ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
Απόψε το κρεβάτι ταλαντεύεται και δονείται σαν το διπλό φτερό που απλώνεται ανάμεσα στη θάλασσα και τον ουρανό. Για να πιω τη δύναμη της Αδριατικής ανοίγω το στόμα μου, αλλά δεν μπαίνει φρέσκια γουλιά στο λαιμό μου.
Το ιώδιο κάνει το στόμα μου μέταλλο, το λαιμό μου ατσάλι. Το ατσάλι πυρακτώνεται στο καμίνι του φλεγόμενου ματιού μου και σκληρύνεται στη λίμνη του πηκτού μου αίματος.
Ουρλιάζω και δεν ακούω το κλάμα μου.Το χλωμό πρόσωπο του Alfredo Barbieri είναι στην άκρη του κρεβατιού, όπως στην άκρη του πιλοτηρίου, αλλά χωρίς τη μάσκα και το δερμάτινο κάλυμμα. Η χειρονομία του πιλότου περνάει στο μουδιασμένο χέρι μου, αλλά δεν το κουνά.
Βλέπω το μαύρο γάντι του Oreste Salomone να αποφεύγει το βαρύ σώμα που έχει πέσει πάνω στο τιμόνι που έχει εγκαταλείψει ο Luigi Bàilo για να σταθεί να πυροβολήσει από την πρύμνη στον αντίπαλο κι ενώ περιστρέφεται μπαίνει στο στόχο. Το σώμα πέφτει πίσω στα δεξιά. Το κεφάλι κρέμεται. Το κράνος γεμίζει σαν στρογγυλό φλυτζάνι. Αρχίζει το ράντισμα, όμοιο με τη λάμψη της χόβολης που ξοδεύεται στην έφοδο του ανέμου.Ο Luigi Bàilo επιστρέφει μπροστά μέσα απ΄το διάδρομο ανάμεσα στις δυο δεξαμενές. Δεν έχει πια το όπλο στα χέρια του. Με το χέρι του κρατά ψηλά το κομμένο του μπράτσο..
[…]
Μένει μονάχα ένας πιλότος μάχιμος στο πιλοτήριο. Είναι απαραίτητο να προστατεύεται, για να μπορέσει να φέρει πίσω στην πατρίδα την άτρακτο και το πλήρωμα. Ο τραυματίας σκύβει πάνω απ΄ τον σύντροφό του, για να τον θωρακίσει, είναι ανάπηρος και άοπλος .Βλέπω, μέσα από τη μάσκα, μέσα από τα μαλλιά και τα δέρματα, την κυρίαρχη μεταμόρφωση ενός στενού προσώπου: του θεού στο άγιο δισκοπότηρο. Εδώ ο τραυματίας τραυματίζεται πιο μέσα, στην τρίτη ριπή. Διαπέρασε τη μεγαλόψυχη ασπίδα. Η θέληση ξαναλάμπει στη λάμψη της πορφύρας. Παραπατά, γέρνει πίσω, ακουμπάει στο ντεπόζιτο, προσπαθεί να ξαναδέσει τα γόνατά του που λύνονται. Δεν θέλει να τα παρατήσει. Ωστόσο, μπορεί να χρησιμεύσει ως ασπίδα. Είναι απαραίτητο.Ο Ορέστης γυρίζει από καιρού εις καιρό για να τον κοιτάξει.Παίρνει το χέρι απ΄ το τιμόνι για να αγγίξει τον αδερφό του με μια χειρονομία παρηγοριάς.Γυρίζει ξανά και τον βλέπει ξαπλωμένο στο διάδρομο, ανάμεσα χαλκού και χαλκού, ύπτιο: ένας σάκκος από αίμα.Ήταν ο επιζών μια ζωή.τώρα είναι τρεις ζωές, και όλη η αδάμαστη αγάπη.Το στήθος μου είναι γεμάτο κραυγές, και δεν ακούω τη φωνή μου. Το κρεβάτι ταλαντεύεται, γλιστρά κι ύστερα πέφτει. Μια πέτρινη έρημος, θρυμματισμένη και τρυπημένη, ορμά προς το μάτι μου που δεν κλείνει.Οι στιγμές είναι αιώνιες. Η πτώση δεν έχει τέλος.
[….]
