Ο φυγάς
Είμαι το λάθος
που ποτέ δεν θα βρείτε
στα κείμενά σας.
Αυτογνωσία
Πριν ακουμπήσω
μιαν αλήθεια στο χαρτί
φοράω γάντια.
Ο πιανίστας
Αγωνίζομαι
να γυρίσω σελίδα
ολομόναχος.
Σχήμα πρωθύστερο
Έλεγε πάντα
αύριο τα σπουδαία
μα χάθηκε χτες.
Εθνική επέτειος
Γνωστές γραβάτες
άγνωστος στρατιώτης.
Καλά στέφανα.
(ΑΠό το “πατέ
στρούθο
καμήλου”, 41 χαϊκού με τίτλο”, εκδ. Μανδραγόρας, 2008)
ήλιος ραμμένος
στο πέτο της Άνοιξης.
Απεργοσπάστης.
Γεωμετρική πρόοδος
Μετά τη μάχη
θα ‘χουν διπλή μερίδα
οι επιζώντες.
Μετεμψύχωση
Όσο γερνάω
διακρίνω στο γιο μου
τον πατέρα μου
Θεραπευτική αγωγή
Ο ψυχολόγος
υπήρξε σαφέστατος.
Ν’ αφήσω νύχια
Πρωτοχρονιά
Άδικα βάζεις
καινούρια αρώματα.
Γνωριζόμαστε.
(Από το “Γλώσσα Λανθάνουσα”, 45
χαϊκού με τίτλο”, εκδ. Μανδραγόρας 2010)












Πόσο περιεκτικός λόγος, αληθινά ποιητικός..
Χάρη Μελιτά θα ψάξω να σε διαβάσω, με κέρδισες.
Καλή συνέχεια
Χ α ϊ κ ο υ :
Μια ακροβασία σε τεντωμένο στράλιο .
Για τον μυημένο θα ’λεγα εύκολο
για τον μη , επικίνδυνο .
Έχω την αίσθηση πως ο Χάρης
Κατάφερε να περάσει απέναντι
Υ.Γ. Δεν μου άρεσε η τίτλο-φορία .
Είναι κάτι παραπάνω από πλεονασμός .
Αγαπητέ Τυρταίε, μην χάνετε την ευκαιρία να εξετάσετε τι είναι αυτό που σας ενοχλεί στην τιτλοφορία (και να το μοιραστείτε μαζί μας).
Τα με «τρόπο χαϊκού» (για να ήμαστε σωστοί) που γράφονται σε όλο τον κόσμο σήμερα δεν είναι κακό να τιτλοφορούνται αρκεί ο τίτλος να μην τα ρίχνει ποιοτικά.
Η σημερινή ανάρτηση (επιτέλους μετά από τόσο καιρό είδαμε χαϊκού!) είναι ένα παράδειγμα του λάθους της τιτλοδότησης.
Χωρίς τίτλο θα υπονοούσαν πολλά. Με τον τίτλο σε περιορίζουν, σε στριμώχνουν για την ακρίβεια, ακριβώς σε αυτό που είχε στο μυαλό του ο δημιουργός τους. Ειδικά δε στα «ο πιανίστας» και «πρωτοχρονιά» είναι τόσο έντονο που τελικά δε λειτουργεί ως τίτλος αλλά ως τέταρτος στίχος.
Πρόταση. Τυπώστε τα, σβήστε τους τίτλους και διαβάστε τα μετά από λίγο καιρό.
Αγαπητέ μου Παναγιώτη
Πρόλαβε και με κάλυψε ο φίλος μου
ο Γιώργης , αλλά προσθέτω πως ένα
χαϊκου μπορεί από μόνο του
να είναι τίτλος ενός ποιήματος.
Την καλημέρα μου
και στους δυό σας
Αν το χαϊκού είναι μια κλειστή, αυστηρά καθορισμένη φόρμα, η οποία δεν επιτρέπει παραλλαγές ή εμποδίζει η ίδια τους πειραματισμούς και την ενδεχόμενη εξέλιξή της, τότε συμφωνώ ότι τα χαϊκού του κυρίου Μελιτά χρειάζονται διόρθωση. Θα συμφωνήσετε, ωστόσο, ότι η φόρμα από μόνη της δεν έχει τη δυναμη να επιβάλει τα χαρακτηριστικά της και να εμποδίσει την εξέλιξή της. Απέναντι σε ποιον, λοιπόν, θα πρέπει να λογοδοτήσει ο κύριος Μελιτάς για τα ατοπήματά του;
Φιλτατε κ. Ρεούση
Αν είχατε την καλοσύνη , την ερμηνεία του χάι
μιά (κε) το κάι το καταλαβαίνω απόλυτα .
