Peter Paul Rubens & Frans Snyders, «Μέδουσα»  (1618)

Κάθε που ξημερώνει

όλο και πιο κοντά

φτάνεις στον θάνατο.

Γνωρίζεις το κοινό

των θνητών το μυστικό.

Στο κοινώνησαν οι Μοίρες

στην κούνια επάνω

με της μάνας σου το νανούρισμα.

Τον στερνό διαβαίνεις

της σάρκας τον δρόμο.

Σε ανθισμένες κι αν ξαποστάσεις

το κορμί βουκαμβίλιες,

στων ερώτων κι αν αφεθείς τα λόγια

– τι τρυφεροί αλήθεια των ερώτων οι στεναγμοί-

και γαλάζιες αν σκεπάσουν

το καψωμένο κορμί θάλασσες

μόνο στη γη θα μερέψεις.

Χαράματα, της γέννας οι σπασμοί

Στο σούρουπο ο τελευταίος ανασαμός.

 

Μα μέτρα τα τόσα που χόρτασες λιογέρματα.

Τις τόσες του πρωινού τις χαραυγές.

Τα χέρια, οι ιδρωμένες της σάρκας παλάμες,

Θυμήσου πώς έψαχναν την ηδονή

σε ξένα σώματα.

Τα χείλια τα υγρά στη ζέστα του καλοκαιριού,

πώς διψούσαν για του αλλουνού το στόμα.

Στην άκρη της στράτας

θα φτάσεις γυρτός,

σκυμμένος και φτενός.

Μη, όμως, γυρίσεις πίσω το κεφάλι.

Όμορφη η ζωή, ίδια Μέδουσα,

πετρώνει όσους δεν την ξεχνάνε.