ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ: Αυτοανθολογία Μέρος 21, Μέρος 22, Μέρος 23
ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
(Κείμενα 1-80)
(1971 – 1979)
Θέλω να μιλήσω για τα πράγματα απόψε. Για τα πράγματα που ευγενικά, κάνοντας τα λίγα βήματα που έχουν απομείνει, σηκώνονται στις μύτες των δακτύλων κι αχινόυν την τελευταία τους κραυγή. Ευγενικά· και με χάρη· μα ωστόσο με μιαν αποφασιστικότητα και με μία θλιμένη τόλμη· σπρώχνοντας τα χέρια προς τα κάτω, σφιχτά στους γοφούς, τεντώνοντας τον λαιμό, με την επίγνωση πως έχουν ήδη εγκαταληφθεί, πως έχουν κιόλας τελειώσει αυτό που η άκρη τού διαζώματος σχεδόν πάντα προκαλεί, με την εκκίνηση. Με μιαν εκκίνηση εσωτερική, προσφέροντας προτιμότερα τον εαυτό τους.
“ΚάΓΙΑ”
ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Κείμενα (149) – (167), Φεβρουάριος – Ιούλιος 1986
(έκδοση: Ιούνιος 1987)
Κείμενα (168) – (197), Αύγουστος – Νοέμβριος 1986
(έκδοση: Μάρτιος 1987)
Κείμενα (198) – (208), Δεκέμβριος 1986 – Ιανουάριος 1988
(έκδοση: Φεβρουάριος 1988)
________________________________________________
Γιάννη Σ. Χρυσούλη:”Οι Σημειώσεις ενός ανθρώπου”
Κείμενα (1) – (80), 1971 – 1979
________________________________________________
@ Γιάννης Σ. Χρυσούλης
Εθνάρχου Μακαρίου 6. Πολύδροσο Αμαρουσίου 15125
Τηλ. 6807855
________________________________________________
Για την πολυτονική έκδοση:
Η περισπωμένη διατηρείται μόνο στα ερωτηματικά πού και πώς και στις λέξεις στις οποίες ήδη υπάρχει σαν διακριτικό σύμβολο από τις όμοιές τους με διαφορετική έννοια.
“ΚάΓΙΑ”
Εθν. Μακαρίου 6, Πολύδροσο 15125. Τηλ. 6807855 Αθήνα
________________________________________________
Κάγια: Μία αγαπημένη παραλία τής Μυτιλήνης
(1) Στην Κατερίνα Λ. 1971
Όπως σού ʽλεγα λοιπόν…
Τα κύματα οδηγούσαν έναν επιτάφιο στις καμπούρες των βουνών
κατά πάνω μου προχώραγε ο καιρός
φύσαγε απʼ τη θάλασσα.
Νάσαι στεριά και να τα δέχεσαι όλα αυτά!
Ο τής ανεμικής σφοδρότητας ανάλογος βομβαρδισμός αρμοφόρων πτυέλων στα βράχια σου
Η δολίως φθείρουσα τερηδόνα τής παραμένουσας άρμης
Η υποβόσκουσα ψηγμοδίαιτος κουφόβραση των νερών στα σπήλαια των εκτεθειμένων σου πετρωμάτων
Αι προεκσπερματικαί ανορθώσεις εν είδει ετοίμου κόμπρας των επιμόνως κοκκοποιούντων φιλημάτων
Οι περιοδικοί αναρροφώμενοι λιγμοί
μη ανακοπησών εν τη οδώ κεκτημένων ταχυτήτων
Η ατέρμων κατακόρυφος κοχλίωση των δινών
Αι υπό τής ομίχλης συρόμεναι όρθιαι διατρηθείσαι κραυγαί
Και ʽκείνες οι διαστροφές τού αγέρα:
κατά το σχήμα σας
κατά τη θέση σας
Νυν και αεί. Νυν και αεί.
Στους προσεκτικούς και επιμελείς υπηρέτες τού πνεύματος αφιέρωσε το.
Και μη με κοιτάζεις έτσι Ιερέα τής Απόγνωσης! ![]()
(2)
1975
Και τώρα κάθεσαι και με κοιτάς χωρίς να περιμένεις
και σε ακούω που επιστρέφεις ήσυχα στη γοητεία τής στιγμής που λύθηκε ο δεσμός
κοντά σε ʽκείνους τούς ερωτικούς που απαλλοτριώθηκαν
τούς βιαστικούς, που πρόδωσαν την επίπεδή τους φύση.
Ο χώρος σου έγειρε πολύ αδερφέ.
Στα σταυροδρόμια, στις αυλές και στα ζεστά κρεββάτια
ένα ύπουλο φώς αλλοιώνει τις διαθέσεις:
είναι τα υποχρεωτικά φίλτρα! Τα υποχρεωτικά φίλτρα τού Ήλιου!
Οι τρελλοί σου άρχισαν να συνηθίζουν τα δεκανίκια τους
και δεν μπορούμε να βγούμε από την άλλη μεριά τής πόρτας
Σε κάθε καινούργια εμφάνιση τού προβλήματος
πληθαίνουν όσοι υποκύπτουν στις οριζόντιες λύσεις.
Κάτι έχει πεθάνει πίσω απʼ τα χαρτιά στους τοίχους· σώστε τούς τοίχους! Σώστε τούς τοίχους!
Αδερφέ δεν πιστεύω πια το γέλιο των παιδιών μας.
Σηκώνεται και πέφτει σαν θρήνος επινίκιος
στις παρανοϊκές σημαίες που μάς εμπαίζουν.
Κάτω απʼ τα νύχια τους βρίσκω μία λάσπη ύποπτη που δεν μυρίζει χώμα
κι όλο το βράδυ ξύνουν το κορμί τους από μία γλύτσα πλαστικιά.
Μία μισοτελειωμένη χειραψία κρέμεται στις παλάμες τους το μεσημέρι
και κάθε απόγευμα μάς τα δανείζουν τα σχολειά ως το πρωί
με δυό οθόνες στη θέση των ματιών τους που τα κρατούν για ενέχυρο.
Αδερφέ φοβάμαι αυτές τις ανώνυμες εταιρίες με το
χαμόγελο.
Μαθαίνουν στα παιδιά μας τί θα πει ευτυχία.
(3)
1974/75
“Εγώ… εγώ είμʼ ένας Κληρονόμος!
Συγχωρέστε με… δέν θέλω νά σάς θίξω. Δικά σας είνʼ όλα… δικά σας!
Σάς παρακαλώ… Σάς παρακαλώ· μή μού κακιώνετε. Εδώ… βλέπετε πόσο ειλικρινά λυπάμαι· πόσο ειλικρινής είναι η μεταμέλειά μου. Δέν τόθελα· μού ξέφυγε.
Επιτρέψτε μου· επιτρέψτε μου νά σάς κρατήσω ακόμα μιά στιγμή τό χέρι. Δέν θέλω νά κάνω καμμιά απερίσκεπτη κίνηση τώρα. Ξέρω πόσο εύκολα μιά μικρή κίνηση μπορεί νά τʼ αλλάξει όλα. Μιά τόση δά μικρή κίνηση! Είναι νʼ απορεί κανείς πόσο εύθραυστη είναι η ευαισθησία τών άλλων· αυτών που δέν έχουν τήν ανάγκη… Μά πάλι παρασύρθηκα. Ελάτε· συγχωρέστε μου τή νευρικότητά μου. Ήταν τόσο απότομο γιά μένα. Είχα τόσον καιρό νά τό θυμηθώ…
Αφίστε μου μιά στιγμή ακόμα τό χέρι σας. Ευαρεστηθείτε νά εγκαταλειφθείτε. Δυό βηματάκια μονάχα· ίσαμε αυτό τό τραπεζάκι μέ τίς καρέκλες… Άν μού επιτρέπατε νά σάς προσφέρω κάτι… Τό ξέρω είναι πολύ… μά… επιτρέψτε μου νά τολμήσω. Ναί, ναί· μέ πλήρη επίγνωση τής τιμής που μού γίνεται. Μέ όσο τό δυνατόν πληρεστέρα.
Ελάτε· ένα βήμα ακόμη. Ευχαριστώ. Σάς ευχαριστώ.
Είστε καλά; Είναι βολικιά η καρέκλα; Τό τραπεζάκι μήπως κουνιέται;… Ναί; Σταθείτε· αμέσως θά τό διορθώσω… Εδώ· θά βάλω αυτό τό διπλωμένο χαρτάκι κάτω απʼ τό πόδι… Έτσι… Νά λοιπόν· εντάξει· τώρα είναι εντελώς ακίνητο.
Ναί, τό καταλαβαίνω. Είμαι ανήσυχος. Ακούστε· φοβάμαι τόσο μήν φύγετε. Μήπως βαρεθείτε ξαφνικά. Επιτρέψτε μου νά σάς παρακαλέσω νά μέ τιμήσετε μέ τήν ανεκτικότητά σας. Εξαντλείστε τήν γενναιοδωρία που θά διαθέτατε σέ μιά παράκληση ανυπόκριτη που θά σάς συγκινούσε, σʼ αυτό. Μόνο σʼ αυτό… Μού εγγυάσθε; Καί πάλι σάς ευχαριστώ. Σάς ευχαριστώ.
Καταλαβαίνω τούς δισταγμούς σας. Σχεδόν μαντεύω μιά… φρίκη. Ώ, σάς δικαιολογώ απόλυτα. Θά καταντούσε σχεδόν αφύσικο. Αλλά… πώς θά τό μάθουν; Σείς… πώς θά ήταν δυνατόν νά τό μνημονεύσετε; Όσο γιά μένα… Ξέρετε πόσο μέ αποφεύγουν. Γνωρίζω καλά τό γέλιο τους… Όμως αυτό… αυτό ακριβώς είναι η δική μου χαρά. Κι αυτό είναι η τρανή… ναί… εμφανέστατη απόδειξη τής παραχώρησης που μού γίνεται. Κι εγώ… τολμώ νά πώ… έχω αρχίσει ήδη νά κατέχω τό ήμισυ τού κοινού αυτού χρόνου που μάς ενώνει. Ναί. Ήδη μεταβάλλομαι.
Γιά τόν τόνο που αποκτά η λέξη, έχετε δίκιο. Έχετε απόλυτο δίκιο. Ιδιαίτερα όταν προφέρεται από ένα υποκείμενο στήν δική μου κατάσταση… Μιά τέτοια λέξη μάλιστα… Συμφωνώ ότι η οικειότης τήν οποία προϋποθέτει είναι ανεπίτρεπτος. Καί εδώ ακριβώς θά μπορούσε νά τοποθετήσει κανείς τόν επικίνδυνο δόλο. Στήν προϋπόθεση τής οικειότητος… Έπειτα είναι αυτή η εμφαντική απαιτητικότης που προβάλλει. Μιά απειλητική διάθεση. Ένα είδος τελεσιγράφου… «Πώς τολμάτε!»… Μπορώ νά πώ… ήταν επιεικής η αναφώνησή σας. Τί λέω! Επιεικεστάτη!… Κληρονόμος!… Αντιλαμβάνομαι ότι αυτό θίγει τήν ιερότητα τού αισθήματος ιδιοκτησίας οποιουδήποτε έντιμου ανθρώπου. Ο οποιοσδήποτε θά είχε υποχρέωση νά αγανακτήσει.
Είναι αλήθεια ότι όλα αυτά έπρεπε νά τά σκεφτώ πιό πρίν. Εκ τών υστέρων… Ώ… μά εσείς δέν θʼ αφίσετε νά σάς διαφύγει η ειλικρίνειά μου. Η ειλικρίνεια τής συντριβής μου… Είμαι βέβαιος. Ιδιαίτερα εσείς.
Γιατί εσείς; Μά… ώ, βέβαια, βέβαια. Πώς είναι δυνατόν. Εσείς… Είστε τόσο νέος. Τί ασυγχώρητα αφηρημένος που είμαι!… Κι όλη αυτή η καταπληκτική ομοιότης!… Επιτρέψτε μου νά σάς παρατηρήσω λιγάκι… Αυτά τά χαρακτηριστικά!… Μόνο μιά πιό εσωτερική συγγένεια μπορεί νά τά δικαιολογεί… Μά όχι! Πώς είναι δυνατόν νά σάς άφισα νά εννοήσετε έστω καί τήν πιό ελάχιστα επιλήψιμη πρόθεση στά λόγια μου! Ο πατέρας σας… επιτρέψτε μου… τίποτε άλλο εκτός από θαυμασμό… καί… σεβασμό δέν θά μέ παρακινούσε νά τόν αναφέρω. Έχω… έχω τήν τιμή νά χρωστώ τήν ζωή μου!… Καί εξ άλλου είναι πιθανόν… ναί, είναι πιθανότατον λόγω τής εξαιρετικά ιδιαιτέρας περιπτώσεως, νά τό είχε συγκρατήσει· καί ίσως θά σάς τό ανέφερε κι εσάς… Δέν θυμάστε τίποτα τέτοιο; Δέν πειράζει. Δέν πειράζει.
…Ήταν κάτι δύσκολο. Ένα εγχείρημα που απαιτούσε ικανότητες, τολμώ νά πώ, ενός όχι συνηθισμένου ανθρώπου… Δέν μιλώ γιά τήν επιστημονική ικανότητα. Εδώ… έμπροσθεν τών επισήμων τίτλων θά ήταν φτωχός ο δικός μου έπαινος. Άλλωστε… πώς θά επελαμβανόμην εν μέσω τής αγνοίας μου! Αλλά εις τόν ανθρώπινον… εις τόν ανθρώπινον τομέα, κάνοντας χρήση τής ελαχίστης μου αναλογίας, έχω τήν δυνατότητα νά εκτιμήσω…
Στίς τόσο συχνές περιγραφές, από πολλά παρευρεθέντα πρόσωπα τού περιβάλλοντός μου, που συνόδευσαν τά πρώτα μου χρόνια, ενατένιζα μέ άπειρη ευγνωμοσύνη τήν αριστοκρατική αυτή φυσιογνωμία που μεγαλόκαρδα καταδέχτηκε εξασκώντας τήν θεία του τέχνη, νά λερώσει τά χέρια εκείνα που σέ τόσων επιφανών προσώπων τούς απογόνους χάρισαν τό φώς, μέ τά επίτοκα υγρά μιάς ανύμφευτης λεχούς στόν βρώμικο προθάλαμο τού αστυνομικού τμήματος καί νά υπομείνει τόσους κόπους μέχρι τό τέλος…
Ακούστε. Έχω γεννηθεί κρατώντας μέ τό χέρι τό κεφάλι μου.
Είναι δύσκολη στάση. Οι πιό πολλές μανάδες δέν αντέχουν. Όσο γιά τά παιδιά… Αλλά θεωρώ τήν έκπληξη τού πατέρα σας, σάν ελαχίστη… ελαχιστοτάτη εξόφληση τού τεράστιου χρέους μου. Παρακαλώ… Παρακαλώ. Επιτρέψτε μου νά έχω τήν τιμή νά εκτιμήσω εγώ ο ίδιος τό τί χρωστώ… Άλλωστε δέν θά επιμείνω παρά μόνον σʼ αυτήν τήν επίγνωση. Μιά πράξη εξοφλήσεως μπορεί νά είναι τόσο ενοχλητική… Μήν ανησυχείτε, θά διατηρήσω τήν ευαισθησία μου… Θά ήταν πολύ λοιπόν άν ζητούσα τήν υποχωρητικότητά σας σʼ αυτό τό θέμα; Εννοώ τής επίγνωσης… Ευχαριστώ. Ευχαριστώ!
«Μωρέ γιά δές εκεί τόν μούλο πώς κρατάει τό κεφάλι του! Τί έκανες βρέ μπάσταρδε μέσʼ στή κοιλιά τόσους μήνες; Τά χτήματά σου μέτραγες;».
«Ο κύριος Αστυνόμος ασφαλώς έχει λεπτόν πνεύμα! Ο νεαρός είναι πράγματι κληρονόμος! Καί βέβαια δέν μιλώ γιά τήν νεκρά, ούτε γιά τά κουρέλια που τήν συνοδεύουν… Ποιός θά τόν πάρει; Εσείς δεσποινίς; Προσέξτε παρακαλώ τό χέρι. Μή τό βιάσετε. Θά αποκτήσει σέ λίγο καιρό τήν κινητικότητά του. Είμαι σίγουρος. Πάντως είναι η πρώτη φορά που συναντώ τέτοια στάση. Περίεργο… πολύ περίεργο!… Αφίνω τά υπόλοιπα στήν ευσυνειδησία σας κύριοι. Δέν χρειάζεται νά μέ συνοδεύσετε Αστυνόμε. Χαίρετε».
Αντιλαμβάνεσθε τώρα -σάς μετέφερα πιστά τήν σκηνή- τήν επιμονή μου; Διακρίνετε τήν ποιότητα τού χρέους;… Η μεγάλη αυτή μορφή υπήρξε… ναί, παίρνω τό θάρρος μέ τήν άδεια σας, εκτός τών άλλων καί ένα είδος πνευματικού πατρός… Όταν απεσύρθη, ο στυγνός εκείνος χώρος είχε πληρωθεί μέ τό μυστήριον μιάς βαπτήσεως. Πιστέψτε με… Πιστέψτε με… Υπό τήν κατοχή τού μυστηρίου αυτού διατελώ μέχρι σήμερον. Υπό τήν πλήρη κατοχή του.
Η συγκίνησή μου… Επιτρέψτε μου παρακαλώ νά εγερθώ…
Μήν… μήν ανησυχείτε. Μήν ταράζεσθε. Δέν είναι τίποτε. Μιά περαστική χλωμάδα. Θά οφείλεται φαίνεται στό κάθισμα… Μή… μήν ανασηκώνεσθε σάς παρακαλώ. Θά μού περάσει… Αμέσως τώρα θά μού περάσει.
Βλέπετε… Έχω χάσει τή συνήθεια νά κάθομαι· εδώ καί πολλά χρόνια…
Ώ, δέν έχω νά κατηγορήσω κανέναν γιʼ αυτό. Εγώ ο ίδιος διάλεξα τήν όρθια στάση. Δέν ήθελα νά κυριευθώ από τήν αναμονή. Γιατί αυτή… κυριεύει. Ναί… ναί, κυριεύει ύπουλα καί σιγά. Κι ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος όταν είναι κανείς καθιστός. Βολεύεται χωρίς νά τό καταλάβει. Καί τότε η αναμονή είναι αυτό που περιμένει. Ναί. Ανακαλύπτει πως αυτό που εκείνος ανέμενε ήταν η ίδια η αναμονή. Πως πιά δέν έχει νά περιμένει τίποτα. Όμως τότε… τότε πρέπει νά επιστρέψει αυτή τή σχέση. Η ίδια… η ίδια η σχέση απαιτεί τήν επιστροφή της. Κι αυτή η απαίτηση διαποτίζει ολοκληρωτικά. Διεισδύει στό βάθος… στό μεδούλι τών κοκκάλων… εμφορούνται τά αιμοσφαίρια καί ιχνηλατεί η ίδια τόν δρόμο, ναί… τόν δρόμο τής επιστροφής· κι εκείνος… εκείνος ορμάει νά βρεί τό μέρος.
…Είναι τόσο φριχτό νά βλέπει κανείς τούς ανθρώπους νά στήνουν τόν δρόμο τους.
Δέν σάς έτυχε ποτέ νά δείτε κανέναν που νά ψάχνει μʼ έναν περίεργο τρόπο; Ανήσυχος ερευνά τήν περιοχή… τά σπίτια… παρατηρεί ενοχλητικά τούς διαβάτες… ύστερα δοκιμάζει τό έδαφος μέ τό πόδι του… τό αφουγκράζεται επίμονα… οσμίζεται μέ βαθειές ανάσες… κι όλη αυτή τήν ώρα σκυφτός σάν νά κουβαλά κάτι μέ πολύ κόπο. Προχωρεί λίγα βήματα κι αρχίζει ξανά… κι αυτό επαναλαμβάνεται πολλές φορές… μέχρι που αποφασίζει πως είναι στό μέρος. Τότε σιγά σιγά, σάν νά πρόκειται γιά κάτι πολύτιμο, ακουμπά τό αόρατο βάρος. Κι έπειτα δρασκελάει ένα ύψος που κανείς δέν βλέπει κι αρχίζει απορροφημένος ολόκληρος νά βαδίζει μέ άπειρη προσοχή ισορροπώντας πάνω σέ μιά γραμμή ορατή μόνο σʼ αυτόν, κάνοντας κινήσεις σάν ακροβάτης… πάντα στό ίδιο μέρος… Πάντα.