Όπως είναι γνωστό σε όποιον ασχολείται έστω και λίγο με τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, ο Μελιτάς δε γράφει χάι κου (χάι κάι εννοώ, βέβαια, αλλά ας μην κολλήσουμε σε αυτό) αλλά χάι κου με τίτλο, αποκλειστικά.
Και σίγουρα ο τίτλος λειτουργεί σαν 4ος στίχος, και μάλιστα ο στίχος που στέκεται απέναντι στους άλλους 3 και προσδιορίζει ολόκληρο το ποίημα. Τα χάι κου του από μόνα τους, χωρίς τον τίτλο, χάνουν το νόημά τους. Το να βγάλεις τον τίτλο είναι τόσο ανόητο όσο να αφαιρέσεις ένα στίχο από το ποίημα – ακόμα πιο ανόητο, μάλιστα, γιατί μιλάμε για τον βασικότερο στίχο.
Ας μην ξεχνάμε ότι τα χάι κάι στην Ιαπωνία δεν ήταν απλά ποιήματα με 5-7-5 λέξεις αλλά είχαν πολλά ακόμη χαρακτηριστικά (αναφέρονταν βασικά στη φύση, ήταν στατικά, σε ενεστώτα χρόνο, κατά προτίμηση χωρίς ρήματα και, βέβαια, ήταν γραμμένα στα γιαπωνέζικα που είναι μια γλώσσα με τελείως διαφορετική φιλοσοφία). Γράφει κανείς κάτι τέτοιο σήμερα; Δεν νομίζω. Ούτε και μπορώ να φανταστώ γιατί κάποιος μπορεί να ασχολείται με τέτοιες καταπιεστικές φόρμες, παρά μόνο σαν ποιητική άσκηση: το ποίημα είναι νοήματα και συναισθήματα, και όλα τα υπόλοιπα περισσεύουν.
Ο Μελιτάς, τουλάχιστο, δεν έμεινε στην παραδοσιακή φόρμα του χάι κου αλλά έφτιαξε αυτό το δικό του – υβριδικό – χάι κου στο οποίο είναι πραγματικά άφθαστος – αν και νομίζω προσωπικά ότι έτσι αυτοπεριορίζεται και στερεί τον εαυτό του από την “ελεύθερη” ποίηση.
Παναγιώτη ειλικρινά δεν καταλαβαίνω την αντίρρησή σου σχετικά με τους τίτλους. Είναι ηλίου φαεινότερον πως ‘περιορίζουν’ τον ορίζοντα των πιθανών ερμηνειών των χαικού και άρα κάνουν ‘κακό’.
Γενικά κινούνται στο γνωστό κλίμα της ‘πικρής καταγγελίας’ και του ‘υπαρξιακού παράπονου’. Μερικά καταφέρνουν τουλάχιστον να διασώσουν μια αρχική έκπληξη κι έτσι να επαναπροσδιορίσουν το νόημά τους.
Γιατί να πιστεύουμε ότι η “φόρμα” είναι ένα είδος καταπίεσης: Εγ’ω θα προτιμούσα τον όρο “μορφοποίηση της έμπνευσης” που με την πέννα ένός αληθινού ποιητή μπορούν να σμιλευτούν άρτιοι αισθητικά στίχοι, όπως από τη σμίλη ένός άξιου γλύπτη σμιλεύονται σπουδαία γλυπτά. ΄Αλλωστε, όπως έλεγε κάποιος σπουδαίος, ” οι θεοί μας χαρίζουν μόνο τον πρώτο στίχο, οι υπόλοιποι θέλουν καιρό και κόπο”. Σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε να δεχτούμε ότι οι ποιητές όλων των περασμένων εποχών δεν άφησαν τίποτα το σπουδαίο γιατί τους περιώριζε τάχα τό μέτρο και η ομοιοκαταληξία, ενώ οι σύγχρονοι είναι σπουδαιότεροι, επειδή γραφουν ελεύθερους στίχους. λησμονώντας σε τί είδους ολισθήματα και πεζολογίες έχει οδηγηθεί η έλεύθερη ποίηση. ακόμα και αυτή που γράφεται από μερικούς, που μάλιστα θεωρούνται ( ή αυτοθεωρούνται)”έγκυροι”.
