Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Δημοσθένης Κούρτοβικ, Αντιλεξικό νεοελληνικής χρηστομάθειας

greci.jpg

(αποσπάσματα)

Αξιολογήσεις

Η παγκόσμια ιστορία της λογοτεχνίας μάς το δείχνει καθαρά με άπειρα παραδείγματα: υπάρχουν συγγραφείς που λατρεύτηκαν στην εποχή τους και ξεχάστηκαν πριν καλά καλά πεθάνουν. που αγνοήθηκαν από τους συγχρόνους τους και ανακηρύχθηκαν μεγάλοι από τους μεταγενέστερους. που έγιναν μύθος χάρη στην εύνοια κάποιας πολιτικής παράταξης ή κάποιων φιλολόγων. που δοξάστηκαν χωρίς να διαβαστούν ποτέ. που η αξιολόγησή τους γνώρισε συνεχείς διακυμάνσεις από την πλήρη απόρριψη ως την αποθέωση και από εκεί ως τη χλιαρή αποδοχή. Τελικά πολύ λίγοι είναι οι λογοτέχνες των οποίων η αξία έμεινε αδιαμφισβήτητη διαμέσου των αιώνων. Ακόμα και γι’ αυτούς, μάλιστα, είναι βάσιμη η υποψία ότι η διαχρονική και οικουμενική αναγνώρισή τους οφείλεται μάλλον σε κάποιον κομφορμιστικό σεβασμό ή στη δύναμή της αδράνειας παρά σε αληθινή εκτίμηση στο έργο τους. Οι εποχές και οι άνθρωποι αξιολογούν τους συγγραφείς με τα πιο διαφορετικά κριτήρια: άλλοτε για το εύρος των ιδεών τους και άλλοτε για την έλλειψη ιδεών, άλλοτε για την κομψότητα της γλώσσας και άλλοτε για την άτακτη ορμή της, άλλοτε για την ηθικότητα και άλλοτε για τη δαιμονικότητά τους, άλλοτε για την αυστηρή και άλλοτε για τη χαλαρή δομή των έργων τους. ‘Οσο ενοχλητικό και αν είναι, δεν μπορεί να υπάρξει καμιά βεβαιότητα ότι ένας Καβάφης δεν θα θεωρηθεί κάποτε κατώτερος ποιητής από έναν Δροσίνη. Εκείνο που ξέρουμε είναι γιατί εμείς θεωρούμε τον Καβάφη σπουδαίο και τον Δροσίνη μέτριο. Και το να εξηγούμε τέτοια γιατί, όσο πιο διεισδυτικά μπορούμε, είναι τα μόνα διαπιστευτήρια που μπορούμε να δώσουμε σ’ έναν λογοτέχνη για την αιωνιότητα.

Αυτοαναφορικότητα

‘Ορος με δύο εκδοχές: μια “ασθενή” φιλολογική, σύμφωνα με την οποία ένα λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να μελετηθεί ως αυτόνομος κόσμος. και μία “ισχυρή” φιλοσοφική, που υποστηρίζει ότι το λογοτεχνικό κείμενο χτίζει ένα δικό του, κλειστό σύμπαν, χωρίς καμία σχέση με την εξωτερική πραγματικότητα. Με την ασθενή εκδοχή η αυτοαναφορικότητα συνέβαλε σημαντικά στη φιλολογική ανάλυση των κειμένων. Με την ισχυρή εκδοχή, αυτή η έννοια-κλειδί του γαλλικού δομισμού και αποδομισμού δεν άνοιξε καμία πόρτα, έκλεισε όμως για τη λογοτεχνία την πόρτα του κοινού. Το οποίο κουρασμένο από τον αυτισμό της αυτοαναφορικής λογοτεχνίας, αναζητεί πλέον στη λεγόμενη παραλογοτεχνία, ή σε άλλα εκφραστικά μέα, έργα λιγότερο άσχετα με τις πραγματικότητές του.

