Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Φωτεινή Βασιλοπούλου, «Πρωσικό μπλε», Οι εκδόσεις των φίλων, 2016 (μετάφραση στα γερμανικά: Κατερίνα Λιάτζουρα / Katharina Liatzoura)

Πλάνης

Την τελευταία φορά που πέθανα

ξέχασαν να με θάψουν

και χρόνια τώρα

ανάμεσα τους τριγυρνώ

Πλάνης

ανάμεσα στους άλλους άταφους νεκρούς

που

ζωντανοί νομίζουν ότι είναι.

 

*

In Irrtum verfallen

Als ich das letzte Mal verstarb

hat man vergessen mich zu beerdigen

und seit Jahren nun

treib ich mich unter ihnen herum

In Irrtum verfallen

unter den anderen unbegrabenenToten

die

sich für Lebendigehalten.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Άδωνις, «Ένας τάφος για τη Νέα Υόρκη / Ποίηση (1949-2008) (μετάφραση: Αγγελική Σιγούρου), εκδ. Πατάκη, 2017

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ (Αποσπάσματα)

 

Πρώτη γέννηση:

Ο Άλι και ο Άλλος Ο Άλι Άχμαντ Σαΐντ Έσμπερ γεννιέται την Πρωτοχρονιά του 1930 στο χωριό Κασαμπίν, στην περιοχή της Λαττάκειας και αρχαίας Λαοδικείας της Συρίας. Λίγα μόλις χιλιόμετρα από τη γενέτειρά του και δύο μόλις χρόνια πριν τη γέννησή του, ανακαλύπτεται το αρχαιότερο αλφάβητο του κόσμου. Πρόκειται για την περιοχή Ουγκαρίτ της Συρίας, πόλη-κράτος της αρχαίας Χαναάν, που οι Έλληνες ονόμαζαν Φοινίκη, χώρα του Κάδμου και της Ευρώπης. Κληρονομιά από τον πατέρα του η καλλιέργεια της γης και η καλλιέργεια της γλώσσας.

Μεγαλώνει απλά και φτωχικά, μακριά από τον πολιτισμό, κοντά στη φύση και στα ζώα, με το φως της φλόγας του καντηλιού. Στα δεκατρία του, παρουσιάζεται μπροστά στον πρόεδρο της δημοκρατίας της Συρίας, που επισκέπτεται το χωριό του, και του αφιερώνει ένα ποίημά του. Ο πρόεδρος, έκπληκτος, τον ρωτά τι θα μπορούσε να του προσφέρει ως ανταμοιβή και ο Άλι του ζητά να πάει στο σχολείο. Έτσι ξεκινά τη φοίτησή του στην Ταρτούς, όπου εγκαθίσταται και επισκέπτεται την οικογένειά του μόνο στις διακοπές.

Γράφει, στέλνει τα ποιήματά του στην εφημερίδα της Λαττάκειας, αλλά χωρίς καμία ανταπόκριση. Ώσπου μια μέρα, στα δεκαοχτώ του χρόνια, υιοθετεί ένα άλλο όνομα και μπαίνει στον μύθο: υπογράφει ως «Άδωνις», και στέλνει τα ποιήματά του ακόμα μία φορά. Η εφημερίδα του απαντά, τον καλεί, δημοσιεύει τα ποιήματά του. Η εγκατάλειψη της παλιάς του ταυτότητας εγκαινιάζει μία καινούρια, που θα χωρέσει μέσα της Ανατολή και Δύση. Ο Άδωνις στο εξής θα είναι ο Άλλος. Κι αυτή την ετερότητα θα τη συναντά πλέον κανείς μέσα στα ποιήματά του, αλλά και στα λόγια του, όταν θ’ αρχίσει να μιλά για κείνον και τους αναγνώστες του.

Ο αναγνώστης είναι ο άλλος, το πρόσωπο που προσπαθώ να προσεγγίσω. Και αυτή η ετερότητα είναι συγχρόνως ένα μέρος του εαυτού μου.* Πρόσωπο της μυθολογίας, σύμβολο της αναγέννησης, λόγος αντιζηλίας μεταξύ της θεάς του έρωτα, Αφροδίτης, και της θεάς του θανάτου, Περσεφόνης. Ο Άδωνις σκοτώνεται στη διάρκεια κυνηγιού από έναν κάπρο κι από το αίμα του φυτρώνουν για πρώτη φορά πάνω στη γη κόκκινα τριαντάφυλλα, ενώ από τα δάκρυα της Αφροδίτης φυτρώνουν ανεμώνες. Η Αφροδίτη παρακαλεί την Περσεφόνη να αφήσει τον Άδωνη να ανεβαίνει στη γη και η Περσεφόνη δέχεται. Έκτοτε, ο Άδωνις ζει ανάμεσα σε δύο κόσμους, μισό χρόνο στη γη και μισό χρόνο στον κάτω κόσμο. Είναι ο θεός που ξαναγεννιέται από το αίμα του και ενσαρκώνει τη βλάστηση ενάντια στον μαρασμό. Για μένα ήταν το μέσο να βγω από τον εαυτό μου.

