Αυτογνωσία
Ως πότε οι ποιητές θα ξαγρυπνάτε;
Χιλιάδες βράδια κι αν ξοδέψετε
κι άλλες χιλιάδες ξαστεριές
θα έχετε πάντα μέσα σας εκείνο να σας κλαίει:
ποτήρια αδειανά
και δάχτυλα γδαρμένα από στιχάκια αιμοβόρα.
Οι μακρινές στεριές σας πάντα θα χτίζονται στο μύθο
κι οι προσευχές θα στήνουνε καρτέρια για το χθες
κρεμώντας απ’ τους ώμους τους
τις άμορφες φαρέτρες των σωτήρων.
Και τι είμαι εγώ για να μιλώ;
Ένας απρόσωπος κλητήρας των ονείρων.
Ανεπάρκεια
Αν στύβω τα ματόκλαδα κρυφά
είναι γιατί τα σύννεφα δεν έσταξαν αλήθεια.
Ποτέ μας την αλήθεια δεν κρατήσαμε αγκαλιά
μόνο με χτύπους και παλμό
με δίστιχα κι αναλωμένες ρίμες
τη στείλαμε στο δρόμο
με την ευχή
να πέσει ξέστηθη και ηρωικά σε κάποια ξένη μάχη
ειδάλλως να στραφεί
βαστώντας όλα εκείνα που αγνόησαν οι παλιοί.
Παράνοια
Αδημονώ ευθαρσώς για μια παράνοια
αδιαφορώντας για τα λόγια των μεγάλων.
Οι στίχοι που κατοίκησαν το σώμα μας
βαθειά έχουν ραγίσει τους αρμούς
κι αντλούν το αίμα τους από τις ασφράγιστές μας φλέβες.
Έτσι κι εγώ αδημονώ
με των ερώτων το σπαθί ν’ ανοίξω δρόμο
και μια ευχή παντοτινή δοσμένη πρώτη Απρίλη
κομμάτι ολόκληρο
ή ένα ψήγμα απ’ τη δική σου άγρια πτώση
σαν τόπος άγονος από γεννησιμιού
που δεν ευτύχησε ποτέ μια άδικη σκλαβιά.
Τυραννικά αδημονώ
-μ’ ακούς τουλάχιστον εσύ;-
και ξαλαφρώνω με τις ήττες κάποιων νέων
παλάμες αρυτίδωτες σκαλίζουν τα μελλούμενα
κι απ’ το μηδέν γκρεμίζουν τις αλήθειες των αιώνων
λες και ποτέ δεν ίδρωσαν ψυχές
ή συνηθίζουν την αγάπη να νηστεύουν υπογείως.
Αδημονώ λοιπόν
τι κι αν κατέχω ένα βιβλίο με παράνοιες
ξέρω πως αύριο η λιτανεία θα λήξει
κι όλοι θα μπουν στο χώμα τους κοιτώντας τα ρολόγια.
Τσέλο
Θέλω ένα τσέλο να μου παίζει όταν θα φεύγω
κι ένα φεγγάρι που να ξέρει να βαδίζει
κι ακόμα
ένα μαέστρο να τελειώνει ό,τι αρχίζει
για να μου δείξει επιτέλους
λίγα απ’ τα σύνεργα του τέλους
κάτι απ’ αυτά που στη ζωή μου αποφεύγω.
Άβατο
Πιάσε την πέτρα ετούτη
κι ανοίγοντας το χέρι σου με μιας ρίχ’ τη σ’ αυτό το άβατο
που τ’ ονομάζουν θάλασσα.
Κι έπειτα με τη σιωπή να γρατζουνάει τα χείλια
πιάσε το κύμα απ’ τα μαλλιά
και να στραγγίξει έξω τράβα το
μέχρι να βρεις τα ποιήματα που χάλασα
για να σε ψάξω
για να μπορέσω να σε ψάξω μέσα σ’ αυτόν το θάνατο.
Της μνήμης το πιθάρι
Κρυμμένος μες στης μνήμης το πιθάρι
και μουλιασμένος αίμα και κρασί
είδα του χρόνου τ’ άσπαστο λιθάρι
κάποιας ελπίδας το στερνό λυχνάρι
για τους αγώνες που’ μειναν μισοί
κι άφησαν πίσω άδειο το φεγγάρι.
Μες στα υπόγεια ανένηπταν οι μόνοι
άγγελοι κρύβαν χρόνια το σκοπό
βαθειά στο χώμα στήθηκε η αγχόνη
γέροι και νήπια γίναν ίδια σκόνη
τα δέντρα απαρνηθήκαν τον καρπό
και δίχως γέννα τέλειωσαν οι πόνοι.
