Ἦταν μιὰ σκοτεινή, ἄναστρη νυχτιά. Εἴχαμε καλμάρει στὸν Βόρειον Εἰρηνικό. Δὲν γνωρίζω τὴν ἀκριβῆ μας θέσι, γιατὶ ὁ ἥλιος ἦταν κρυμμένος κατὰ τὴν πορεία μιᾶς ἐξαντλητικῆς, ξέπνοης ἑβδομάδος, ἀπὸ μιὰν ἀραιὴ ὁμίχλη ποὺ φαινόταν νὰ αἰωρῆται πάνωθέ μας, περίπου στὸ ὕψος τῆς κορυφῆς τῶν καταρτιῶν μας, ὁποὺ στὸ κάθε τόσο χαμήλωνε καὶ σαβάνωνε τὴν γύρω θάλασσα.
Μὲ τὴν νηνεμία, εἴχαμε ἀσφαλίσει τὸ δοιάκι, καὶ ἤμουν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος στὸ κατάστρωμα. Τὸ πλήρωμα, ἀποτελούμενο ἀπὸ δυὸ ἄνδρες κι’ ἕνα ἀγόρι, κοιμοῦταν μπροστὰ στὸ λημέρι του, ἐνῷ ὁ Γουίλ, ὁ φίλος μου, καὶ καπετάνιος τοῦ μικροῦ μας σκάφους, βρισκόταν πρὸς τὴν πρύμνη στὴν κουκέττα του, στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τῆς μικρῆς καμπίνας.
Ξαφνικά, μέσ’ ἀπ’ τὸ γύρω σκοτάδι, ἀκούστηκεν ἕνας χαιρετισμός: «Σκοῦνα, χαῖρε!»
Ἡ φωνὴ ἦταν τόσο ἀπρόσμενη ποὺ δὲν ἔδωσα ἄμεση ἀπάντησι, ἐξ αἰτίας τῆς ἐκπλήξεώς μου.
Ξανακούστηκε· μιὰ φωνὴ παράδοξα λαρυγγώδης καὶ μὴ ἀνθρώπινη, προερχόμενη κάπου ἀπ’ τὴν σκοτεινὴ θάλασσα πέρα πρὸς τὴν ἀριστερή μας πλευρά:
«Σκοῦνα, χαῖρε!»
«Γειά σου!» φώναξα, ἔχοντας συγκεντρώσει κάπως τὴν προσοχή μου. «Τί εἶσαι; Τί ζητᾷς;»
Διαβάστε περισσότερα