Γενιά του ’30

Οραματίστηκε μια πνευματική εθνική αναγέννηση, αλλά το βλέμμα της στράφηκε αποκλειστικά προς το παρελθόν (Βυζάντιο και λαϊκή παράδοση). Θέλησε ν’ απεγκλωβίσει την ελληνική λογοτεχνία από τον επαρχιωτισμό της “ηθογραφίας”, αλλά το έργο της φαίνεται σήμερα πολύ πιο επαρχιώτικο από εκείνο “ηθογράφων” όπως ο Παπαδιαμάντης ή ο Καρκαβίτσας. Οι εκπρόσωποί της ήταν κοσμοπολίτες, αλλά μπόλιασαν στο σώμα της ελληνικής λογοτεχνίας έναν εθνοκεντρικό λαϊκισμό. ‘Ηταν μορφωμένοι όσο δεν έμελλε ποτέ να είναι οι ‘Ελληνες συγγραφείς, αλλ’ αποθέωσαν την “υγιή” αμορφωσιά του λαού. Και το χειρότερο: αποπειράθηκαν να κρύψουν όλες αυτές τις αντιφάσεις πίσω από τον μονόλιθο της “ελληνικότητας”.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Λούις Πρόγιεκτ, Left Jazz (Η αριστερή τζαζ)

(εφημερίδα ΕΠΟΧΗ, Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2006)

(και για τζαζ στην Βικιπαίδεια)

Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΤΖΑΖ, ΤΑ ΜΠΛΟΥΖ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Η αριστερή τζαζ

Λούις Πρόγιεκτ

Blue Chicago

Η ιστορία της τζαζ μουσικής ξεκινά γύρω στο 1917. Οι πρώτες καταγραφές του ιδιόρρυθμα συγκοπτόμενου και επαναστατικού αυτού ήχου έγιναν από τους Original Dixieland Jazz και την Ορχήστρα του Γ.Σ. Χάντι από την Μέμφις. Μεγάλες κοινωνικές αλλαγές στη Βόρεια Αμερική και ειδικότερα στις ΗΠΑ έπαιξαν θεμελιώδη ρόλο στην ανάπτυξη της τζαζ. Η δεκαετία του 1930 στην Αμερική διακρίνεται από την άνοδο της τζαζ και των οργανωμένων δυνάμεων της Αριστεράς.
Αξιόλογοι συγγραφείς και διανοούμενοι βοήθησαν επίσης προς αυτή την κατεύθυνση. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο γνωστός Ε. Τζ. Χομπσμπάουμ, τα άρθρα του οποίου θα αποτελούσαν αργότερα συλλογή με τίτλο «Η Σκηνή Της Τζαζ». Η άποψη του Χομπσμπάουμ εστιάζεται στην αντίληψη ότι: «Η τζαζ είναι εκ φύσεως επαναστατική κι αυτό εκφράζεται όχι διαμέσου των στίχων στα τραγούδια, αλλά από την επιθυμία της μουσικής να… μιλήσει για τους πόνους και τις ελπίδες του πιο καταπιεσμένου κοινωνικού κομματιού της Αμερικής».