Επανέρχομαι για να πω , ότι λέω απλά
την άποψη μου , χωρίς αντιπαραθέσεις
περί σωστού ή λάθους .
Παίρνω για παράδειγμα το “Εθνική επέτειος”.
Εάν δεν υπήρχε ο τίτλος , θα συμπλήρωνα
μετά το τέλος της ανάγνωσης α) φανφάρες
β) μέρα χαλάρωσης γ) θέαμα για παιδιά
και πάει λέγοντας .
Παίρνω άλλο παραδ. “ο πιανίστας” .
Τελειώνοντας θα πέρναγε απ’ το μυαλό μου
α) μοναξιά β) εγωισμός γ) εγκατάλειψη
και εδώ πλούτος των εννοιών μακρύς ,
τώρα σε ότι αφορά τους αυστηρούς
κανόνες που μας υπενθυμίζει ο κ. Νικολόπουλος
νομίζω πως , εάν κάποιος θελήσει να υποταχθεί
σε αυτούς , δεν θα έχει ιδιαίτερη δυσκολία
με όπλο στα χέρια του την Ελληνική γλώσσα .
Πράγματι ο τίτλος στα χάικου του Χάρη Μελιτά λειτουργεί ως τέταρτος στίχος. Είναι αυτονόητο, όμως, για όποιον γνωρίζει στοιχειωδώς να ερμηνεύει ποιητικά κείμενα, ότι η προσθήκη αυτή αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο της ποιητικής του έκφρασης. Και τούτο γιατί όχι μόνο δεν αποσκοπεί στο να μας εγκλωβίσει, ηθελημένα ή αθέλητα, σε ένα προκαθορισμένο νοηματικό πλαίσιο, αλλά αντίθετα στοχεύει να προσδώσει μια υποδόρια ειρωνία και μια ανατρεπτική αίσθηση χιούμορ, που λειτουργούν λυτρωτικά για τον αναγνώστη, ακόμα και στις πιο φορτισμένες συγκινησιακά στιγμές του έργου.
ΤΙΤΛΟΣ ΤΙΜΗΣ
Τα σχόλιά σας
ανταύγειες ελπίδας.
Σας ευχαριστώ.
Αγαπητέ κύριε Παπαδόπουλε, και ο Καβάφης ήταν ποιητής περασμένων εποχών αλλά δεν περιορίστηκε από το μέτρο και την ομοιοκαταληξία – και ίσως γι’ αυτό είναι ο σημαντικότερος έλληνας ποιητής.
Το μέτρο και η ομοιοκαταληξία δεν είναι “δώρο θεού”, είναι ένας αυτοπεριορισμός ο οποίος βόλεψε πάρα πολλούς οι οποίοι έγραφαν “άρτιους αισθητικά στίχους” οι οποίοι συχνά δεν είχαν καμία ουσία και κανένα περιεχόμενο.
Από την άλλη δεν μπορώ να αρνηθώ ότι η ρυθμομετρική ποίηση – η στιχουργική όπως θα μπορούσε κανείς να την ονομάσει – είναι μια πολύ υψηλή μορφή τέχνης και πως ο Καββαδίας, για παράδειγμα, είναι ένας από τους κορυφαίους έλληνες ποιητές. Αν κάποιος καταφέρνει να συνδυάσει το μέτρο και την ομοιοκαταληξία με το ουσιαστικό περιεχόμενο και το συναίσθημα τότε είναι διπλά άξιος, απλά συνήθως η ρυθμομετρική ποίηση, στις μέρες μας τουλάχιστο, χρησιμοποιείται κυρίως από μέτριους έως κάκιστους ποιητές.
Δεν καταλαβαίνω όμως την λογική του αυτοπεριορισμού. Εγώ γράφω και χάι κου, όπως γράφω και σοννέτα, και δεκαπεντασύλλαβα, και λίμερικς, και ποιήματα με μέτρο και ρυθμό, και ελεύθερο στίχο, και δίστιχα, και τετράστιχα, και μεγάλα ποιήματα, και τέλος πάντων ποιήματα κάθε μορφής και κάθε λογής. Αν κάποιος επιμένει σε μία συγκεκριμένη φόρμα, μήπως το κάνει επειδή απλά δεν μπορεί να γράψει κάτι άλλο; (Αυτό δεν το λέω για τον Μελιτά, βέβαια, ο οποίος έχει αποδείξει την αξία του σε όλες τις μορφές της ποίησης).
