Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Σωτήρης Παστάκας, Η Ιστορία του Ματιού κατά Π. Λιναρδάκη

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΤΙΟΥ κατά Π. ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

Η νέα δουλειά του Παναγιώτη Λιναρδάκη στο mommy.art
δελφών 4 κολωνάκι 2103619682

από 23 Οκτωβρίου μέχρι 26 Νοεμβρίου 2006

mani-2006-sotirios-pastakas-p-linardakis.jpg

Έξι Πίνακες / έξι Μάτια: ο Παναγιώτης Λιναρδάκης αυτή τη φορά δεν μας βάζει μόνον τα γυαλιά, αλλά μας ανοίγει κι άλλα δεκατέσσερα, για να βλέπουμε τον εξωτερικό και εσωτερικό κόσμο μας καλλίτερα.

Πρώτο Μάτι: πολλά έχουν ειπωθεί για το Πορτοκαλί. Όταν ένα φίδι π.χ., παίρνει αυτό το χρώμα σημαίνει πως μαζεύει το δηλητήριό του και είναι έτοιμο να επιτεθεί. Το Τρίτο Μάτι αντιλαμβάνεται αμέσως τον κίνδυνο που διατρέχει, με αποτέλεσμα να πηγαίνει και να κρύβεται στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Το πρόσωπο που το έχει εγκαταλείψει το Τρίτο Μάτι, όπως έχουμε δει να συμβαίνει και στους περισσότερους από τους φίλους μας, αποκτάει αναπόφευκτα τη μορφή ενός κλόουν. Ο γελωτοποιός στην τελευταία του παράσταση, λίγο πριν πεθάνει, με μία μόνο γκριμάτσα του προσώπου του μας επαναφέρει στη σκηνή της πραγματικότητας χωρίς κι ο ίδιος να προλάβει να κλέψει αυτό που ονειρευότανε σε όλη του η ζωή: ένα βλέμμα συμπάθειας από την ίριδα του φιδιού.

plinardakis-the-crow.jpg

Δεύτερο Μάτι: Ένα γεράκι-πετρίτης, επιθετικό σύμφωνα με τις συνισταμένες της φύσης του παίρνει την εντολή να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με έναν πίνακα, αλλά με μια αιματοχυσία για το γεράκι που χτυπιέται από το βόλι των κυνηγών, και προτρέπεται από το Τρίτο Μάτι του καλλιτέχνη, να γίνει ζωγραφική στα χέρια του. Είναι ο μόνος πίνακας με καθαρά ρεαλιστικά στοιχεία ως ένδειξη της ταχείας αποκατάστασης του Παναγιώτη Λιναρδάκη.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Milo De Angelis, Una Conversazione Critica con Francesco Napoli

(dal libro di Francesco Napoli, Novecento Prossimo Venturo, Conversazioni critiche sulla Poesia, Editoriale Jaca Book Spa, Milano, 2005)

milo-de-angelis-sotirios-pastakas.jpg

MILO DE ANGELIS
(Milano, 1951)

milo-de-angelis-sarajevo-2006.jpg

Giorgio Barberi Squarotti nel 1975, introducendo sullʼAlmanacco
dello Specchio un gruppo di sue poesie, parla di un «comporre a scat-
ti» e di «impotenza della parola», in quale senso?
«Comporre a scatti» e per me inevitabile, fa parte del mio essere.
Quando scrivo giungono frasi da zone lontane, giungono a spezzo-
ni, a brandelli, a segmenti, ognuna per suo conto, ognuna solitaria.
Non cʼe, fra loro, armonia, filamento, quella bella falcata rotonda
che unisce e crea il giusto ritmo del fondista: non cʼe. Ci sono inve-
ce bagliori, allarmi, presagi. La verita e che ogni frase giunge da un
luogo suo, piu o meno distante dallʼattimo presente, e cosi porta un
peso, un tono, una voce di volta in volta differente, inconciliabile
con le altre. Cosi, quando scrivo, ne scelgo alcune, quelle consan-
guinee, quelle che hanno una nota in comune, le metto insieme, le
faccio muovere in una sintassi, e si forma un tema. Si, prima le frasi
e poi il tema, la dimensione emotiva: insomma, il sentimento. E que-
sto sentimento, quando comincia a prendere forma, convoca a se al-
tre frasi dello stesso tenore. Questo avviene, in me, scrivendo poesie.
Avverte dunque anche un certo senso di impotenza, il lavoro del poeta
e un lavoro infinito e disperato.
Un lavoro incessante che nel mio caso si traduce anche in questo
demone della variante, in questo continuo e a volte esasperato lavo-
ro di messa a fuoco. Non per sperimentare nuove vie, ma casomai
per udire meglio la voce che aveva dettato la parola. Come se lʼo-
recchio avesse bisogno di infinite prove di avvicinamento per poter
essere fedele a quella prima dizione.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Orhan Pamuk, Nobel 2006 κι Αυτοί που δεν θα το Πάρουν, από τον Γιώργο Μπλάνα