Κι είναι πολλοί… ακούστε με… είναι αφάνταστο πόσο πολλοί είναι. Σηκώνονται ξαφνικά απʼ τά δωμάτια που κάθονται κι αφίνοντας ανοιχτή τήν πόρτα πίσω τους βγαίνουν ψάχνοντας. Καί καθʼ ένας θέλει τό δικό του μέρος, μόνο τό δικό του· καί ψάχνει γιʼ αυτό… έτσι σκυφτός… ώσπου νά τό βρεί καί νʼ αποθέσει εκεί τόν δρόμο του…
Όμως εγώ μιλώ γιά κάτι σχέσεις ανεπίστρεπτες! Εγώ… εγώ αναμένω τήν μεταβολή μου! Είμαι μιά μεταβολή που αναμένει τήν επόμενή της. Αλλά… όχι… όχι, εγώ είμαι η αναμονή. Είμαι η αναμονή τής προηγούμενης μεταβολής μου γιά τήν επόμενη. Ή μάλλον… ναί, είμαι η επίγνωση αυτής τής αναμονής! Είμαι μιά επίγνωση.
Κι εγώ… εγώ τούς δρόμους τούς έχω απορρίψει! Εγώ αναμένω όρθιος! Εγώ είμαι ένας κληρονόμος!
Μά… όχι… όχι, ελάτε, δέν τό λέω εγώ αυτό. Είναι τό έρκος… τό έρκος που φεύγει μόνο του από τούς οδόντας! Κατηγορείστε αυτό! Εγώ… είμαι ο αναμένων. Ναί. Αυτό θά μού ταίριαζε. «Ο Αναμένων»!. Λέγετέ με έτσι. Ή καλλίτερα, ο «Όρθιος Αναμένων»! Ναί. Ο «Όρθιος»!
Κι εκείνος τό ήξερε. Κι εκείνος.
Είπαν πως όλα έγιναν ξαφνικά. Πως ποτέ δέν είχε δοθεί λαβή γιά νά υποψιαστεί κανείς κάτι. Άλλωστε πώς θά τολμούσε κανείς νά επιτρέψει στόν εαυτό του νά ατενίσει μέ βλέμμα που έκρυβε κάποια κριτική! Κάποια υπόνοια έστω κριτικής διάθεσης. Εδώ… όλες οι σκέψεις καθυστερούσαν. Όλα τά συμπεράσματα ανεστέλλοντο, μέχρις ότου ακουστεί η γνώμη εκείνου… Κι άν υπήρξε ποτέ αμφιβολία -ήσαν οι καλλίτεροι που τό υποστήριξαν-, η αμφιβολία αφορούσε στούς ίδιους. Ήταν κάτι σάν μιά διστακτικότητα νά δεχθούν, επιτέλους, ότι είχαν εννοήσει σωστά… Κι έπειτα.. έπειτα, ποιός αληθινά θά μπορούσε νά τό φανταστεί! Ποιός απʼ αυτούς νά τό μαντέψει! Κι αφού αυτοί, που τό μεγαλύτερο μέρος τών καθημερινών εν υπηρεσία -καί πολλές φορές εν αργία- σκέψεών τους, εστρέφετο γύρω από ʽκείνον, δέν μπόρεσαν… δέν διαισθάνθησαν καμμιά, ούτε λεπτή, λεπτωτάτη έστω, ρωγμή, στό συμπαγές αυτό, αυτόφωτο καί αυτάρκες σύνολο που αποτελούσε εκείνος… αφού όχι αυτοί, ποιός… ποιός άλλος;
Αυτοί… Όταν στήν προσπάθεια νά τού δείξουν τήν αφοσίωσή τους, προσέφεραν τούς εαυτούς τους ελπίζοντας άγρια νά ενοχληθούν… εκείνος δέν είχε δεχθεί νά ενοχλήσει κανέναν. Έκπληκτοι, έβλεπαν νά παίρνει τίς επιδαψιλεύσεις καί τίς περποιήσεις τους χωρίς έκπληξη, εύκολα κι απλά, χωρίς καμμιά συναίσθηση υποχρέωσης, σάν νά ανελάμβανε μέ μιά γλυκιά καταδεκτικότητα νά τίς μεταφέρει αυτούσιες, όπως τού παρεδόθησαν, σέ κάποιον άλλον. Κι όταν αυτοί, ώρες ολόκληρες, εξαντλούσαν τήν ειλικρίνειά τους σέ μιά εξομολόγηση, μέ τήν αμυδρή ελπίδα νά αποσπάσουν τήν δική του…, έβλεπαν τό βλέμμα του νά σημαδεύει μέ εξαιρετική σοβαρότητα τό κέντρο τους, ενώ εκείνος, δοσμένος ολόκληρος σʼ αυτή τήν ακρόαση, κουνούσε καί στίς πιό τραγικές αφηγήσεις, μέ τό ίδιο φιλικό χαμόγελο, τό κεφάλι, ώσπου στό τέλος, μετανοιωμένοι γιά τήν πρόθεσή τους, τού απεκάλυπταν τίς πιό λεπτές τους πτυχές γιά νά δεί πως τόν είχαν συγχωρέσει…
Κι ακόμα καί τήν προηγούμενη μέρα… όταν είχε ορμήσει μέσα σάν νά τόν κυνηγούσαν, πελιδνός κι αδυνατισμένος σέ μιά νύχτα ξαφνικά κι άρχισε νά ουρλιάζει πως αυτόν δέν είχε δικαίωμα κανείς νά τόν δικάσει… πως τό παιδί ήταν δικό του, εντελώς δικό του!… πως ήταν αυτός!.. αυτός, ο ίδιος… πως εκείνος είχε αναλώσει τή ζωή του, είχε εξαντλήσει τό ταλέντο του μόνο καί μόνο γιά νά τό προστατεύσει… κι όταν άρχισε νά πέφτει στά πόδια τους καί νά τούς εκλιπαρεί νά δούν πόσο αυτός είχε δεχθεί νά μεγαλώσει, γιά νά παραμείνει στήν τρυφερή του ηλικία εκείνο… πόσο είχε δεχθεί νά σκληρύνει, ώστε τίποτα νά μήν μπορεί, διαπερνώντας τον, νά θίξει τήν λεπτή του ευαισθησία… πως είχε υπομείνει τίς δικές του αργές παραμορφώσεις, γιά νά τό διατηρήσει στήν αρχική του ομορφιά… νά δούν μέ πόσους καί πόσους συμβιβασμούς καί υποχωρήσεις είχε δεχθεί νά διαφθαρεί, γιά νά διατηρηθεί η γλυκειά του αθωότης… κι όταν άρχισε νά τούς φιλεί τά χέρια, παρακαλώντας τους νά μετρήσουν τά δάκρυα που έχυσε, ώστε νά μήν τού λείψει ποτέ τό γέλιο… πως αυτός… αυτός ανέλαβε τήν εκτέλεση καί τήν πλήρη ευθύνη τής Εκδικήσεως καί πως ποτέ, ούτε καί μιά έστω φορά, δέν έλειψε, στό πρώτο κάλεσμα, νά παρουσιάσει τόν λεπτομερή απολογισμό του πάνω σʼ αυτό τό θέμα που τόσο τό απασχολούσε κι άς τό ρωτήσουν… άς τό ρωτήσουν άν πάντα δέν επέστρεφε γεμάτο ικανοποίηση στά χαρούμενα παιχνίδια του! Κι όσο γιά ʽκείνη τή φορά που αυτός νόμισε ότι είχε αγαπήσει πολύ καί τό ικέτευε… αυτό είχε χτυπήσει μέ τέτοιο πείσμα τό μικρό του πόδι κάτω κι είχε αστράψει μέ μιά τέτοια λάμψη τά μάτια του, που δέν άντεξε νά τό εγκαταλείψει καί τού παρέμεινε πιστός θυσιάζοντας…
Κι όταν βγήκε έξω φωνάζοντας ότι δέν θά τούς τό επιτρέψει, ότι δέν θʼ αφίσει κανένα νά τού τό πάρει… ακόμα καί τότε κανείς δέν φαντάστηκε. Καί τήν άλλη μέρα, όταν τόν είδαν νά ετοιμάζεται… πάλι κανείς δέν είχε συνέλθει γιά νά μπορέσει νά σκεφτεί. Κι όταν μʼ όλα τά εργαλεία έτοιμα, τούς πρόσταξε νά τόν αφίσουν μόνο κι αυτοί κοιτάχτηκαν έντρομοι ψάχνοντας ασυναίσθητα γύρω γιά τήν ετοιμόγεννη… αυτός τούς έσπρωξε έξω καί παρέμεινε…
Έμπλεοι στά μίγματα τών αποριών τους είχαν αφαιρεθεί, όταν ακούστηκαν τά πρώτα βογγητά. Καί ίσως ο ιδρώτας στίς συστρεφόμενες παλάμες τους νά τούς έκανε νά σηκώσουν τά μάτια… Κι εκεί… ερευνώντας εναγώνια τά έξαλλα βλέμματά τους, ίσως νά παρουσιάστηκε η πρώτη νύξις. Καί όρμησαν μέσα… Καί τόν είδαν! Είδαν τό οπλισμένο χέρι του νά εκτελεί τήν αποκόπτουσα τροχιά του. Είδαν τήν αχνίζουσα διασπορά τών εντοσθίων… Καί κανείς… κανείς δέν ετόλμησε νά τόν σταματήσει, όταν εκείνος, μέ ανορθωμένες τίς τρίχες τής κεφαλής του, απενέμετο είς τόν ομφάλιον λώρον του!
Είπαν… είπαν πολλά!… Ο φοβερός φόρτος τού λειτουργήματος… η συνεχώς επαναλαμβανόμενη διαδικασία… Η εικόνα τής επιτόκου, που θά έπρεπε νά τόν κατέχει διαρκώς…
Όμως κανείς δέν ξέρει! Κανείς δέν κατάλαβε! Κανενός η διαίσθησις…
…Είναι τόσο ευγενικιά η χειρονομία σας! Επιτρέψτε μου νά μήν καθίσω. Θά σάς πείραζε νά παραμείνω όρθιος, εδώ στό πλάϊ σας, χωρίς νά σάς κρύβω τή θέα; Όχι; Ευχαριστώ… Διατηρώ τήν εκφραστικότητα τής αβρής σας χειρονομίας. Αυτό μού φτάνει.
Πώς είναι δυνατόν νά τά ξέρω όλα αυτά;… Επιτρέψτε μου. Θά σάς εξηγήσω. Αλλά ακούστε. Ξέρετε ότι εκείνο τό τελευταίο βράδυ ήμουν μαζύ του; Δέν θάταν δυνατόν νά τό φαντασθείτε; Κι όμως έστειλε καί μέ κάλεσαν! Μή… μή μέ διακόπτετε! Παρακαλώ…
Είδα ένα θέαμα θλιβερό… Ναί… ναί, εγώ τό λέω αυτό! Καλά ακούσατε… Μιά ύπαρξη ρουφηγμένη ήταν εκεί… τόσο ξεκομμένη από τό περιβάλλον, τόσο έντονα προβαλλόμενη που, γιά μιά στιγμή, νόμισα πως τόν άκουσα… ναί, ναί είχα ακούσει τόν ήχο που τόν απομυζούσε συνθλίβοντας τίς εσωτερικές του διαστάσεις…
Αμέσως ήξερα! Ήδη ήξερα! Η… τολμώ νά πώ, προέκτασή μου, εγνώριζε… Ναί, ναί! Αυτή η προέκτασή μας στό μέλλον, που μάς διαφεύγει κι ωστόσο… ωστόσο, είναι τόσο σημαντική! Αυτή ξέρει, αλλά εμείς… εμείς δέν έχουμε μάθει νά τήν ακούμε!.. Ώ, άν σάς τύχει… άν σάς συμβεί νά νοιώσετε κάτι, μήν τό παραμερίσετε χάριν ενός συλλογισμού! Συγκρατήστε το… ασκηθείτε στό νά τό συγκρατείτε! Ποτέ δέν θά διαψευσθεί!
Κι εγώ… γιʼ αυτό ήξερα! Ήξερα πως τόν είχε λάβει. Πως τού είχε αποσταλλεί. Κι αυτός ήταν εκεί… εκτεθειμένος… ορατός στήν πρώτη ματιά.. Επιδεικνύοντας μέ θανάσιμη κακεντρέχεια τήν ύπαρξή του. Γνωρίζοντας ασφαλώς τό ανέφικτο τής άρνησης που προκαλούσε. Βιάζοντας μέ κακία τό βλέμμα, εγκατέλειπε τό ανεξίτηλο ίχνος του στόν λευκό του φορέα, τονίζοντας τήν αιχμή τής απειλής που τόν μετέφερε ώς εδώ απʼ τήν πηγή του…
Σάς έχει τύχει νά μετρήσετε ποτέ ανθρώπους; Στή σειρά;… Αλήθεια, πέστε μου, έχετε φανταστεί ποτέ πώς μιά τρυφερή καρδιά θά μπορούσε νά σταματήσει τήν απρόσεκτη βιαιότητα τού αγαπημένου της χεριού, πάνω σέ κάποια αντικείμενα που ίσως συμπαθεί;… Στό περιβάλλον μου, στό περιβάλλον μου… επιτρέψτε μου, όπου η σπανιότης επιβάλλει τήν χρήση ορισμένων απʼ αυτά γιά πολύν καιρό, θά τήν άκουγα: «Έλα, πάψε, φτάνει πιά! Είναι φριχτό! Είναι σάν νά μετράς ανθρώπους!»…
Σάς τό λέω γιατί εκείνος… εκείνος, είχε αναγκαστεί νά μετρήσει. Είχε αναγκαστεί νά ονομάσει μέ έναν αριθμό αυτούς που τά ονόματά τους είχαν εξαλειφθεί διά παντός, αυτούς που παρέμεναν ακατανόμαστα καταχωρημένοι στούς φοβερούς φακέλλους που πάντα… πάντα αγνοήθηκαν από τήν Ιστορία… Καί τί είναι η Ιστορία! Τί ξέρει η Ιστορία απʼ αυτά! Τί ξέρουν οι ογκώδεις τόμοι που συνθλίβονται από τό ίδιο τους τό άχρηστο βάρος!… Πόσο σκληρά τυφλός πρέπει νά είναι ένας συγγραφέας, πόσο φριχτά μορφωμένος, γιά νά μπορεί νά προσβάλλει έτσι τόν άνθρωπο!…
Εκείνος είχε υποφέρει. Είχε αναλωθεί σʼ αυτήν τήν αντίστροφη μέτρηση. Ήθελε νά μάθει τίς ζωές όλων, τού καθενός χωριστά, γιά νά μπορέσει νά φτάσει στήν αρχή. Όμως οι πληροφορίες ήταν ελάχιστες. Τά κείμενα απέκρυπταν αντί νά αποκαλύπτουν… Καί μόνο κάτι εικασίες ήταν δυνατόν νά γίνουν. Ναί. Εικασίες μόνο…
Μά όχι… όχι. Αρκετά ώς εδώ. Δέν μπορώ νά συνεχίσω πιά. Δέν θέλω νά επαναλάβω. Μού φτάνει μιά φορά. Αρκετά υπέφερα…
Άν ξέρατε πόσο προκλητική είναι η αθωότης που διακρίνω επάνω σας! Άν μπορούσατε νά αντιληφθείτε καί ένα μικρό έστω μέρος τού κινδύνου που διατρέχετε!…
Ώ, είναι τόσο ειρωνική η κίνησή σας! Έχετε δίκιο. Πώς θά ήταν δυνατόν νά υποτιμήσετε τόσο τόν εαυτό σας, ώστε νά φαντασθείτε ότι κινδυνεύετε από ʽμένα!…
Ήδη δέν σάς διέφυγε ότι προσπαθώ νά δικαιολογηθώ; Μά πώς καταφέρατε καί διαβάσατε τήν καρδιά μου; Τόσο έντονα εξεδήλωσα τήν ιδιότητά μου; Τόσο λίγο μέ προστάτευσε η υποκρισία μου;…
Αλλά δέν είναι έτσι εντελώς! Υπάρχει ένας συντελεστής που διαφεύγει τήν προσοχή… Τά πρόσωπα μπερδεύονται χωρίς οίκτο… Χωρίς κανέναν οίκτο γιʼ αυτόν που προσπαθεί νά εννοήσει… Κι αυτός ο συντελεστής αποκαλύπτεται μόνο στό τέλος, όταν πιά δέν μπορεί νά υπάρξει άλλη εκλογή. Όταν καμμιά εναλλακτική λύση δέν μπορεί νά αποκλίνει από τήν αναπόφευκτη πορεία τών πραγμάτων…
Ναί, τόν διέφθειρα!
Κι όμως… κι όμως, όλη μου η προσπάθεια ήταν νά τόν προστατεύσω!… Διέτρεχε τόσους κινδύνους… Τόν περιέβαλλαν τόσες παγίδες… κι αυτός δέν διέθετε ικανό μέτρο καί ακριβώς… ακριβώς λόγω τής ελλείψεως αυτής γιά τήν οποία υπεύθυνος ήταν η αθωότης του, κινδύνευε νά διαφθαρεί μέτρια. Καί τό νά διαφθαρεί κανείς μέτρια σημαίνει νά γίνει πρόστυχος ή έστω καλλιτέχνης. Ενώ εγώ ήθελα νά τόν υψώσω υπεράνω τής τέχνης που επιθυμούσε! Καί τί είναι ένας καλλιτέχνης! Αυτός έπρεπε νά γίνει ερευνητής! Ήδη η Εκδίκησις τού είχε προσφερθεί!
Έχετε δίκιο.. Δέν θά μπορούσε ποτέ νά μού τό συγχωρέσει.
Όμως… όμως, ακούστε, οι σημειώσεις του… οι σημειώσεις του υπάρχουν. Τίς έχω διαφυλάξει. Εδώ… πάντα τίς έχω μαζύ μου. Διατηρώ έτσι συνεχώς τήν επαφή… Θέλετε νά σάς διαβάσω! Θά τό επιθυμούσατε πολύ! Ώ, ευχαριστώ! Σάς ευχαριστώ… Νά, ορίστε, αρχίζω.
“Λοιπόν θά προσπαθήσω νά μήν επηρεαστώ άλλο. Μετά από τόσες προσπάθειες βλέπω νά μέ περιμένει κάθε φορά τό ίδιο αδιέξοδο. Ακόμα καί γιά τώρα δέν είμαι σίγουρος ότι ξέφυγα. Αυτός μέ παραμονεύει οπωσδήποτε καί πολύ φοβάμαι ότι παρʼ όλη τήν προσοχή μου θά βρεί τήν ευκαιρία νά ανακατευτεί ξανά. Ίσως νά έχει αρχίσει κιόλας… Ποτέ δέν μπόρεσα νά καταλάβω τή στιγμή που άρχιζε. Τόν ανακάλυπτα ξαφνικά. Μʼ έπιανε σιγά σιγά μιά τέτοια αδιαφορία γιʼ αυτό που έγραφα, ώστε νόμιζα πως τό χέρι μου ήταν ξένο, ενώ εγώ είχα τραβηχτεί στήν πιό μακρυνή μου γωνιά καί τό κοίταζα… Άρχιζε νά μή μέ αφορά ό,τι έγραφε, είχε φτωχύνει τόσο πολύ που παραμόρφωνε ό,τι ήθελα νά πώ. Τότε σταμάταγα. Έσβυνα τή μισή σελίδα καί προσπαθούσα νά γίνω έτσι όπως ήμουν σʼ ό,τι είχε γραφτεί πρίν απʼ αυτή… Αλλά αυτό δέν τό έχω καταφέρει μέχρι τώρα…
Καί τώρα αυτά που λέω μού φαίνονται φτωχά. Αλλά τουλάχιστον είναι λιγότερο ψέμματα.