Το άλλο μου όνομα είναι πιο ναρκισσιστικό. Ο Άδωνις είναι ο «άλλος».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

«Το Ψάρι, η Μυγαλή, ο Λύκος: Συνανάγνωση Bishop, Egan, Pilinszky» (Μετάφραση – Προλεγόμενα: Δέσποινα  Πυρκεττή)

Η πιο αινιγματική από τις παλαιολιθικές βραχογραφίες στο σπήλαιο του Λασκώ (Ντορντόν, Γαλλία, περ. 1700 π.Χ.) εικονίζει ένα λογχισμένο βίσονα, έναν άντρα με κεφάλι ή μάσκα πουλιού, πεσμένο καταγής, και ένα πουλί σε βέργα. Πρόκειται για τη μοναδική αφηγηματική σύνθεση ανάμεσα σε περίπου 600 εικόνες με ζώα και σύμβολα, καθώς και 1500 χαρακτικά, που εντοπίστηκαν τυχαία το 1940.

 

«Το Ψάρι» προέρχεται από την πρώτη ποιητική συλλογή της Αμερικανίδας Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (1911-1979), North and South (1946), που επανεκδόθηκε το 1955 με την προσθήκη 17 ποιημάτων και τιμήθηκε με Πούλιτζερ. Πρόκειται για αφηγηματικό ποίημα, σε ελεύθερο μέτρο και στίχο, που χρησιμοποιεί μεταφορές, παρομοιώσεις και επαναλήψεις, για να εμπλουτίσει ένα απλό συμβάν, το πιάσιμο του ψαριού, με το δέος που κατακλύζει τον άνθρωπο μπροστά στη θέληση για ζωή. Τα αγκίστρια ως συμβολικά μετάλλια ανάγουν την ανθεκτικότητα του ψαριού σε ηρωική πράξη, ενώ τα επίθετα που προσδιορίζουν χρόνο τονίζουν την αιώνια αντιπαλότητα ζωής και θανάτου. Στο ποίημα, η αναπάντεχη κατίσχυση της ζωής φαίνεται να απορρέει μέσα από την καθοριστική επίδραση της ομορφιάς—που συμβολίζεται από τα χρώματα της ίριδας— πάνω στον ανθρώπινο ψυχισμό. Η μεταμορφωτική εμφάνιση του ουράνιου τόξου προοικονομείται μέσα από έντεκα αναφορές σε χρώματα, άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένες με το ψάρι, και αυτός ο συσχετισμός ίσως να υπαινίσσετται μιαν απόκοσμη ικανότητα «διάχυσης» του ψαριού στον φυσικό του περίγυρο. Ήδη από τον πέμπτο και έκτο στίχο εισάγεται η εξωλογική διάσταση τού ποιήματος: το αγκιστρωμένο ψάρι δεν αντιστέκεται καθόλου, σαν να ξέρει ότι αν υπομείνει τον πόνο, για έκτη φορά, τα χρώματα θα πλημμυρίσουν τον κόσμο με  ομορφιά και θα του επιτραπεί να ζήσει.

 

«Το Ψάρι»

Έπιασα ένα τρομερό ψάρι

και το κρατούσα στην πλευρά της βάρκας,

το μισό έξω απ’ το νερό, τ’ αγκίστρι μου

φυτεμένο στο ακρόχειλό του.

Δεν αντιστάθηκε.

Δεν είχε αντισταθεί καθόλου.

Κρεμιόταν απ’ το βάρος τού στεναγμού του,

στραπατσαρισμένο, σεβάσμιο,
ελεεινό. Εδώ κι εκεί,

η καφετιά του πέτσα κρεμιόταν σε λουρίδες

σαν αρχαία ταπετσαρία,

και το μοτίβο με το σκουρότερο καφέ

θύμιζε πράγματι ταπετσαρία:

σχήματα σαν ολάνθιστα ρόδα,

λερωμένα, που χάθηκαν με τον καιρό.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Robert William Chambers (1865 – 1933), “O Παράδεισος των Προφητών” (μετάφραση: Ευστράτιος Σαρρής)

«Ἂν μόνον οἱ ἀποκήρυξαν κλῆμα κι’ ἀγάπη ὁμοῦ

πρέπει μὲς στὸν παράδεισο τῶν προφητῶν ν’ ἀρθοῦνε,

ἀλί μου, τὸν παράδεισο τῶν προφητῶν ἀρνοῦμαι,

μέσα θὰ ἦταν ἀδειανὸς σὰ φοῦχτα ἑνὸς χεριοῦ.»

 

ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ

Χαμογέλασε, λέγοντας, «Ἀναζήτησέ την ὣς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου».