Παρά την πολιτική χροιά στη γένεση της τζαζ, πάντα η πιο απλή και λιγότερο πολιτική πλευρά της αντιστεκόταν στις προκλήσεις των κοινωνικών συμβιβασμών, στον ψευτοσεβασμό και στη δήθεν επίσημη αναγνώριση της. Ένα καλό παράδειγμα είναι η Μπέσσυ Σμιθ που ποτέ δεν τραγούδησε σε θέατρα για λευκούς. Η Μπέσσυ Σμιθ, όπως και τα μπλουζ, υπήρξαν από τα λιγότερο ξεπουλημένα κεφάλαια στην ιστορία της τζαζ. Ως τέτοια, πάντα κατάφερναν να γίνονται φορέας διαμαρτυρίας που άκουγε στο πλατύτερο όνομα τζαζ.
Εκτός από τη Μπέσσυ Σμίθ και η Μπίλι Χόλιντεϊ έκφρασε πικρία μέσα από τις ερμηνείες της. Για παράδειγμα, το «Strange Fruit» είναι μια ηχηρή αποδοκιμασία στα λυντσαρίσματα που εξακολουθούσαν να γίνονται στο μακρινό, αγροτικό νότο. Το τραγούδι ήταν σύνθεση του γνωστού για τις κομμουνιστικές του ιδέες καθηγητή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης Έιμπελ Μήρπολ. Παρά τον υπνωτικό του ρυθμό, θίγει άμεσα και ξεγυμνώνει τη βαρβαρότητα της φυλετικής καταπίεσης και θηριωδίας. Αργότερα, ο Μήρπολ θα γράψει το λιγότερο γνωστό «The House I Live In,» ένα κάλεσμα στην ανάγκη για μεγαλύτερη φυλετική ανοχή. Το τραγούδησε ο Φρανκ Σινάτρα, που τότε παραλίγο να προσχωρήσει στο κόμμα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Χρήστος Βακαλόπουλος (1954-1993), για τον Αλέξη Δαμιανό

 

από τον τόμο ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΒΟΛΗ (κείμενα για τον κινηματογράφο 1976-1989), εκδόσεις Αλεξάνδρεια

ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΩΝ ΤΕΡΑΤΩΝ

( Αλέξης Δαμιανός, Μέχρι το πλοίο, Ευδοκία)

 

1.        Οι δύο ταινίες του Δαμιανού (Μέχρι το πλοίο 1966, Ευδοκία 1971) έρχονται σήμερα στην επιφάνεια , όχι τόσο γατί τι ανακάλυψε το Κέντρο Ανεξάρτητου Ελληνικού Κινηματογράφου όσο γιατί τις απώθησε ο ανεξάρτητος ελληνικός κινηματογράφος στο σύνολό του, χωρίς εξαιρέσεις. Ένα παράδοξο, μια κατάρα πλανώνται πάνω απ’ αυτές τις ταινίες: αρέσουν σε όλο το «κύκλωμα» αλλά κανείς δεν δέχεται ότι έχει επηρεαστεί απ’ αυτές, θεωρούνται αφετηρίες ή σημαντικές στιγμές της πορείας του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου αλλά απορρίπτονται τελικά ως ανολοκλήρωτες αναλαμπές ενός δημιουργού που έχουν προκύψει λίγο ως πολύ τυχαία, αυθόρμητα με αδέξιο τρόπο. Ο Δαμιανός δεν θεωρείται «Μαιτρ» δεν έχει σχέση με το «επάγγελμα». Η κρητική, προχωρώντας τον εξορκισμό στο έσχατο σημείο του, θα ήθελε πολύ αυτές τις ταινίες να τις είχε σκηνοθετήσει η ελληνική κοινωνία. Η διαστρεβλωμένη μορφή της τελευταίας αρκεί για να δικαιολογήσει την «τερατώδη» όψη των δυο μοναχικών αυτών ταινιών, την καταστροφική τους χειρονομία. Κάτι τέτοιο υπαινίσσεται με αρκετή σαφήνεια η θεματική αναγνώριση της δουλειάς του Δαμιανού που επιχειρείται περιοδικά εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Το ΄τέρας είναι καταδικασμένο να προσφέρει για μια τελευταία φορά το θέαμα της αυτοκαταστροφής κι έπειτα να εξαφανιστεί. Έτσι όλοι θυμούνται τον Δαμιανό για να τον ξεχάσουν χωρίς αβαρίες.