Στον Τούρκο συγγραφέα Ορχάν Παμούκ το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας

Μαριλίτα Σκουφά

 Εφημερίδα Εποχή

Σχεδόν επί του πιεστηρίου, όπως θα λέγαμε παλιότερα, έφτασε η είδηση για την βράβευση του Ορχάν Παμούκ με το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πολιτική η επιλογή της Σουηδικής Ακαδημίας, που, μέσα από το έργο ενός πραγματικά σημαντικού συγγραφέα, επιβραβεύει εκείνες τις δυνάμεις στην Τουρκία που αγωνίζονται να βρουν το δυτικό δρόμο. Η Τουρκία δέχτηκε μουδιασμένα το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2006, που δόθηκε σε ένα πολίτη της, το συγγραφέα Ορχάν Παμούκ. Δεν θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά τα πράγματα, με τις θέσεις που έχει εκφράσει κατά καιρούς ο συγγραφέας.
Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη ο Παμούκ, παιδί μιας ευκατάστατης οικογένειας, πήγε σε αμερικάνικο σχολείο και άρχισε σπουδές αρχιτεκτονικής, που όμως εγκατέλειψε νωρίς για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Ο τίτλος που αρχικά έδωσε στο πρώτο του βιβλίο είναι χαρακτηριστικός για το ύφος και τις θεματικές επιλογές του: Σκοτάδι και φως (κυκλοφόρησε με τον τίτλο Ο κος Τσεβντέτ και οι γιοι του). Στο έργο του συγκεράζονται αρμονικά η παλιά παράδοση των παραμυθάδων, τόσο χαρακτηριστική της τουρκικής κουλτούρας, και η μοντέρνα λογοτεχνία, που ο Παμούκ γνωρίζει σε βάθος � λάτρης του Στάινμπεκ, του Ναμπόκοφ και του Προυστ. Γλώσσα κοφτερή και ποιητική, μια εικονοποιία δυναμική και άναρχη, μια ιδιαίτερη αγάπη για την πόλη που τον γέννησε («είμαι αφοσιωμένος στην πόλη μου», έγραψε, «επειδή με έκανε αυτό που είμαι») και την οποία γνωρίζει καλά, βαθιά γνώση της σύγχρονης τουρκικής κοινωνίας αλλά και της ιστορικής πορείας που την οδήγησε στα προβλήματα του σήμερα και εξαιρετικό ψάξιμο των χαρακτήρων και των αντιδράσεων των ανθρώπων συνθέτουν το δυναμικό σύμπαν του Παμούκ. Όπως το λέει ο ίδιος ««η απλή συνταγή ήταν να συνδυάζω την Ιστορία με το παρόν, να δίνω περισσότερη προσοχή και να σέβομαι τις ασαφείς, εκκρεμείς και εκλεκτικές συγγένειες της καθημερινής ζωής»
Ο Ορχάν Παμούκ είναι πολιτικός συγγραφέας και συνειδητός πολίτης. Δεν μετράει τα λόγια του, όταν πρόκειται να αποκαλύψει αλήθειες και να υπερασπίσει τις ιδέες του. Το 2005 παρά λίγο να οδηγηθεί σε μια δίκη-παρωδία, με την κατηγορία του αντιτουρκισμού (κάτι σαν προδοσία δηλαδή) επειδή κατήγγειλε σε ελβετική εφημερίδα τον φόνο 30 χιλιάδων Κούρδων και ενός εκατομμυρίου Αρμενίων. Πώς το εξέθεσε ο ίδιος: «Τριάντα χιλιάδες Κούρδοι και ένα εκατομμύριο Αρμένιοι σκοτώθηκαν σ� αυτή τη γη και κανείς εκτός από μένα δεν τολμά να μιλήσει γι� αυτό». Η Τουρκία � και δεν είναι η μόνη � δεν αντέχει την ιστορική αλήθεια ούτε την κυριολεκτική κατονομασία των επιλογών της.
Η Σουηδική Ακαδημία του έδωσε το βραβείο θεωρώντας πως αναζητά «τη μελαγχολική ψυχή της γενέθλιας πόλης του, ανακάλυψε νέα σύμβολα για τη σύγκρουση και τη συνύπαρξη των πολιτισμών». Ο ίδιος το αποδέχτηκε με μια λιτή δήλωση: «Το αποδέχομαι όχι μόνον ως προσωπική τιμή αλλά και ως τιμή που αφορά όλη την τουρκική λογοτεχνία και κουλτούρα που εκπροσωπώ». Μια διφορούμενη δήλωση επίσης, επειδή η κουλτούρα που εκπροσωπεί ο Παμούκ είναι αντιεθνικιστική, πλουραλιστική, ανεκτική στη διαφορά και ανοιχτή και επειδή η τουρκική λογοτεχνία που εκπροσωπεί επίσης είναι μια λογοτεχνία που δεν φοβάται τη Δύση αλλά δεν ξεχνά και την παράδοσή της. Μ ένα λόγο, εκφράζει τα όνειρα της Τουρκίας για δημοκρατία, ενότητα, ελευθερία και σχέσεις με την Ευρώπη.
Η Τουρκία, χώρα με βαθιές αντιθέσεις, δέχτηκε με περίσκεψη το Νόμπελ της ακριβώς γι� αυτούς τους λόγους. Ακόμη περισσότερο, επειδή η ανακοίνωση του βραβείου συνέπεσε με την αναστάτωση που προκάλεσε ο γαλλικός νόμος για την τιμωρία όσων δεν αποδέχονται δημόσια την αρμενική σφαγή. Ο ίδιος ο Παμούκ πήρε αρνητική θέση για το νόμο αυτό. Η ιστορία δεν γράφεται με νόμους, άλλωστε. Ο δρόμος για την αλλαγή των συνειδήσεων είναι μακρύς και δύσκολος. Και ο Παμούκ ακριβώς αυτό λέει με το έργο του: πώς από τη σύγχυση των ιδεών θα δημιουργήσουμε ένα έλλογο σύμπαν πλούσιο σε απόψεις, ελεύθερο από κάθε είδους προκαταλήψεις, στο οποίο η ιστορική μνήμη θα είναι φωτεινός οδηγός και όχι σκοταδιστική απόκρυψη και φανατισμός.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Ο εξ επιστολών Νίκος Ζερβός», Εισαγωγή του Λεωνίδα Χρηστάκη, εκδ. Χάος και Κουλτούρα, 1992.

