Μπουριγκάνγκα
Στις όχθες του Μπουριγκάνγκα μαύρα τα νούφαρα,
Μαύρες και οι σαπουνάδες απʼ το ξέπλυμα των ψυχών,
Μαύρα πουλιά τσιμπολογάνε τʼ απομεινάρια της φτώχειας των ανθρώπων
Κι εκεί ψηλά ένας ήλιος κάρβουνο
Τυλιγμένος μʼ ένα σάρι της ομίχλης.
Στις όχθες του Μπουριγκάνγκα
Είναι αγκυροβολημένα για χρόνια στο ίδιο σημείο
Διαβρωμένα καράβια, φαντάσματα της Δύσης.
Στʼ αμπάρια τώρα συγκατοικούν αρμονικά άνθρωποι και ποντίκια
Και ημίγυμνοι άντρες στις πρύμες ατενίζουν ονειροπόλα
Μέσα σε σφραγισμένα μπουκάλια να επιπλέουν
Τα ταξίδια που δεν έκαναν ποτέ.
Τα παιδιά όταν βουτάνε γυρίζουν με τα βλέφαρά τους γεμάτα σκουριά,
Με τα μαλλιά γεμάτα πεθαμένα χελιδονόψαρα.
Τα παιδιά όταν βουτάνε γυρίζουν με τις χούφτες γεμάτες
Βούρκο απʼ το μέλλον.
Στον βυθό του Μπουριγκάνγκα κείτονται χιλιάδες σκελετοί
Σκαλωσιές λησμονημένων ονομάτων.
Στον βυθό είναι θαμμένες χιλιάδες νεκροκεφαλές
Με τα σαγόνια διάπλατα ανοιχτά
Λες και ξεκαρδίζονται στα γέλια με τους από πάνω,
Με τους αγίους με τις μακριές γενειάδες
Και τα φωτοστέφανα των υδρατμών
Που τραβάνε κουπί με μαρτυρική στωικότητα.
Τραβάνε κουπί
Προς το πέρας
Μέσα απο αχανής ιστούς ποταμών και παραπόταμων
Και εδώ και μια αιωνιότητα πλέουνε αναζητώντας
Το τελευταίο φιλί –
Εκεί που ο Μπουριγκάνγκα μετουσιώνεται σε απέραντη θάλασσα.
Μα ο θρύλος το θέλει
Ο Μπουριγκάνγκα να μην σταματά στη θάλασσα
Παρά μπαίνει σε μια υποθαλάσσια αρτηρία και συνεχίζει
Να περιπλανάται μονάχος του
Πολύ κάτω από τους βυθούς.
Λένε πως όποιος θέλει να διασχίσει το σκοτεινό κανάλι του
Χρειάζεται εφόδιο ακόμα μια αιωνιότητα
Προτού φτάσει στο τέρμα,
Στον κάτω κόσμο
Εκεί όπου η ζητιάνοι έχουν περίσσεια αγαθά
Να δώσουν σε όλους εκείνους που αρνήθηκαν να τους ελεημονήσουν,
Εκεί όπου όλες οι επίγειες παρηγοριές πραγματώνονται.
Μωβ
(στον γιο μου)
Όλη αυτή η ομορφιά
Των παχνισμένων φύλλων, της νύχτας και των αγαλμάτων,
Της σιωπής της ερήμου και των λουλουδιών στις ράγες των τρένων,
Όλη αυτή η ομορφιά
Που με υποδουλώνει στο άβατο είδωλό της,
Όλη αυτή η ομορφιά
Δεν είναι επίκτητο χάρισμα του κόσμου.
Χάρισμα του κόσμου είναι τα μάτια σου
Που μέσα τους το πένθιμο μωβ της αιωνιότητας
Βρίσκει την σπαραχτική ομορφιά της αντανάκλασης του.
Της μνήμης
…Και τώρα που έληξε η γιορτή,
Τώρα που έπαψαν οι μουσικές,
Η οχλαγωγία και τα σκουντήματα του πλήθους,
Τώρα που τα πυροτεχνήματα σκορπίστηκαν στη νύχτα,
Τώρα
Πάλι
Μείναμε μόνες
Εγώ
Και η μνήμη μου,
Αυτή η ξένη,
Αυτή η υπερκινητική αμοιβάδα στην παλάμη μου
Που σε κάθε της κίνηση
Διαιρείται,
Πολλαπλασιάζεται,
Αλλάζει χρώματα κι εκφράσεις,
Υφή,
Οσμή
Και σχήμα.
Αλλαξοπιστεί και αυτοαναιρείται.
