ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ ΜΟΝΚ
Ο ήρωας ενός έργου, που γελάμε
έχει νευρώσεις πάνω από εκατό.
Κάνουμε πλάκα, το παρατραβάμε,
μα ξέρουμε καλά το μυστικό:
Ντετέκτιβ Μονκ στ’ αλήθεια δεν υπάρχει,
μα τελικά είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.
Αν του κουνήσεις λίγο το τραπέζι,
αν πας την πολυθρόνα παρακεί,
ο Μονκ ισοπεδώνεται, τα παίζει,
παθαίνει άλλη μια κρίση νευρική.
Ντετέκτιβ Μονκ –το ξέρεις- δεν υπάρχει:
στο βάθος είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.
Αν κάτι που ’ναι βρώμικο ακουμπήσει
κι αν σκουριασμένο δει ένα καρφί,
ο δυστυχής! πάει να λιποθυμήσει,
απ’ τα μικρόβια για να προστατευτεί.
Ντετέκτιβ Μονκ –στο είπα- δεν υπάρχει.
Εν τέλει είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.
Άμα του πεις να πιείτε καφεδάκι
– χειρότερα: τον πας για φαγητό –
την κρίση να προσμένεις σε λιγάκι:
θα τρέμει μήπως πιει κάτι κακό.
Ντετέκτιβ Μονκ ωστόσο δεν υπάρχει:
το ξέρεις, είσ΄ εσύ, κι είμαι κι εγώ.
Άμα τον πας σε κάποια παραλία
ή σ’ ένα ραντεβού στην εξοχή,
θα δεις, τον κυριεύει η αγωνία,
μια μέλισσα, μια κάμπια μόλις δει.
Ντετέκτιβ Μονκ σαφώς και δεν υπάρχει:
στ’ αλήθεια είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.
Αν θέλεις να τον πας σ’ ένα παζάρι,
πολύχρωμη ή πολύβουη αγορά,
τα νεύρα του θαρρείς παίζεις στο ζάρι,
όπως κι όταν βρεθεί σε μιαν ουρά.
Ντετέκτιβ Μονκ (ποιός είπε; ) δεν υπάρχει:
μας το ’παν, είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.
Άμα σου πουν: ο Μονκ, της φαντασίας
ήρωας είναι, παίζει σε σειρά,
θα ’ρθει η δική σου η στιγμή αγωνίας
για όσα κι εσύ τραβάς κάθε φορά.
Ντετέκτιβ Μονκ στις πόλεις μας υπάρχει
– κι ως νεύρωση τσακίζει τον αστό.
Διαβάστε περισσότερα