Έπειτα άρχισα κιόλας νά απογοητεύομαι. Η ώρα είναι τέσσερις κι άν θά κουραστώ καί πάω γιά ύπνο ξέρω ότι θά ξυπνήσω διαφορετικός. Αυτό γίνεται κάθε φορά. Αύριο όταν προσπαθήσω νά συνεχίσω αυτό που θά αφίσω σήμερα, πρέπει νά πιέσω τόν αυριανό εαυτό μου νά ξαναβρεί τόν σημερινό. Κι αυτό δέν πιστεύω ότι γίνεται. Ήδη κι αυτή τήν γραμμή τήν γράφει κάποιος άλλος απʼ αυτόν που έγραψε τήν πρώτη… Ενώ εκείνος… εκείνος δέν έχει μεταβληθεί καθόλου από τότε… Ακόμα καί η μέθοδός του δέν έχει αλλάξει. Διεισδύει απαρατήρητος τίς στιγμές που ξεχνιέμαι· κι όταν ξαναγυρίζω, βρίσκομαι στήν μέση τού έργου που έχει στήσει. Τό σκηνικό, τά αντικείμενα, τά πρόσωπα, λειτουργούν μέ αξιοθαύμαστη πειστικότητα κι αυτός πηγαινοέρχεται αεικίνητος, διορθώνοντας, αλλάζοντας, υποβάλλει τίς απαντήσεις στίς ερωτήσεις που προκαλεί, σέρνοντας όλην αυτήν τήν ώρα μαζύ του μιά ύπαρξη βουβή, υποταγμένη εντελώς στήν θέλησή του, που τήν περιφέρει επιδεικνύοντάς την, ή τήν βάζει νά κάνει ορισμένες φιγούρες, πάντα κάτω από τό άγρυπνο μάτι του. Βυθισμένη αλλεπάλληλα στόν μεγάλο πόθο που τής ενέβαλλε, τού αφίνεται καθώς αυτός τρέφοντάς τον τήν παρασύρει… Νά δυό που κάθονται σʼ ένα τραπεζάκι. Τά πρόσωπά τους φανερώνουν πως κάποιες στιγμές στοχασμού δέν θά τούς είναι άγνωστες. Η βουβή ύπαρξη, υπακούοντας σʼ ένα νεύμα του, περνάει δήθεν αδιάφορη από εμπρός τους. Κάποια κίνηση γίνεται στό τραπεζάκι. Τά κεφάλια σμίγουν, ματιές εκτοξεύονται, τά χείλια ψιθυρίζουν… Τότε αυτός πετάγεται σάν αστραπή μʼ έναν δίσκο στό χέρι, αρπάζει τίς φράσεις καί τίς προσφέρει θριαμβευτικά στήν ύπαρξη που απομακρύνεται: -Ξέρεις, αυτός… εκείνο τό θαυμάσιο έργο…-.
Καϋμένη βουβή μου ύπαρξη! Τί θά γίνει μʼ αυτόν τόν τσαρλατάνο! Πώς θά γλιτώσω επιτέλους από τά τσακίσματα καί τίς γλύκες του…
Μού φαίνεται πως δέν θά μπορέσω. Τίς ώρες που εγώ θά ελαττώνω τήν προσοχή μου, πάντα αυτός θά βρίσκει τήν ευκαιρία νά σέ παίρνει άβουλη στά χέρια του καί νά σέ σέρνει στά καφενεία καί στούς δρόμους επιδεικνύοντάς σε… Παρʼ όλες τίς ρητές απαγορεύσεις, παρʼ όλους τούς εξευτελισμούς που έχει υποστεί γιά τό ταπεινό του φέρσιμο, αυτός κάθε φορά ανασυντάσσεται, αναδιοργανώνει τίς σκορπισμένες του δυνάμεις, καταφέρνει νά ξεχνάει, νʼ αδιαφορεί γιά τά προηγούμενα…”.
Διακρίνετε… διακρίνετε τί απλότης υπάρχει στό ύφος; Πόση ειλικρίνεια φανερώνεται στήν έκφραση; Καί παρατηρείτε… παρατηρείτε μέ πόση ακρίβεια μέ έχει εντοπίσει; Πώς έχει αντιληφθεί τόν τρόπο που λειτουργώ;… Όμως νά ένα άλλο φύλλο. Ακούστε:
“Αρχίζω νά γράφω ξανά μέ μελάνι. Τό ρολόϊ λέει εφτάμιση απόγευμα. Προσπαθώ νά συνεχίσω τά χτεσινά…
Αγόρασα ένα μπουκάλι μελάνι. Έκανε ακριβά. Δέν είχα καμμιά διάθεση νά πληρώσω τόσα πολλά γιά ένα μπουκάλι μελάνι, αλλά όταν μού είπαν τήν τιμή δέν τόλμησα νά αρνηθώ στήν υπάλληλο που μέ κοίταζε μέ υπεροψία. Καί τό πήρα. Εγώ που μετρώ τίς δεκάρες γιά τό φαΐ!… Μέ ανάγκασε η υποχρέωση που δημιούργησα όταν απάντησαν στήν ερώτησή μου. Ναί, ένοιωθα υποχρεωμένος στήν υπάλληλο που μού είπε: «Έχουμε, ορίστε». Αυτή η απάντηση μέ έκανε νά νοιώθω ευγνωμοσύνη… Τώρα που τό συλλογίζομαι, είμαι γεμάτος θυμό. Θυμό γιά τήν ματαιοδοξία μου. Μέ κολάκεψε που μέ πρόσεξαν, που μού απηύθυναν τόν λόγο, που καταδέχτηκαν νά ασχοληθούν μαζύ μου… Είνʼ αλήθεια ότι έχω νά μιλήσω δυό βδομάδες μέ άνθρωπο. Εννοώ νά κουβεντιάσω μέ κάποιον, κι όχι τίς αναγκαστικές λέξεις στό εστιατόριο, όταν δίνω τήν παραγγελία ή στό περίπτερο όταν ζητώ κάτι. Κι ίσως γιʼ αυτό.. Αλλά νομίζω ότι μέ υπέβαλλε καί τό περιβάλλον. Ήταν ένα πολυτελές χαρτοπωλείο κι η υπάλληλος, μιά ώριμη κυρία, μπορεί η ιδιοκτήτρια, είχε πολλή άνεση… Ίσως νάχω γίνει υπερβολικά ευαίσθητος αυτές τίς μέρες… Καί γιά τά γκαρσόνια αισθάνομαι ευγνωμοσύνη όταν μέ ρωτούν: «Τί θά πάρετε;», καί στόν περιπτερά όταν μιλάω προσπαθώ νά μήν πώ κάτι συνηθισμένο κι αδιάφορο, ιδίως όταν είναι γυναίκα καί κάθε φορά σκέφτομαι πρώτα τί θά πώ καί μόνο άν τό εγκρίνω μιλάω καί πολλές φορές αργώ μέχρι νά σκεφτώ κι ο άλλος μέ κοιτάει μέ απορία μέσʼ απʼ τίς σοκολάτες. Εκτός κι άν είμαι αφηρημένος, οπότε αυτό που λέω βγαίνει αυθόρμητα… Όμως κάποτε, επειδή μιλάω σιγά, μέ τόν θόρυβο τού δρόμου, ο περιπτεράς δέν ακούει καλά καί ρωτάει δυό τρείς φορές τί είπα, έτσι που αναγκάζομαι νά επαναλάβω, αλλάζοντας τά λόγια χωρίς νά τό θέλω καί δυναμώνοντας τή φωνή, τά χάνω, ξεροβήχω, κοκκινίζω καμμιά φορά κι η φωνή που βγαίνει δυνατή από μέσα μου μοιάζει σάν ξένη, δέν ήταν καθόλου αυτή που ήθελα, ούτε έλεγε ό,τι είχα ετοιμάσει καί νοιώθω εκτεθειμένος… Σχεδόν πάντα γίνομαι νευρικός, τά ρέστα μού πέφτουν μέσʼ στίς καραμέλλες καί γενικά η συμπεριφορά μου μού ξεφεύγει καί βιάζομαι νά απομακρυνθώ απʼ αυτόν τόν ξένο εαυτό μου, ενώ ένα πλήθος επιχειρήματα παρουσιάζονται γιά νά τού δικαιολογήσουν κάθε κίνηση καί συζητώντας έτσι ξεχνιέμαι μή προσέχοντας πού πάω…
Κανονικά αυτή θά έπρεπε νά νοιώθει υποχρεωμένη. Εγώ θά τής έκανα τή χάρη αγοράζοντας απʼ τό κατάστημά της… Αλλά είχε τόση άνεση που τά πράγματα αναποδογυρίστηκαν…
Θυμάμαι μιά φορά που έπινα καφέ σʼ ένα ζαχαροπλαστείο, παραμονές Πάσχα. Δέν είχα τί νά κάνω καί τριγύρναγα στούς δρόμους, ήμουν ένα μήνα κρυωμένος καί παρʼ όλη τή λιακάδα τό κρύο δέν έλεγε νά φύγει κι όπως είχα ιδρώσει κάτω απʼ τό σακκάκι καί τʼ αδιάβροχο, είπα νά βρώ μιά θέση σʼ ένα τραπεζάκι μʼ έναν καφέ… Λοιπόν, είχα τελειώσει τό δεύτερο τσιγάρο, όταν μπήκε μέσα μιά καλοβαλμένη γεροντοκόρη, όπως συμπέρανα αργότερα, καί ζήτησε νʼ αγοράσει μιά βασιλόπιττα… Επί δέκα λεπτά ταλαιπωρούσε τήν υπάλληλο που έδειχνε καθαρά τή δυσαρέσκειά της, συζητώντας ωστόσο κι αυτή καί μάλιστα παρασύρονταν από κάθε ερώτηση, νομίζοντάς την προφανώς τελευταία κι έλεγε περισσότερα, μέ αποτέλεσμα νά δίνει στήν άλλη τήν ευκαιρία νά κάνει κάποια παρατήρηση που προκαλούσε μιάν άλλη ερώτηση καί τό πράγμα συνεχίζονταν. Η υπάλληλος εκνευρίζονταν περισσότερο όσο δέν εύρισκε τρόπο νά ξεφύγει, ενώ η άλλη έδειχνε νά τρέφεται μέ ό,τι συνέβαινε. Τράβαγε τήν συζήτηση κυριολεκτικά απʼ τά μαλλιά, προσπαθώντας νά πεισθεί η ίδια νʼ αγοράσει, δηλαδή λέγοντας αυτή τά επιχειρήματα που θά τήν έπειθαν, γιά τήν ποιότητα τού γλυκίσματος, γιά τόν τρόπο ψησίματος κ.τ.λ., δίνοντας στήν άλλη τήν ευκαιρία ίσα ίσα νά τά παραδεχτεί κι αμέσως συνέχιζε, εφευρίσκοντας μέ μιά ευκολία εκπληκτική τήν συνέχεια, που εγώ όσο κι άν έστιβα τό μυαλό μου δέν τά κατάφερνα. Τό πρόσωπό της, ακίνητο, δέν φανέρωνε καθόλου τόν εσωτερικό της κόσμο, ενώ όταν μίλαγε χαμογελούσε μʼ έναν ιδιαίτερα στραβό τρόπο ανασηκώνοντας παράξενα τόν ένα της ώμο, σά νάβαζε τελεία έτσι στήν φράση της, πράγμα που φανέρωνε ότι ζούσε μόνη, μέ κανένα σκυλάκι ίσως ή τίποτα γατιά πιό πιθανόν καί η βασιλόπιττα θά μοιράζονταν ανάλογα όταν επέστρεφε… Θά ήθελα νά τήν δώ ανάμεσά τους. Θά φτιάχνονταν στόν καθρέφτη προσεκτικά πρίν νά κάτσει στό τραπέζι τό μεσημέρι κι αυτά πλυμένα καί χτενισμένα θά φόραγαν τά κορδελλάκια τους. Μπλέ, κόκκινο… Ίσως νάχε καί κεριά στό τραπέζι… Δέν θάπρεπε νά είχε γεννήσει ποτέ. Φαντάζομαι πως όταν πιό παλιά έκανε έρωτα δέν θάφινε κανένα νά τελειώσει μέσα της. Καί νομίζω ότι δέν θά τούς συγχώρεσε ποτέ επειδή τήν σεβάστηκαν. Κι αυτή ίσως νά μήν είχε φτάσει ποτέ στόν οργασμό. Μόνη της τώρα τά βράδυα στό κρεββάτι θά ίδρωνε κι ίσως νάχε τήν ιδιαίτερη γωνιά τού μαξιλαριού που θά προτιμούσε περισσότερο…
Τώρα που τό λέω αυτό, νοιώθω μιά συγκίνηση. Πάντα μέ συγκινούσε τρομερά η σκέψη μιάς γυναίκας που αυνανίζεται. Ένοιωθα νά ζηλεύω αφάνταστα κι ερεθιζόμουν πολύ. Δέν έχω δεί ποτέ γυναίκα νά αυνανίζεται. Φαντάζομαι ότι θά είναι εξαίσιο άν είναι καλλιεργημένη καί ντρέπεται. Οι κινήσεις θά είναι αργές κι ο στεναγμός θά έχει μιάν υγρή παθητικότητα όταν αυτή θά σβύνει… Μιά φορά στό Παρίσι είδα στήν βιτρίνα ενός μικρού παλαιοπωλείου χαμένου σέ κάποια γειτονιά, ένα ανάγλυφο από κάποια λεία ύλη που έδειχνε μιά όμορφη γυναίκα, τεντωμένη, μέ τό κεφάλι ριγμένο πίσω, σέ μιάν έξοχη στάση έκστασης, ενώ τό ένα της χέρι άγιζε τρυφερά τό αιδοίο της που πρόβαλλε προκλητικό μέσʼ απʼ τά μόλις ανοιγμένα σκέλη… Πέρασα πολλές φορές από ʽκεί, ώσπου δέν τό ξανάδα πιά… Φαντάζομαι πως ποτέ δέν θά μπορούσα νά ζηλέψω άντρα έτσι, έστω κι άν κράταγε τήν πιό όμορφη γυναίκα στήν αγκαλιά του…
Άρχισα νά νοιώθω κίνδυνο. Εκείνος παραμονεύει. Έπιασα εκείνη τή χαρά που γεννάει ο θαυμασμός κι η αναγνώριση. Πάντα βλέπει απʼ τό τέλος πρός τήν αρχή… Σταματάω λοιπόν εδώ”.
Είστε ευχαριστημένος; Βρίσκετε αλήθεια νά υπάρχει τίποτα μέσα σʼ αυτά που νά προετοιμάζει, που νά προαναγγέλλει;… Θά προτιμούσατε νά σάς οδηγήσω εγώ; Ελάτε λοιπόν, άς κάνουμε ένα άλμα πιό μπροστά…
“Εκείνος είχε εμφανιστεί όταν μέ διέσυραν γιά πρώτη φορά. Χαμογελούσε πίσω απʼ τόν διασυρμό μου κοιτάζοντάς με, ώσπου τόν παραμέρισε μʼ ένα βήμα καί μού έτεινε τό χέρι… Αυτό τό χέρι, τό ίδιο πάντα ευγενικό, εμφανίζονταν μετά από κάθε διασυρμό μου. Μέ μιά προθυμία που αύξαινε από φορά σέ φορά, μέ ανασήκωνε αποκαθιστώντας με.
Έπρεπε νά ρωτήσω: «Γιατί!». Έπρεπε νά απαντήσω σωστά. Ποτέ λάθος δέν είχε γίνει δεκτό. Λάθος ήταν όταν απʼ τήν απάντηση δέν ξεπηδούσε ένα καινούργιο γιατί. Ποτέ δέν τελειώναμε. Πάντα έφευγε μόλις διαπίστωνε έστω καί τήν παραμικρή κούραση επάνω μου… Τίς λίγες στιγμές που ατένιζε μαζύ μου τήν Εκδίκηση, χαμογελούσε, διακρίνοντας τήν ανυπομονησία τής όρασής μου που επιθυμώντας έτσι παραμόρφωνε…
Τό δάχτυλό του απαγόρευε τρυφερά στά χείλια μου τήν δικαιολογία που ήδη ξεκινούσε. Εγώ έπρεπε πάντα νά παραμένω αδικαιολόγητος, ώστε νά μή μπορεί νά σταθεί καμμιά δικαιολογία γιά τούς άλλους…
Από τότε, άρχισα σιγά σιγά νά καταλαβαίνω ότι εξαγόραζα τίς σκέψεις μου μέ τήν σιωπή ενός μικρού παιδιού.
Όταν κάποτε τού τό είπα, γύρισε τό πρόσωπό του από τήν αντίθετη μεριά κι έμεινε γιά λίγο σιωπηλός. Νομίζω πως είχε δακρύσει, αλλά όταν μίλησε, στήν φωνή του υπήρχε ένας θρίαμβος.
Δέν χρειάστηκε πολύς καιρός γιά νά βεβαιωθώ πως τήν κρίσημη εκείνη στιγμή θά έμενα εντελώς μόνος. Πως, άν αποφάσιζα, η σχέση που θά εμφανίζονταν θά ήταν ανεπίστρεπτη. Ο διαχωρισμός θά ήταν πλήρης. Εκείνος θά παρουσιάζονταν μέ εντελώς διαφορετική μορφή, ενώ εγώ θά έπρεπε νά εγκαταλείψω τό σιωπηλό αυτό παιδί γιά πάντα στίς φροντίδες του…
Ναί, ήταν βέβαιο πως άν αποφάσιζα, εκείνος δέν θά επέτρεπε νά επικαλεσθώ τήν οποιαδήποτε παραμόρφωση. Έπρεπε σʼ αυτό τό σιωπηλό πλάσμα νά αναγνωρίσω τό δικαίωμα νά αναμένει. Έπρεπε νά τού παραχωρήσω τό «Γιατί», τού οποίου τήν πλήρη διαχείρηση θά ανελάμβανε εκείνος… Ήξερα πως η κούρασή μου δέν θά σταματούσε πιά τήν εξάσκηση αυτής τής κηδεμονίας. Άν καί θά είχα τό δικαίωμα νά αντισταθώ, ποιά δικαιολογία θά μπορούσε νά τόν φιμώσει;
Θαρρώ πως εκείνος είχε αρχίσει κιόλας νά ετοιμάζεται. Μού είπαν πως όταν τόν ρώτησαν γιά μένα, είπε μʼ εκείνο τό φοβερό του ύφος: «Διαρκώς καί περισσότερο ενισχύεται στήν άποψή του ότι έχει διασυρθεί άπειρες φορές στό παρελθόν καί γιά πάντα. Μάλιστα τώρα καί αρκετόν καιρό, δέν έχει διάθεση νά συζητήσει γιά τίποτε άλλο εκτός απʼ αυτό καί εξακολουθεί νά επιμένει μέ μιά διαρκώς αυξανόμενη ένταση, που ίσως οφείλεται στίς όλο καί περισσότερο προσεκτικές εκτιμήσεις τής ντροπής του… Καί δέν αμφιβάλλω, ότι μετά από τίς τόσες συζητήσεις που προκάλεσε γύρω απʼ αυτό τό θέμα, είναι σχεδόν βέβαιος πως η ντροπή του γιά κάθε διασυρμό έχει σημαντικά αυξηθεί».