Αγαπητέ Τυρταίε, όλοι την άποψή μας λέμε. Το σωστό και το λάθος είναι προσωπικό θέμα του καθενός. Θα ήθελα να πω μόνο πως δεν καταλαβαίνω γιατί ένα ποίημα 4 στίχων, το οποίο μπορεί να ερμηνευθεί με εκατό διαφορετικούς τρόπους, το βρίσκετε τόσο περιοριστικό σε σχέση με ένα ποίημα 3 στίχων. Δηλαδή ένα μεγάλο ποίημα, δέκα ή είκοσι ας πούμε στίχων, και με τίτλο επί πλέον, πόσο περιοριστικό μπορεί να είναι; Και αν ο 4ος στίχος είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα, γιατί να μην κόψουμε και τον τρίτο και να τα κάνουμε δίστιχα; Ή και μονόστιχα; Αν γράψουμε δυο λέξεις μόνο, πόσα πράγματα μπορούν να περάσουν από το μυαλό μας;
Και θα ήθελα ακόμη να σας πω, ότι πολύ εύκολα μπορεί να υποταχθεί σε κανόνες, με όπλο είτε την ελληνική γλώσσα είτε και οποιαδήποτε άλλη γλώσσα. Είναι μερικοί, όμως, που δεν τους αρέσει να υποτάσσονται.
Γιώργο Πρίμπα και Τυρταίε, σέβομαι τις απόψεις σας και δεν τις κρίνω. Αλλά δεν μπορώ να μην επισημάνω μια ανακολουθία στο σκεπτικό του σχολίου σας. Το ότι τιτλοφορούνται “Χαϊκού με τίτλο” και όχι απλώς “χαϊκού” δεν είναι αρκετό για σας να τα δεχθείτε υπό το πρίσμα μιας νέας προσέγγισης; Θεωρώ κι εγώ, όπως πολλοί, ότι το κονιάκ με πάγο είναι ιεροσυλία, αλλά δεν θα σπεύσω να αρνηθώ ότι ο πάγος επιπλέει μέσα σε κονιάκ.
Κύριε Παπαδόπουλε, οι ποιητές δεν χωρίζονται σε “μοντέρνους ποιητές” και σε “ποιητές όλων των περασμένων εποχών”. Και ό,τι σπουδαίο άφησαν οι ποιητές περασμένων εποχών το κατόρθωσαν με το να μην αναπαράγουν τα πρότυπα των προκατόχων τους.
Αγαπητέ Γιώργο Πατιέ, δεν υπάρχει τίποτε “ηλίου φαεινότερον”. Όμως κι ο ήλιος στραβώνει, όταν τον κοιτάζει κάποιος κατάματα. Αυτό βρίσκω εγώ ‘κακό’ – και πάλι, όμως, αν θέλει να το κάνει, πώς μπορώ να τον εμποδίσω;
Πώς μπορούν να κάνουν ‘κακό’ οι λέξεις; Και σε ποιον, εν προκειμένω;
Καληνύχτα σε όλους όσους κοιμούνται – ή πάνε να κοιμηθούν.
Για τους λάτρεις του είδους προτεινω ανεπιφυλακτα
τη συλλογη του Ριτσου ”3χ111 Τριστιχα”
(δεν εχει τίτλους)
μια γευση:
Τι μυστικα ειπωμένες
καλές μου λέξεις
ανείπωτες.
Αοπλος λαός με τη γενειάδα του σφαγμένου πατριαρχη επλεξε το χοντρο σκοινι
για τις κρεμμαλες των φονιαδων.
Το σχεδον ασπρο
Το σχεδον κίτρινο
Το σχεδόν: ποίημα
Μες στο τριαντάφυλλο
βομβίζει η μέλισσα.
Θα ρθω.
Θα προσπαθήσω να το θέσω
με άλλον τρόπο , μπας και γίνω
κατανοητός , τι θέλω να πω .
Τι είναι πιο όμορφο ,? πιο χαριτωμένο ?
