
Μπουριγκάνγκα
Στις όχθες του Μπουριγκάνγκα μαύρα τα νούφαρα,
Μαύρες και οι σαπουνάδες απʼ το ξέπλυμα των ψυχών,
Μαύρα πουλιά τσιμπολογάνε τʼ απομεινάρια της φτώχειας των ανθρώπων
Κι εκεί ψηλά ένας ήλιος κάρβουνο
Τυλιγμένος μʼ ένα σάρι της ομίχλης.
Στις όχθες του Μπουριγκάνγκα
Είναι αγκυροβολημένα για χρόνια στο ίδιο σημείο
Διαβρωμένα καράβια, φαντάσματα της Δύσης.
Στʼ αμπάρια τώρα συγκατοικούν αρμονικά άνθρωποι και ποντίκια
Και ημίγυμνοι άντρες στις πρύμες ατενίζουν ονειροπόλα
Μέσα σε σφραγισμένα μπουκάλια να επιπλέουν
Τα ταξίδια που δεν έκαναν ποτέ.
Τα παιδιά όταν βουτάνε γυρίζουν με τα βλέφαρά τους γεμάτα σκουριά,
Με τα μαλλιά γεμάτα πεθαμένα χελιδονόψαρα.
Τα παιδιά όταν βουτάνε γυρίζουν με τις χούφτες γεμάτες
Βούρκο απʼ το μέλλον.
Στον βυθό του Μπουριγκάνγκα κείτονται χιλιάδες σκελετοί
Σκαλωσιές λησμονημένων ονομάτων.
Στον βυθό είναι θαμμένες χιλιάδες νεκροκεφαλές
Με τα σαγόνια διάπλατα ανοιχτά
Λες και ξεκαρδίζονται στα γέλια με τους από πάνω,
Με τους αγίους με τις μακριές γενειάδες
Και τα φωτοστέφανα των υδρατμών
Που τραβάνε κουπί με μαρτυρική στωικότητα.
Τραβάνε κουπί
Προς το πέρας
Μέσα απο αχανής ιστούς ποταμών και παραπόταμων
Και εδώ και μια αιωνιότητα πλέουνε αναζητώντας
Το τελευταίο φιλί –
Εκεί που ο Μπουριγκάνγκα μετουσιώνεται σε απέραντη θάλασσα.
Μα ο θρύλος το θέλει
Ο Μπουριγκάνγκα να μην σταματά στη θάλασσα
Παρά μπαίνει σε μια υποθαλάσσια αρτηρία και συνεχίζει
Να περιπλανάται μονάχος του
Πολύ κάτω από τους βυθούς.
Λένε πως όποιος θέλει να διασχίσει το σκοτεινό κανάλι του
Χρειάζεται εφόδιο ακόμα μια αιωνιότητα
Προτού φτάσει στο τέρμα,
Στον κάτω κόσμο
Εκεί όπου η ζητιάνοι έχουν περίσσεια αγαθά
Να δώσουν σε όλους εκείνους που αρνήθηκαν να τους ελεημονήσουν,
Εκεί όπου όλες οι επίγειες παρηγοριές πραγματώνονται.
Διαβάστε περισσότερα