Εἶπα, «Γιατί μοῦ λέγεις γιὰ τὸν κόσμο; Ὁ κόσμος μου βρίσκετ’ ἐδῶ, μεταξὺ τούτων τῶν τοίχων καὶ τοῦ ὑαλοπίνακα ἐπάνω· ἐδῶ ἀνάμεσα σὲ ἐπίχρυσες καννάτες καὶ πλουμιστὰ μὲ πετράδια θαμπὰ ὅπλα, ξεθωριασμένα κάδρα καὶ καμβάδες, μαῦρα  μπαοῦλα καὶ ὑψίπλατα καθίσματα, γραφικὰ λαξεμμένα καὶ βαμμένα σὲ κυανὸ καὶ χρυσό.

«Ποιά περιμένεις;» εἶπε, καὶ ἀποκρίθηκα, «Ὅταν φτάσῃ θὰ τὴν γνωρίσω».

Στὴν στιά μου μία φλόγινη γλῶσσα ψιθύρισε μυστικὰ στὶς ἀσπρισμένες στάχτες. Στὸν δρόμο ἀπὸ κάτω ἄκουσα βήματα, μία φωνή, κι’ ἕνα τραγούδι.

«Τότε ποιά περιμένεις;» εἶπε, καὶ ἀποκρίθηκα, «Θὰ τὴν γνωρίσω».

Βήματα, μία φωνή, κι’ ἕνα τραγούδι στὸν δρόμο ἀπὸ κάτω, καὶ γνώρισα τὸ τραγούδι, ὅμως μήτε τὰ βήματα μήτε τὴν φωνή.

«Ἀνόητε!» ἀναφώνησε, «τὸ τραγούδι παραμένει ἴδιο, ἡ φωνὴ καὶ τὰ βήματα ἔχουν μόνον ἀλλάξει μὲ τὰ χρόνια!»

Στὴν στιὰ μία φλόγινη γλῶσσα ψιθύρισε μυστικὰ στὶς ἀσπρισμένες στάχτες: «Μὴν περιμένῃς πλέον· ἔχουν προσπεράσει, τὰ βήματα καὶ ἡ φωνὴ στὸν δρόμο ἀπὸ κάτω».

Ἔπειτα χαμογέλασε, λέγοντας, «Ποιά περιμένεις; Ἀναζήτησέ την ὣς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου!»

Ἀποκρίθηκα, «Ὁ κόσμος μου βρίσκετ’ ἐδῶ, μεταξὺ τούτων τῶν τοίχων καὶ τοῦ ὑαλοπίνακα ἐπάνω· ἐδῶ ἀνάμεσα σὲ ἐπίχρυσες καννάτες καὶ πλουμιστὰ μὲ πετράδια θαμπὰ ὅπλα, ξεθωριασμένα κάδρα καὶ καμβάδες, μαῦρα  μπαοῦλα καὶ ὑψίπλατα καθίσματα, γραφικὰ λαξεμμένα καὶ βαμμένα σὲ κυανὸ καὶ χρυσό».

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

«Το βλέμμα του Κ.Ζ., ζωγράφου / Βιογραφία σε 7 εικόνες» (μεταγραφή: Θεοδόσης Κοντάκης)

 Béla Czóbel, Önarckép (Αυτοπροσωπογραφία)

 

Ι

Η πρώτη εικόνα που θυμότανε, από την αυγή του αιώνα που μόλις μας πέρασε, θυμίζει τα μυθικά κάδρα που δημιούργησε η συμπατριώτισσά μας, η Ένυεντι Ίλντικο – είχε εξάλλου κι αυτός, ο ζωγράφος, γεννηθεί την τελευταία μέρα του μακρινού πια 19ου αιώνα: ένας Γάλλος κωμικός, από τους πρώτους των κινούμενων εικόνων, ορμά με το κεφάλι μέσα σ’ έναν κουβά με μαύρη μπογιά, η αίθουσα σείεται απ’ τα γέλια με τούτη την αλλόκοτη αντίθεση – το χλωμό, το λευκό δηλαδή πρόσωπο να στάζει όλο μαύρες μπογιές και να κοιτά αμήχανα το πλήθος∙ τούτο περίπου αποτύπωσε και κείνος στον πρώτο πίνακα που έδειξε δημόσια, όταν για ένα διάστημα σπούδαζε στη Βουδαπέστη, δεκαοκτάχρονος, επηρεασμένος ακόμα από τον Τσόμπελ Μπέλα και τους άλλους μεγάλους -άγνωστους έξω απ’ τη χώρα μας- ντόπιους Φωβ: ένα θλιβερό μαύρο πρόσωπο κλόουν, βαμμένο με πάστα παχιά, σε αντίθεση με τα κατάλευκα χείλια νεκρού – σαν αρνητικό παλιάς φωτογραφίας- και με λιγοστά κατακόκκινα μαλλιά,

Διαβάστε περισσότερα