 

2.        Το απωθημένο επιστρέφει: μπορούμε να δούμε σήμερα αυτές τις ταινίες σαν ανεκπλήρωτες  προφητείες που διέγραψαν στο εσωτερικό τους, πλάνο προς πλάνο, κάδρο προς κάδρο, τη διαδρομή μιας μυθοπλαστικής πρακτικής που οι ανεξάρτητες ελληνικές ταινίες, από την Αναπαράσταση μέχρι το Μελόδραμα;, απόφυγαν συστηματικά, συνειδητά ή όχι. Να τις διαβάσουμε σας μυθοπλασίες της διαστροφής, κινηματογραφικές χειρονομίες που εξαντλούν την εμμονή τους σε μορφές και αναπαραστατικά στοιχεία που γέννησε αλλά δεν μπόρεσε να αντέξει το κινηματογραφικό παρελθόν, η θεατρική σκηνή. Να αντιληφθούμε τη συνάντηση αυτών των μορφών, αυτών των στοιχείων με τον κινηματογραφικό μηχανισμό σαν μια διαδικασία παραγωγική σύγχυσης του κινηματογράφου με τις καταβολές του, άρνησης της με μανία αναζητούμενης από το ΝΕΚ «κινηματογραφικής καθαρότητας» που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη θριαμβευτική επιστροφή του θεάτρου στο ΝΕΚ, επιστροφή σημαδεμένη από εντυπώσεις θεατρικότητας (ηθοποιοί στον Βενιζέλο, ουτοπία της δημιουργίας μιας σκηνής  «εφάμιλλης» με τη θεατρική στον Αγγελόπουλο, χρήση των ντεκόρ στον Παναγιωτόπουλο). Να εκτιμήσουμε τέλος ότι η σύγκρουση των (θεατρικών) πρώτων υλών με το κινηματογραφικό προϊόν, όταν εγγράφεται στην ίδια κινηματογραφική εργασία των ταινιών περιλαμβάνει ακόμα και την «εφεύρεση» της κινηματογραφικής τεχνικής. Ο κινηματογράφος του Δαμιανού είναι τόσο «αυθόρμητος» και «αδέξιος» όσο κι εκείνος του πρώτου Παζολίνι. (Ακατόνε, Μάμα Ρόμα)

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιάννης Σ. Χρυσούλης (1943-2000), Οι Σημειώσεις ενός Ανθρώπου, Μέρος Πρώτο, Κείμενα 51-80

