ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ ΜΟΝΚ
Ο ήρωας ενός έργου, που γελάμε
έχει νευρώσεις πάνω από εκατό.
Κάνουμε πλάκα, το παρατραβάμε,
μα ξέρουμε καλά το μυστικό:
Ντετέκτιβ Μονκ στ’ αλήθεια δεν υπάρχει,
μα τελικά είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.
Αν του κουνήσεις λίγο το τραπέζι,
αν πας την πολυθρόνα παρακεί,
ο Μονκ ισοπεδώνεται, τα παίζει,
παθαίνει άλλη μια κρίση νευρική.
Ντετέκτιβ Μονκ –το ξέρεις- δεν υπάρχει:
στο βάθος είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.
Αν κάτι που ’ναι βρώμικο ακουμπήσει
κι αν σκουριασμένο δει ένα καρφί,
ο δυστυχής! πάει να λιποθυμήσει,
απ’ τα μικρόβια για να προστατευτεί.
Ντετέκτιβ Μονκ –στο είπα- δεν υπάρχει.
Εν τέλει είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.
Άμα του πεις να πιείτε καφεδάκι
– χειρότερα: τον πας για φαγητό –
την κρίση να προσμένεις σε λιγάκι:
θα τρέμει μήπως πιει κάτι κακό.
Ντετέκτιβ Μονκ ωστόσο δεν υπάρχει:
το ξέρεις, είσ΄ εσύ, κι είμαι κι εγώ.
Άμα τον πας σε κάποια παραλία
ή σ’ ένα ραντεβού στην εξοχή,
θα δεις, τον κυριεύει η αγωνία,
μια μέλισσα, μια κάμπια μόλις δει.
Ντετέκτιβ Μονκ σαφώς και δεν υπάρχει:
στ’ αλήθεια είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.
Αν θέλεις να τον πας σ’ ένα παζάρι,
πολύχρωμη ή πολύβουη αγορά,
τα νεύρα του θαρρείς παίζεις στο ζάρι,
όπως κι όταν βρεθεί σε μιαν ουρά.
Ντετέκτιβ Μονκ (ποιός είπε; ) δεν υπάρχει:
μας το ’παν, είσ’ εσύ, κι είμαι κι εγώ.
Άμα σου πουν: ο Μονκ, της φαντασίας
ήρωας είναι, παίζει σε σειρά,
θα ’ρθει η δική σου η στιγμή αγωνίας
για όσα κι εσύ τραβάς κάθε φορά.
Ντετέκτιβ Μονκ στις πόλεις μας υπάρχει
– κι ως νεύρωση τσακίζει τον αστό.
***
ΣΤΑΤΛΕΡ ΚΑΙ ΓΟΥΟΛΝΤΟΡΦ
Έχω δυο φίλους που πολύ έχω αγαπήσει.
Όμως αρέσκονται να είν’ στα θεωρεία –
κι αφ’ υψηλού κοιτάζουν κάτω στην πλατεία,
κι οι δυο γκρινιάζοντας, το έργο πριν ν’ αρχίσει.
Τα ονόματά τους ξεχαστήκαν. Ποιος τα ξέρει;
Του Μάπετ Σώου τους θυμίζουνε οι γέροι.
Φαρμακερές έχουν ατάκες ξεστομίσει –
αλλά πανέξυπνες, με τόλμη, παρρησία.
Μ’ αλλοίμονο αν ξεφύγει λίγο απ’ την ευθεία
του προβολέα η λάμψη, αν κάπως τους φωτίσει.
Τα ονόματά τους ξεχαστήκαν. Ποιος τα ξέρει;
Του Μάπετ Σώου τους θυμίζουνε οι γέροι.
Τα λόγια τους μπερδεύουνε, δεν έχουν συνηθίσει
επί σκηνής να παίζεται δική τους ιστορία –
και μέσα τους εκτρέπεται σε δράμα η κωμωδία,
ίσα να φύγει η προσοχή, να μην ξαναγυρίσει.
Τα ονόματά τους ξεχαστήκαν. Ποιος τα ξέρει;
Του Μάπετ Σώου τους θυμίζουνε οι γέροι.
Οι δύο φίλοι μου, συχνά μ’ έχουν μισήσει –
όταν επάνω τους εστιάσω προβολέα
με κυνηγούνε, να μου ρίξουν την αυλαία
και κριτικάρουν την ανθρώπινή μου φύση.
Τα ονόματά τους ξεχαστήκαν. Ποιος τα ξέρει;
Του Μάπετ Σώου τους θυμίζουνε οι γέροι.
Οι φίλοι μου δεν ζουν στη Νέα Υόρκη –
κι όπως το έργο θα τελειώσει και τα πάθη,
“γιατί ερχόμαστε; ” κανένας δεν θα μάθει.