Φωτιές ανάψαν σ’ όλες τις πλατείες
κήρυξαν άγιους όλους τους νεκρούς
ξέβγαλαν με νερό τις αμαρτίες
ντύθηκαν γανωμένες πανοπλίες
ρίξαν στη λάμα έρωτες κρυφούς
σίδερα και μπετό στις αγωνίες.
Άλλοι μαρμάρωσαν και δεν μετείχαν.
Κλείνεται στο συρτάρι ο καημός;
Χαρτί και πέτρα, στίχοι που απείχαν
των ποιητών την τρέλα που δεν είχαν
μες στα τραγούδια αλλιώτικος λιμός
κομμάτι της ζωής μας δεν κατείχαν.
Κρυμμένος μες στης μνήμης το πιθάρι
ψάχνω τη μέθη που’ χει το νερό
ο χρόνος δεν ορίζεται με χάρη.
Του Αχιλλέα τα χέρια ή του Πάρη
το γιο του ήλιου έθαψαν νεκρό
με την ασπίδα όρθια στο χορτάρι
Το κορίτσι της Άνω Πόλης
Σε γέννησε ο άνεμος στη μήτρα της Σελήνης
κι ανάδοχός σου χρίστηκε του ουρανού η μπόρα
το λάδι μιας γριάς ελιάς σου ορίσανε να δίνεις
όπου οι στάλες της βροχής σφυροκοπούν την ώρα.
Κι εσύ μικρή σαν όνειρο που τρέχει όταν κοιμάμαι
αφήνοντας απόηχους τραυλούς και μαγεμένους
μοιράζεις ξόρκια σ’ όλα αυτά που τρέμω και φοβάμαι
για να μπορέσεις μια βραδιά να βρεις τους νικημένους…
…τους ποιητές που λήστεψαν εχθές την Άνω Πόλη
και ξέραναν τα σύννεφα και ήπιανε την μπόρα
αφήνοντας ως σύμβολο το μαύρο τους το βόλι
πυροβολώντας άξαφνα σ’ ό,τι έχτισες ως τώρα.
Κοιμήσου κόρη του Βοριά, του Φέγγους θυγατέρα
σε ζάλισαν τα όργανα, σε κούρασαν τα βράδια
λίγο κρασί στα μάτια σου και θα τα κάνω πέρα
τα όνειρα που στοίχειωσαν παλιά κρυφά μας χάδια
Ελάχιστο
Σκόνη πότισε
ο παλιός μας καναπές·
τριμμένα πάθη.
Ο Χρήστος Α. Μιχαήλ {to-trapezi.blogspot.com} γεννήθηκε στη Σαλαμίνα, τελείωσε το σχολείο στη Λεμεσό και σπούδασε χρηματοοικονομική και τραπεζική διοικητική στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Σήμερα εργάζεται ως δημοσιογράφος σε μουσικά περιοδικά – έντυπα και διαδικτυακά. Αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο. Δεν είναι ποιητής.
Σχεδιασμός-Εικόνες: Παναγιώτα Τσιμπαλίδη
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
1 Νοεμβρίου 2010
IANOS, Σταδίου 24
Αθήνα, τηλ. 210.3217917
Ομιλητές:
Στέλλα Βλαχογιάννη, δημοσιογράφος, ποιήτρια
Σπύρος Αραβανής, φιλόλογος, δημοσιογράφος, συνεκδότης Ποιείν
Απαγγέλλει ο ηθοποιός Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος
Τραγουδούν η Νατάσσα Μποφίλιου, ο Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης
και η Μαρία Παπαγεωργίου
Στο πιάνο ο συνθέτης Θέμης Καραμουρατίδης
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ
ΧΟΡΗΓΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
www.musicheaven.gr, www.poiein.gr, www.e-tetradio.gr











Τα ποιήματα “Αυτογνωσία”, “Ανεπάρκεια” και “Ελάχιστο” ξεχωρίζουν. Διαμηνύουν ένα προσωπικό στίγμα αξιοπρόσεχτο. Καλοτάξιδο να ‘ναι το βιβλίο. Μου άρεσε επίσης το…Δεν είναι ποιητής.
Στιγμές υψηλής ποιότητας ποίησης
Κύριε Μιχαηλ
Το μόνο που θα μπορούσα να
αναφωνήσω γι’ εσάς …!
ΠΑΝ-ΑΞΙΟΣ
Ποίηση απαλλαγμένη από ωραιοπάθεια και επιθετολατρεία, θρεμμένη και απ’ το κοινωνικό γίγνεσθαι, σεβόμενη των αναγνώστη. Καλοτάξιδο σου εύχομαι.
Πρόσφυγας κι εσείς κύριε Χρήστο Α. Μιχαήλ και προφανώς ζείτε εξόριστος στην Αθήνα; Όπως το αναφέρετε στο βιογραφικό σας: “Δεν είναι ποιητής”.