Ώ, πώς τού άρεσε νά τούς κοροϊδεύει έτσι!.. Έπρεπε νά σιγουρευτούν πως τό παρόν μου θά είναι διαποτισμένο ολόκληρο μέ τόν φόβο τών επερχόμενων διασυρμών. Ότι θά είναι μιά επίπονη προσεκτική προετοιμασία γιά νά ανταπεξέλθω στήν επιδρομή τους. Πως θά αναλισκόμουν στήν κατασκευή τών δικαιολογιών μου… Τούς επέτρεψε νά μέ δούν όπως ήθελαν. Νά σιγουρευτούν πως τούς μοιάζω… Τούς πρόλαβε, πρίν αρχίσουν νά απορούν, πως δέν θά παρέλειπα τό δεύτερο σκέλος. Πως δέν θά υστερούσα στήν όλο καί πιό καλλιεργημένη προσπάθεια τής εκδίκησης γιά τούς προηγούμενους διασυρμούς. Καί τούς διαβεβαίωσε πως καί τίς δυό προσπάθειες φυσικά, θά τίς συντηρούσε η διαρκώς αυξανόμενη ντροπή μου καί γιά αυτούς που πέρασαν καί γιά εκείνους που μέλλονταν νά ʽρθούν καί που θά ζούσα μέ τήν φαντασία μου… Ποιός μετά απʼ αυτά θά μπορούσε νά υποψιαστεί τόν συντελεστή που καθόριζε τίς μεταβολές, στίς οποίες μέ οδηγούσε εκείνος; Ποιός θά ήταν δυνατόν νά αντιληφθεί τήν απουσία τής Ενοχής;
Ξέρω λοιπόν ότι πρώτος αυτός γνωρίζει τήν βεβαιότητα τής καταδίκης μου. Πως όσοι μπορέσουν νά εννοήσουν, θά είναι τό ίδιο αδύναμοι, όπως εγώ, μπροστά στήν ισχυρή ανικανότητα τών άλλων. Γνωρίζει πως όταν εγώ θά καλημερίζω, εκθέτοντας τήν πρωϊνή μου μεταβολή πρός αναγνώριση, οι άλλοι θά απαιτούν, επιδεικνύοντας τήν διατήρηση τού χτεσινού των πτώματος.
Σέ τί άραγε οφείλω τήν εμφάνισή του; Μέ ποιά ευαίσθητα όργανα ιχνηλάτησε τήν πορεία τού μίσους μου, ώς εμένα; Τόν φαντάζομαι, τώρα, νά περιμένει μέ υπομονή, άγρυπνος, σέ κάποια ανυποψίαστη γωνιά μου, τήν στιγμή που αυτό θά έφτανε στό πιό ψηλό σημείο του, ώστε νά καταλάβω πως ήταν ψεύτικο. Κι όταν η αγωνία γιά τήν απώλεια τής Εκδίκησης άρχισε νά προκαλεί τήν πτώση μου, εξήλθε κρατώντας τά διαπιστευτήριά του. Ίσως θάπρεπε νά μήν τά δεχτώ. Αλλά μπροστά στήν παραμόρφωση τού Καλού που μού απεκάλυψε ενέδωσα.
Τί νόημα θά είχε νά αναλωθώ στήν ικανοποίηση τού καθημερινού τους μέτρου που μέ διέσυρε; Πώς θά μπορούσα νά εξακολουθώ νά υποβιβάζω τό Καλό στόν ρόλο τού συντηρητού τών αξιών τους; Εκείνος μού ζήτησε νά τό τιμήσω σάν τήν μεγαλειωδέστερη εφεύρεση, σάν τήν απαρχή τής επανάστασης τού ανθρώπου ενάντια στόν Νόμο καί στόν ίδιο τόν άνθρωπο. Που όταν χάρη σʼ αυτό μπόρεσαν πιά νά αντιληφθούν τήν εκδίκηση, η ίδια η αίσθησή του μέσα τους αρνιώταν νά αποδεχτεί τίς μορφές της που πρότειναν, ώστε η προσβεβλημένη αισθαντικότητά τους δέν άντεχε καί κάθε φορά τίς απέβαλλε… Τότε συνέβαινε η Μεταβολή! Τότε οι Αξίες κατερρίπτοντο!…
Τούς τελευταίους δισταγμούς μου, τά τελευταία μου επιχειρήματα, νά πώς αρνήθηκε νά τά δεχθεί: «Κάποτε παύουν νά υπάρχουν κρεμάλες. Αυτό σημαίνει πως εκείνοι που μπορούν νά κρεμούν δέν έχουν πιά εχθρούς νά κρεμάσουν. Τότε όμως αλλάζει ο κόσμος, γιατί ο εχθρός έχει τώρα ήδη μπεί μέσα τους»”.
(4)
1975
Υπάρχει ένα όν τού οποίου τήν παρουσία δέν μπορώ νά αντέξω: είμαι εγώ απελευθερωμένος.
Κάποτε παύουν νά υπάρχουν κρεμάλες. Αυτό σημαίνει πως εκείνοι που μπορούν νά κρεμούν δέν έχουν πιά εχθρούς νά κρεμάσουν. Τότε όμως αλλάζει ο κόσμος, γιατί ο εχθρός έχει τώρα ήδη μπεί μέσα τους.
Επειδή έτυχε νά έχει ονειρευτεί συχνά, τώρα κοιτάζει τα όνειρα σάν κάτι που τού τό χρωστούσαν. Τό περιεχόμενό τους φαίνεται πως τό είχαν δανειστεί στό παρελθόν κάποιοι μακρυνοί συγγενείς, πρόσωπα έμπιστα -ο καθένας τους είχε καί μιά μικρή τράπεζα-, τώρα πιά οριστικά χαμένοι.
Μέσα στό κενό που μέ συμπληρώνει, από εκείνη τή στιγμή καί πρός τά πίσω, είναι ο τόπος που ξεπήδησες. Αυτή είναι η μήτρα που σέ γέννησε. Εκεί χωρίς νά ʽρωτηθώ, σʼ αυτόν τόν τερατώδικο αργαλειό, υφάνθηκε ο φόβος που μάς χωρίζει. Υφάνθηκε από τήν πείνα καί τόν πόνο μου, που τόσο άδικα χρησιμοποίησαν.
Κι εσύ αρνείσαι επίμονα νά συγχωρήσεις μιά ηδονή στήν οποία δέν παίρνεις μέρος. Απεχθάνεσαι μιά τρυφερή χειρονομία που σέ αγνοεί προσπερνώντας σε γιά νά συναντήσει κάποιον άλλον.
Λάρισσα καί μηχανές, ενώ ο Μάης φθείρει μέ τίς μυρωδιές του τά τσιμέντα καί μέ χαριτωμένες κινήσεις που επιτρέπουν καί σʼ έναν ασήμαντο ακόμα προαγωγό νά φανερώσει τήν ευγενικιά του καταγωγή, κατευθύνει επιδέξια τίς παχουλές του νύχτες ενάντια στίς ορδές τών κατασκευαστών.
Μέρα μέ τόν ήλιο στρωμένοι στίς καρέκλες
μέρα μέ τόν ήλιο στίς αυλές καί βλέπουν τηλεόραση.
(5)
1975
Εκείνος αγόρασε επιτέλους μιά γραφομηχανή νομίζοντας πως έτσι θά έλυνε τό πρόβλημά του. Αλλά τώρα πιά, μʼ έναν τρόπο ασύλληπτο γιʼ αυτόν, τό πρόβλημα είχε χάσει τήν αρχική του μορφή κι ενώ τό μέσο δέν αποτελούσε πιά εμπόδιο, ο σκοπός περιφέρονταν έκθετος χωρίς καμμιά δικαιολογία γιά τήν αναβολή του, πράγμα που έκανε πιθανή τήν υποψία πως αυτή η αναβολή ήταν που τόν προστάτευε καί πως εκείνο που τόν συντηρούσε ήταν η ανυπέρβλητη, όπως φαίνονταν εκείνον τόν αξιοζήλευτο καιρό που τόσο σοφά ήξερε νά διαχειρίζεται τήν στέρηση, δυσκολία γιά τήν απόκτηση τού μέσου.
Η ηλεκτρική σκούπα δουλεύει καλά, πολύ καλά, μάλιστα θά μπορούσε νά πεί κανείς τόσο καλά, ώστε νά είναι σχεδόν εύκολο νά ξεχάσεις τήν τιμή της που δυστυχώς γιʼ αυτήν δέν είναι καί τόσο κολακευτική, έτσι που νά τήν συσταίνει όπως ίσως εκείνη θά τόθελε καί που κάνει τήν πραγματική της αξία νά κρύβεται πίσω απʼ αυτήν μέ τέτοιον τρόπο ώστε νά φαίνεται ότι δέν είναι σέ θέση νά προσφέρει εκείνα που, ενώ μπορεί, δέν τής επιτρέπεται νά απαιτήσει από τόν περιφερόμενο, στρίβοντας επιδέξια μέσα από τά εκθέματα τού μαγαζιού, υποψήφιο αγοραστή τήν αναγνώρισή τους, τήν πιθανή -όλοι θά τής τό ευχόμαστε ζωηρά καί μέ θέρμη- μετά απʼ αυτό, έξαψη που η επιθυμία νά τήν αποκτήσει θά τού γεννούσε (θά μπορούσε έτσι επιτέλους νά χαρεί χωρίς ενοχή αφού ήταν έτοιμη καί πρόθυμη νά εκπληρώσει καί νά ικανοποιήσει μέ τό παραπάνω), εκείνο τό έξοχο ηδονικό τρεμούλιασμα όλων τών νεύρων τού κορμιού, τό σχεδόν μέ βεβαιότητα ερωτικό λιποθύμισμα τών γονάτων, τήν ερεθιστική αβεβαιότητα που παρʼ όλα αυτά μπορεί νά προσφέρει ένα τέλος γνωστό από περασμένες φορές, τήν αίσθηση τής δυνατότητας τής αγοράς που τού δίνουν τά λεφτά στήν τσέπη καί που τήν φυλάει γιά τό τελευταίο του ατού…
Μιλούσα λοιπόν γιʼ αυτή τήν εξαιρετική Γραφομηχανή, αγαπητοί μου Κύριοι. Μιά μηχανή που, θά συμφωνήσετε, ξέρει νά κερδίζει απʼ τήν πρώτη στιγμή κιόλας τόν ευαίσθητο αγοραστή που ξεφεύγοντας μέ ευελιξία τά εμπόδια τήν πλησιάζει ολοένα καί πιό πολύ, μαγνητισμένος, ανοίγοντας δρόμο μέσα απʼ τά δύσκολα στιβάγματα τών εμπορευμάτων.
Η απόσταση ανάμεσα στήν Γραφομηχανή καί τόν βιοπαλαιστή δέν έχει ελαττωθεί καθόλου εδώ καί κάμποση ώρα τώρα. Εδώ καί κάμποση ώρα ο βιοπαλαιστής έχει διασχίσει μιά αρκετά μεγάλη έκταση. Η απέραντη αίθουσα φαίνεται πως χωράει όλες τίς κινήσεις του. Φαίνεται ακόμα πως, παρʼ όλο που η ίδια από αλληλεγγύη σʼ αυτόν ίσως νά μήν τό επιθυμεί, είναι ωστόσο αναγκασμένη νά τού τίς επιβάλλει. Ο βιοπαλαιστής, από καιρό σέ καιρό, σηκώνει τά μάτια στήν οροφή εκλιπαρώντας τήν βοήθειά της. Η γοητεία τής Γραφομηχανής επάνω του θά πρέπει νά έχει δυναμώσει από τήν μακρυά παραμονή του μαζύ της κάτω απʼ τήν ίδια στέγη.
(6)
1975
Καί ίσως νά είναι εδώ, σʼ αυτό ακριβώς τό σημείο, όπου η ευαισθησία ενός άλλου, λιγότερο συνδεδεμένου μαζύ σου, θά τόν σταματούσε. Ίσως νά είναι εδώ ακριβώς όπου ο άλλος κάτω απʼ τήν επίδραση αυτής τής αδιαφορίας, έχοντας ήδη πέσει στήν παγίδα τού νά δεχτεί εκ τών προτέρων τήν σοβαρότητα τών λόγων σου, που επειδή απευθύνονταν σʼ αυτόν καί μόνο τόν έπειθαν πως τού αναγνώριζαν τήν αξία τουλάχιστον νά τά ακούσει -καί τής οποίας τώρα αυτός είναι ένα θύμα-, ίσως νά είναι εδώ όπου σέ εγκαταλείπει γιά νά στραφεί πρός τόν ίδιο του τόν εαυτό, ψάχνοντας μέ αγωνία γιά τά επιχειρήματα μέ τά οποία θά απόδειχνε στόν κριτή που άφισε νά δημιουργηθεί μέσα του μέ αυτόν τόν ύπουλο τρόπο, πως δέν είναι άξιος μιάς τέτοιας αδιαφορίας από μέρους σου, ίσα ίσα, καί μάλιστα δέν θά ζητούσε τίποτα περισσότερο παρά μιά μικρή ευκαιρία νά τό αποδείξει, μιάν ελάχιστη προσοχή σʼ αυτά που θάχε νά παρατηρήσει πάνω σʼ όλη τή συζήτηση, ένα αποτράβηγμα αυτής τής αδιαφορίας γιά μιά στιγμή, τόσο, όσο γιά νά φανεί πόσο άδικη είναι.
Νά όμως που τώρα, σʼ αυτό ακριβώς τό σημείο όπου ίσως όλες τίς άλλες φορές η προσωρινή σχέση που γεννιώταν ανάμεσα σέ σένα καί τόν συνομιλητή σου άλλαζε τελείως μορφή, εγώ δέν θά παρασυρθώ σάν ένας λιγότερο συνδεδεμένος μαζύ σου.
Καί είναι αλήθεια φριχτό νά τόν βλέπω νά βασανίζεται έτσι. Όταν μαλιστα ξέρω καλά πως παρʼ όλες του τίς προσπάθειες που εδώ καί τόσον καιρό συνεχίζονται, παρʼ όλο που χάρη σʼ αυτές πολλές απʼ τίς παλιές αξίες κι από τά μέτρα μέ τά οποία συνέκρινε τά πράγματα, έχουν αλλάξει, η οδύνη γιʼ αυτούς τούς διασυρμούς δέν έχει καθόλου μειωθεί, ίσα ίσα, από τίς ολοένα καί πιό προσεκτικές εκτιμήσεις τής ντροπής του, η ευαισθησία του έχει σημαντικά αυξηθεί. Καί είναι πάλι, εξ αιτίας αυτών τών προσπαθειών, που έχει κατά κάποιον τρόπο εγκαταλειφθεί σχεδόν ανυπεράσπιστος στό έλεος τής φθοράς απʼ τούς καινούργιους διασυρμούς στούς οποίους εκείνες οι ίδιες οι αξίες καί τά παλιά μέτρα φαίνεται ότι θά εξακολουθήσουν νά τόν οδηγούν.
(7)
1975
Η μεγαλύτερη τύψη που νοιώθω χωρίς καμμιάν ελπίδα επανόρθωσης, είναι που μεγάλωσα. Έτσι στέρησα τήν μάνα μου απʼ τόν γιό της. Δηλαδή από ʽμένα. Δηλαδή από ένα παιδί που δέν γνώρισα ποτέ.
Τώρα μπορώ νά εκτιμήσω τό μίσος της γιʼ αυτόν που τής πήρε τό παιδί της. Δηλαδή γιά ʽμένα. Δηλαδή γιά ένα παιδί που δέν γνώρισε ποτέ.
“Εσύ”, τού είπα, “εσύ τώρα πιά δέν είσαι παρά ένας άλλος. Καί δέν είσαι παρά σάν όλους τούς άλλους: ένας ξένος. Πάψε επιτέλους νά μέ κατηγορείς. Ποτέ δέν έκανα καμμιά συμφωνία μαζύ σου. Κι αυτό τό συμβόλαιο που γιά χάρη του εδώ καί τόσα χρόνια ξόδεψες καί εξακολουθείς νά ξοδεύεις τήν ύπαρξή σου, κι αυτό δέν είναι παρά μιά απάτη. Μιά απάτη που σάν σκοπό της είχε νά σέ χωρίσει από μένα καί νά σέ στρέψει εναντίον μου. Σʼ αυτήν χρωστάς τήν δημιουργία σου κι αυτή είναι εκείνη που σέ συντηρεί καί σέ τρέφει. Σιγά σιγά κατάφερε νά σέ κατακτήσει ολόκληρο, έτσι που είναι σχεδόν αδύνατο νά σέ ξεχωρίσω απʼ αυτή. Γιατί κι αυτή αναπτύσσεται μαζύ σου, κινείται μέ τίς κινήσεις σου, αναπνέει μέ τήν ανάσα σου, έχει διαπεράσει όλα τά κύτταρά σου, οι ίδιες οι σκέψεις σου έχουν δηλητηριαστεί απʼ τίς αναθυμιάσεις της· είσαι πιά σχεδόν τελείως δικός της. Τόσες φορές πίσω απʼ την πλάτη μου σʼ έχω πιάσει νά ξαναδίνεις μέ σφιχτά χείλια τόν όρκο που σού υπαγόρευσε εκείνη γιά τούς δικούς της σκοπούς. Τόσες φορές σύρθηκες στά γόνατα, χτυπώντας μέ απελπισία τά χέρια σου στούς τοίχους, εκλιπαρώντας τήν μεγαλύτερη αυστηρότητα, παρακαλώντας νά τιμωρηθείς σκληρά γιατί δέν κατάφερες παρʼ όλη τήν προσοχή σου, παρʼ όλες τίς προφυλάξεις σου, νά υπερασπίσεις τήν κοινή μας ιδιοκτησία -αυτό τό φάντασμα που έχεις πιστέψει γιά τήν δυστυχία μας- από τίς ανίερες όπως τίς λές καί ποταπές μου επιθέσεις καί γιατί γιά μιά ακόμα φορά κουρελιάστηκε τό όραμα τής μεγάλης σου εκδίκησης”.
(8)
1975
Παρʼ όλα αυτά εκείνος έχει τήν εντύπωση πως τόν έχουν διασύρει γιά πάντα. Μάλιστα επειδή αντιλαμβάνεται τόν χρόνο μʼ έναν εντελώς ιδιότυπο τρόπο…
Παρʼ όλα αυτά εκείνος διατηρεί τήν πεποίθηση πως τόν έχουν διασύρει γιά πάντα. Μάλιστα στίς συχνές συζητήσεις που ανοίγει γύρω απʼ αυτό τό θέμα πρέπει νά παραδεχτώ πως, όντας υποχρεωμένος νά απαντώ στίς ερωτήσεις που μού κάνει μόνο καί περιορίζοντάς τον έτσι στίς απαντήσεις, που η σαφήνειά τους καθορίζεται αποκλειστικά από τήν ερώτηση…
Αυτό είναι εξαιρετικά συγκινητικό, γιατί ο πόθος του είναι τόσο έντονος καί τό πάθος του διαπνέεται από τόση ευγένεια ώστε η τραγωδία που τόν περιμένει -αυτή η μικρή δικιά του τραγωδία που άν καί φαίνεται τόσο αδιάφορη στό Σύμπαν, είναι ωστόσο μεγάλη όσο κι αυτό, ακριβώς γιατί είναι δικιά του καί γιατί αυτός πιστεύει ότι δέν απέχει πολύ από τά όρια τού Σύμπαντος- καί που τήν περιμένει καί εκείνος βέβαια, άν καί δέν τό ξέρει πάντα…
Εκείνος διατηρεί τήν πεποίθηση πως τόν έχουν διασύρει γιά πάντα. Ωστόσο δέν υποφέρει πιά γιʼ αυτό. Ίσως ετούτο φανεί κάπως περίεργο μιά καί η περηφάνεια του δέν έχει ελαττωθεί στό ελάχιστο -αντίθετα έχει κατά πολύ αυξηθεί-, αλλά καί στίς συνηθισμένες ακόμα περιπτώσεις θά μπορούσε μέ λίγη προσοχή κανείς νά αντιληφθεί πως η χαρά γιά τό αναμενόμενο αποτέλεσμα, που συνοδεύει τήν εξελικτική πορεία μιάς εκδίκησης, εξαφανίζει τήν οδύνη που στήν πραγματικότητα διατηρείται μέχρι νά σπρώξει τό άτομο στό νά ξεκινήσει τήν πορεία γιά τήν εκτέλεσή της έστω καί διανοητικά -γιά νά μή μιλήσουμε γιά τίς συγκινήσεις τίς γεμάτες ηδονικό ρίγος γιά τήν επιτυχία τών επιμέρους σταδίων τής εκδίκησης- καί ξαναεμφανίζεται κάθε που τό άτομο θά αδρανήσει γιά νά τό σπρώξει καί πάλι· καί άν μέν η εκδίκηση πετύχει, νά μετατραπεί σέ απογοήτευση -γιατί ποτέ η εκδίκηση στήν πραγματικότητα δέν πλησιάζει τό νοητικό σχεδιασμά της- ή νά ατονίσει, μέ τήν ανικανότητα τού ατόμου νά εκδικηθεί, καί νά εξαφανισθεί, αφού τό άτομο βρήκε επιτέλους δικαιολογία γιά νά αποφύγει τήν εκδίκηση που τήν φοβάται στό βάθος -βέβαια η δικαιολογία βρέθηκε γιατί μετεβλήθη τό άτομο κάτω απʼ αυτές τίς πιέσεις που τό έσπρωχναν σέ δρόμους που φοβόταν νά διαβεί-… Εδώ όμως η οδύνη εξαφανίστηκε απʼ τό διαδοχικό προχώρημα από κατώτερες σέ ανώτερες μορφές εκδίκησης. Τόσο μάλιστα ανώτερες ώστε νά εξαγιασθούν, μετατρεπόμενες σέ αποκάλυψη νέων αληθειών.
