ακούσω τους λαμπρούς ήχους του ενθουσιασμού σου.

Στις 31 του μηνός θα μου ‘χουν περισσέψει κάτι ψιλά
ίσα-ίσα να βγάλω εισιτήριο για το φεγγάρι·
εκεί όπου κάτι τύποι σαν και ‘μένα
άκουσα ότι θεραπεύονται απ’ την ακατάσχετη ψυχορραγία.

Στις 31 του μηνός θα ‘ναι γαλάζιος ο ουρανός
και ‘γω θα βγάλω στην ξέγνοιαστη εξοχή το ζώο που
κουβαλώ μέσα μου.
Θα κατουρήσω παντού, θα κυλιστώ, θα λιαστώ,
θα γλείψω τ’ αχαμνά μου,
θα δείξω ευγνωμοσύνη χαρωπά κουνώντας την ουρά μου·
θα δείξω και τα δόντια μου
σ’ όποιο σύννεφο τολμήσει να σκεπάσει το γαλάζιο τ’ ουρανού,
σ’ όποια φυλλωσιά εμποδίσει τις αχτίδες του ήλιου
να βυθιστούν στα μάτια μου.

Στις 31 του μηνός θα μου ‘χουν μπει ψύλλοι στ’ αυτιά
που υποψίες θα μου ψιθυρίσουν
ότι κάπου η θάλασσα κι ο έρωτας στερεύουν,
κάπου το άγριο χορτάρι σε φασκιώνει σα μωρό,
κάπου ο αέρας διεισδύει απ’ τις χαραμάδες του ραγισμένου εαυτού
και σε χαϊδεύει σε σημεία δυσπρόσιτα και σπάνια·
ότι κάπου ο ήλιος σε κοιμίζει, σε καίει και σε εξαϋλώνει·
ότι κάπου μια αρρώστια πλανιέται
θερίζοντας ό,τι φοβάσαι ν’ αποτελειώσεις.
Στις 31 του μηνός θα ‘ρθει ο καιρός να οργώσω το σύμπαν
μ’ εκείνο το αλέτρι που βρήκα στην άθικτη αποθήκη του προπάππου μου
και να σπείρω παντού τα δώρα του Θεσσαλικού κάμπου.
Θα ‘ρθει ο καιρός να πω και ‘γω ιστορίες κάτω απ’ την κερασιά,
καθισμένος πάνω σε μια μπάλα από άχυρο,
μ’ έναν ελαφρύ ιδρώτα να κυλάει στο πρόσωπο σα μοσχοβολιστό ρετσίνι,
με τους μεγάλους να κρέμονται απ’ τα χείλη μου
και τα παιδιά σκαρφαλωμένα στα κλαδό-μαλλιά μου.
Θα ‘ρθει ο καιρός να ξεπληρώσω τα επίγεια χρέη μου
στους καθημερινούς μικροδιαβόλους της διπλανής πόρτας
κι ύστερα να περπατήσω στην αστρική οδό της αμνησίας.

Στις 31 του μηνός θα σε περιμένω με ανυπομονησία
να κάνουμε τον γνωστό αμίλητο περίπατό μας
κι ύστερα ξανά να χωριστούμε δίχως επιστροφή.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Άκης Παρώδης, Ποιήματα

Μαγγανίτης

*αφιερωμένο σε όλους τους φίλους Ικαριώτες

Άμμος,
ψίθυρος πρώτα, ύστερα βράχος,
γεμάτος μικρή θάλασσα, τυφλός μεγάλο ήλιο,
τροφή, απόσταγμα το μαύρο κύμα,
έδωσε λόγο στα πεφταστέρια να ακτινοβολεί τα χαμόγελα τους τη μέρα,
με την ανατολή να παραμορφώνει το φόβο,
απλώνει ανταύγειες τον ασβέστη στα σπίτια,
σκιές, λιώνουν τα πανιά στον ορίζοντα,
στο βυθό ένα κόκκινο υποβρύχιο-μαγνήτης μαζεύει μόνο τα σκεβρωμένα κλειδιά,
στην επιφάνεια χάχανα, μουστάκια το γάλα,
παιδικά δάκτυλα στο πλαστικό τραπεζομάντηλο,
οι ηλίανθοι ρίχνουν τους καρπούς τους στο τσιμέντο,
λαδόξιδο η νοσταλγία στους τοίχους,
τα δέντρα είναι που μαρτυρούν τον άνεμο,
και το νερό λίγο να ξεδιψάσει τις πλάκες και το χώμα τους,
ζουμπούλια στις γλάστρες κοιτάζουν μισόσβηστο το φεγγαράκι,
δρόμος με τις λάμπες του φωτεινά καπελάκια,
το μπλε βαθύτερο κι ασημένιο,
καλοκαιρινά κορναρίσματα, τα μηχανάκια, μελωδίες στην πλατεία,
δίπλα το σκοτεινό λιμάνι, γαζώνει λευκή κορδέλα τις απουσίες,
η Μαρία βάζει τα σύκα στη φούστα,
τα στάχυα χρυσά με μπριγιαντίνη στα μαλλιά,
η γάτα στην ψάθινη καρέκλα αρχίζει το χορό της κοιλιάς,
ψαροχάλικα οργώνουν τις ανηφόρες,
μυρίζουν οι κασέτες παλιά ρεμπέτικα,
στο τέλος πάντα λίγοι,
όσοι κι αν είμαστε,
και η ζωή ένα γκιταλέλι,
που θα χρειάζεται πάντα κούρδισμα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Βασιλική Πετρούδη, Ποιήματα

Παντού γύρω μου νεκροί
Στρατιές ολόκληρες νεκρών
Ακόμα και παιδιά νεκρά
Ακόμα και νεογέννητα
βγαίνουν στο φως
-ένα φως χλωμό, αδύναμο, χωρίς καμιά ζεστασιά-
γεννιούνται από μήτρες νεκρές
βυζαίνουν στήθη νεκρά
γάλα γεμάτο ύπνο θανατερό
Φοβάμαι
Με τρόμο, με αγωνία
αναζητώ ένα βλέμμα ζωντανό
Φοβάμαι
Ζω ανάμεσα σε νεκρούς
Τα ρουθούνια μου καίει
η βαριά μυρωδιά της πτωμαΐνης
Κουφάρια παρελαύνουν
Μου μιλούν
Με αγγίζουν χέρια νεκρά
Με κοιτούν με μάτια άδεια
Όλοι πέθαναν
Και οι δικοί μου
Και οι φίλοι
Και οι γνωστοί και οι άγνωστοι
Πότε;
Πότε πέθανε ο κόσμος;
Πού ήμουν εγώ όταν πέθαινε ο κόσμος;
Μήπως εγώ σκότωσα τον κόσμο;
Μήπως εγώ βλέπω τον κόσμο
μέσα από τα νεκρά μου μάτια;

Διαβάστε περισσότερα