 

 

Πρέπει να ανατρέξω στο παρελθόν. Κι’ είναι από το 1974-1975 που είδα το έργο «Μαύρο – Άσπρο» του Νίκου Ζερβού και του Θανάση Ρετζή. Ήταν η πρώτη φορά που γνώρισα τον Ζερβό σαν σκηνοθέτη, αφού τον έβλεπα σαν ενδιαφερόμενο αναγνώστη για τα περιοδικά μου «Κούρος» και «Panderma». Τώρα όμως ήρθε εκείνη η ώρα που «ανακαλύπτει» κάποιος έναν «άλλο άνθρωπο» από εκείνον που τον ήξερε να συμμετέχει ενεργά στα καθημερινά πλαίσια μιας κοινωνικής περιπέτειας. Φυσικά ο «άλλος» Νίκος Ζερβός υπήρχε και συνεχώς μου τροφοδοτούσε είτε με θαυμάσιες συνεργασίες στα περιοδικά μου από το 1976, είτε με εξτρέμ και όχι επιστολές στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, είτε με την βυζαντινίζουσα παρουσία του κι’ ακόμα με τις καιρούς ανίσως θαυμαστές ταινίες του, που έστω ορισμένες από αυτές, εάν δεν άρεσαν, εντούτοις σε καθήλωναν για το κουράγιο αυτού του ανθρώπου να συμβαδίζει σε μια παράλληλη γραμμή με το υπάρχον πνεύμα των εκάστοτε κινήσεων ιδεών, κι’ ιδιαίτερα τη σταδιακή ιδεολογική αποκλιμάκωση της νεολαίας.

