ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ ΚΙ Η ΜΑΓΕΜΕΝΗ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ

Στη Φρόσω

Σηκώθηκε αγουροξυπνημένη
στην υγρασία του φιλιού του.
Τα κύτταρα αναζωογονήθηκαν
δροσίστηκαν στο τρυφερό άγγιγμα
ορθώθηκαν στητά
σφίγγοντας στο σφριγηλό της δέρμα
τη ζωή που ξεπρόβαλε
απʼ τον λήθαργο.

Τότε το βασιλόπουλο
που την έβγαλε απʼ τη νάρκη
λύνοντας τα μάγια
ζήτησε ευγενικά κι ηδονικά
να μάθει τʼ όνομά της.
– Είμαι η πριγκίπισσα Βυζίτσα,
απάντησε αθώα
χωρίς συναίσθηση
του φουντωμένου παθιάρικα
τόπλες είναι της.

[Από την ποιητική συλλογή «Τʼ αναγκαία προς το τ-ζην (ποιητικές γ-ραφές)»]

ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΕΚΘΕΣΕΩΝ

κωπηλατούσε στο κατακερματισμένο λευκό
ανάμεσα στα κομμάτια κόκκινοι δίαυλοι
απειθάρχητης κόπωσης
ρουφήχτρες που του αποσπούν τα κουπιά
συνθλιμμένες αντοχές
στην άναρχη δόμηση της τσιγαρίλας
στην παγωμένη αποδόμηση του καφέ
στη θλιβερή αναδόμηση της μνήμης
και δίνες, μόνο δίνες
να έλκουν τα ναυάγια της ξεκούρασης
στο διασταλμένο κενό της κόρης
των ματιών του

Πάνω στο γραφείο με τη λάμπα αναμμένη
η αϋπνία πυροβόλησε τα βλέφαρα.

[Από την ποιητική συλλογή «Τʼ αναγκαία προς το τ-ζην (ποιητικές γ-ραφές)»]

ΒΙΤΡΙΝΑ

Φαίνεται κάτι θα ʼξερα
που απέφευγα τις διενέξεις.
Προτιμούσα να μην μιλώ καθότι
η σιωπή είναι χρυσός.
Εξορύσσοντας χρυσές σιωπές βεβαιώθηκα
πως η σιωπή είναι μέταλλο. Πολύτιμο.
Εξορύσσοντας χρυσές σιωπές δημιούργησα
τον αμύθητό μου θησαυρό
από γνωριμίες συλλεκτικές.
Κι έμενα ήσυχος.

Γνωριμίες συλλεκτικές. Βιτρίνας.
Κι η σιωπή είναι μέταλλο. Πολύτιμο.
Μείνετε ανήσυχοι.

(Από την ποιητική συλλογή «Λεπρές Ισορροπίες»)

ΙΚΑΡΟΣ

Δύσκολο παιδί.
Ο πατέρας του μακριά
Ίκαρος στο Σχολάρι.
Εκείνο σε μια αχλή ηρωισμού και στέρησης
ξεσπά σε καταπτώσεις και σʼ απογειώσεις
Ή του ύψους ή του βάθους
Άστατο και δαιδαλώδες

Απʼ τις σπάνιες περιπτώσεις
που ο πατέρας είναι Ίκαρος
και ο γιος Δαίδαλος.

(Από την ποιητική συλλογή «Λεπρές Ισορροπίες»)

ΚΑΔΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Ξέρει τα μυστικά της γειτονιάς
λεπτομέρειες φαινομενικά ασήμαντες
που αποκαλύπτουν όμως ποιότητες·
τι και πόσο τρώει ο καθένας
τι εσώρουχα φορά
πόσο λιωμένες είναι οι κάλτσες του
ποια η ερωτική ζωή του.
Και ψυχολογεί. Βαθιά·
πόσο καταδεκτικός είνʼ ο ρακοσυλλέκτης
και πόσο ξιπασμένοι οι άλλοι, οι καθωσπρέπει
που μορφάζουν μʼ αηδία όπως τον πιάνουν.

Όταν τον πλησιάζουνε με καθωσπρέπει αηδία
κλείνει τη μύτη του
για να γλιτώσει από τη μπόχα τους.

(Από την ποιητική συλλογή «Λεπρές Ισορροπίες»)

ΚΕΡΔΩΟΣ ΕΡΜΗΣ

«[…] οι αρχαίοι ναοί της Ελλάδας, της Μεγάλης Ελλάδας, της Ιωνίας, είναι με κάποιον τρόπο σπαρτοί, ριζωμένοι στα τοπία τους. Αφού χαλάστηκαν και ερειπώθηκαν οι “καλύβες” αυτές των αθανάτων, οι άστεγοι θεοί γύρισαν εκεί που άρχισαν, χύθηκαν ξανά έξω στο τοπίο και μας απειλούν με πανικούς φόβους ή και με θέλγητρα, παντού: “Πάντα πλήρη θεών” έλεγε ο Μιλήσιος Θαλής. […]»

Γιώργος Σεφέρης, «Πάντα πλήρη θεών».

Μυστικιστικά σαγηνευτική
η περιδιάβαση σε χώρους
διαχρονικά πανίερους·
Εκεί που ʼταν κτισμένος ο αρχαίος ναός
να ʼναι μετά η εκκλησιά
κατόπιν το τζαμί
ύστερα πάλι η εκκλησιά
σήμερα το χρηματιστήριο
αύριο προποτζίδικο ή καζίνο.

Γεγονός. Οι θεοί τρι¬-
γυρίζουνε πάντα
στον τόπο που τους γέννησε.

(Από την ποιητική συλλογή «Λεπρές Ισορροπίες»)