`

ΚΑΝΕ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ

Κάνε πιο γρήγορα, θέλω να δω αν άξιζε
τις μέρες που χαράμισα
καμιά τριανταριά τριμμένα πανωφόρια στους αγκώνες
κομμένα εισιτήρια σωρό σαν άδειαζα τις τσέπες
ένα σπίτι με δάνειο κι ένα παιδί μονάχα
κάτι Δεκέμβρηδες με ήλιους
τρεις ολικές εκλείψεις μεσ’ από τηλεσκόπια
στις άδειες παραλίες του Οκτώβρη
τις βόλτες σε προβλήτες βρωμερές
τις νύχτες που ξοδεύτηκα
κυλώντας σε σεντόνια δανεικά
που αγκάλιαζα τα πρωινά για να μυρίζω προδοσίες.

Κάνε πιο γρήγορα, θέλω να δω αν άξιζε
Κάνε πιο γρήγορα, θέλω να δω
στα λιβάδια μ’ ασφόδελους γυμνά μωρά να μπουσουλάνε
κι απ’ το θρόνο του να γνέφει ο Μέγας Προεξάρχων
ουρές, πόδια και χέρια να παλεύουνε στα πύρινα πελάγη
με στόμα ανοιχτό και μάτια κόκκινα να μου γελάει, λάγνος ο κερασφόρος
και ραίνοντάς με με φωτιές, θειάφι να θυμιατίζει
ποτάμια από γάλα και κρασί που μέσα κολυμπάνε
παρθένες φιλήδονες με τα μεγάλα στήθη
και δυό τρία στενά πιο ‘κει, στο πιο βαθύ σκοτάδι
την Περσεφόνή, να της πω ο Μάρτης πως δε θα ‘ρθει.

Τράβα κουπί πιό δυνατά,
Κάνε πιο γρήγορα, θέλω να δω αν άξιζε
τους δυό οβολούς που πήρες απ’ τα μάτια μου.

`

*


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Δάσος που σκοτεινιάζει στις εννιά τα καλοκαίρια
νυχτολούλουδο που κλείνει και σφραγίζει με την πρώτη αυγή
το τραγούδι του κύκνου σε νερά από δάκρυ
λησμονιά κι αμνησία, μην πιείς από ‘κει
αν χαμένη στο δάσος ο δρόμος σε βγάλει
στο ξέφωτο με τ’ ανοιχτά νυχτολούλουδα
στις όχθες των νερών από δάκρυ
με τον κύκνο που επιπλέει και σου στρέφει το βλέμμα
μην πιείς από ʽκεί και ξεχάσεις
κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο που σου ʽδειξε το δρόμο
εμένα.
Δεν είναι το τέλος, μην πιείς μα επέστρεφε,
μελτέμι μια Αυγουστιάτικη βεγγέρα στην πίσω αυλή
νιφάδα από χιόνι μια βραδιά του Γενάρη
πεταλούδα της νύχτας να πεταρίζεις στη λάμπα του δρόμου
μυρωδιά βασιλικού που φύτευες την άνοιξη
χελιδόνι που πέταξες για να ξαναγυρίσεις στις επόμενες ζέστες
μαύρος σταυρός από φλόγα λαμπάδας στο κατώφλι απ’ την περσινή Ανάσταση
αγαπημένο τραγούδι σε αίθουσες αναμονής που περιμένω,
μια προσμονή του αγνώστου που ωστόσο υπάρχει.

`

*

ΑΣΤΥΑΝΑΞ

Ο ποιητής σιγοψυθίριζε για ανοχύρωτες πόλεις
κοινές στρατηγικές και επισφάλεια
την τεταμένη εκείνη επαγρύπνιση τη στιγμή της επίθεσης
και τον ασίγαστο θρήνο τη στιγμή της απώλειας
που η Ανδρομάχη κλαίει τον καρπό της
κι ο χορός του Ευριπίδη
συμπονούσες θρηνούν τα δεινά τους
όταν τα χέρια με βία τον πετάνε.
Και βγάζει φτερά και γίνεται φοίνικας
και μες απ’ τις στάχτες της πόλης που φλέγεται
με μύρο και βότανα εξαγνιστικά
μες το εξαίσιο τραγούδισμά του τυλιγμένος
βάρδος τρανός με γέλιο  μωρού

ο Ήλιος σταματά και κοντοστέκεται ν’ ακούσει
καθυστερώντας για λίγο την αέναη τάξη
αναδύεται νέος, καθαρός, άφθαρτος
ξαναγεννιέται απ’ τα αρχέγονα ύδατα
Και πετάει πάνω απ’ τα τείχη της πόλης που φλέγεται

`

*

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Με το κερί αναμμένο, ενώνει φωτογραφίες σκισμένες
πολύ κοντά σ’ αυτό που θα ‘θελε να είναι
πιο πολύ κι από σένα κι από μένα.
Καταναλωτής της ύπαρξής του,
ακροβάτης μια στην αιώρηση, μια στο ξεχείλισμα.
Καβαλάρης, νικητής του θανάτου
για όσο κρατάνε λίγοι στίχοι,
μικρός θεός, μεταγγιστής παυσίλυπης σταγόνας,
φευγάτος μάγος, ασκητής και χαράκτης,
ερωτεύσιμος μύστης κι ανικανοποίητος εραστής
ορατών κι αοράτων,
σεληνιασμένος δαίμονας, ρέκτης, αποστάτης, δραπέτης
συνένοχος, συνωμότης, συνεργός, συγγενής σου
τρελός κι επικίνδυνος αλλά μη φοβηθείς :
Βάλε το δάχτυλο επί των τύπων των ήλων.