Εδώ είναι το Carso, χλωμό. Εδώ το δάσος της Τάρνοβα, μαύρο. Εδώ είναι το Isonzo, γαλαζοπράσινο.Τώρα μου φαίνεται πως αισθάνομαι στην πτώση την άσπρη λάμψη των κοκκάλων μου.Το στόμα μου ανοίγει στεγνό σαν μια απ΄τις ρωγμές στον ασβεστόλιθο. Καίω. Ο ιδρώτας στάζει όπως το κλάμα που δεν βρίσκει πια τον δρόμο προς το βλέφαρο. Είναι μεσημέρι.Οι δρόμοι του Πορντενόνε είν΄ έρημοι και θλιμμένοι. Βλέπω, σε να άνοιγμα γυμνών δέντρων, εκεί πέρα, τα βουνά πανέμορφα ζαφείρια.Ένα σκυλί αδέσποτο πέφτει στ΄ αυτοκίνητο και κάνει τους τροχούς να τσιρίζουν.Φτάνω στην πόρτα του Διοικητηρίου. Είναι μισάνοιχτη.τη σπρώχνω ανεβαίνω. Δεν ξέρω γιατί, φοβάμαι στη σκιά τον γδούπο απ΄το βήμα μου στο ξύλο.Το σπίτι είναι έρημο. Κανένας δεν φαίνεται. φωνάζω. Ένας ξανθός πεζός φαίνεται πίσω από ναν πάγκο μαγαζιού, τραυλίζοντας, με μια μπουκιά ψωμί που ακόμα δεν κατάπιε. Χωρίς να ξέρω τον ρωτάω: «Είναι ο συνταγματάρχης Μπαρμπιέρι στο στρατόπεδο;».Φαίνεται ότι δεν καταλαβαίνει. Παλεύει να καταπιεί τη σκληρή μπουκιά του.«Με περίμενε», προσθέτω. Δεν απαντάει. Γυρίζει και πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο. Η σιωπή είναι τόσο τέλεια που απ΄ τη θέση μου ακούω τη μιλιά του. Μια ριπή απ΄τον άνεμο κάνει τα παράθυρα να κροτούνε, όπου ξεχωρίζω τις γραμμές της βροχής. Παρατηρώ τις κάθετες γραμμές στο χαρτί στον τοίχο, τους κόμπους στο τραπέζι του πάγκου.Υπάρχει κάτι στον αέρα που κάνει το πνεύμα μου να ορμηνεύει το κάθε μικρό σημάδι. Ο πεζός γυρίζει με μια δέσμη από δέρματα με καφέ λεκέδες, λεκέδες μ΄αίμα ξεραμένο. Βάζει το θλιβερό βάρος στον πάγκο καθώς ο έμπορος ξεφορτώνει το δέμα του ρούχου για να το μετρήσει με τα χέρια. Αυτά είναι τα λείψανα του Alfredo Barbieri, βετεράνου του άθλου της Λιουμπλιάνας.
Ο αέρας έγινε παγωμένο κρύσταλλο.Έχει την ίδια ποιότητα μ΄εκείνο το πνευματικό κομμάτι πάγου που κρατά το κεφάλι του πτώματος την πρώτη ώρα.Το ίσιο τρέξιμό μου το κόβει όπως το διαμάντι χαράσσει το γυαλί. Και το ουρλιαχτό μοιράζει τον εγκέφαλό μου. Φτάνω στη Comina. Η σφαγή δεν αναστατώνει τις αγριεμένες καρδιές.Το καλωσόρισμα των συντρόφων μου δεν είναι χωρίς χαμόγελο. Νιώθω ότι η μεσημεριανή πείνα πειράζει τους νέους πιότερο από κάθε άλλη έγνοια. Ανεβαίνω ακόμα μια σκάλα σταυρωτή. Μπαίνω στο μικρό δωμάτιο όπου ο Oreste Salomone ξαπλώνει σ΄ ένα κρεβάτι εκστρατείας. Στην αρχή βλέπω μονάχα τον επίδεσμο που τυλίγει το κεφάλι του. κι΄ύστερα, δεν βλέπω παρά μόνο τα μάτια της μεγαλοψυχίας του καρφωμένα στα δυο αυλάκια της χλωμάδας του. Φαίνεται ότι κι αυτός έχασε όλο το αίμα του στον άνεμο και στο βρυχηθμό, όπως κι οι άλλοι δύο, αν και το πολυβόλο δεν του βγαλε απ΄ το κεφάλι, παρά μια λωρίδα του δέρματος και μια τούφα μαλλιά απ΄ το σκληρό κασκέτο. Είναι ελεφαντόδοντο χωρίς φλέβες, σκαλισμένο μ΄αγιοσύνη.Η δύναμη τον έχει εγκαταλείψει.Η υπεράνθρωπη δύναμη του παραδείγματός του έχει απλωθεί σ΄ όλο το σύμπαν και πια δεν είναι εντός του. Η μοίρα του σαν ένας στύλος αιώνιος υψώνεται από πάνω του έτσι ξαπλωμένος που ναι κι υπομονή γεμάτος.
