Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Γιάννης Ζαφείρης, Τέσσερα ποιήματα

`

Ραγισματιές

Σπάει το προσωπό σου,γυναίκα,σε ρυτίδες.
Σα να θέλει,τούτο το γερασμένο σώμα,να ανοίξει αυλάκια
και κρατήρες
να μπορέσει επιτέλους να αναπνεύσει όσα για χρόνια
κράτησες σφαλισμένα μέσα σου,
όσα τα έπνιξες μπροστά στα πόδια της αγάπης.

Έτσι μη νιώθεις πως τα χρόνια είναι κατάρα
κι ανάποδος καιρός για τα καράβια σου.
Είναι η φυσική εξέλιξη όσων φυτεύουν μέσα τους βαθιά
τους πόνους και τη βροχή που αποκτούν
περνώντας από τούτη εδώ τη ζήση.

Μα έρχεται βλέπεις η στιγμή που σκάει το χώμα
και γεννά ακαθόριστες πανέμορφες γραμμές ζωής
και αισθημάτων,
εικόνες του είναι μας,
φυτρωμένες λακιές εμπειρίας.

Δεν είναι κάτι άλλο τα γηρατειά γυναίκα…

Μη τα ντρέπεσαι,μη τα λυπάσαι!

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Ευθύμης Λέντζας, “Επιστολή”

Όταν επιστρέψεις
Θα σπάσω τη φωνή μου
μες στο στόμα σου.
Δεν θα είμαι ο ίδιος.

Όταν επιστρέψεις
θα είμαι πιο πολύ από σένα.
Θα έχω άλλο αίμα,
άλλα κόκαλα θα κουβαλάν
αυτό το ξένο σώμα.

Όταν επιστρέψεις
με άλλα χέρια θα αγκαλιάζω
με άλλα πόδια θα βαδίζω
με άλλα μάτια θα κοιτάζω.

Ξέρεις,
οι εραστές είναι
κανίβαλοι.
Νεκρή θα σε θέλω ακόμα πιο πολύ.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Γιώργος Συμνιανάκης, Έξι ποιήματα

ΑΣΧΗΜΟΣ

Δεν χωράω πουθενά.
Γιατί δεν έχω σχήμα.
Είμαι άσχημος.
Και πώς μ’ αρέσει.

ΕΡΩΤΗΜΑ.

Μέσα σε λάσπες περπατώ.
Κι ύστερα μπαίνω στο σαλόνι.
Τέτοια αντίθεση το χώμα με το πάτωμα.
Η φύση με το ανθρώπινο.
Έννοιες αντίθετες.
Να καθαρίσω.
Τι απ’ τα δύο;
Τις λάσπες απ’ το πάτωμα;
Το πάτωμα απ’ τις λάσπες;
Μάλλον τον ουρανό μου.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ

Ελεύθερα ακούμε.
Ελεύθερα μιλάμε.
Σε τέσσερις τοίχους
Ελεύθεροι.
Ελεύθεροι κοπήκαμε στα δύο.
Ελεύθεροι επιζούμε.
Ελεύθεροι είμαστε σώπα.
Ελεύθεροι είμαστε..
Δεν μας σκότωσαν ακόμη.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Αλέξανδρος Αηδώνης, Τρία Ποιήματα

Μία πεσμένη πινακίδα

Στον Θεοδόση Νικολαΐδη

Ακολούθησα με πλήρη αφοσίωση την σκιά των βημάτων και των σκέψεων του,
χωρίς να εξετάσω την προοπτική μιας εκ νέου συνθήκης
ιστορικού πάντα περιεχόμενου και δικής τους καθώς φάνηκε επιλογής.
Κι άξαφνα, εν μέσω της πολυσύχναστης οδού Νικηφόρου Θεοτόκη 123,
ελάττωσε το βηματισμό του
κι έσκυψε να σηκώσει μία πεσμένη πινακίδα μεσούσης της νυκτός,
σαν τα όνειρα που κάποιοι ανίδεοι άνδρες λεηλάτησαν το ξημέρωμα
και πέταξαν σε λάκκους λεόντων γεμάτους λασπόνερα
που είχαν βρωμίσει αδέσποτα αγριογούρουνα.
Έβοσκαν αμέριμνα στην πλαγιά με τους καταπράσινους λειμώνες
όπου πια δεν τους διεκδικούσαν
ούτε καταπατητές γαιών μα ούτε μαστροποί ποιητές,
με κατάξανθους βοσκούς της Κάτω Σαξωνίας,
που έβρισκαν τον απαραίτητο χρόνο να συναγωνίζονται
στην τοξοβολία και στο πένταθλο και που είχαν ορίσει σαν βραβείο
τον εύμορφο άνδρα της Κέρκυρας,
με το άσπρο πουκάμισο του νʼ ανεμίζει ανοιχτά
στην Αδριατική θάλασσα,
πρόκληση στʼ αδηφάγα βλέμματα τους, λάγνα κι ηδονικά,
όπως όριζαν οι πλατωνικοί νόμοι.
Και που προς το παρόν τον άφηναν παντελώς αδιάφορο να ορίσει,
όπως ό ίδιος σχεδίαζε επί χάρτου,
τον αντίκτυπο των μετεμφυλιακών συρράξεων.
Κι έτσι τόν ακολούθησα, δίχως δισταγμό,ʼ
μέχρι και την ακροτελεύτια σελίδα αυτού του δύσπιστου
κατά τʼ άλλα κόσμου,
κρυμμένος, όχι στις φυλλωσιές μιας ορχιδέας,
αλλά στο πένθος της νυχτιάς και στην σκόνη του τίποτα,
χωρίς συνοδοιπόρους φίλους κι εραστές να κρατηθώ στην ζωή,
βαστούσα πάντα όμως ζωντανή στη μνήμη μου
την αύρα του ιδρώτα του προσώπου του,
προέκταση ίσως των αμφιβολιών μου ή των τυχόν αδήλωτων φόβων μου,
καθώς εκείνος επεξεργαζόταν εκ νέου τις συνέπειες των τριγμών
της Συνθήκης του Κάμπο Φόρμιο,
όπως επίσης και των κραυγών θανάτου της ερεβώδης νύχτας
του Αγίου Βαρθολομαίου.
Παντού θάνατος και προδοσία.
Παντού καταστροφή κι απόγνωση.
Παντού ερήμωση και μοναξιά, είπε,
κι έκλεισε μʼ έναν έκδηλο εκνευρισμό, καθώς σηκώθηκε υψιπετής
και φόρεσε το κατάμαυρο παλτό του,
την σκουριασμένη πόρτα του άδειου από φοιτητές αμφιθέατρου
και προχώρησε μόνος ολότελα μόνος προς το επέκεινα
«αυτού του κόσμου, του μικρού, του μέγα» όπως γράφει ο Ελύτης.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Αλεξία Αθανασίου, “Ο Λόγος”

Ψύχους Πνοές

Πέντ’ έξι Λωτοί
στα κλαδιά ξεχασμένοι
Σπουργίτια ταΐζουν.

Κρύο _ Λεπίδα
και οι Χιονάνθρωποι βλέπουν
τις σκιές τους στ’ Άστρα.

Ελάτων Δάση
σπάργανα της Ομίχλης
το Πρωί φορέσαν.

Διαβάστε περισσότερα