Να φωτογραφίζουμε ένα βρέφος γυμνό
ή με το βρακάκι του ?
Γιατί ούτως ή άλλως , ένα χαϊκού
δεν μπορεί να είναι , τίποτε περισσότερο
από ένα ποιητικό βρέφος πανέξυπνο
αλλά βρέφος !!!
Μανόλη αυτά είναι όπως λέει και ο
Ποιητής τρίστιχα .
Παναγιώτη και κε Νικολόπουλε (η διαφορά στην προσφώνηση λόγω οικειότητας)
Το θέμα δεν είναι αν στο ποίημα δίνεται ή δε δίνεται τίτλος αλλά τι σημαίνει ο τίτλος.
Η άποψή μου είναι πως ο τίτλος σε ένα ποίημα και σε ένα οποιοδήποτε λογοτεχνικό έργο δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα αναγνωριστικό σημείο που τίθεται εκ των υστέρων από το δημιουργό του και μπορεί κάλλιστα να είναι ένας στίχος. Την ταυτότητά του το ποίημα την έχει ή δεν την έχει από μόνο του.
Κελαηδάει η στρουθοκάμηλος;
Μιλάνε τα ψάρια;
Μακάρι να μπορούσα να κάνω
τα «μαγικά» του Χάρη Μελιτά.
Κύριε Νικολόπουλε, μπορεί τις “παλιές φόρμες” να τις χρησιμοποιούν σήμερα κάποιοι και να “βολεύονται”, όπως λέτε, το φταίξιμο αυτό δεν οφείλεται όμως στη χρήση στιχομετρικών συστημάτων, αλλά στην ποιότητα των χρηστών, που τα χρησιμοποιούν, επειδή τα βρίσκουν “βολικά”. Μήπως, άλλωστε, δεν είναι πολλοί περισσότεροι αυτοί, που χρησιμοποιούν τον ελεύθερο στίχο, επιεδή “βολεύονται” περισσότερο με αυτόν.:
Κύριε Παναγιώτη,γιατί νομίζετε ότι όποιος σήμερα “τολμ’ησει” να χρησιμοποιήσει “παλιές φόρμες” ακολουθεί κάποια “πρότυπα”: Όταν ο Σεφέρης γράφει χάι-κου ή ο Καββαδίας τετράστιχα χάνει σε αυθεντικότητα και ακολουθεί πρότυπα:
Κύριε Παπαδόπουλε, επιτρέψτε μου να επαναλαμβάνω τη θέση μου: “Ό,τι σπουδαίο άφησαν οι ποιητές περασμένων εποχών το κατόρθωσαν με το να μην αναπαράγουν τα πρότυπα των προκατόχων τους.” Ασφαλώς όλοι οι ποιητές έχουν δικαίωμα να παίξουν και να πειραματιστούν με όποια φόρμα, παλιά ή καινούργια, τους αρέσει. Εγώ μίλησα για το σπουδαίο και για την εξέλιξη, όχι για το αυτονόητο δικαίωμα καθενός να ασχολείται με ό,τι θέλει και να γράφει όπως θέλει. Έτσι κι αλλιώς, παρθενογένεση δεν υπάρχει. Όλοι από κάπου ξεκινούν – άλλοι μένουν εκεί, άλλοι πάνε πιο πέρα. Σε αυτούς τους τελευταίους χρωστάμε την ποικιλία των φορμών, των ειδών, των τρόπων.
Σας ευχαριστώ που μου δώσατε την ευκαιρία να εξηγήσω καλύτερα τη θέση μου. Εάν εξακολουθείτε να έχετε απορίες, μη διστάσετε να τις διατυπώσετε.
Αγαπητέ κύριε Παπαδόπουλε,
απλή επισήμανση στα Δεκαέξι χαϊκού του Σεφέρη υπάρχει ωστόσο ένα χαϊκού με τίτλο.
Προσωπικά δεν ,με ενδισφέρει αν μια ποιητική κατάθεση έχει ή δεν έχει τίτλο.Με ενδιαφέρει η ποιότητα.΄Αλλο λογοτεχνία και άλλο φιλολογική στενομυαλιά. Η λογοτεχνία δεν δεσμεύεται από κανόνες. Παρασύρεται από της “καρδιάς το πύρωμα”. Οι φιλολογικές εκτιμήσεις απλά σχολιάζουν ex post και εκ του ασφαλούς.