Εκείνος διατηρεί τήν πεποίθηση πως τόν έχουν διασύρει γιά πάντα. Μάλιστα, απʼ τίς συχνές συζητήσεις που προκαλεί γύρω απʼ αυτό τό θέμα, έχει ενισχυθεί σημαντικά στήν άποψή του· κι αυτό ίσως γιατί υπολογίζει πολύ στή συμμετοχή μου σʼ αυτές -δέν μπορεί καθόλου νά φανταστεί πως είναι δυνατόν νά γίνονται μέ κάποιον άλλον-, παρʼ όλο που ο συνομιλητής του, όπως άλλωστε είναι υποχρεωμένος νά κάνει, περιορίζεται σʼ έναν εντελώς αχάριστο ρόλο, δίνοντας μονάχα τίς απαντήσεις, όσο πιό ευσυνείδητα τού τό επιτρέπει η στιγμή καί μέ όσο βάθος καί σαφήνεια απαιτεί η ερώτηση…
Δέν μπορεί καθόλου βέβαια νά φανταστεί πως είναι δυνατόν νά γίνονται μέ έναν άλλον αυτές οι συζητήσεις! Ωστόσο, σέ κάποιες στιγμές εξαιρετικής ευαισθησίας -που χωρίς την δικιά μου ανάμειξη (κι αυτό τό λέω μέ θαυμασμό) κέρδισε- έχει υποψιαστεί πως η σιγουριά του γιʼ αυτό διατηρείται χάρις στήν κάπως ύποπτη κούραση που εμφανίζεται όταν προσπαθεί νά συγκρατήσει γιά νά εξετάσει κάτι αστραπιαία παρουσιαζόμενες αμφιβολίες που τό εντελως ξαφνικό τους πέρασμα απʼ τό μυαλό του τόν βρίσκει απροετοίμαστο καί τόν αφίνει πρίν προλάβει νά κινηθεί· αμφιβολίες που οφείλονται σʼ αυτές ακριβώς τίς στιγμές τής εξαιρετικής ευαισθησίας.
Είναι αλήθεια πως στά συμπεράσματα τών αρκετά πολύπλοκων αυτών συνομιλιών έχει σταθεί -τόσο περισσότερο όσο επαναπαύεται στήν δικιά μου συναίνεση- καιρό πολύ εξετάζοντάς τα -κι αυτό είναι εξαιρετικά συγκινητικό, γιατί ο πόθος του είναι τόσο έντονος καί τό πάθος του διαπνέεται από τόση ευγένεια- καί τότε πιά σιγουρεύεται απόλυτα γιά τήν ορθότητα τής πεποίθησής του. Νά όμως που μετά από κάθε τέτοια απογοητευτική κατάληξη είναι η σειρά μου νά χαρώ -τό λέω αυτό χωρίς νά ντρέπομαι ή νά φοβάμαι μήπως μέ κατηγορήσουν κι είναι πιά φανερό μέ πόση αγωνία, μήν τολμώντας νʼ αναπνεύσω κάν, τόν έχω παρατηρήσει όλες αυτές τίς κρίσημες στιγμές στέκοντας σιωπηλός πίσω του-, γιατί αμέσως μετά ακολουθεί αυτή η κοπιαστική περίοδος τών αμφιβολιών που, άν όχι τίποτʼ άλλο, τουλάχιστον οδηγεί στήν αναντίρρητη διαπίστωση τού πόσο πολύ πάνω απʼ αυτά διαισθάνεται πως εκτείνονται οι συγγένειές μου.
Εκείνος είναι διαποτισμένος σχεδόν ολόκληρος μέ τήν ιδέα πως τόν έχουν διασύρει γιά πάντα. Μάλιστα τώρα καί αρκετόν καιρό, από τήν ακαθόριστη εκείνη στιγμή που οδηγήθηκε σʼ αυτή τήν διαπίστωση, δέν έχει διάθεση νά συζητήσει γιά τίποτε άλλο εκτός απʼ αυτό τό ζήτημα καί εξακολουθεί νά επιμένει μέ μιά διαρκώς αυξανόμενη ένταση, έχοντας ενισχυθεί σημαντικά στήν άποψή του από τίς όλο καί περισσότερο προσεκτικές εκτιμήσεις τής ντροπής του.
Διαρκώς καί περισσότερο ενισχύεται στήν άποψή του ότι έχει διασυρθεί γιά πάντα. Μάλιστα τώρα, μετά απʼ τίς τόσες συζητήσεις που προκάλεσε γύρω απʼ αυτό τό θέμα, είναι σχεδόν βέβαιος πως η ντροπή του γιά κάθε διασυρμό έχει σημαντικά αυξηθεί.
Διαρκώς καί περισσότερο ενισχύεται στήν άποψή του ότι έχει διασυρθεί άπειρες φορές στό παρελθόν καί ότι τό παρόν του είναι διαποτισμένο σχεδόν ολόκληρο μέ τόν φόβο τών επερχόμενων διασυρμών. Τό παρόν του λοιπόν είναι μιά επίπονη προσεκτική προετοιμασία γιά νά ανταπεξέλθει στήν επιδρομή τού αναμενόμενου διασυρμού. Κι από τήν άλλη μεριά μιά όλο καί πιό καλλιεργημένη καί ανώτερη προσπάθεια εκδίκησης γιά τούς προηγούμενους διασυρμούς. Καί τίς δυό προσπάθειες τίς συντηρεί η διαρκώς αυξανόμενη ντροπή γιʼ αυτούς τούς προηγούμενους διασυρμούς καί γιά τούς μελλοντικούς εκείνους που ζεί μέ τήν φαντασία του.
(9)
1975
Διαρκώς καί περισσότερο ενισχύεται στήν άποψή του ότι έχει διασυρθεί άπειρες φορές στό παρελθόν καί γιά πάντα.
Τώρα κάθεται εκεί στή γωνιά του καί μέ κοιτάζει μέ μίσος, παίζοντας μέ τίς μεταμορφώσεις του… Αυτές οι μεταμορφώσεις του! Κι αυτό τό μίσος του! Στʼ αλήθεια, δέν ξέρω καθόλου άν είναι μίσος. Άν είναι μόνο μίσος. Δέν μπόρεσα ποτέ νά καταλάβω. Δέν μʼ άφισε ποτέ νά προλάβω. Είναι πιά τόσος καιρός που τά χείλια του τάχει μαράνει τό παράπονο. Κι απʼ αυτά τά μαραμένα χείλια τόν αναγνωρίζω κάθε φορά που αλλάζει. Τίς ώρες που δέν τόν προσέχω, τίς ώρες τού έρωτα, τίς ώρες τής δικιάς μου τής μοναξιάς, ξέρω πως ζεί σέ μιά κόλαση. Τόν συνεπαίρνουν τότε οι κρίσεις τής επιληψίας του, τό παράπονο στά χείλια του γεμίζει αφρούς, δαγκώνει μέ λύσσα τά χέρια του… Κάπου κάπου, καθώς χτυπιέται μανιασμένα, καταφέρνει νά περάσει τό σώμα του μέσα απʼ τά κάγκελα καί τότε ξεσχίζεται καί γεμίζει αίματα προσπαθώντας νά βγάλει έξω τό τεράστιο κεφάλι του. Η αγωνία γουρλώνει τά πλημμυρισμένα πυρετό μάτια του. Καί είναι έτσι που μερικές φορές οι απελπισμένες κραυγές του καταφέρνουν νά μέ φτάσουν.
Φριχτός! Φριχτός! Καί πιό φριχτοί αυτοί που μάς χώρισαν. Οι εγκληματίες τής αγάπης. Οι ζηλωτές τού υποχρεωτικού οίκτου. Οι γεωμέτρες τών μέτρων μας. Οι συμπληρωτές τών κενών τών ενοχών μας. Οι υπεύθυνοι διαμορφωτές τών αποστάσεων τών ορίων μας. Οι τρυφεροί δολοφόνοι που μάς αρνήθηκαν βιαστικά, όταν τούς ζητήσαμε νά αναβάλλουν τήν ευχή τους. Τά πικραμένα κατώφλια καί τά αβάσταχτα περβάζια τής αναμονής τών αδύνατων επιστροφών. Οι εξιχνιαστές τών βημάτων τού πεζοδρομίου. Οι αφουγκραστές τών ήχων τής σκάλας. Οι ερμηνευτές τών κοιμισμένων αναπνοών. Οι “έρχεται!”. Οι καταδικασμένοι ιδιοκτήτες τής αναχώρησης. Οι αρχάγγελοι μέ τίς εκβιαστικές πληγές τους, μέ τίς απειλητικές οδύνες τους, μέ τόν πλανταγμένο έρωτά τους… Αυτοί! Οι στέρνες μέ τήν απουσία.
“Τό ότι μού έκανες αυτές τίς ερωτήσεις”, μού είπε, “τό ότι μού έκανες αυτές τίς ερωτήσεις, τό παίρνω σάν ένα κάλεσμα, σάν ένα είδος σπάνιας χειραψίας, που προτείνεται ίσως γιά μιά μόνο φορά ανάμεσα σέ δυό ορισμένους ανθρώπους καί που άν ο ένας τους δέν τήν προλάβει χάνεται γιά πάντα”. Ήταν τότε πούχε έρθει στό κελλί μου. Στό ίδιο κελλί που βρίσκεται αυτός σήμερα. Βλεπώμασταν γιά πρώτη φορά. Εγώ τόν έβλεπα γιά πρώτη φορά. Ήταν τότε που τά ίχνη τής φθοράς είχαν αρχίσει νά ξεχωρίζουν απάνω του. Κι ήταν γιʼ αυτό πούχε έρθει.
“Εμένα όμως”, είπα καί τήν ίδια στιγμή ένας μικρός φόβος άρχισε νά σκληραίνει στήν καρδιά μου σάν κόκκος άμμου, εμένα όμως δέν θά μπορέσετε νά μέ ξεγελάσετε!”.
Ώ! πώς χαμογέλασε! Μέ τό νυστέρι τής πίκρας που δέν ήθελε στά χέρια, σηκώθηκε μέσα του τό χαμόγελο. Πήρε τη μιάν άκρη τών χειλιών του καί τάσκισε ώς τήν άλλη, χτύπησε πάνω της καί πλάγιασε τρέμοντας στή μέση…
(10)
1975-85
“Τό ήξερα”, είπε φτύνοντας κι έλειωσε μέ τό πόδι του τό σάλιο στό δάπεδο αφίνοντας ένα λασπερό μακρουλό λεκέ, σά νάθελε μʼ αυτόν τόν τρόπο νά σφραγίσει τά λόγια του.
Τέντωσε τό δάχτυλο κι έδειξε τήν γραμμή πανω απʼ τά χείλια μου: “Δέν χρειάζεται παρά νά κοιτάξω τό στόμα σου γιά νά διαπιστώσω ακόμα μιά φορά, ακόμα μιά φορά που μέσα της ξαναζωντανεύουν όλες οι άλλες που μέ τόση προσπάθεια είχαν σχεδόν εντελώς ξεχαστεί, πόσο πολύ νομίζεις ότι έχεις υποκριθεί τόν τελευταίο καιρό”.
Εσήμανα καί εμφανίστηκε.
“Οι ερωτήσεις καταχωρήθηκαν μέ τόν γνωστό τρόπο. Τό ύφος τους θά ληφθεί υπʼ όψιν, όσο γιʼ αυτό δέν επιτρέπεται η παραμικρή αμφιβολία. Οι απαντήσεις, όπως ίσως πολύ σωστά θά περιμένατε, δέν στάθηκε δυνατόν νά βρεθούν. Ωστόσο ο οδηγός είναι στήν διάθεσή σας. Ερευνήστε, καί πάλι… στίς διαταγές σας”.
“Νά που ανταμώνουμε ξανά”, είπε ο οδηγός. “Εγώ σάς θυμάμαι από τίς προηγούμενες φορές, όσο κι άν σάς φαίνεται παράξενο. Δέν μοιάζω βέβαια μʼ αυτόν που εσείς πιθανόν νά θυμόσαστε, αλλά αυτό είναι μιά μικρή λεπτομέρεια, σχεδόν ασήμαντη καί άλλωστε αφορά μόνο στή δική σας μεριά. Εμείς οι οδηγοί κατά βάθος είμαστε περίπου όλοι τό ίδιο μεταξύ μας· τόσο, που είναι δύσκολο νά μάς ξεχωρήσει κανείς παρʼ όλη τήν πείρα καί τή μνήμη του καί μπορεί εύκολα νά παρασυρθεί καί νά νομίζει ότι επιτέλους τό κατάφερε, σπρωγμένος καθώς είναι συνήθως από ένα βιαστικό συμπέρασμα μιάς εντελώς επιφανειακής σύγκρισης, η οποία φαίνεται ότι καί γιά τό πιό προσεκτικό βλέμμα είναι, θά μπορούσε νά πεί κανείς, συναισθηματικά αναπόφευκτη. Βέβαια, αυτού τού είδους οι συχνές παρεξηγήσεις θά έπρεπε νά έχουν κλονίσει σημαντικά, μάλιστα νά έχουν απαγορεύσει σέ σοβαρότερες υποτροπές, τήν επαφή που τώρα απολαμβάνουμε γιά άλλη μιά φορά οι δυό μας, άν δέν ήταν εντελώς κατανοητή από τό μέρος μας η φύση τής συγγένειας που συνδέει εμάς τούς οδηγούς. Επειδή, είναι ακριβώς εξ αιτίας τής ιδιαίτερης φύσης της που αυτή η συγγένεια συχνά λειτουργεί μʼ έναν αποκλειστικά δικό της, σχεδόν αυθαίρετο, αλλά καί γιʼ αυτό καθόλου λιγότερο γοητευτικό τρόπο, παρεμβαίνοντας ξαφνικά γιά λόγους που μού είναι τελείως -καί εδώ ζητώ τήν κατανόησή σας- απαγορευμένο νά αποκαλύψω ακόμα, στήν, όπως εκ τών υστέρων θά μπορούσε νά είχε εκτιμηθεί, αναμενόμενη εξέλιξη τών γεγονότων, κάνοντας πολλές φορές δυνατό κάποιος από μάς, ενώ είναι ο ίδιος, νά τυχαίνει νά εμφανιστεί μέ τό πρόσωπο ενός άλλου”.
“Κι όμως εγώ νομίζω ότι δέν έχουμε ξαναειδωθεί”, είπα. “Θαρρώ πως θυμάμαι αρκετά καλά τά χαρακτηριστικά τού προκατόχου σας· μάλιστα είχα τήν ελπίδα ότι θά τόν συναντούσα ξανά, μιά κι ο χρόνος που ήταν επιφορτισμένος νά μού διαθέσει τελείωσε πρίν απʼ τή συζήτησή μας κι αναγκάστηκε, υπακούοντας στίς ανάγκες που τό λεπτό του λειτούργημα υπαγόρευε, νά μέ αφίσει. Αυτός είναι καί ο λόγος που μέ κάνει νά ταλαντεύομαι”.
“Αληθινά τό λειτούργημά μας είναι πολύ λεπτό”, είπε εκείνος κουνώντας μέ ευχαρίστηση τό κεφάλι. “Τόσο, που, άν καί πάντα χωρίς διακοπή, νοιώθω περήφανος γιʼ αυτό, ωστόσο φοβάμαι μερικές φορές πως τό υποτιμώ. Σέ ορισμένα σημεία που δέν τολμώ επί τού παρόντος νά τά εκθέσω -ο χρόνος σας σάς ανήκει καθώς καί ο δικός μου είναι ταγμένος- καί νά σάς απασχολήσω μʼ αυτά, διατηρώ κι εγώ τίς αμφιβολίες μου, αρκετά ανάλογες μέ τήν δικιά σας. Αλλά καθώς θέλω νά πιστεύω, πρόκειται μόνο γιά στιγμές αδυναμίας, ίσως από υπερκόπωση ή κάποιο βαρύ φαγητό, καί δέν έχω παρά νά περιμένω τό πέρασμα αυτής τής ανωμαλίας γιά νά ησυχάσω. Θά ήθελα μόνο τελειώνοντας, νά εκφράσω τήν χαρά μου γιά τήν ευαισθησία μέ τήν οποία διακρίνατε πως η δραστηριότητά μας είναι ένα λειτούργημα. Αυτή η αυθόρμητη προσφώνηση είναι μπορώ νά πώ μιά επιβράβευση γιά ό,τι προσφέρουμε, μιά σιγουριά πως η λάμψη που αναδύεται απʼ αυτή τήν προσφορά βρίσκει όχι σπάνια ευαίσθητες υπάρξεις ικανές νά συγκινηθούν καί δέν χάνεται στό κενό. Αυτό είναι ένα επί πλέον επιχείρημα, όχι μόνο ενάντια στίς στιγμές τής αδυναμίας που σάς περιέγραψα πρίν από λίγο, αλλά καί γιά τή σιγουριά μέ τήν οποία σάς αναγνωρίζω. Μιά διαφορετική προσφώνηση, ένας χαρακτηρισμός τέτοιος όπου μέσα του θά διέκρινε κανείς νά αποδίδεται μιά κάποια, άς τό πούμε έτσι, επαγγελματική χροιά στήν παρουσία μου δίπλα σας, θά μέ έκανε, όχι νά αμφιβάλλω γιά τήν μνήμη μου, αλλά νά υποπτευθώ μιά ταυτοπροσωπία μάλλον παράξενη που δέν ξέρω πού θά μάς οδηγούσε”.