(51)
Δε­κέμ­βρης 1975
Στή Σαπ­φώ

Νά λοι­πόν που έρ­χε­σαι α­πό κο­ντά κι ε­σύ μα­ζύ μʼ ε­μέ­να μι­κρό μου
κα­θώς σέρ­νω πί­σω μου σά σκυ­λί τήν κα­τε­στραμ­μέ­νη μου ευ­αι­σθη­σί­α καί σέ α­κο­λου­θώ.
Ντίν ντάν θά χτυ­πά­νε οι κα­μπά­νες τώ­ρα μέ­σα σου, ντίν ντάν.
Ε­γώ κοι­τά­ζο­ντας έ­ξω απʼ τό πα­ρά­θυ­ρο δέν εί­δα πα­ρά τό λο­ξό πέ­ταγ­μα ε­νός που­λιού α­νά­με­σα στά δυό μπαλ­κό­νια.
Α­πό πού μέ πε­ρι­μά­ζε­ψαν.
Στήν τόλ­μη τής ά­γνοιας στη­ρί­χτη­κε κά­θε πρά­ξη μου.
Ό­σο περ­νά­ει ο και­ρός οι πρά­ξεις μου λι­γο­στεύ­ουν.
Ντίν ντάν, οι δι­κές σου κα­μπά­νες, ντίν ντάν.
Τό φώς ε­νός κό­σμου τρε­μο­παί­ζει μέ­σα μου κα­θώς μέ βλέ­πεις
α­πλώ­νεις τά χε­ρά­κια σου νά τόν πά­ρεις: τί πιό α­πλό­· για­τί θά­πρε­πε άρα­γε νʼ α­να­ρω­τη­θείς γιʼ αυ­τή τήν κί­νη­ση.
Μά τόν έ­χω ό­μως αυ­τόν τόν κό­σμο;
Τί α­φί­νω νά φαί­νε­ται α­πό μέ­σα μου;
Εί­ναι κό­σμος αυ­τά τά ε­ρεί­πια;
Αυ­τή η σει­ρά α­πό παι­δι­κές η­λι­κί­ες που καμ­μιά τους δέν ω­ρί­μα­σε;
-Περ­νά­ω κι ε­γώ μιά απʼ τίς παι­δι­κές μου η­λι­κί­ες-
Σέ μιά στά­ση πα­ρό­μοια, μέ τά χέ­ρια α­πλω­μέ­να έ­χω στα­μα­τή­σει.
Ο κό­σμος που τρε­μό­φεγ­γε μέ­σα τους ε­πέ­ζη­σε­· ε­κεί­νοι έ­χουν α­ποσυρ­θεί πιά α­πό τό­τε…
Σέ ξε­γε­λώ. Σέ ε­ξα­πα­τώ μέ τά φι­λιά στόν τρυ­φε­ρό λαι­μό σου, ό­ταν ση­κώ­νε­σαι απʼ τόν ύ­πνο καί μέ α­να­κα­λύ­πτεις κά­θε φο­ρά.
Σού κλη­ρο­νο­μώ κι ε­γώ τήν μο­να­δι­κή μου κλη­ρο­νο­μιά. Η ει­λι­κρί­νειά μου α­πέ­να­ντί σου, η αυ­θόρ­μη­τη λα­χτά­ρα μου εί­ναι μιά α­πά­τη. Αλ­λά δέν α­φο­ρά στούς δυό μας. Α­νά­με­σά μας υ­πάρ­χει αυ­τή η ει­λι­κρί­νεια. Τήν κρα­τά­με. Εί­ναι δι­κιά μας. Με­τα­φέ­ρει τήν α­πά­τη, ναί, αλ­λά μάς έ­χει κιό­λας ε­πι­τρέ­ψει νά πλη­σιά­σου­με ο έ­νας τόν άλ­λον καί νά συμ­μα­χίσου­με ε­να­ντί­ον της. Η α­πά­τη δέν εί­ναι α­νά­με­σα σʼ ε­μέ­να καί σʼ ε­σέ­να. Εί­ναι α­νά­με­σα σʼ ε­σέ­να καί σʼ ε­μάς. Εί­ναι α­νά­με­σα σʼ εμέ­να καί σʼ ε­μάς. Εί­ναι α­νά­με­σα σʼ ε­μάς καί σʼ ε­μάς. Έ­τσι εί­μα­στε σύμ­μα­χοι. Δέν σʼ έ­χω προ­δώ­σει ό­πως βλέ­πεις. Έ­χω συμ­μα­χί­σει μα­ζύ σου ενα­ντί­ον μου. Έ­χω συμ­μα­χί­σει μα­ζύ σου ε­να­ντί­ον σου. Έ­χω συμ­μα­χί­σει μα­ζύ σου ε­να­ντί­ον μας. Εί­ναι μιά συμ­μα­χί­α που οι άλ­λοι δέν μπο­ρούν νά τήν α­πα­γο­ρεύ­σου­ν· ε­πει­δή απʼ ό,τι ε­πι­βάλ­λουν γιά τό δι­κό τους τό συμφέ­ρον προ­έρ­χε­ται.
Σέ μιά α­πό τίς παι­δι­κές σου η­λι­κί­ες σέ συ­να­ντώ.
Στήν τε­λευ­ταί­α παι­δι­κή μου η­λι­κί­α μέ συ­να­ντάς.
Εί­μα­στε τό­σο μι­κροί, τό­σο παι­διά, σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κοι.
Μό­νο που ε­σύ έ­χεις αυ­τές τίς κα­μπά­νες μέ­σα σου.
-Ε­μέ­να έ­χουν πρα­σι­νί­σει. Εί­μαι στήν παι­δι­κή η­λι­κί­α τής σκου­ριάς. Όχι δέν έ­χει σκου­ριά­σει η παι­δι­κή μου η­λι­κί­α. Μή μού τό πείς. Δέν θά τό δε­χτώ. Εί­ναι κι αυ­τό μέσʼ στήν α­πά­τη. Α­νά­με­σά μας δέν έ­χει θέ­ση-.
Εί­σαι στήν παι­δι­κή η­λι­κί­α τής α­φής. Γιά νά μέ α­να­κα­λύ­πτεις γί­νο­μαι α­φή. Η γλώσ­σα μας εί­ναι η ε­πα­φή. Σού ζη­τώ συ­γνώ­μη που αρ­γώ. Κόντευα νά τήν ξε­χά­σω. Πρέ­πει νά τήν θυ­μη­θώ ξα­νά. Πρέ­πει νά ε­πι­στρέ­ψω κι ε­γώ. Η ε­πι­δε­ξιό­τη­τα εί­ναι θέ­μα ε­πι­στρο­φής. Α­κό­μα δέν τό έ­χω κατα­φέ­ρει κα­λά, γιʼ αυ­τό εί­μαι α­δέ­ξιος.
Τί ο­λο­κλη­ρω­μέ­νο εί­ναι τό πα­ρόν που έ­χεις!
Εί­σαι στήν πε­ρί­ο­δο τού πα­ρό­ντος. Δέν έ­χεις ό­νει­ρα. Δέν έ­χεις μέλ­λον. Τό παρελ­θόν τό ε­γκα­τα­λεί­πεις πί­σω σου σάν τό παι­χνί­δι που βα­ρέ­θη­κες.
Ντίν ντάν, οι κα­μπά­νες μέ­σα σου, ντίν ντάν. Αυ­τές έ­χεις.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιάννης Σ. Χρυσούλης (1943-2000), Οι Σημειώσεις ενός Ανθρώπου, Μέρος Πρώτο, Κείμενα 1-50