Μα της φιλίας ιεροί για μένα οι όρκοι.
*Σημείωση: Οι δύο γέροι Στάτλερ και Γουόλντορφ του θεωρείου του Μάπετ Σώου έχουν πάρει τα ονόματά τους από δύο παλαιά ξενοδοχεία της Νέας Υόρκης.
***
ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Στο σπίτι μου σιγά σιγά μαζεύομαι,
μονότονο μου φαίνεται το έξω.
Έκοψα το τσιγάρο, το ποτό.
Σε πρόγραμμα καινούριο συστρατεύομαι,
σκέφτομαι πλέον τι να μαγειρέψω
και να φωνάξω ηλεκτρολόγο, υδραυλικό.
Πλυντήριο βάζω και τη σκούπα τακτικά
μα στο σφουγγάρισμα τα παρατάω
και στρώνομαι κι εγώ στην τηλεόραση.
Μου ’ρχονται στο μυαλό τα φεμινιστικά
τους καταλόγους του delivery κοιτάω.
Θυμάμαι της καριέρας μου την κούραση
και λέω: “ως εδώ η νοικοκυρά”.
Αγριοκοιτάω τον άντρα μου και βγαίνω
στο χαλαρό, με φίλη για καφέ.
Παρκάρω τα παιδιά στην πεθερά
και να κουτσομπολεύω δεν χορταίνω.
Δουλειές; Είν’ κι αύριο μέρα βρε αδερφέ.
***
Ο ΧΑΡΤΟΓΙΑΚΑΣ ΚΑΙ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΑΠΑΤΖΗΣ
Ήταν στο κέντρο (πάνε χρόνια τώρα πίσω
κι είναι μες τη μαστούρα μας η θύμιση θολή).
Την έμπνευση κλέβω απ’ τις Μούσες, να ιστορήσω
τις περιπέτειες του μικρού του παπατζή.
Θα ’ταν δεν θα ’τανε στα είκοσι και κάτι
και το παιχνίδι έπαιζε «εδώ κι εκεί παπάς»
και το ψωμάκι του έβγαζε – για ύπνο ένα κρεβάτι -,
και κάτι του περίσσευε να δίνει και σε μας.
Και ήταν του επαγγέλματος – συχνά – τα τυχερά του:
κανά ρολόι σουφρώναμε καλό, ελβετικό,
κανένα πενηντάευρω ο καθείς στα δάχτυλά του
ή ό,τι άλλο αρπάζαμε στου πλήθους τον χαμό.
Τον παπατζή αγαπούσαμε, όλη η συμμορία
γιατί στο πλήθος ήτανε πάντα η καλή δουλειά –
μα μεταξύ μας πάντοτε την ίδια ιστορία
όλο κι αναμασούσαμε τα βράδια στη φωτιά:
…Ήτανε κάποιος κύριος, με ένα κομπολόι
– κοστούμι, χαρτοφύλακα, καπέλο φυσικά,
πολύ μέτρια διάπλαση και μέτριος και στο μπόι
που μες το πλήθος τράβαγε ωστόσο τη ματιά.
Ήταν κάπως αταίριαστος, σαν έξω απ’ τα νερά του
και «φλώρο» τον ελέγαμε κι εμείς «χαρτογιακά».
Δυο τρεις φορές βουτήξαμε τον χαρτοφύλακά του
μα τίποτα δεν βρήκαμε εκεί μέσα, τελικά.
Άκου…Μια μέρα ο παπατζής το νούμερό του
έκανε όπως πάντοτε, κι εμείς από κοντά.
Το πλήθος συνωστίζονταν – ακροατήριό του
και μ’ αγωνία έψαχνε, που είχε τον «παπά».
Και μια φωνή ακούστηκε «φτάνει η αστυνομία»
κι η ταραχή απλώθηκε στο πλήθος που σκορπά.
Μ’ ατάραχο αντικρύσαμε, μέσα στην ευθυμία
τον φλώρο που τον λέγαμε «κύριο χαρτογιακά».
-Τον ξέρουμε; Ποιος είναι; Γιατί μένει;
Γιατί αυτός δεν έχει φοβηθεί
μην τον συλλάβουν; (όλοι τρέχουν τρομαγμένοι
μήπως τυχόν τους πάνε φυλακή).
Μα εκείνος ήρεμος τραβάει από την τσέπη
ένα χαρτί, περίεργα χαλαρός,
«ο νόμος πανθ’ ορά και πάντα βλέπει»
μας λέει… «είμαι αστυνομικός !»
«Και τώρα, το παιχνίδι εγώ θα παίξω –
κι ας έφυγε ο κόσμος (…που θα πας; )
που να ’ναι το χαρτί του θα προβλέψω
και θα το βρω, που βρίσκεται ο παπάς…»









