Με το πρόσωπο στο δρόμο

Μια μέρα του 2018

Στη γωνιά ρίχνει ακόμα η λάμπα αδύναμο φως –
σκιά στο δρόμο, τρέχοντας φτάνει κάποιος
μονάχος: το σπίτι κάηκε μες στη νύχτα –
επιτέλους
ελεύθερος θα γυρνάει:
μυρίζοντας το δρόμο, θα ψάχνει τʼ αδέλφια του
αριστερά δεξιά:
πουθενά στο σπίτι κείνο που ζητούσε: σε κάθε συρτάρι -τʼ άνοιξε
ένα ένα- τα ίδια γυμνά κόκαλα: φιλοσοφία του δικαίου, πολιτική
επιστήμη, ιστορία των θρησκειών: οι πατέρες
δε μένουν πια εδώ∙ μάταια ψάχνει για πατέρα, ο αδέσποτος –
να βγει λοιπόν! καταμεσήμερο
τριποδίζοντας στην πόλη:

«είμʼ εγώ, είμʼ εγώ, δεν είμαι» – με τʼ αυτιά κρεμασμένα
κείνος μόνος, κι άλλοι πολλοί μαζί του, όλο γυρίζουν
κι όλο κάτι τους σκιάζει και ψηλά ξαναγυρίζουν
το βλέμμα: υπάρχουνε μικρές και μεγάλες οθόνες
γυαλί που κόβει
κάθε συνομιλία: ξεστόμισα μια βρισιά κι ο δρόμος αντιγύρισε
ένα γρύλισμα: φρίκη – σήμερα ψάχνουνε για ύποπτους
άλλοι ύποπτοι
ανάμεσα στους ύποπτους: πριν ξημερώσει
μου ʼρθε στο σβέρκο γερή δαγκωνιά: κάποιος άνθρωπος
-πώς να δω καθαρά;- χάθηκε στη γωνιά, τρέχοντας
στα τέσσερα
όμως το αίμα όλη μέρα μυρίζει:
καλύτερα το ʼχω να πηγαίνω τοίχο-τοίχο, νʼ ακούω
από απόσταση -όρθια τʼ αυτιά στον παραμικρό ήχο –
να παρατηρώ: μάτια αδύναμα, πρόσωπο άσπρο
και μαύρο: βλέμμα σκοτεινό, βαθύ, μισο-
άνθρωπο
καλύτερα το ʼχω να μην αγγίζω: το βλέπω
πως τούτη η χρονιά γρουσούζικη θα βγει: κάτι ίσως βρεθεί
να φάω, μα προσοχή στο χέρι – παράμερα πιο σίγουρα

κιόλας βραδιάζει, θολώνει το μάτι, ολόγυρα ψάχνει, μαύρο
κι άσπρο, σκοτεινό και βαθύ, ένα άλλο βλέμμα: μισο-
γλώσσα σπασμένη
κι όμως εκείνο θα πει: «φυλακισμένο κι εγώ,
περιπλανιέμαι στο δρόμο κοιτάω και ζηλεύω όσους πάνε
και στέκουν -ακόμα- στα δυο τους τα πόδια.»

Αθήνα, Μάρτης 2018