Και πάλι να γυρίζεις
στα χιλιοειπωμένα
και να τα βλέπεις
σαν μικρό παιδί,
ανήξερος ως πάντοτε
στο θαύμα και στον όλεθρο
***
Ψαλμός φτερούγισμα
αναμέλποντας
το τίποτα
το παντοτινό
και η φωνή
κατρακυλάει
μέχρι τον πιο
βαθύ τον ουρανό,
μέχρι το πιο
βαθύ αθράκι
***
Ω μεσημέρια κυριακάτικα
και ω γλυκιά ραστώνη
ο ήλιος
γλυκασμός και χαρμονή και θάλπος
άνοιξη έρχεται
κι ανοίγουμε στο θαύμα
και είμαστε παιδιά που παίζουν
με το χρόνο για παιχνίδι
***
Διαλεκτική της διαχρονίας
Με πόσο φως να ξεπληρώνεται ο θάνατος;
Με τι θάνατο να εξαργυρώνεται τόσο φως;
***
Καρδάκι
Μνήμη H.D.
Στην Αλεξία Αθανασίου και τον Αλέξανδρο Αηδώνη
Πέλαγο δάσος κοιμώμενο,
ίσα για λίγο εξύπνησες
και τα κύματα τα κωνοφόρα σου έφερες
ν’ αρμυρογλύψουν τα καλάμια,
τ’ αντιστύλια αυτής της βλάστησης,
της άγριας, της εκδικητικής τής ερωμένης·
κι απέναντι,
απάνω στα βουνά,
να κάθεται η ομίχλη











Είναι η πρώτη φορά που ένα ποίημα (συν)αφιερώνεται
σ’ εμένα! Ευχαριστώ, και δημόσια, τον καλό μου φίλο Βασίλη Πανδή.
Συγκερασμός νοσταλγίας και υπαρξιακής ανησυχίας,
για να καταλήξεις στην μόνη διαθέσιμη Φύση,την
Aγγίζεις τα πράγματα, περιγράφοντάς τα μʼέναν συνεσταλμένο ερωτισμό,όπου φωλιάζει η αισθαντικότ
Αγγίζεις τα πράγματα, περιγράφοντάς τα μ’έναν συνεσταλμένο ερωτισμό,όπου φωλιάζει η αισθαντικότης σου
Συγκερασμός νοσταλγίας και υπαρξιακής ανησυχίας, για να καταλήξεις στην μόνη διαθέσιμη Φύση,την αυτάρκη
Θα προσπαθήσω, για άλλη μιά φορά, να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου για τα κείμενά σου, λέγοντας:Συγκερασμός νοσταλγίας και υπαρξιακής ανησυχίας, για να καταλήξεις στην μόνη διαθέσιμη φύση, την αυθύπαρκτη και αυτάρκη, με το απλό φαίνεσθαι και τους αμείλικτους υπαινιγμούς, στην φύση με την ανοχή στο θράσος το ανθρώπινο, και την υποβόσκουσα αγανάκτησή της, την καταλυτική. Αγγίζεις τα πράγματα, περιγράφοντάς τα, με έναν συνεσταλμένο ερωτισμό, όπου φωλιάζει η αισθαντικότης σου.
Κι απέναντι,
απάνω στα βουνά,
τις γρίλιες σου ψαύοντας,
τα ξάγναντα μέλπουν.