“Δέν μού επιτρέπεται νά επιμένω περισσότερο λοιπόν”, είπα. “Μετά απʼ όλα αυτά τό μόνο που απομένει γιά νά τακτοποιήσω κι εγώ τήν σειρά τών συλλογισμών μου, είναι νά παραδεχτώ όχι μόνο τήν αδυναμία τής μνήμης μου νά συγκρατεί μέ τέτοιαν ακρίβεια ώστε νά περιέχει καί τίς αντίστοιχες μνήμες τών άλλων -οί οποίοι έχουν οπωσδήποτε δεί τά γεγονότα που μάς συνδέουν από τήν δική τους σκοπιά που μέ τήν σειρά της υπαγόρευσε πιθανόν διαφορετικές καταχωρήσεις-, μέσα της, αλλά καί τήν ψευδαίσθηση τής σιγουριάς που σιγά σιγά, χωρίς τό ομολογώ τίς απαιτούμενες εξακριβώσεις, απέκτησα γιʼ αυτήν τήν ικανότητα. Καί, πράγμα που άλλωστε πρέπει νά παραδεχτώ ακόμη, τό ότι δέν είναι η πρώτη φορά που τό παρατηρώ αυτό, δέν εξασφαλίζει καθόλου τήν αντίθετη σιγουριά γιά τόν τρόπο που διαισθάνομαι ότι θά ανακαλύψω ξανά τόν εαυτό μου νά έχει ήδη λειτουργήσει, κάτω απʼ αυτή τήν επίμονη κεκτημένη ταχύτητα, τήν επόμενη φορά. Νά όμως που έτσι πρέπει νά καταλήξω σέ ένα βιαστικό συμπέρασμα που δέν μέ καθησυχάζει περισσότερο: ότι δηλαδή θά πρέπει νά αμφιβάλλω γιά τήν ταυτότητα τών οδηγών που μέχρι τώρα έχω συναντήσει καί νά υποθέσω, παρʼ όλες τίς αντιρρήσεις που πιθανόν νά εμφανιστούν μέσα μου, πως κάθε φορά ήταν ο ίδιος οδηγός που συναντούσα. Κι ακόμα θά πρέπει αναγκαστικά νά παραδεχτώ -κάτι που ομολογώ δέν μέ κάνει νά αισθάνομαι καθόλου άνετα- πως αυτός δέν είναι δυνατόν νά είναι άλλος από εσάς”.
(11)
1975
“Τί παράδοξα που είναι όλα αυτά!”, είπε ο οδηγός, κόβοντας τό βήμα του σάν από έκσταση. “Βέβαια είναι τόσο μακρυά από μένα τό να ασχολούμαι μαζύ τους, που από μιάν άποψη μού κάνει περισσότερη εντύπωση τό ότι είμαι εγώ εκείνος που κάνει αυτή τήν παρατήρηση, παρά αυτό τό ίδιο της τό περιεχόμενο. Καί τόσο μάλιστα περισσότερο, όσο αυτό τό περιεχόμενο θά μείνει εντελώς έξω απʼ τά δικά μου ενδιαφέροντα καί θά τό πάρετε σχεδόν ολόκληρο μαζύ σας φεύγοντας από εδώ εσείς. Κι ομολογώ ότι τώρα που τό σκέφτομαι, νοιώθω κάτι σάν λύπη, σάν στενοχώρια γιά τό ότι δέν μού επιτρέπεται, εξ αιτίας τής ιδιαίτερης φύσης τού λειτουργήματος που εξασκώ, νά διατηρούμαι γιά πολύν καιρό κάτω απʼ τήν επίδραση τέτοιου είδους συλλογισμών -πράγμα άλλωστε ανεφάρμοστο ακόμη κι άν επέμενα νά τό κάνω, μιά κι ο έλεγχος μετά από κάθε επιστροφή είναι τόσο αυστηρός ώστε θά κινδύνευαν σοβαρά τά κερδισμένα μέ τόσον κόπο χρόνια τής προϋπηρεσίας μου. Μά νά που κιόλας άφισα νά παρασυρθώ αρκετά μακρυα. Νά πως ξεκινούν αυτές οι μικρές αμφιβολίες που σάς έλεγα πρίν από λίγο. Είναι δυστυχώς αυτή η έλλειψη αποτελεσματικής προστασίας που τόσο έντονα εξακολουθεί νά μάς χαρακτηρίζει καί που, μέ τά μέσα που έχουμε στή διάθεσή μας, μέ τίς απεριόριστες σχεδόν δυνατότητες που μάς διετέθησαν μέ τόση απλοχεριά -καί που, πιστέψτε με, εμείς τουλάχιστον απʼ τήν δικιά μας μεριά ποτέ δέν λείψαμε νά αναγνωρίσουμε τήν ευγνωμοσύνη που οφείλουμε γιʼ αυτήν τήν ευγενική, τήν γενναιόδωρη καί πατρική θά έλεγα, προσφορά-, έχοντας λοιπόν όσα μπορούσε νά χρειαστούμε σʼ αυτόν τόν τομέα, ωστόσο δέν έχουμε ακόμα καταφέρει -κι ίσως νά είναι αδικία νά μήν αναγνωρισθεί πως οι εκκλήσεις γιά καλή διάθεση που μάς έγιναν, οι έξοχες δικαιολογίες που έχουν κάθε δικαίωμα νά απαιτούν, δέν έμειναν χωρίς τήν αρκετά έστω ανάλογη ανταπόκριση-, δέν έχουμε λοιπόν καταφέρει, παρʼ όλες τίς προσπάθειες, παρʼ όλες τίς αιματηρές φθορές που μάς λιγόστεψαν έτσι, νά αποτρέψουμε κάθε υποψία που θά ήταν δυνατόν νά γεννηθεί γιά εγκατάλειψη”.
“Είναι πιθανόν”, είπα, “είναι πιθανόν τό ότι ίσως κάποιες φορές, νά στάθηκε αφορμή γιά νά αναπτυχθεί μιά ιδιαίτερη σχέση, ένα συναπάντημα πάνω σέ μιά περίπου ίδια αγωνία. Όμως ένα περίπου, ενδέχεται νά μαρτυράει τίς πιό πολλές φορές μιά συγγένεια επικίνδυνη, ενδέχεται νά κληρονομήσει σʼ αυτή τή σχέση δυνατότητες ύποπτες, ακόμα καί τίς καταβολές εκείνες που εμείς οι ίδιοι τού δώσαμε σάν τό γεννούσε η επιθυμία που, πρίν ποιός ξέρει πόσον καιρό, ξενυχτούσε σέ κάποια γωνιά μας περιμένοντας γιά μιά σχέση σάν κι αυτή. Αυτή η αναμονή έχει έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο νά ζητά τά δικαιώματά της -δικαιώματα εξ άλλου που όχι μόνο θεωρούν σάν αναντίρρητη προϋπόθεση τήν συγκατάθεσή μας, αλλά αρνούνται επίμονα οποιαδήποτε συζήτηση γύρω απʼ τό θέμα τής ύπαρξής τους- καί κανείς δέν ξέρει, κανείς δέν θά μπορούσε μέ ακρίβεια νά προβλέψει, πότε, ποιά στιγμή καί εκμεταλλευόμενη ποιά συγκυρία περιστάσεων, ποιά ευνοϊκή παρουσία ή απουσία τής τύχης, θά διάλεγε τόν θάνατό της πρός χάριν αυτών τών ίδιων απαιτητικών δικαιωμάτων της, ώστε νά είναι έτοιμος νά ελέγξει μέ αρκετή ψυχραιμία αυτό τό «περίπου»”.
Όσο γιά μένα, νά τί θά μπορούσα νά πώ γιά τό χατίρι αυτής τής άμυνας: Πάνε πιά τόσα χρόνια από τότε που άρχισε νά ωριμάζει μέσα του η υποψία πως έχει εγκαταλειφθεί. Καί μάλιστα πως έχει εγκαταλειφθεί απʼ τήν αρχή καί γιά πάντα. Τώρα εκείνο που τόν ενδιαφέρει δέν είναι καθόλου αυτή η εγκατάλειψη. Κάθε άλλο. Εκείνο που δέν τόν αφίνει νά ησυχάσει είναι αυτή ακριβώς η ίδια η υποψία. Καί σκέφτεται ότι θά πρέπει νά τής χρειάστηκε μιά περίοδος γιά νά ωριμάσει, που, άν καί δέν είναι σέ θέση νά προσδιορίσει τό μάκρος της, ωστόσο ανακαλύπτει πως μέ μιά περίεργη επιμονή θέλει νά τό φαντάζεται απεριόριστα μεγάλο, τόσο, που άν καί έχει αρκετές φορές προσπαθήσει νά τό συλλάβει, εκείνο πάντα τόν ξεπερνούσε.
(12)
1975
“Εδώ αξίζει τόν κόπο νά σταματήσουμε”, είπε ο οδηγός κοιτάζοντας μέ ικανοποίηση γύρω του. “Πρίν αρχίσουμε, άς μού επιτραπεί νά τονίσω ακόμα μιά φορά, καί χωρίς τή μάταιη μεγαλοέπεια που ενδεχομένως έχετε παρατηρήσει σέ ανάλογες περιπτώσεις, τό πόσο δύσκολη καί επικίνδυνα λεπτή είναι η ουσία τού λειτουργήματος τού οποίου ταπεινός υπηρέτης σάς προσφέρομαι. Η παλιά συνήθεια που έκανε τούς ανθρώπους νά περιμένουν μιά συγκεκριμένη καί σαφή απάντηση στήν, όπως νόμιζαν συγκεκριμένη καί σαφή ερώτησή τους, πρέπει εδώ νά εγκαταλειφθεί. Ίσως δέν είναι περιττό νά σάς υπενθυμήσω ότι τήν ευθύνη γιά ό,τι πρόκειται νά ακολουθήσει τήν φέρετε αποκλειστικά εσείς. Ο χώρος καί η διάρκεια, καθώς καί ο τρόπος, δέν μπορούν νά ανταποκριθούν παρά μόνο στήν αόριστη αυτή αίτησή σας -που συμφωνήσαμε ότι θά παραμείνετε- γιά τήν εμφάνιση τής δυνατότητας χωρίς άλλον προσδιορισμό. Εξ άλλου, η ευαισθησία τού χώρου είναι τόση ώστε αρκεί καί η ελάχιστη προσπάθεια σταθεροποίησης οποιουδήποτε μέτρου σύγκρισης γιά νά γίνει επίπεδος γιʼ αυτόν που θά τό κάνει καί που φυσικά θʼ αναγκαστεί νά μείνει πίσω”.
(13)
1975
“Εμένα όμως”, είπα καί τήν ίδια στιγμή ένας μικρός φόβος άρχισε νά σκληραίνει μέσα μου σάν κόκκος άμμου, “εμένα δέν θά μπορέσετε νά μέ ξεγελάσετε”.
“Μήν ξεχνάτε πως ο κατηγορούμενος είστε εσείς”, είπε χαμογελώντας μέ συμπάθεια ο πρόεδρος. Έσκυψε προστατευτικά πρός τό μέρος μου: “Δέν πρέπει νά παραγνωρίζετε τήν καλή μας διάθεση. Μήν ξεχνάτε πόσος κόπος χρειάστηκε, πόση στέρηση, τί μάχες δόθηκαν καί δίνονται ενάντια στίς ύπουλες υστεροβουλίες που τόσο καλά ξέρουμε όλοι μας, γιά νά μπορέσουν αυτές οι έδρες νά πληρωθούν επαξίως. Έπειτα σκεφτείτε καί τό ακροατήριο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι θυσιάζουν τόν καιρό τους, διακινδυνεύουν τήν υγεία τους καθισμένοι ακίνητοι καί νηστικοί τόσες ώρες εδώ. Σάς τίμησαν μέ τήν περιέργειά τους, μέ τό νά ενδιαφερθούν γιά τήν περίπτωσή σας. Εμείς που βρισκόμαστε από τήν άλλη μεριά, ξέρουμε καλά πόσο αυτό γέρνει τήν ζυγαριά πρός τό μέρος σας. Κι όμως κανείς από μάς δέν παραπονείται γιʼ αυτήν τήν γενικά παραδεκτή αδικία είς βάρος μας. Είμαστε έτοιμοι νά τήν υποστούμε γιά τό γενικότερο καλό. Είμαστε έτοιμοι νά περιμένουμε καί νά υπομένουμε… Καί σείς; Εσείς θάπρεπε νά είσασταν ο πρώτος που θά τά λογάριαζε όλα αυτά”.
(14)
1975
“Εμένα όμως”, είπα καθώς κατέβαινα τό τελευταίο σκαλοπάτι, “εμένα δέν θά μπορέσετε νά μέ ξεγελάσετε”. Έκανε απότομα μιά ολόκληρη στροφή γύρω απʼ τόν εαυτό της σάν νά τήν είχα υποτιμήσει μέ τά λόγια μου. “Εσείς”, είπε ενώ μέ κοίταζε μέ ενδιαφέρον, “εσείς θά είστε από τά τελευταία θύματα”. “Τί εννοείτε;”, ρώτησα κι ένας μικρός φόβος άρχισε νά σκληραίνει στήν καρδιά μου σάν κόκκος άμμου. “Εννοώ”, είπε, “πως θά είστε ένα θύμα όχι δικό μας ή δικό μου, όπως ίσως νά φανταστήκατε, αλλά ένα θύμα τής ιδιότητός σας. Ένα θύμα τής ιδιαίτερης φύσης που σάς χαρακτηρίζει”.
Ο ήχος τών βημάτων μας αντήχησε ξανά στούς σκοτεινούς θόλους.
“Αυτό”, συνέχισε, “είμαι σίγουρη πως τόχετε σκεφτεί αρκετές φορές στό παρελθόν καί μιά καί κανένας δέν σάς υποχρέωσε νά εξασκήσετε αυτή τήν ιδιότητα, ούτε νά προσκολληθείτε σʼ αυτή τήν φύση -μήπως άραγε σάς έλειψαν οι ευκαιρίες γιά νά ακολουθήσετε έναν απʼ τούς δρόμους που τόσο σοφά σάς υποδείχτηκαν καί που τό τέρμα του θά ήταν τόσο καθησυχαστικά γνωστό-, αφού λοιπον είναι έτσι, ο οποιοσδήποτε καλόπιστος κριτής δέν θά μπορούσε παρα νά οδηγηθεί στό συμπέρασμα ότι ζείτε μέ πλήρη επίγνωση πως ήδη έχετε όχι μόνο απελπιστικά δικαιώσει τίς τόσο συχνές προειδοποιήσεις γιά τό μέλλον σας, έχετε όχι μόνο αποδεχθεί τίς συνέπειες αυτής τής ακατανόητης πορείας σας, αλλά καί ότι έχετε αρνηθεί νά δεχθείτε οποιαδήποτε μομφή θά μπορούσε κανείς γιά λογαριασμό σας νά επιρρίψει κατά τών αρμοδίων τής περιπτώσεως που είστε καί ότι ακόμα τούς εξασφαλίζετε από κάθε είδους πλάνη στήν κρίση τους καί φυσικά από κάθε αμφιβολία καί ενοχή γιʼ αυτήν”.
“Αυτός”, είπα καί τήν άγγιξα ελαφρά στό μπράτσο δείχνοντάς της έναν αρουραίο που είχε ξετρυπώσει ξαφνικά απʼ τά σκοτάδια καί κουνούσε τήν ουρά του αναγνωρίζοντάς την, “αυτός δέν θά είχε τήν παραμικρή αντίρρηση σέ ό,τι είπατε, μάλιστα δέν θά είχε τήν παραμικρή αντίρρηση σʼ ο,τιδήποτε λέγατε, είναι πραγματικός σκλάβος σας. Αλλά εγώ δέν πρόκειται νά σάς επιτρέψω νά παίζετε μαζύ μου όπως η γάτα μέ τό ποντίκι”.
“Ένας αλήτης δέν μπορεί νά υπαγορεύει τούς κανόνες τού παιχνιδιού καί μάλιστα σʼ έναν τόπο σάν κι αυτόν”, απάντησε χαμογελώντας, μέ μιά μικρή χαριτωμένη υπόκλιση πρός τό μέρος τού ποντικού σάν νά τόν προσκαλούσε γιά μάρτυρα.
“Φαίνεται πως, μʼ όλες τίς μυστικές υπηρεσίες σας, οι γνώσεις σας γιά τούς αλήτες είναι σχετικά ελλειπείς”, τής είπα κάνοντας κι εγώ μιά μικρή υπόκλιση καί τήν ίδια στιγμή έδωσα μιά γερή κλωτσιά στόν αρουραίο που χάθηκε στά σκοτάδια τσιρίζοντας. “Γιά νά ισχύει αυτό που λέτε πρέπει κανείς νά έχει ήδη δεχτεί τήν πρόσκληση γιά τό παιχνίδι. Αυτό αποτελούσε πάντα τήν πρώτη καί μεγαλύτερη επιδίωξή σας που γιά χάρη της θά ήσασταν διατεθημένοι νά θυσιάσετε καί μερικούς από εσάς τούς ίδιους καί η πιθανότητα μιάς τέτοιας άρνησης σάς αποδυναμώνει σέ τέτοιο απελπιστικό βαθμό ώστε γιά νʼ αποφύγετε αυτή τή πελώρια φρίκη στοιχηματίζω πως θά δεχόσασταν μέ ανακούφιση νά είμαι εγώ εκείνος που θά υπαγόρευε αυτούς τούς κανόνες. Χωρίς τό παιχνίδι δέν είστε τίποτε. Αυτή η διαπίστωση είναι η δύναμη που έχει ένας αλήτης καί πιστέψτε με, είναι τό πρώτο πράγμα που μαθαίνει καί δέν τό ξεχνά ποτέ. Άλλωστε αυτό αποτελεί καί τήν ιδιαίτερη φύση του, κι εγώ, σύμφωνα μέ την περιγραφή που μού κάνατε προηγουμένως…”.
(15)
1975
“Ελάτε! Μά δέν μπορώ νά σάς αφίσω παρά μόνο μιά στιγμή”. Η φωνή της μόλις που ακουγότανε. “Σηκώστε ψηλά τόν πυρσό”, είπε. “Θέλω νά ρίξω ακόμα μιά ματιά”. Κοίταξε προσεκτικά μέσα στό σκοτάδι τής γαλαρίας. “Είναι αλήθεια ότι εδώ σπάνια έρχεται κανείς. Άλλωστε είμαι υπεύθυνη γιʼ αυτό τό τμήμα καί μέ τήν εμπιστοσύνη που μού έχουν… Μά τί έκανα! Τί έκανα!”, ψιθύρισε ακόμα πιό σιγά, μιλώντας αυτή τή φορά στόν εαυτό της.
“Τί είπατε;”, ρώτησα γιά νά πώ κι εγώ κάτι. Μέσα στήν καρδιά μου ένας μικρός φόβος είχε αρχίσει νά σκληραίνει σάν κόκκος άμμου.
“Μή μού ξαναμιλήσετε ποτέ καί γιά τίποτα, όση ώρα είμαστε εδώ, εκτός κι άν πάθετε κάτι τό πολύ σοβαρό. Καί δέν μιλώ φυσικά γιά τήν ψυχική σας κατάσταση. Αυτή δέν μέ αφορά. Άλλωστε σάς έχω προειδοποιήσει: η ευθύνη πάνω σʼ αυτόν τόν τομέα είναι όλη δικιά σας”.
“Μά τί άλλο θά μπορούσα νά πάθω;”, απάντησα όσο πιό σιγά μπορούσα. “Θέλω νά πώ δηλαδή, ποιός άλλος τομέας μου θά ήταν δυνατόν νά βλαφτεί καί γιατί;”.
“Αυτό θα μπορούσα νά τό πάρω σάν ειρωνία, άν δέν ήταν τόσο θανάσμα σοβαρή η κατάσταση”, είπε σκληρά. Έκανε ένα βήμα πίσω γιά νά μέ κοιτάξει. Οι κινήσεις της φανέρωναν μιά συγκρατημένη οργή. “Αλήθεια, μά δέν έχετε καθόλου συναίσθηση σέ τί μέρος βρισκόσαστε;”, ρώτησε κι έκανε μιά ανυπόμονη χειρονομία γιά νά μού δείξει γύρω, υπογραμμίζοντας έτσι τήν ερώτηση σάν νά μήν έφταναν τά λόγια…
“Κι άν ακόμα είνʼ έτσι”, είπα απλώνοντας τό χέρι μου πρός τό μέρος της, “κι άν ακόμα είνʼ έτσι, δέν θάπρεπε νά μέ προσβάλλετε τόσο άδικα. Μήν ξεχνάτε πως οι μόνες πληροφορίες που μπορώ νά έχω γιʼ αυτό τό μέρος δέν είναι άλλες από εκείνες που εσείς μού δώσατε. Εσείς είστε η πηγή τών πληροφοριών μου. Εάν πράγματι δέν έχω τήν συναίσθηση που ο τόπος απαιτεί γιά λογαριασμό του καί εάν δεχτούμε ότι η αναπλαστική μου ικανότητα λειτουργεί χωρίς σοβαρές παραμορφώσεις -κι αυτό μπορώ νά σάς βεβαιώσω ότι έχω ισχυρούς λόγους νά τό πιστεύω-, τότε ίσως νά έπρεπε νά ελέγξουμε τήν επάρκεια αυτών τών πληροφοριών”.