Κύριε Χάρη Μελιτά,
το όνομά σας και το ταλέντο σας
μου έγινε προσφάτως γνωστά
μέσα από έναν διαγωνισμό.
Δράττομαι της ευκαιρίας
για να σας εκφράσω από εδώ
τον θαυμασμό μου,
εφόσον ξέρω ότι θα με διαβάσετε.
“Αίμα στο κύμα,
στέμμα στον ορίζοντα,
ηλιοβασίλεμα.”
(Εκείνη η ψήφος γι’ αυτή σας τη φράση
ήταν δική μου…)
Aγαπητέ κ. Dimitris. A.
Mε συγκινήσατε ιδιαίτερα με τα καλά σας λόγια.
Ένα ευχαριστώ είναι λίγο για τόσο ευγενικά
σχόλια.Επιτρέψτε μου να σας αφιερώσω λοιπον
ένα ανέκδοτο μικρό ποίημά μου από τη συλλογή
μου ΜΑΥΡΗ ΣΟΚΟΛΑΤΑ που θα κυκλοφορήσει
σε λίγες ημέρες από τον ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑ,μια
συλλογή που διακρίθηκε στον διαγωνισμό της
Μ.Κ.Ε. ΤΕΧΝΗ Κιλκίς.
Η ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΕΣΤΩΤΟΣ
Πωλείται χρόνος
πλήρους απαξίωσης.
Κάτω του κόστους.
Κύριε Μελιτά,
τιμή μου και ευχαρίστησή μου!
Παρακολουθώ την συζήτηση για τα Χάι Κου και τον κ. Μελιτά. Μάλιστα έκανα 2 παρεμβάσεις που περιέργως σβήστηκαν και οι δυο. Ίσως από δικό μου λάθος. Επανέρχομαι για να επισημάνω τα εξής. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει κριτική η οποία να προβάλλεται ως η μόνη «νομιμοποιημένη» εκδοχή περί ποιητικής. Οι τίτλοι στην περίπτωση του ποιητή Μελιτά δρουν σχολιογραφικά, εμπλουτίζοντας το νόημα. Εάν αυτό θεωρείται ότι περιορίζει την φαντασία δεν είναι πρόβλημα κάθε τυπωμένης προσπάθειας; Μόνο η λευκή σελίδα έχει το θάρρος (και την έλλειψή του ταυτόχρονα) να μην υπαινίσσεται κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση μέσα στο ευρύ πεδίο της πολυσημίας (μα ακόμη κι αυτή διαφορετικά θα επενδυθεί από τον καθένα και την καθεμιά μας). Γενικότερα θεωρώ ότι ο τίτλος δρα για τον ποιητή ως κρυφός στίχος, (το είχαμε συζητήσει προ μηνών) που εμπλουτίζει και «φωτίζει το ποίημα. Λαμπρό παράδειγμα το παρακάτω:
Αυτογνωσία
Πριν ακουμπήσω
μιαν αλήθεια στο χαρτί
φοράω γάντια
Ο Μελιτάς είναι ποιητής σύγχρονος με υψηλή ααισθητική, αφαιρετικό συμπυκνωμένο λόγο και φιλοσοφική ενόραση.
Θαυμαστής του Χάρη Μελιτά. Έξυπνη η προσθήκη τίτλου. Εμείς που γράφουμε χαϊκού, διαπιστώνουμε συχνά ότι οι 17 συλλαβές είναι περιοριστικές. Με τον τίτλο λοιπόν (ως εφεύρημα) αυξάνουμε τις διαθέσιμες συλλαβές και ό,τι δε χωράει στο ποίημα, μας το δίνει ο τίτλος. Έτσι αυξάνουμε τις δυνατότητές μας. Παράδειγμα στο χαϊκού “Θεραπευτική αγωγή”, αν έλειπε ο τίτλος, το νόημα θα ήταν ασαφές. Η τιτλοφόρηση αποδεικνύει την ευφυία του Χ. Μελιτά, που τηρεί το μέτρο του Χαϊκού 5Χ7Χ5 και με έμμεσο τρόπο προσθέτει συλλαβές (τίτλος). Πέρα από αυτή την τεχνική πρωτοτυπία, το βάθος των νοημάτων του με αφήνει άφωνο. Θαυμαστής σας, κ. Μελιτά.