Δημοσθένης Κούρτοβικ, Αντιλεξικό νεοελληνικής χρηστομάθειας
26Σεπ

(αποσπάσματα)
Αξιολογήσεις
Η παγκόσμια ιστορία της λογοτεχνίας μάς το δείχνει καθαρά με άπειρα παραδείγματα: υπάρχουν συγγραφείς που λατρεύτηκαν στην εποχή τους και ξεχάστηκαν πριν καλά καλά πεθάνουν. που αγνοήθηκαν από τους συγχρόνους τους και ανακηρύχθηκαν μεγάλοι από τους μεταγενέστερους. που έγιναν μύθος χάρη στην εύνοια κάποιας πολιτικής παράταξης ή κάποιων φιλολόγων. που δοξάστηκαν χωρίς να διαβαστούν ποτέ. που η αξιολόγησή τους γνώρισε συνεχείς διακυμάνσεις από την πλήρη απόρριψη ως την αποθέωση και από εκεί ως τη χλιαρή αποδοχή. Τελικά πολύ λίγοι είναι οι λογοτέχνες των οποίων η αξία έμεινε αδιαμφισβήτητη διαμέσου των αιώνων. Ακόμα και γι’ αυτούς, μάλιστα, είναι βάσιμη η υποψία ότι η διαχρονική και οικουμενική αναγνώρισή τους οφείλεται μάλλον σε κάποιον κομφορμιστικό σεβασμό ή στη δύναμή της αδράνειας παρά σε αληθινή εκτίμηση στο έργο τους. Οι εποχές και οι άνθρωποι αξιολογούν τους συγγραφείς με τα πιο διαφορετικά κριτήρια: άλλοτε για το εύρος των ιδεών τους και άλλοτε για την έλλειψη ιδεών, άλλοτε για την κομψότητα της γλώσσας και άλλοτε για την άτακτη ορμή της, άλλοτε για την ηθικότητα και άλλοτε για τη δαιμονικότητά τους, άλλοτε για την αυστηρή και άλλοτε για τη χαλαρή δομή των έργων τους. ‘Οσο ενοχλητικό και αν είναι, δεν μπορεί να υπάρξει καμιά βεβαιότητα ότι ένας Καβάφης δεν θα θεωρηθεί κάποτε κατώτερος ποιητής από έναν Δροσίνη. Εκείνο που ξέρουμε είναι γιατί εμείς θεωρούμε τον Καβάφη σπουδαίο και τον Δροσίνη μέτριο. Και το να εξηγούμε τέτοια γιατί, όσο πιο διεισδυτικά μπορούμε, είναι τα μόνα διαπιστευτήρια που μπορούμε να δώσουμε σ’ έναν λογοτέχνη για την αιωνιότητα.
Αυτοαναφορικότητα
‘Ορος με δύο εκδοχές: μια “ασθενή” φιλολογική, σύμφωνα με την οποία ένα λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να μελετηθεί ως αυτόνομος κόσμος. και μία “ισχυρή” φιλοσοφική, που υποστηρίζει ότι το λογοτεχνικό κείμενο χτίζει ένα δικό του, κλειστό σύμπαν, χωρίς καμία σχέση με την εξωτερική πραγματικότητα. Με την ασθενή εκδοχή η αυτοαναφορικότητα συνέβαλε σημαντικά στη φιλολογική ανάλυση των κειμένων. Με την ισχυρή εκδοχή, αυτή η έννοια-κλειδί του γαλλικού δομισμού και αποδομισμού δεν άνοιξε καμία πόρτα, έκλεισε όμως για τη λογοτεχνία την πόρτα του κοινού. Το οποίο κουρασμένο από τον αυτισμό της αυτοαναφορικής λογοτεχνίας, αναζητεί πλέον στη λεγόμενη παραλογοτεχνία, ή σε άλλα εκφραστικά μέα, έργα λιγότερο άσχετα με τις πραγματικότητές του.
Γενιά του ’30
Οραματίστηκε μια πνευματική εθνική αναγέννηση, αλλά το βλέμμα της στράφηκε αποκλειστικά προς το παρελθόν (Βυζάντιο και λαϊκή παράδοση). Θέλησε ν’ απεγκλωβίσει την ελληνική λογοτεχνία από τον επαρχιωτισμό της “ηθογραφίας”, αλλά το έργο της φαίνεται σήμερα πολύ πιο επαρχιώτικο από εκείνο “ηθογράφων” όπως ο Παπαδιαμάντης ή ο Καρκαβίτσας. Οι εκπρόσωποί της ήταν κοσμοπολίτες, αλλά μπόλιασαν στο σώμα της ελληνικής λογοτεχνίας έναν εθνοκεντρικό λαϊκισμό. ‘Ηταν μορφωμένοι όσο δεν έμελλε ποτέ να είναι οι ‘Ελληνες συγγραφείς, αλλ’ αποθέωσαν την “υγιή” αμορφωσιά του λαού. Και το χειρότερο: αποπειράθηκαν να κρύψουν όλες αυτές τις αντιφάσεις πίσω από τον μονόλιθο της “ελληνικότητας”.
Διαβάστε περισσότερα