“Πώς φαίνεται ότι ερχόσαστε από έναν άλλον κόσμο!”. Κούνησε τό κεφάλι χαμογελώντας σχεδόν τώρα. “Βάζω στοίχημα πως δέν θά ονομάζατε ποτέ προσβολή μιά μομφή που θά προέρχονταν από μιά σωστή, κατά τήν αντίληψή σας, εκτίμηση, μέ τά μέτρα τής δικαιοσύνης που παραδέχεσθε”.
“Αυτό είναι αλήθεια”, παραδέχτηκα μέ ανακούφιση γιά τήν χαλάρωση, “αλλά είναι μιά μισή αλήθεια. Γιατί άν καί θά δεχόμουν αδιαμαρτύρητα αυτή τή μομφή, εφʼ όσον βέβαια ήθελα νά δείξω τήν καλή μου διάθεση, κατά βάθος δέν θα έπαυα ποτέ νά θεωρώ τόν εαυτό μου προσβεβλημένο γιατί τόλμησαν νά μέ κρίνουν”.
“Νά κάτι που θά μʼ ενδιέφερε πολύ νά συζητήσουμε στό μέλλον. Άν υπάρξει μέλλον”, είπε εκείνη παίρνοντας ξανά τό σκυθρωπό της ύφος. “Όμως αρκετά. Αυτοί οι αρχαίοι τοίχοι ούτε που θά τολμούσαν νά ξαναελπίσουν μιά τέτοια συζήτηση εδώ. Ετοιμαστείτε. Ξεκινάμε”.
“Ακούστε”, είπα καί πρόσεξα γιά πρώτη φορά μέσα σέ τόσην ώρα πως τό λεπτό κορδονάκι στόν ώμο της που συγκρατούσε τό φόρεμα, είχε γλυστρήσει καί τό στήθος της ήταν σχεδόν γυμνό. “Ακούστε, δώστε μου δυό λεπτά καιρό. Πρέπει νά σάς εξομολογηθώ κάτι”.
“Τί είναι λοιπόν ακόμα;”, ρώτησε εκείνη χωρίς νά φαίνεται ότι είχε καταλάβει αυτό που της συνέβει.
“Αυτό τό κατώφλι θά τό περάσω οπωσδήποτε, αλλά μέσα στήν καρδιά μου ένας μικρός φόβος έχει αρχίσει νά σκληραίνει σάν κόκκος άμμου. Πρώτα πρέπει νά ξεπεράσω αυτόν. Θέλω νά αυνανιστώ”.
“Αυτό αποκλείεται!”, μέ έκοψε θυμωμένα. “Δέν μπορώ νά επιτρέψω τέτοιου είδους εκδηλώσεις”.
“Μού είναι αδύνατο νά κάνω κι ένα βήμα άν δέ μʼ αφίσετε. Παραιτούμαι από κάθε προσπάθεια”.
“Τότε μπορείτε νά θηλάσετε”, είπε μʼ έναν στεναγμό, σάν νά υποχωρούσε καί μού έτεινε τό ωραίο της στήθος που στή ρώγα του είχαν αρχίσει κιόλας νά ξεπροβάλλουν μικρές άσπρες σταγωνίτσες.
“Μού είναι αδύνατο άν δέν αυνανιστώ”, επανέλαβα ανασαίνοντας μέ δυσκολία.
“Δοκιμάστε καί πέστε μου άν αναγνωρίζετε τή γεύση απʼ αυτό τό γάλα”, επέμεινε καί μʼ αυτά τά λόγια έπιασε τρυφερά τό κεφάλι μου κι οδήγησε τό στόμα μου προσεκτικά. “Μπορώ αλήθεια νά πιώ όσο θέλω;”, είπα αφού δοκίμασα, γλείφοντας τά χείλια μου από ευχαρίστηση…
(15,1)
1975
Ισίδωρε, Ισίδωρε!… Σέ βλέπω σέ μιά κάτασπρη Σιτροέν νά τρέχεις εκτείνοντας στόν αέρα τό ευσπλαχνικό σου φουλάρι μέ τά τρομερά χρώματα… Δικαίως θά παραμερίζουν οι άνθρωποι μπροστά σου, ενώ εσύ θά περνάς θερίζοντας τά πάντα, σπίτια, δρόμους, δέντρα, εμπορικά, τίς κουρασμένες παρθένες, τούς επαγγελματίες τής πλήξης, κι ενώ πίσω σου πολύχρωμοι αετοί υψώνονται αναδεύοντας τίς πελώριες ουρές τους, γεμάτες αστραφτερά ξυράφια επιτήδεια στή σκόπευση, ακολουθώντας, συμπληρώνοντας, τελειώνοντας…
Ουρλιάζοντας μαστιγώνεις τά άλογα τής λευκής καροσσερί, ενώ μέ τό άλλο σου χέρι κατευθύνεις τά ινία τών εκδικητικών σου χαρταετών… Ισίδωρε, Ισίδωρε! Ιδού η πολυκέφαλος εξουσία, γοητευμένη, σού προσφέρει τούς τρυφερούς της λαιμούς… Ιδού ο μεγάλος σου αετός, ίσως ο πιό μεγάλος, βαμμένος μαύρος καί κόκκινος, βουΐζοντας μέ τά φοβερά του κρεμαστάρια, κατέρχεται ήδη πρός τό μοιραίο ραντεβού που τόσους αιώνες ονειρεύονταν οι γενιές τών ομοίων σου…
(152)
1975
“Καί ποιός είσαι εσύ που τολμάς νά μέ αντιστρατεύεσαι;”, ρωτάει μέ αγανάκτηση τό Καλό τό Κακό που τού κλείνει καγχάζοντας τόν δρόμο.
“Είμαι ο δημιουργός σου!”, απαντά τό Κακό, σίγουρο γιά τή νίκη του όπως καί κάθε προηγούμενη φορά.
“Αυτό είναι αδύνατο”, λέει τό Καλό κάνοντας νά προσπεράσει, “γιατί άν είναι έτσι τότε κι εγώ είμαι ο δημιουργός σου”.
“Νά κάτι που δέν θʼ αρνιώμουνα ποτέ, άν κι είναι η πρώτη φορά που μού απαντάς έτσι. Κάτι άλλαξε στίς σχέσεις μας λοιπον”.
“Καί βέβαια άλλαξαν οι σχέσεις μας!”, λέει καγχάζοντας τώρα τό Καλό μέ τή σειρά του. “Πέρασαν τόσοι αιώνες γιά νʼ αρχίσω νά καταλαβαίνω!”.
“Ποτέ δέ σέ νόμιζα ικανό νά εκτιμήσεις σωστά μιά κακή πράξη. Κι άν σού κλείνω ακόμα τό δρόμο είναι γιατί αναρωτιέμαι τί νάναι αυτό που σέ ξύπνησε…”.
Μʼ έναν περίεργο τρόπο ο θάνατος μιάς δημιουργίας συμπίπτει μέ τήν στιγμή που ο δημιουργός της αντιλαμβάνεται τό μέγεθος τής δύναμης που τού έχει προσφέρει τό δημιούργημά του.
“Χρόνια τώρα βασανίζεσαι απʼ αυτή τήν άχρηστη δύναμη που καίει τά σεντόνια στό κρεββάτι σου. Αγκαλιά μʼ ένα πτώμα που δέν σέ γνωρίζει. Φύγε, φύγε. Κάτω απʼ τίς γέφυρες. Κάτω απʼ τίς γέφυρες δέ θά σέ βρεί”.
Φώτα μέσʼ στήν ομίχλη σάν γατιά
καί τό Καράβι κτήνος
(16)
1975
“Ένας απλός παρατηρητής χειρονομιών δέν μπορεί νά έχει απαιτήσεις!”, είπε εκείνος σχεδόν μέ πάθος καί έδειξε μέ θυμό τήν πόρτα. “Τί ενδιαφέρον θά μπορούσε νά έχει άραγε η υπόθεσή σας γιά μάς, αυτό δέν τό συλλογιστήκατε; Αλλά κι άν ακόμα τό κάνετε τώρα, αυτή τήν ύστατη στιγμή όπως βλέπω απʼ τό ύφος σας, πιστεύετε αλήθεια ότι αυτό μπορεί νʼ αλλάξει τίποτα; Ακούστε, γιατί δέν πάτε νά παρετε έναν ύπνο; Αυτό θά σάς ωφελούσε καλλίτερα από οποιαδήποτε κατανόηση κι άν λογαριάζατε ότι θά συναντούσατε εδώ. Τί ενδιαφέρον βρίσκετε στό νά παρατηρείτε χειρονομίες; Είναι αυτό απασχόληση γιά έναν ώριμο άνθρωπο; Γιά έναν άνθρωπο που έχει συναίσθηση τών αναγκών του καί τών ευθυνών του; Δέν νομίζετε πως αφίσατε νά παρασυρθείτε περισσότερο απʼ ό,τι έπρεπε; Καί σάν νά μή φτάνει αυτό, μέ αναγκάζετε κι εμένα νά υποφέρω αυτή τή στιγμή μαζύ σας. Είναι σωστό αυτό; Συμβιβάζεται μέ τήν αίσθηση τού δικαίου που υποστηρίζετε ότι σάς οδηγεί;”.
Ο παρατηρητής είχε κάτσει στήν άκρη τού πάγκου κι έκλαιγε μέ λιγμούς.
“Ελάτε”, τού είπε ο υπάλληλος κάπως στενοχωρημένος γιά τό απότομο φέρσιμό του. “Στό κάτω κάτω τό φταίξιμο δέν είναι εντελώς δικό σας. Η υπηρεσία είναι λίγο αυστηρή, τό αναγνωρίζω, αλλά αυτό είναι κάτι που πρέπει κανείς νά τό έχει πάντα υπʼ όψη του. Άλλωστε καί σείς ο ίδιος είστε αυστηρός μέ τόν εαυτό σας. Πρίν από λίγο τό είπατε: «Έχω σοβαρές καταγγελίες κατά τού εαυτού μου». Συγκράτησα τή φράση σας γιατί μού έκανε εντύπωση τό ότι τήν θεωρούσατε πρωτότυπη. Μά τί σάς έχει πιάσει αλήθεια καί κατηγορείσθε; Ποιός σάς τό ζήτησε αυτό; Τό κάνετε σάν νά εξωφλείτε κάποιο παλιό χρέος. Ίσως νάχετε δίκιο, αλλά διαλέξατε λάθος ταμείο. Αυτό είναι όλο”.
Ο παρατηρητής είχε τώρα εξαντληθεί τελείως απʼ τό κλάμα καί αποκαμωμένος έγειρε στόν πάγκο κι άρχισε σιγά σιγά νʼ αποκοιμιέται. “Άλλο κι αυτό!”, είπε ενοχλημένος ο υπάλληλος κι έσκυψε ξανά στά χαρτιά του, αποφασίζοντας νά μήν τού δώσει πιά σημασία.
“Η μικρή Ελένη, η μικρή Ελένη! Θά τήν πιάσει τό κλάμα!”, είπε ο παρατηρητής παραμιλώντας καί λίγο σάλιο κύλησε στόν πάγκο απʼ τό στόμα του. “Σηκωθείτε αμέσως!”, είπε ο υπάλληλος αυστηρά. “Αυτό δέν είναι φέρσιμο. Έχετε χάσει τελείως τόν έλεγχο τού εαυτού σας. Πρέπει νά σάς ζητήσω νά φύγετε αμέσως από δώ. Δέν έχω πιά περιθώρια νά σάς κρατήσω. Πρέπει νά σκεφτώ καί τόν εαυτό μου. Η θέση αυτή είναι τό μόνο μου εισόδημα. Δέν θέλω νά τό χάσω εξ αιτίας σας. Άντε λοιπόν, χαίρετε”, είπε καί τόν οδήγησε ώς τήν πόρτα. “Καί συνέλθετε. Αυτό σάς τό λέω εντελώς φιλικά. Συνέλθετε γιά τό καλό τό δικό σας καί εκείνων που σάς αγαπούν καί υπολογίζουν σέ σάς”. Έκανε μιά μικρή υπόκλιση καί γύρισε στή θέση του.
(17)
1975
Μιλούσα λοιπόν γιʼ αυτή τήν εξαιρετική Γραφομηχανή, αγαπητοί μου κύριοι. Μιλούσα έχοντας πλήρη συναίσθηση τών συνθηκών κάτω από τίς οποίες λειτουργώ. Ένα ασήμαντο αναλόγιο κι ένας ακόμα πιό ασήμαντος παρουσιαστής προδιαθέτουν άσχημα, είνʼ η αλήθεια, έναν πολυάσχολο επισκέπτη που περιδιαβαίνει μέ ευελιξία τά εκθέματα προσπαθώντας νά γεμίσει καλλίτερα τήν ώρα του· ίσως μάλιστα -κι αυτό χωρίς καμμιά εντελώς κακή πρόθεση- τού θυμίζουν δυσάρεστες στιγμές που έχει επίμονα προσπαθήσει νά τίς ξεχάσει καί που ακριβώς γιʼ αυτό τό σκοπό είναι πιθανόν νά βρίσκεται εδώ σήμερα. Αδικούν ακόμα καί τήν αξία τού εκθέματος, αξία όχι καί τόσο μηδαμηνή πολλές φορές, που κινδυνεύει όχι μόνο από τήν ιδιοσυγκρασία τού παρουσιαστή, αλλά καί από τή θέση του γιά τήν οποία αυτός είναι τό ίδιο υπεύθυνος όσο καί γιά τή συμπεριφορά του μέσα της, άν καί αυτή η υπευθυνότητα έχει κατά καιρούς αμφισβητηθεί μέ πάθος καί σοβαρές παρανοήσεις έχουν δημιουργηθεί σʼ αυτόν τόν τομέα. Μολοντούτο, μιά θέση λιγότερο απόμερη δέν θά είχε ανάγκη νά παρακαλεί γιά ένα πιό προσεκτικό βλέμμα, τό ξέρω. Αλλά γνωρίζετε, γνωρίζετε καί σείς τό ίδιο καλά πόσο δύσκολο είναι στίς μέρες μας νά αποκτηθεί, ακόμα καί σέ πολύ λιγότερο σημαντικές περιπτώσεις, μιά θέση μέ μιά ευνοϊκή οπτική γωνία από τήν πύλη τής εισόδου. Άς είναι όμως. Δέν παραπονιέμαι. Είναι σχεδόν φυσικό, άν καί είναι κοπιαστικό νά τό αποδεχτεί κανείς στήν αρχή καί γιά μιά μακρυά περίοδο μένει μʼ αυτή τή βασανιστική υποψία, που όμως σιγά σιγά μέσʼ απʼ τό πέρασμα τού καιρού υποχωρεί σέ μιάν ήρεμη βεβαιότητα που καθησυχάζει, τό ότι είναι πιθανόν νά έχει τοποθετηθεί η θέση του πρίν νά τοποθετηθεί η είσοδος. Υπάρχουν βέβαια, ακόμη καί τώρα στίς μέρες μας -φαίνεται άλλωστε ότι δέν λείψανε από καμμιάν εποχή- μερικοί απροσάρμοστοι δυστυχισμένοι άνθρωποι, που αρνιούνται μέ πείσμα νά υποταχτούν σʼ αυτήν τήν αναπόφευκτη, μά ωστόσο στολισμένη ευγενικά μέ τό άρωμα τού καθήκοντος, μοίρα. Χτυπούν τό πόδι κάτω σάν μικρά παιδιά που τούς πήραν τό παιχνίδι τους, επιμένουν πως δέν είναι αυτοί που διάλεξαν τή θέση τους -δείχνοντας έτσι μιά παράλογη αχαριστία, γιατί τυχαίνει σέ πολλές περιπτώσεις αυτή η θέση νά είναι αρκετά καλή- μά κάποιος άλλος γιά λογαριασμό τους που δέν τούς ρώτησε, επαναλαμβάνουν πως ακόμα καί τώρα δέν είναι διατεθειμένοι νά τό κάνουν πρωτού καταργηθεί η είσοδος, καί δέν θέλουν μέ κανένα τρόπο νά επιδείξουν τήν πρόθυμη διάθεση καί τό πνεύμα κατανοήσεως που είναι τόσο απαραίτητα γιά τήν καλή λειτουργία τής εκθέσεώς μας· ώσπου στό τέλος, πολλοί απʼ αυτούς πεθαίνουν έτσι ξαφνικά χωρίς κανείς νά ξέρει πώς, άλλοι αυτοκτονούν μέ ειδικά διαλεγμένους περίεργους τρόπους, καί οι περισσότεροι, που παρʼ όλα αυτά διατηρούν κάποια ίχνη σεβασμού γιά τούς κανόνες τού παιχνιδιού καί τήν ιεραρχία, αρρωσταίνουν τόσο πολύ απʼ τό κακό τους ώστε καταντούν ακόμα καί μέ νόμιμα καί χαρτοσημασμένα όπως ακριβώς πρέπει έγγραφα, χωρίς νά κουράζονται ούτε νά απογοητεύονται, επιστρέφοντας ξανά καί ξανά, νά ζητούν από τήν Διεύθυνση, που έρχεται έτσι σέ πολύ δύσκολη θέση, νά επιτρέψει νά τούς θανατώσουν.
