ΑΣ ΜΗ ΛΕΜΕ…
Για την αγάπη, φωναχτά, ας μη λέμε.
Ας μην την κράζουμε απ’ τα παραθύρια
γιατί την παίρνει μακριά το αγέρι
και μένει μόνο αντίλαλος εντός μας.
Ας την κρατάμε μαλακά στη χούφτα
όπως σκαλίζουνε τ’ αυγά οι Κινέζοι
σαν να ’ταν η στερνή γουλιά του κόσμου.
Αγάπη. Κουρτινάκι του σφαγείου
και της τρικλοποδιάς λευκό σοσόνι.
Αγάπη. Χρυσοκεντημένο ρούχο
στους άθλιους ώμους της βολής, του φόβου.
Αγάπη. Βελουδένιο τσαγαλάκι
του πικραμύγδαλου, του κυανίου.
Μα ας μη σε λέω φωναχτά˙ ας σωπάσω.
Μέσα μου μείνε, σαν βοή στο αίμα
σαν κάλεσμα του σύννεφου, του ήλιου,
σαν ζέστη, σαν πηγή, σαν δικαιοσύνη.
Για την αγάπη, φωναχτά, ας μη λέμε…
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Θέλω να γίνω ηθοποιός, ν’ αλλάζω ρούχα˙
στο βεστιάριο να χαθεί η ταυτότητά μου
όπως στο κύμα τα πατήματα της άμμου.
Στη μεταμφίεση θ’ ανακλώνται “εύγε” και γιούχα.
Το φιλοθέαμον κοινό, θα ξέρει ήδη
πως όταν κλαίω, όταν βρίζω ασυστόλως
ή όταν χαχανίζω, μ’ αναγκάζει ο ρόλος
κι όταν σκοντάφτω, το ξεκάρφωτο σανίδι.
Την υποκριτική μου τέχνη θα βελτιώνω
ώρα την ώρα˙ σύντομα θα γίνω φίρμα!
Δεν θα ξεντύνομαι τον ρόλο παρά μόνο
για να ξερνάω, ή για να πλένομαι με σύρμα.
Κι όταν υποκλιθώ – σε θέση ο αυχένας κιόλας-
θα πέσει η αυλαία μου, λεπίδι καρμανιόλας.
ΠΡΟΣΡΟΦΗΣΗ
Κακή σπορά από μικρούς κρατήρες
είναι το δέρμα μου˙ και στον πυθμένα
του καθενός, καλώδια γυμνωμένα
έρπουν ακονισμένοι αισθητήρες.
Σελήνης δέρμα, ευαίσθητο -ανιχνεύω
όλο εγκολπώσεις- προσροφά τις στάλες
εκείνες τις στυφές και τις μεγάλες
-δικά σου εγχύματα- που απομαστεύω
μες απ’ τις λέξεις που έκρυψες ή που είπες.
Κάθε σταγόνα αχόρταγα ρουφάνε
χαίνουσες, στόματα ανοιχτά, οι τρύπες.
Στέλνουν κακούς χυμούς που απ’ το αίμα πάνε
ίσια στα σπλάχνα μου˙ δίνω όσο όσο
να βρω αδρανή υλικά να τις μπαζώσω.
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2025
Χριστέ, λιγνό χαμομηλάκι η γέννησή Σου
ανάμεσα στις πλάκες του πεζοδρομίου.
Λεπτή οσμή επαγγελθέντος Παραδείσου
ανάκατη με μυρωδιές χλωροφορμίου.
Όπως η λίμνη, ήσυχος καθρέφτης που όμως
την πόλη αναποδογυρίζει, φεγγοβόλο
νερό τα μάτια Σου˙ ανατρέπεται ο κόσμος
που ξέρω όταν Σε κοιτώ ψηλά στον θόλο.
Όμως στ’ αλήθεια τι μπορώ να περιμένω;
Κι αφού ξεχάσαν οι Πατέρες να μας πούνε
κι ούτε το βρήκα αναζητώντας στα Γραμμένα
Χριστέ, της Γνώσεως το Φως, πες μου κι εμένα:
Μια μέρα Γέννησης, μια Ανάστασης αρκούνε
να ισοφαρίσουν έναν βίο εσταυρωμένο;