Ξεγλιστρά μέσα από τα δάχτυλά μου
Και πέφτει επάνω στο πληκτρολόγιο
Κι έτσι όπως σπαρταρά επάνω στα πλήκτρα
Άθελά της
Γράφει ποιήματα
Για πράγματα
Που πιθανόν
Να μην συνέβησαν ποτέ.
Μα δεν έχω άλλη επιλογή
Από το να την πιστέψω.
Η συντροφιά των νεκρών
Κι έπρεπε να φτάσουμε ως εδώ
Για να μάθω πως
Μοναξιά πιο μεγάλη δεν υπάρχει
Από την συντροφιά των νεκρών.
Ράγισαν οι καθρέφτες
Ράγισαν οι καθρέφτες
Και τα είδωλα πήραν τις πρωταρχικές τους όψεις.
Γυμνοί πια στο έλεος του κόσμου
Ότι μας προστάτευε ήταν μια ιδέα
Που σαν πεινασμένος κόρακας
Στράφηκε στο μυαλό που την έθρεφε.
Οι μαρμάρινοι στύλοι της ιστορίας
Γίνανε η αντανάκλαση της ντροπής μας
Και η ζεστή στεγανή μήτρα που μας αποχαύνωνε
Τώρα μας φτύνει σαν ψαροκόκαλα στη χαρτοπετσέτα.
Και η μόνη προίκα όλων των χρόνων μας
Του ομφάλιου λώρου η θηλιά
Στον λαιμό μας καδένα.
Η αμνησία όσων έφυγαν
Απέμεινα πάλι μόνη απόψε
Να θυμάμαι και για τις δυο μας
Τα τζίτζιφα, τα σκάμνα, τα μανταρίνια
Και την νύφη στη λευκή κάμαρα
Που μονάχη προσέμενε
Τον άγνωστο γαμπρό
Να επιστρέψει απʼ τον στρατό.
Ξέφτισε ο χρόνος τις δαντέλες της,
Κιτρίνισαν τα τούλια
Και το στεφάνι της
Το τύλιξαν οι ιστοί των αραχνών,
Μέσα τους βαλσαμώθηκαν
Τόσα έντομα –
Τώρα πια
Ακόμα και οι ίδιες οι αράχνες.
Μʼ αυτή παραμένει ακόμα εκεί πάνω
Στην λευκή κάμαρα
Καθιστή στο σιδερένιο κρεβάτι
Με τις γροθιές σφιγμένες
Να καταπίνει αναφιλητά πενήντα πέντε χρόνων
Που σαν τρομαχτικές νυχτερίδες
Μάχονται να εκτοξευθούν απʼ το στόμα της.
Παραμένει ακόμα εκεί
Άφθαρτη και παρθένα,
Πιο Ωραία,
Πιο αγνή,
Πιο νέα από ποτέ άλλοτε.
Πενήντα πέντε χρόνια περάσανε
Και τα μόνα που άλλαξαν
Είναι
Ότι άλλο πια δεν περιμένει κανέναν
Και πως ο απομείναντας χρυσός της βέρας της
Τώρα λιώνει στο δικό μου δάχτυλο,
Και πως
Τώρα πια
Ούτε κι εσύ θυμάσαι
Το νυφικό
Το κρεβάτι,
Το αραχνιασμένο σου στεφάνι,
Τίποτα.
Λύκε λύκε
Σήμερα το πρωί
Βρήκα ένα λύκο να κοιμάται μες τα σεντόνια μου.
Είχε το χέρι του επάνω στο στήθος μου,
Την μουσούδα του στο αυτί μου
Και εισχωρούσε καυτή η ανάσα του απο τον κρόταφό μου
Μέσα βαθιά στης σκέψης μου την μήτρα.
Άνοιξε τα μάτια του
Και μέσα τους είδα το όνειρο της περασμένης νύχτας
Πως ένας άγγελος μπήκε μέσα μου
Και μου έκανε έρωτα
Και γέμισαν τα σωθικά μου γιασεμιά και κρίνα.
Λύκε, λύκε,
Του ψιθύρισα,
Είσαι εσύ;
Γέλασε και μύρισε η ανάσα του σήψη
Κι ήταν τα μεγάλα δόντια του κόκκινα σαν ροδοπέταλα.
Κάποιος απροσδιόριστος φόβος έκλεισε τα βλέφαρά μου
Κι όταν πάλι άνοιξαν ήταν το κρεβάτι αδειανό
Και τα σεντόνια γεμάτα ρωγμές
Παγωμένες σαν χιόνι.
Κι είχα μια τρύπα στην κοιλιά,
Μα δεν πονούσε καθόλου.