Ο Νίκος Ζερβός, είναι για το Ελληνικό Κινηματογράφο – μακριά από τεχνικές και συννεφώδεις Αγγελοπουλικές ενδοσκοπήσεις – «ο λυσσασμένος αφρός της σύγχρονης αγωνίας». Αυτός ο χαρακτηρισμός δεν είναι μια φιλολογική υπερβολή. Για τον Νίκο Ζερβό είναι πέρα για πέρα αληθινός όταν ανατρέξεις μέσα στο δαίδαλο των τεσσάρων χιλιάδων επιστολών, διαμαρτυριών εναντιωτικών και καταφατικών θέσεων, παρεμβάσεων και μια αδυσώπητης περιπετειώδους αυτό-άμυνας και διορθωτικών κινήσεων κατά του ενός κατεστημένου που δεν επέτρεψε και δεν επιτρέπει καμιά παρέκκλιση από αυτό που λέμε «ακαδημαϊσμός» ακόμη και για μια έκφραση Τέχνης – την έβδομη – που δεν έχει ούτε ενενήντα χρόνια ζωής.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Διόνυσος, Εγώ δεν ήμουν σαν τον Υπέρβολο

Υπάρχουν μη παραγεγραμμένα εγκλήματα του Πελοποννησιακού πολέμου;; Παρακολουθήστε το κρεσέντο των πράξεων και γράφτε μου τι σας θυμίζουν πέρα από τα γεγονότα 427-385 π.Χ. Εγώ δεν ήμουν σαν τον Υπέρβολο από το ΔΙΟΝΥΣΟ φυσικά.

       

    Ήμουν πίσω του αφανής, αόρατος και πολύ προσεκτικότερος. Γιαυτό ζω ακόμα, ενώ αυτός εξοστρακίσθηκε, σατιρίστηκε από τον Αριστοφάνη, και έμαθα εκεί στη Σάμο ολιγαρχικοί τον πέταξαν στη θάλασσα μαχαιρωμένο. Το πήρα καλά το μάθημά μου από τις δολοπλοκίες της ζωής ότι δεν έμαθα από τα γυμνάσματα του Γυμνασίου και τα αθλήματα της ευγενούς άμιλλας εκεί στο Κυνοσάργες άλσος στην εφηβική μου ηλικία. Γόνος στρατιωτικής γενιάς με κτήματα στο Μαραθώνα έζησα πλούσια στα δύσκολα, προσεταιριζόμενος τους μέτοικους. Κάποιοι άνθρωποι θέλουν πάντα να εξουσιάζονται από κάποιους άλλους. Και όταν αντιστέκονται είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος να δημιουργώ τις συνθήκες της νέας υποδούλωση τους. Εύρισκα με το μάτι τους μοχθηρούς και δολοφόνους, αυτούς που για ένα μικρό αντίδωρο είτε στο σκοτάδι πισώπλατα είτε ξεσηκώνοντας με δημαγωγίες την εκκλησία του δήμου εξοστρακίσαμε τον καλό μου στρατηγό που μούμαθε ότι  ξέρω, σακατέψαμε όποιον πληβείο μας μπήκε στο μάτι. Ωραίο άθλημα η δημοκρατία όταν βασιλεύουμε εμείς οι υπόγειοι. Άρχοντες.
            Τα πολλά τετράδραχμα τάβγαλα από τα θεωρικά και τα μισθορικά, τόσους έφορες πρέσβεις και στρατηγούς κάλυπτα, πάντα μέσω τρίτων. Οταν οι Λακεδαιμόνιοι έκλεισαν τους κρουνούς της κρεπάλης, ανακάλυψα το φρέσκο στατήρα της Λυδίας. Εκεί δεν ήταν άλλωστε η πηγή;; Οι Σπαρτιάτες έβαζαν τους δικούς τους ανθρώπους παντού, οι Αθηναίοι έπαιρναν το χρήμα από όλους εκτός από Χιώτες και Λεσβίους που πλήρωναν με τριήρεις. Οι Πέρσες έμαθαν τέτοια κόλπα και από τους δύο έβαζαν και χρήμα και ανθρώπους δικούς τους.

Διαβάστε περισσότερα