Η εκφραση δεν είναι ποιητής μου φαίνεται εντελώς γελοία. Σαν το ανέκδοτο που λέει κάτσε να στο βάλω μια φορά κ μετά πες ότι δεν σε πήδηξα. Δηλαδή αν ήσουν ποιητής τι θα έκανες θα έπερνες νόμπελ? για όνομα του θεού μη μας δουλεύετε, αναλάβετε την έκθεσή σας αντρίκια.
Αν ηθελα να απαντησω στο γιατι δεν εχουμε καμια υποχρεωση να καταλαβαινουμε τους ποιητες θα χρησιμοποιουσα το ποιημα Αυτογνωσία.
Και οντως ηθελα να απαντησω αποψε σ’αυτο το ερωτημα και χρησιμοποιησα το ποιημα σας.
Για το λογο αυτό επιλεγω και να αποκτησω το βιβλιο.
Κατα τ’αλλα θα ηθελα να σταθω στο σχολιο του κ. Παπαθανασίου και να συμφωνήσω εν τελει, γιατι και ‘γω πιστευω πως απαξ και βαζεις φρασεις τη μια κατω απο την αλλη κατ’εξακολουθησιν και μαλιστα επιλεγεις να τα δημοσιευσεις ή ακομα περισσοτερο να τα εκδοσεις, δηλαδη να τα εκθεσεις, εισαι ποιητης. Στο κατω κατω δεν υπαρχει καμιά σχολή που βγαζει ποιητες για να δινει και επαγγελματικα δικαιωματα ή τιτλους. Τωρα το αν ποιεις ποιηση ή μπουρδολογείς εντελως ειναι αλλο θέμα. Ανατρέξτε ξανά στο ποιημα Αυτογνωσία οπου δινεται ξεκάθαρη απαντηση. Δεν εχω κανένα τρομερο επιχειρημα για να το στηριξω αυτό αλλα ουτε με ενδιαφερει αν στο αμεσως επομενο σχολιο καποιος με καταριψει με ενα δοκίμιο για την εννοια του ποιητη ή εστω μια φραση.
Κάποτε ο Μαρξ, κοιτώντας ποιοι μιλούσαν εξ ονόματός του και τι έλεγαν, είχε αναφωνήσει γραπτώς: “Δεν είμαι μαρξιστής!”
Έτσι, φαντάζομαι, και ο κύριος Μιχαήλ. Κοιτώντας ποιοι μιλούν εξ ονόματος της ποίησης και τι λένε, σαν φαφούτες κουτσομπόλες της γειτονιάς και σαν κομπλεξικά παιδάκια που δεν τα παίζουν οι συμμαθητές τους στο σχολείο, αναφωνεί: “Δεν είμαι ποιητής”.
Ας μην είναι ποιητής. Ας είναι ο λυγμός του, τουλάχιστον.
Ακόμα θυμάμαι εκείνο το διήμερο, τρία χρόνια πριν. Παρέα που έδεσε τυχαία, βόλτες με τα κοντομάνικα μέσα στους Δελφούς, μπύρες στο δωμάτιο, πρόβα απαγγελίας..
Σα να κουβαλούσαμε όλοι μας μια κάποια προσμονή, θαρρείς σχεδόν λαχάνιασμα.
Καλοτάξιδο σου εύχομαι από καρδιάς 🙂
“Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο”
Τα συμπεράσματα βγήκαν.
Σας ευχαριστώ πολύ όλους.
ν’ αφήσει ο χρήστος το ‘δεν είναι ποιητής’ ήσυχο.
να μείνει μόνη της η πρόταση για αυτούς που όντως δεν είναι, κι άλλοτε νομίζουν ότι είναι, κι άλλοτε παραδέχονται ότι δεν είναι.
ο μιχαήλ ξέρει.
κι εγώ όχι μόνο χαίρομαι που διαβάζω τέτοια ποιήματα, μα και τον αγαπώ.
Αγαπητέ Χρήστο
Σου εύχομαι ολόψυχα ο νίκος πατεράκης
να είναι ο τελευταίος που θ’ αγοράσει
το βιβλίο σου και όπως είπε η κ. Στέλλα
Βλαχογιάννη “καλούς αναγνώστες”.
Όσο για την απάντηση @7
Κάποτε κάποιοι καλοθελητές ζύγωσαν
τον Γέρο της δημοκρατίας (όπως τον
αποκαλούν ) και του λένε
–Κύριε πρόεδρε σας κακολογούν
Εκείνος ρωτάει “ποιος”
Του απαντούν ο τάδε
Και εκείνος ανταπαντάει
–Α! Δεν έχει καμία σημασία .
Το “Ελάχιστο” , για μένα ήταν τα πάντα σ’ετούτη τη σελίδα ,και ο απρόσωπος κλητήρας των ονείρων.
Με εκτίμηση