[…]
*
*********************************************************************

Ακριτίδης Ιωάννης

Gabriele d’Annunzio – Η αλήθεια πίσω από τις λέξεις όπως αυτή
προκύπτει μέσα από τη συγκριτική υφολογική και υφομετρική
ανάλυση των έργων Notturno και Contemplazione della Morte

Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Ο D’Annunzio γράφει το Notturno  αμέσως μετά το αεροπορικό ατύχημα, κατόπιν στρατιωτικού εγχειρήματος, που τον κατέστησε προσωρινά τυφλό. Η κατάληξη αυτού του ατυχήματος θα είναι η πλήρης απώλεια όρασης από το δεξί του μάτι, γεγονός που όμως δεν θα αποτελέσει εμπόδιο για την συνέχεια της πολεμικής δράσης του συγγραφέα.
Το Νυχτερινό θα το γράψει ο D’Annunzio στο κρεβάτι της ανάρρωσης, σε πλήρες σκοτάδι, πάνω σε περισσότερες από δέκα χιλιάδες λωρίδες χαρτιού που έκοβε για αυτόν η κόρη του Renata, η Sirenetta του (όπως ο ίδιος χαϊδευτικά την αποκαλούσε. Δεν θέλησε ποτέ να υπαγορεύσει. Η αφή του, λόγω της τυφλότητάς του, αναγκάζεται να αναπτυχθεί υποκαθιστώντας την χαμένη του όραση. Αυτήν θα προτιμήσει ως οδηγό πάνω στις χιλιάδες λωρίδες χαρτιού γεμίζοντας τες αχόρταγα με τις σκέψεις του. Τα χαρτιά θα αποτελέσουν για τον ίδιο μία προσωπική λύτρωση από το βασανιστήριο του σκοταδιού.
Το Νυχτερινό θεωρείται ως το πεζό αριστούργημα του D’Annunzio. Μέσα σε αυτό ο συγγραφέας παραθέτει ένα σύμπλεγμα σκέψεων και συναισθημάτων, δοσμένα με μοναδικό τρόπο και έντονη ψυχική φόρτιση. Το έργο γράφεται το 1916, τέσσερα χρόνια μετά το Contemplazione della Morte και ένα χρόνο μετά από την επιστροφή στην πατρίδα του από τη Γαλλία. Ο D’Annunzio, με την επιστροφή του από τη Γαλλία, έχει ήδη αναπτύξει πλούσια πολιτική δράση στο πλευρό των Παρεμβατιστών ενώ ξεκινά να αναλαμβάνει παράτολμες προπαγανδιστικές πρωτοβουλίες με αλυτρωτικές επιδιώξεις. Μία από αυτές ήταν και η πτήση του πάνω από την Τεργέστη, με
κυβερνήτη τον πιλότο και αργότερα Διοικητή της Μοίρας Squadriglia, Luigi Bologna, με σκοπό την ρίψη προπαγανδιστικού έντυπου υλικού. Ένας λάθος χειρισμός οδηγεί στο ατύχημα και στον τραυματισμό και των δύο, με τον D’Annunzio να χάνει τελικά την όρασή του από το δεξί του μάτι
[…[Ο συγγραφέας θα βρει την ευκαιρία στο Notturno να ξεδιπλώσει το σύνολο των πολιτικών του πεποιθήσεων και ιδεολογικών του καταβολών. Αναφέρεται σε πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα, είτε συγχρόνους του είτε παλαιότερους, που τον ενέπνευσαν και επηρέασαν στη διαμόρφωση του ιδεολογικού του υπόβαθρου. Το έργο του αυτό θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτελεί, εν μέρει, ένα προσωπικό πολιτικό μανιφέστο. Τέλος, ανακαλεί συχνά τις αναμνήσεις από την αισθηματική του ζωή καθώς και τις ευχάριστες μνήμες από τον καιρό της ειρήνης και τα ταξίδια του ανά τον κόσμο. […]