ΓΙΑΝ­ΝΗ Σ. ΧΡΥ­ΣΟΥ­ΛΗ: Αυτοανθολογία Μέρος 21, Μέρος 22, Μέρος 23

ΟΙ ΣΗ­ΜΕΙΩ­ΣΕΙΣ Ε­ΝΟΣ ΑΝ­ΘΡΩ­ΠΟΥ

ΜΕ­ΡΟΣ ΠΡΩ­ΤΟ

(Κεί­με­να 1-80)
(1971 – 1979)
Θέ­λω να μι­λή­σω για τα πράγ­μα­τα α­πό­ψε. Για τα πράγ­μα­τα που ευ­γε­νι­κά, κά­νοντας τα λί­γα βή­μα­τα που έ­χουν α­πο­μεί­νει, ση­κώ­νο­νται στις μύ­τες των δακτύ­λων κι αχινόυν την τε­λευ­ταί­α τους κραυ­γή. Ευ­γε­νι­κά­· και με χά­ρη­· μα ω­στό­σο με μιαν α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα και με μία θλι­μέ­νη τόλ­μη­· σπρώ­χνοντας τα χέ­ρια προς τα κά­τω, σφι­χτά στους γο­φούς, τε­ντώ­νο­ντας τον λαι­μό, με την ε­πί­γνω­ση πως έ­χουν ή­δη ε­γκα­τα­λη­φθεί, πως έ­χουν κιό­λας τε­λειώ­σει αυ­τό που η ά­κρη τού δια­ζώ­μα­τος σχε­δόν πά­ντα προ­κα­λεί, με την εκ­κίνη­ση. Με μιαν εκ­κί­νη­ση ε­σω­τε­ρι­κή, προ­σφέ­ρο­ντας προ­τι­μό­τε­ρα τον ε­αυ­τό τους.
“Κά­ΓΙΑ”

