Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Astor Piazzola, «Jacinto Chiclana» (Στίχοι: Jorge Luis Borges) [μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας]

Θυμάμαι ήταν στην Μπαλβανέρα
σε μια νύχτα πολύ μακρινή
που ένας έριξε τ’ όνομα
κάποιου Χασίντο Τσικλάνα.
Και κάτι ειπώθηκε επίσης
για μια γωνιά κι ένα μαχαίρι.
Να δούμε, δεν αφήνουν τα χρόνια,
την ταραχή και τη λάμψη.

Ποιος να ξέρει τον λόγο που
τούτο τ’ όνομα συνεχώς με γυρεύει !
Θα μ’ άρεζε να γνώριζα πώς
ήτανε ο άντρας εκείνος.
Ψηλό τον βλέπω και ακέραιο
με την ψυχή μετρημένη •
ικανός να μην υψώνει φωνή
και τη ζωή του να παίζει.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Fernando Pessoa, Τέσσερις ωδές (μτφρ.: Ανδρεας Παγουλατος)

Να θέλεις λίγα: θα τα έχεις όλα.

Τίποτε να μη θέλεις: θα είσαι ελεύθερος.

Ο ίδιος ο έρωτας που νιώθουν

Για μας, μας απαιτεί, μας καταπιέζει.

 

* * *

 

Για να είσαι μεγάλος, να είσαι ακέραιος: Τίποτε

Δικό σου να μην υπερβάλλεις ή να μη διαγράφεις.

Να είσαι όλα σε κάθε πράγμα. Να βάζεις όσα είσαι

Και στο ελάχιστο που κάνεις.

Έτσι σε κάθε λίμνη ολόκληρη η σελήνη

Λάμπει, γιατί ζει ψηλά.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Gabriele D’ Annunzio, «Νυχτερινό», 1916 (απόδοση: Νεοκλής Κυριάκου)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
Απόψε το κρεβάτι ταλαντεύεται και δονείται σαν το διπλό φτερό που απλώνεται ανάμεσα στη θάλασσα και τον ουρανό. Για να πιω τη δύναμη της Αδριατικής ανοίγω το στόμα μου, αλλά δεν μπαίνει φρέσκια γουλιά στο λαιμό μου.
Το ιώδιο κάνει το στόμα μου μέταλλο, το λαιμό μου ατσάλι. Το ατσάλι πυρακτώνεται στο καμίνι του φλεγόμενου ματιού μου και σκληρύνεται στη λίμνη του πηκτού μου αίματος.
Ουρλιάζω και δεν ακούω το κλάμα μου.Το χλωμό πρόσωπο του Alfredo Barbieri είναι στην άκρη του κρεβατιού, όπως στην άκρη του πιλοτηρίου, αλλά χωρίς τη μάσκα και το δερμάτινο κάλυμμα. Η χειρονομία του πιλότου περνάει στο μουδιασμένο χέρι μου, αλλά δεν το κουνά.
Βλέπω το μαύρο γάντι του Oreste Salomone να αποφεύγει το βαρύ σώμα που έχει πέσει πάνω στο τιμόνι που έχει εγκαταλείψει ο Luigi Bàilo για να σταθεί να πυροβολήσει από την πρύμνη στον αντίπαλο κι ενώ περιστρέφεται μπαίνει στο στόχο. Το σώμα πέφτει πίσω στα δεξιά. Το κεφάλι κρέμεται. Το κράνος γεμίζει σαν στρογγυλό φλυτζάνι. Αρχίζει το ράντισμα, όμοιο με τη λάμψη της χόβολης που ξοδεύεται στην έφοδο του ανέμου.Ο Luigi Bàilo επιστρέφει μπροστά μέσα απ΄το διάδρομο ανάμεσα στις δυο δεξαμενές. Δεν έχει πια το όπλο στα χέρια του. Με το χέρι του κρατά ψηλά το κομμένο του μπράτσο..
Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

William Hope Hodgson (1877 – 1918), “H φωνή μέσα στη νύχτα” (μετάφραση: Ευστράτιος Σαρρής)

Ἦταν μιὰ σκοτεινή, ἄναστρη νυχτιά. Εἴχαμε καλμάρει στὸν Βόρειον Εἰρηνικό. Δὲν γνωρίζω τὴν ἀκριβῆ μας θέσι, γιατὶ ὁ ἥλιος ἦταν κρυμμένος κατὰ τὴν πορεία μιᾶς ἐξαντλητικῆς, ξέπνοης ἑβδομάδος, ἀπὸ μιὰν ἀραιὴ ὁμίχλη ποὺ φαινόταν νὰ αἰωρῆται πάνωθέ μας, περίπου στὸ ὕψος τῆς κορυφῆς τῶν καταρτιῶν μας, ὁποὺ στὸ κάθε τόσο χαμήλωνε καὶ σαβάνωνε τὴν γύρω θάλασσα.
Μὲ τὴν νηνεμία, εἴχαμε ἀσφαλίσει τὸ δοιάκι, καὶ ἤμουν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος στὸ κατάστρωμα. Τὸ πλήρωμα, ἀποτελούμενο ἀπὸ δυὸ ἄνδρες κι’ ἕνα ἀγόρι, κοιμοῦταν μπροστὰ στὸ λημέρι του, ἐνῷ ὁ Γουίλ, ὁ φίλος μου, καὶ καπετάνιος τοῦ μικροῦ μας σκάφους, βρισκόταν πρὸς τὴν πρύμνη στὴν κουκέττα του, στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τῆς μικρῆς καμπίνας.
Ξαφνικά, μέσ’ ἀπ’ τὸ γύρω σκοτάδι, ἀκούστηκεν ἕνας χαιρετισμός: «Σκοῦνα, χαῖρε!»
Ἡ φωνὴ ἦταν τόσο ἀπρόσμενη ποὺ δὲν ἔδωσα ἄμεση ἀπάντησι, ἐξ αἰτίας τῆς ἐκπλήξεώς μου.
Ξανακούστηκε· μιὰ φωνὴ παράδοξα λαρυγγώδης καὶ μὴ ἀνθρώπινη, προερχόμενη κάπου ἀπ’ τὴν σκοτεινὴ θάλασσα πέρα πρὸς τὴν ἀριστερή μας πλευρά:
«Σκοῦνα, χαῖρε!»
«Γειά σου!» φώναξα, ἔχοντας συγκεντρώσει κάπως τὴν προσοχή μου. «Τί εἶσαι; Τί ζητᾷς;»

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ernst Blass (1890-1939), Ποιήματα (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)

Καλοκαιρνή νύχτα

«Μεγάλη Άρκτος» λέγεται μπροστά μου ο αστερισμός.
Κι απ’ τους ανθρώπους βλέπω μόνο τις σκιές
και τους ακούω να τερετίζουν τις φλύαρες στροφές,
που υμνούνε το ζευγάρωμα, τις επιφανειακές
κι ότι αυτό είναι ο μόνος σκοπός, ο αληθινός.

Μεσ’ απ’ τις σιωπηλές πνοές ασθμαίνουν οι γάτες σε φαλσέτο.
Μα, ‘κει μπροστά, διογκώνονται τα σύννεφα μνημειωδώς,
αρχέγονα, σαν φάλαινας τοξοκέφαλης κορμός.
Κι άμοιρος ζωγράφος κάθεται, ψηλός και φαλακρός,
το φεγγάρι, μπροστά στ’ απέραντο του καβαλέτο.

Διαβάστε περισσότερα