ΚΑΤΑΛΟΙΠΟ ΚΛΩΝΟΥ

Έντομα έγχρωμα με φτερά
περπατούσαν ανάποδα
μπαίναν σε τρύπες πανικόβλητα
μπαίναν σε μαύρους τοίχους ακατάπαυστα.
Άγιοι μαχαιρωμένοι παντού
Έτρεμαν στο κελί τους.
Αυτός ναρκωμένος κοιμόταν μέσα σε φως σκοτωμένο
ναρκωμένος μέσα σε μπάλα φλόγα
πουκαιγε τα χρυσάνθεμα
Έξω λύκοι γεμάτοι μίσος
τσαλαπατούσαν το κεφάλι του.
Αυτός έγερνε προς το αλωνάκι του τάφου του
Άχυρο μεσα σε μελανά όνειρα
Τα μάτια του δάκρυζαν στο σκοτάδι
κλωνάρια πασχαλιάς έγερναν και έλιωναν.

ΑΤΙΤΛΟ

Η καρδιά
οι χτύποι της καρδιάς
να ξεκουραστούν μέσα στο άχυρο.
Κάτω απο το καντηλάκι της σελήνης
μέσα στο σπήλαιο του αγέννητου
μακριά απο το χάνι των πιθήκων.
Μια πηγή να ακούγεται
να στάζει αίμα νυχτερινό
τραγούδι τραυματσμένης αγάπης.
να χτυπάνε ανοιχτά παράθυρα
που μπαινοβγαίνουν δάχτυλα νεκρά
Τα κρύα σεντόνια να κοκκαλώνουν
που διπλώσανε τα παγωμένα
δάχτυλα του νοσοκόμου.
Τα στερνά γεγονότα που
έσπειραν άγριους κρίνους
το τέλος της άνοιξης
με πυροβολισμούς.
Η χρυσόσκονη που ράντιζε
πάνω στο μηδέν και το άπειρο


ΕΣΠΕΡΙΝΟ

Τα δάκτυλα παίζουνλυκόφως.