ΟΙ ΣΗ­ΜΕΙΩ­ΣΕΙΣ Ε­ΝΟΣ ΑΝ­ΘΡΩ­ΠΟΥ

Κεί­με­να (149) – (167), Φε­βρουά­ριος – Ιού­λιος 1986
(έκ­δο­ση: Ιού­νιος 1987)
Κεί­με­να (168) – (197), Αύ­γου­στος – Νο­έμ­βριος 1986
(έκ­δο­ση: Μάρ­τιος 1987)
Κεί­με­να (198) – (208), Δε­κέμ­βριος 1986 – Ια­νουά­ριος 1988
(έκ­δο­ση: Φε­βρουά­ριος 1988)
________________________________________________
Γιάν­νη Σ. Χρυ­σού­λη:”Οι Σημειώ­σεις ε­νός αν­θρώ­που”
Κεί­με­να (1) – (80), 1971 – 1979
________________________________________________
@ Γιάν­νης Σ. Χρυ­σού­λης
Ε­θνάρ­χου Μα­κα­ρί­ου 6. Πο­λύ­δρο­σο Α­μα­ρου­σί­ου 15125
Τηλ. 6807855
________________________________________________
Για την πολυτονική έκδοση:
Η πε­ρι­σπω­μέ­νη δια­τη­ρεί­ται μό­νο στα ε­ρω­τη­μα­τι­κά πού και πώς και στις λέ­ξεις στις ο­ποί­ες ή­δη υ­πάρ­χει σαν διακρι­τι­κό σύμ­βο­λο α­πό τις ό­μοιές τους με δια­φο­ρε­τι­κή έν­νοια.
“Κά­ΓΙΑ”
Ε­θν. Μα­κα­ρί­ου 6, Πο­λύ­δρο­σο 15125. Τηλ. 6807855 Α­θή­να
________________________________________________
Κά­για: Μία α­γα­πη­μέ­νη πα­ρα­λί­α τής Μυ­τι­λή­νης

(1) Στην Κα­τε­ρί­να Λ. 1971
Ό­πως σού ʽ­λε­γα λοι­πόν…
Τα κύ­μα­τα ο­δη­γού­σαν έ­ναν ε­πι­τά­φιο στις κα­μπού­ρες των βου­νών
κα­τά πά­νω μου προ­χώ­ρα­γε ο και­ρός
φύ­σα­γε α­πʼ τη θά­λασ­σα.
Νά­σαι στε­ριά και να τα δέ­χε­σαι ό­λα αυ­τά!
Ο τής α­νε­μι­κής σφο­δρό­τη­τας α­νά­λο­γος βομ­βαρ­δι­σμός αρ­μο­φό­ρων πτυέ­λων στα βρά­χια σου
Η δο­λί­ως φθεί­ρου­σα τε­ρη­δό­να τής πα­ρα­μέ­νου­σας άρ­μης
Η υ­πο­βό­σκου­σα ψηγ­μο­δί­αι­τος κου­φό­βρα­ση των νε­ρών στα σπή­λαια των ε­κτε­θει­μέ­νων σου πε­τρω­μά­των
Αι προ­εκ­σπερ­μα­τι­καί α­νορ­θώ­σεις εν εί­δει ε­τοί­μου κό­μπρας των ε­πι­μό­νως κοκ­κο­ποιού­ντων φι­λη­μά­των
Οι πε­ριο­δι­κοί α­ναρ­ρο­φώ­με­νοι λιγ­μοί
μη α­να­κο­πη­σών εν τη ο­δώ κε­κτη­μέ­νων τα­χυ­τή­των
Η α­τέρ­μων κα­τα­κό­ρυ­φος κο­χλί­ω­ση των δι­νών
Αι υ­πό τής ο­μί­χλης συ­ρό­με­ναι όρ­θιαι δια­τρη­θεί­σαι κραυ­γαί
Και ʽκεί­νες οι δια­στρο­φές τού α­γέ­ρα:
κα­τά το σχή­μα σας
κα­τά τη θέ­ση σας
Νυν και α­εί. Νυν και α­εί.
Στους προ­σε­κτι­κούς και ε­πι­με­λείς υ­πη­ρέ­τες τού πνεύ­μα­τος α­φιέ­ρω­σε το.
Και μη με κοι­τά­ζεις έ­τσι Ιε­ρέ­α τής Α­πό­γνω­σης!

Διαβάστε περισσότερα