Έμπαινε μέσα της ο αέρας κι ο ήλιος απο το ανοιχτό παράθυρο
Και για λίγο νόμισα πως κυοφορούσα
Το πρωινό βρέφος ετούτης της ημέρας.
Έβαλα το χέρι μου και ψαχούλεψα…
Τίποτα.
Μόνο δυο ξερά πέταλα γιασεμιών κόλλησαν επάνω στα νύχια μου.
Κι έκλαψα όλο το πρωί
Γιατί είχα αποβάλει
Και την τελευταία υπόσχεση που έσπειρε μέσα μου ο κόσμος.
Αυτή η πόλη…
Αυτή η πόλη περιφέρεται μέσα μας μ’ ένα μαχαίρι στο στόμα
Και γλυκοφιλά τις σκέψεις μας, γλυκοφιλά τα όνειρά μας.
Αυτή η πόλη έχει γραμμένα τα ονόματά μας στην άμμο
Και μεθυσμένη τα κατουράει τα βράδια της Παρασκευής.
Αυτή η πόλη μας πετάει μέσα στα θεμέλια του μεγαλείου της
Κι επάνω στο στήθος μας χτίζει ουρανοξύστες και ξενοδοχεία.
Αυτή η πόλη ακουμπάει την κάνη στον κρόταφο
Και χαμογελώντας γλυκά μας λέει πως ελευθερία είναι ο φόβος της σφαίρας.
Αυτή η πόλη σαν αγία κηρύττει την αγάπη και την ελεημοσύνη
Αφού πρώτα κόψει τα χέρια μας για να μην πιαστούν,
Αφού πρώτα ανοίξει τα πορτοφόλια μας και πάρει την ελεημοσύνη που της αναλογεί.
Αυτή η πόλη δεν είδε τον έρωτα και την ηδονή που έπεσαν απο τους ουρανούς
Μόνο το μαστίγιο του θεού και τον λόγο του γραμμένο στυγνά επάνω στην πέτρα.
Κληροδότησε μια υπόσχεση που βρωμάει αποσύνθεση
Κι αν σκάψεις λίγο τους κήπους μας θα δεις
Πως είναι γεμάτοι ψοφίμια.
Αυτή η πόλη έχει ένα αναμμένο κάρβουνο σφηνωμένο μες την παλάμη
Και κάθε πρωί με την καλημέρα μας σφίγγει το χέρι.
Αυτή η πόλη έχει ένα ξυράφι στο βλέμμα
Και ένα κοφτερό δόντι στη θέση της καρδιάς
Και κάτω απο τα διαμαντένια δαχτυλίδια της
Κρύβει σαρκοβόρα σκουλήκια όλη την ξενιτιά.
Ζήτησα συγνώμη παντού, για τα δικά μου κι όλα τα κρίματα του κόσμου.
Θα μείνω εδώ, άγνωστο για πόσο ακόμα,
Μέχρι να μετανοήσω ειλικρινά.











Στην κυριολεξία με δάγκωσε ο λύκος
(Λύκε λύκε ) και άρχισε να τρέχει
χαρά , ευτυχία , απ’ την πληγή
μιας ανάγνωσης !!!
Κυρία Μίαρη είστε “επικίνδυνο” άτομο.
Έχουν μια ειλικρίνεια που σε λυγίζει χωρίς να σε σπάει. Κι αυτό μάλλον καλό είναι.
ΥΓ. Ο Τυρταίος να επικοινωνήσει με mail παρακαλώ.
Χρήστο μου
Εάν θυμάσαι εγώ σου έδωσα το mail μου
ούτως ώστε στέλνοντας μου εσύ την
διεύθυνση σου , να ξεκινήσει η επικοινωνία μας .
Περιμένω.
Μου άρεσαν πολύ τα ποίηματά σας!
Καλη συνέχεια στα γραπτά σας.
Ωραίαιαιος ο λύκος!
NON ATTINENTE
Dottore
In occasione di partenza di domain
ti auguro bon viaggio é arrivederci .
Διάβασα μόνο το Μπουριγκανγκα. Δεν μπορώ να πάω παρακάτω… Υποκλείνομαι.
Χαιρετίζω και απολαμβάνω αυτή την όσμωση οικουμενικότητας και τοπικότητας, την σύμπλευση ψυχο-λογικής και ποιητικής έμπνευσης.
Μολονότι η θλίψη διαβρώνει αρκετά την αισιοδοξία.
“Τα τζίτζιφα, τα σκάμνα, τα μανταρίνια[…]”
Ίσως κατά Μάλτα μεριά;
Καλά ποιητικά ταξίδια, κυρία Ε.Μ. Με τη βοήθειά σας γράφεται η “Ανθολογία Ποιητικής Διασποράς”.