Όμως εγώ δέν είμαι σάν κι αυτούς. Γιατί άν καί είναι σχεδόν βέβαιο πως τή θέση μου δέν τήν διάλεξα εγώ, ωστόσο νοιώθω γιʼ αυτήν κάποια ευθύνη, ένα είδος πατρικού ενδιαφέροντος, μιά συντροφικότητα καί μιά συμπαράσταση άν τό θέλετε, γιά τήν κατά κάποιο τρόπο αδικία που τής έχει γίνει. Παρʼ όλο που αυτή είναι μιά τρόπος τού λέγειν αδικία, περισσότερο, που μόνο σέ στιγμές απογοήτευσης, όταν περνώ τόν καιρό μου συγκρίνοντας τήν δικιά μου θέση μέ τών άλλων, παρασύρομαι νά χαρακτηρίσω έτσι, ενώ σέ στιγμές ηρεμίας καί νηφαλιότητας κάτω απʼ τήν επήρεια μιάς απρόβλεπτης μικρής ικανοποίησης, που δέν τό αρνιέμαι αρκετές φορές μέ συντυχαίνει, δέν μού είναι καθόλου δύσκολο, ίσα ίσα καί μάλιστα αποκαλύπτεται από μόνη της μέ περισσή ευγένεια, νά διακρίνω πίσω απʼ αυτό τό θυμωμένο καί βιαστικό συμπέρασμα ένα είδος ανώτερης πίστης μέσα μου σέ κάποια μεγαλόψυχη εγρηγορούσα πρόνοια που, μʼ εκείνη τή μυστική διάθεση που χαρακτηρίζει όλες τίς πρόνοιες καί μάς κάνει πολλές φορές νά τίς παρεξηγούμε καί νά τίς αδικούμε, έχει κρύψει γιά τήν ώρα τούς σκοπούς της πίσω από ασήμαντα προσχήματα, εκεί όπου μιά μεγαλειώδης χειρονομία ετοιμάζεται νά στεφανώσει τήν υπομονή που τήν εμπιστεύτηκε. Πρόκειται λοιπόν γιά μιά αδικία καλοπροαίρετη, χωρίς κανένα κακό σκοπό, γιά τήν οποία κανείς μά κανείς δέν θά τολμούσε νά διανοηθεί νά επιρρίψει μομφή καί που κι άν ακόμα εξ αιτίας της ένα ελαφρύ παράπονο θά ήταν δυνατόν παρʼ όλα αυτά νά διατηρείται καί νά επιμένει, δέν θά έπρεπε νά δημιουργηθεί κανένας φόβος γιʼ αυτό αφού μόνο σέ λόγους μέ μιά μικροπρόθεσμη χωρίς αξία σκοπιμότητα καί εντελώς πρακτικούς θά μπορούσε νά στηριχτεί. Γιατί είναι αλήθεια πως αυτής τής κατά τά άλλα όχι άτυχης θέσης, η κλίση της αναφορικά μέ τήν είσοδο, ή πιό σωστά η κλίση τής εισόδου αναφορικά μέ αυτήν μιά κι η είσοδος ήταν που τοποθετήθηκε τελευταία, επιτρέπει μιά πολύ μικρή οπτική γωνία στόν επισκέπτη καί κάνει τήν παραμόρφωση τόσο μεγάλη, ώστε καθώς εκείνος πλησιάζει μέ γοργό ανάλαφρο βήμα έχοντας κιόλας χαιρετήσει από μακρυά τόν γνωστό που, όπως τού φαίνεται τόν καλοσωρίζει μέ χαρά, ξαφνικά αναγνωρίζει μέ θυμό τό λάθος του, τό επιρρίπτει στόν φτωχό παρουσιαστή που τό δέχεται μέ συντριβή, τόν κατηγορεί γιά τήν κακή του θέση, τό άσημο σχεδόν τιποτένιο παρουσιαστικό του, τόν δύστροπο καί υποκριτικό χαρακτήρα του, τήν ασήμαντη χωρίς καμμιάν αίγλη φυσιογνωμία του, δέν καταδέχεται κάν νά ρίξει μιά ματιά στά εκθέματα που νοιώθει πως πρέπει νά τά περιφρονήσει διπλά καί γυρίζοντας τίς πλάτες φεύγει μέ, όπως πάντα μετά από κάθε τέτοια σύγκριση, τονωμένο ηθικό…
Όμως δέν συμβαίνει πάντα έτσι. Έρχονται φορές που τά πράγματα γίνονται εντελώς διαφορετικά, σάν γιά νά ανταποκριθούν σέ κάποιες ευχάριστες σκέψεις, σέ κάποιες δειλές επιθυμίες που ποτέ δέν είναι σίγουρες άν έχουν τό δικαίωμα νά υπάρχουν, ίδιες μέ φοβισμένα κεφαλάκια μικρών παιδιών που ξεμυτίζουν από καιρό σέ καιρό πίσω απʼ τή γωνιά ενός βαρειού προσχήματος ή μέσα από τίς πτυχές τών αναγκαίων εποχιακών προφάσεων, έτοιμες νά αποτραβηχτούν μετανοιωμένες άν τυχόν, όπως όλες σχεδόν τίς φορές, η μικρή τους κίνηση χαλάσει τήν δύσκολη ισορροπία κι ο χώρος ουρλιάξει θυμωμένα όταν τίς δεί…
(18)
1975
Μιλούσα λοιπόν γιʼ αυτή τήν εξαιρετική Γραφομηχανή, αγαπητοί μου κύριοι. Μιά γραφομηχανή καλοφτιαγμένη, σχεδόν χαριτωμένη θά μπορούσα νά πώ, σχεδόν έχοντας ξεφύγει τήν προσοχή τού κατασκευαστή της. Ενός κατασκευαστή, που ίσως νά μήν ήταν έτσι ασυνήθιστος, όπως κανείς θά μπορούσε νά υποθέσει, κρίνοντας κάπως βιαστικά, μέ τήν ευγενική θέληση νά επαινέσει αυτό γιά τό οποίο ήδη όλοι όσοι πέρασαν πρίν απʼ αυτόν έχουν εκφραστεί μέ καλωσυνάτη ευμένεια, που διατηρείται ακόμα στήν ατμόσφαιρα που τόν περιβάλλει, μέ τίς μικρές επιδοκιμαστικές κινήσεις τών κεφαλιών μεταξύ τους, αλλά πιθανότατα ενός συνηθισμένου κατασκευαστή. Ίσως μάλιστα ενός, που -χωρίς γιά τό δικό του τό καλό νά τό ευχόμαστε- δέν θά μπορούσε καθόλου νά σταθεί καί νά αντικρίσει τό κατασκεύασμά του μέ τό θάρρος καί τήν περηφάνεια εκείνη που ένα κατασκεύασμα φτιαγμένο μέ επιμέλεια καί μέ τέχνη, έχοντας σχεδόν από τίς πρώτες στιγμές πείσει τόν δημιουργό του νά αφεθεί ολόκληρος στήν δικιά του επιθυμία νά υπάρξει μʼ έναν ορισμένο τρόπο γνωστό αποκλειστικά καί μόνο σʼ εκείνο, επιτρέπει νά τού απευθύνονται. Ενός τέτοιου κατασκευαστή λοιπόν. Που όμως παρʼ όλα αυτά, παρʼ όλη τήν, άς πούμε γιά μιά στιγμή, έστω καί φαινομενική αδεξιότητά του, παρʼ όλα τά λάθη καί τούς κακούς υπολογισμούς τούς οποίους πιθανόν δέν κατάφερε νά ξεφύγει, επειδή -καί γιʼ αυτό άς μάς επιτραπεί ευγενικά νά είμαστε περίπου σίγουροι- δέν θά μπορούσε νά ήταν τίποτε περισσότερο από έναν απλό λεπτομεριακό κατασκευαστή, έναν κατασκευαστή λεπτομερειών, μέ συγκεκριμένα καθήκοντα, μέ σαφώς διατυπωμένες υποχρεώσεις, αλλά καί γιʼ αυτό απʼ τήν άλλη μεριά, μέ αναγνωρισμένα δικαιώματα που, περιλαμβάνοντας μέσα τους αυτά ακριβώς τά τακτικά λάθη καί τούς εσφαλμένους υπολογισμούς, αφίνουν αρκετό περιθόριο, μάλιστα δέν απαγορεύουν καθόλου, ίσα ίσα επιβάλλουν, τήν απεριόριστη σχεδόν ανάπτυξη ικανοτήτων όχι συνηθισμένων, κι ακριβώς γιʼ αυτό λοιπόν, ακριβώς γιατί πρόκειται, όπως είπαμε, γιά έναν κατασκευαστή λεπτομεριών, κι ακόμη επειδή μʼ όλες τίς -καί δέν τό αποκλείσαμε καθόλου, άς σημειωθεί, απʼ τήν αρχή- αναγνωρισμένες ικανότητές του, δέν θά τού ήταν εκ τών πραγμάτων δυνατόν, παρά τή σχεδόν εύκολο νά κερδιθεί, όπως καί τού ίδιου θά τού είχαν δοθεί ίσως πολλές ευκαιρίες νά διαπιστώσει στό παρελθόν, καλή θέληση τής Διευθύνσεως, δέν θά τού ήταν εκ τών πραγμάτων λοιπόν δυνατόν, έστω κι άν ακόμα είχε προαχθεί σωστά στή θέση που, εξ αιτίας αυτών ακριβώς τών ικανοτήτων, τού ταιριάζει, νά ασχοληθεί μέ περισσότερες από μιά λεπτομέρειες, από τίς χιλιάδες εκείνες, ίσως ίσως κι εκατομμύρια, που έχει προσεκτικά λογαριαστεί πως απαιτούνται γιά τήν κατασκευή μιάς τόσο καλής ποιότητας μηχανής (μιάς λεπτομέρειας εξαιρετικά δύσκολης είνʼ η αλήθεια, μέ μιά θαυμαστή πολυπλοκότητα χειρισμών τών ειδικά γιʼ αυτό τόν σκοπό διαλεγμένων εργαλείων, αλλά ωστόσο μιάς μοναχά, στήν οποία αυτός εξασκείται τώρα γιά χρόνια ολόκληρα μέ τήν δεκτικότητα που τόν διακρίνει, έτσι που θά μπορούσε κανείς νά πεί -μέ όλον βέβαια τόν κίνδυνο που παραμονεύει πίσω από μιά τέτοια υπόθεση- ότι καί γιʼ αυτό μιάς λεπτομέρειας γνωστής σʼ όλη της τήν έκταση απʼ αυτόν, τόσο, ώστε νά τής απαγορεύεται από τήν ίδια της τή φύση νά μήν επαναληφθεί σωστά), τότε δέν μένει πιά τίποτε άλλο νά παρεμβληθεί παρά μονάχα τό άρωμα από κάποιες ερωτικές στιγμές, που κανέναν δέν ρώτησαν καί που είναι πιθανόν ότι έχουν παραβιάσει εντελώς αυθαίρετα αυτή τήν αυστηρά προσεγμένη γιά νά επαναλαμβάνεται επιτυχία τών προγραμματισμένων κινήσεων καί έχουν δώσει αυτό τό χαριτωμένο αποτέλεσμα, αυτό τό Σπάνιο Λάθος, αυτό ακριβώς που τώρα εμείς απολαμβάνουμε, αυτά που διαβάζονται σέ σάς, γραμμένα απʼ αυτήν ακριβώς τή Γραφομηχανή.
(19)
1975
Όταν θά σέ απομυθοποιήσω ολόκληρον, μήπως τότε θά μπορέσω νά ζητήσω τόν λόγο απʼ αυτούς που κρύβονται πίσω από σένα;
Γιατί μήπως εσύ δέν είσαι η δικαιολογία που τούς καλύπτει; Τό εμπόδιο που δέν μέ αφίνει νά ζητήσω τά δικαιώματά μου καί νά αξιώσω τήν καταδίκη τους; Είναι αλήθεια λοιπόν πως είσαι ένα απατηλό είδωλο, ένας καθρέφτης που στήν κορνίζα του κάθισα όλα αυτά τά χρόνια καί ξεγελιώμουν μέ τίς μικρές του ασήμαντες μεταβολές, περιμένοντας τήν μεγάλη αλλαγή που εκείνοι σού υποσχέθηκαν;
Εδώ καί αρκετόν καιρό κάθομαι καί συλλογίζομαι καλά καί βρίσκω ολοένα καί πιό εύκολα σωστή τήν υποψία πως μέ κράτησαν ώς τά τώρα παίζοντάς μου ένα άσχημο παιχνίδι. Καί τότε, πρίν απογοητευτώ απʼ αυτό που είμαι, μιά στιγμή πρίν οι δυνατότητες που είναι σχεδόν νεκρές καί που θά μπορούσα νά έχω ζήσει μέ παρασύρουν καί καταποντιστώ θρηνώντας τες, αρπάζομαι απʼ τό μίσος μου γιά σένα καί κρατιέμαι γερά. Εδώ πιά υπάρχει ένας λόγος που μέ συντηρεί: τό νά σέ κατηγορώ, γιατί άν δέν είσαι καί σύ συνεργός σʼ αυτό τό παιχνίδι που μέ ξόδεψε έτσι άδικα, χωρίς ούτε κάν νά διακρίνω πρός τά πού δόθηκε η χαρά γιά τήν δικιά μου καταστροφή, τουλάχιστον ποτέ δέν μέ προστάτεψες, πάντα ήσουν στραμμένος εναντίον μου, αρνήθηκες επίμονα νά δεχτείς τά παράπονά μου γιά τό κακό που μού γίνονταν, πίσω σου δέν υπήρχε παρά ένας αδικημένος Δημιουργός που τήν αποζημίωση γιά τήν αχαριστία τού πλάσματός Του τήν είχες κάνει εντελώς δικιά σου υπόθεση -τόσο, ώστε πιά νά μήν έχει καμμιά σημασία άν υπάρχει κάν Εκείνος-, καί που τήν εκδίκησή Του εσύ δέν τήν έπαιρνες γιά νά τήν αποθέσεις στά πόδια Του, μά τήν κρατούσες ολόκληρη γιά σένα… Καί τώρα Εκείνος ξεχάστηκε εντελώς -ακόμα καί πρίν από πολύν καιρό σπάνια Τόν επικαλιώσουν στίς διεκδικήσεις σου-, καί μαζύ Του όλα όσα σού είχε υποσχεθεί. Καί δέν είμαστε παρά οι δυό μας: εσύ που δέν έχεις καταφέρει τίποτα μέ τίς απαιτήσεις σου καί κοίτεσαι παράμερα κουρασμένος, κι εγώ, ένας αιώνια επαναστατημένος, πολεμώντας συνεχώς τά ίδια φαντάσματα που στέλνεις νά μέ τρομάζουν, ένα παιδί που λέει όχι μέ πείσμα γιά τό χατίρι καί μόνο αυτού τού όχι, ένας γέρος που σκαλίζει τρέμοντας τίς βαρειές πέτρες που έστρωσες στόν δρόμο του, ψάχνοντας ακόμα γιά τίς ηδονές που τού ψιθύριζες τόσα χρόνια στό αυτί πως κρύβονται κάτω από ʽκεί, ένας αλήτης που δέν έχει παραδοθεί πουθενά καί που δέν φοβάται παρά μόνο τόν φόβο, ένας ερμαφρόδιτος που δέν τό ξέρει ότι είναι καί διαρκώς αφουγκράζεται τήν άλλη καρδιά που τόν καλεί, ένας εσύ που τώρα μέ μισεί ακόμα περισσότερο γιατί καταλαβαίνει πως τό μεγαλύτερο θύμα είναι αυτός κι εγώ δέν τού ανήκω καί δέν δέχτηκα ποτέ τό παιχνίδι, ίσα ίσα, μαζύ μου ούτε κάν ηττημένος δέν μπορεί νά είναι.
(191)
1975
Τώρα κατά κάποιον περίεργο τρόπο τά πράγματα έχουν τελείως αντιστραφεί κι αυτός μέ έχει σχεδόν ολοκληρωτικά κατακτήσει βάζοντας σʼ εφαρμογή εκείνα που τού δίδαξα όταν ήταν δικός μου πρίν από πολύν καιρό καί χαιρόμουν γιατί φαίνονταν ότι καλλίτερα απʼ όλα αφομοίωνε τόν τρόπο νά αντιστέκεται στήν γοητεία τών άλλων.
Δέ λέω νά τό χορτάσω τούτο τό καλοκαίρι! Η θάλασσα μέ ξετρέλλανε. Τά ψάρια γυαλίζουν ανάμεσα στίς πέτρες κι εγώ είχα δυό χρόνια που δέν βούτηξα στά νερά της.
Σκέφτομαι ένα ποίημα τού Χριστιανόπουλου. Ίσως κάπως έτσι νά τούλεγε: “Καί χωρίς εσένα μπορώ νά τό χαρώ τώρα! -Ναί, ακόμα καί χωρίς εσένα! -(Πιστεύω στή ζωή, στήν τέχνη, καί στόν έρωτα). -Αρκετά πόνεσα. -Δέ σέ κάνω ζάφτι πιά. -Ο πόνος μου πάει τζάμπα μαζύ σου. -Νά κρατήσω καί γιά κάναν άλλον. -Εσύ δέν τόν καταλαβαίνεις. -Μέ βαρέθηκες καί πάς”.
Μʼ αρέσει αυτός ο άνθρωπος.
(20)
1975
Όσο πιό ειλικρινής γίνομαι, τόσο περισσότερο απομακρύνομαι απʼ τούς άλλους. Καί παρʼ όλο που αυτό φαίνεται αδύνατο, ωστόσο μέ κάποιον περίεργο τρόπο ίσως ακόμα κι από σένα. Γιατί εκείνο που μάς συνδέει είναι συνθήκες καί συμφωνίες, τιμωρίες καί αμοιβές, υποχρεώσεις καί δικαιώματα, τρυφερότητα καί στοργή, δηλαδή ό,τι πιό ψεύτικο υπάρχει στόν κόσμο, ενώ η ειλικρίνειά μου αποκαλύπτει τόν φθόνο καί τό μίσος, τό συμφέρον καί τή μνησικακία, τήν θεληματική επιπολαιότητα στήν κρίση γιά τόν άλλον, τούς εκβιασμούς καί τήν χαιρέκακη αναμονή τής καταστροφής του, δηλαδή ό,τι πιό αληθινό κρύβεται πίσω απʼ αυτά, κι ακόμα πιό πίσω, τόν φόβο που τά δημιουργεί. Καί τότε αυτός δέν μπορεί πιά νά ειπωθεί δεσμός, έστω κι άν, επειδή η αδιαφορία είναι αδύνατη ανάμεσά μας, αλληλοκοιταζόμαστε τώρα μέ οίκτο -έτσι που είμαστε φτιαγμένοι δέν έχει περισσέψει τίποτε άλλο εκτός απʼ αυτόν κι εμείς τόν παίρνουμε-, αλλά κι αυτός ακόμα δέν είναι παρά ένα υποκριτικό πρόσχημα που μάς επιτρέπει νʼ αρχίσουμε ξανά.
Καί νά, πρίν προλάβω νά τελειώσω, βλέπω έτοιμη μέσα στά μάτια σου τήν γνωστή μικρή διέξοδο. Τό χέρι σου έχει απλωθεί εδώ καί ώρα κι εγώ στηρίζομαι κιόλας μʼ ευγνωμοσύνη επάνω του, προσπαθώντας ώστε νά μήν μπορώ παρά νά εξαρτιέμαι απόλυτα απʼ αυτό. Κι έτσι τώρα εσύ θά μέ στραγγαλίσεις άφοβα μέ ʽκείνο τό ασύγκριτο πάθος τής ενοχής σου, τό μόνο είδος αγάπης που μάς απομένει…
Κι όμως παρʼ όλα αυτά, η απόσταση μεταξύ μας δέν μικραίνει -άν καί τώρα, μέ τήν κατοχή όλης αυτής τής γνώσης, έχεις δυναμώσει αρκετά κι ο φόβος που μάς χωρίζει έχει κιόλας χλωμιάσει απʼ τό κακό του βλέποντάς με νά γίνομαι ολοένα καί περισσότερο δικός σου-, αλλά ούτε καί τελικά κανείς απομακρύνεται -πράγμα που ίσως νά λιγόστευε τήν αγωνία μας-, γιατί καί πού θά μπορούσε νά πάει; Αυτός είναι ο χώρος που τού επιτρέπεται, αλλά κι άν ακόμα τά κατάφερνε νά βγεί έξω απʼ αυτόν, είναι πολύ πιθανόν, μάλιστα είναι σχεδόν βέβαιο, ότι θά σέ συναντούσε ξανά.
(21)
1975
Διαβάζει τά γραπτά του κι αναλογίζεται: Όλα αυτά δέν έχουν καμμιά συνοχή. Κάθε φράση φαίνεται νά έχει γραφτεί κι απʼ τό χέρι ενός διαφορετικού ανθρώπου.
“Καί τί παράξενο βρίσκεις εδώ; Μού είναι αδύνατον νά ταυτιστώ κάθε πρωΐ μʼ αυτόν που έπεσε γιά ύπνο τό βράδυ. Καί δέν έχω καμμιά συναίσθηση, ούτε καί θά μπορούσα νά πώ πού συμβαίνει, αυτής τής μεταβολής. Μπορώ μονάχα νά τήν καταλάβω από τά αποτελέσματά της, επειδή εκείνος που έφυγε εγκατέλειψε μέσα μου τίς επιθυμίες του, κι άν κι η εικόνα του ξεθωριάζει σιγά σιγά καί σβύνει μή μπορώντας νά μέ παρακολουθήσει, ωστόσο έχει ήδη κερδίσει τή θέση του, η ύπαρξή του έχει ήδη γίνει ένα ακόμα κομμάτι σʼ αυτή τήν απέραντη αλυσσίδα τών μεταβολών, τής οποίας εσύ αποτελείς ένα τουλάχιστον ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, άς πούμε τήν αίσθηση τής συνέχειας ανάμεσα στά διάφορα μέρη της, καί τής οποίας ένα κομμάτι θά γίνω κι εγώ σέ λίγο. Οι σχέσεις μου μαζύ του δέν είναι καθόλου κακές. Δεχόμαστε ο ένας τήν παρουσία τού άλλου πάνω σέ κάτι που κανείς δέν διαννοήθηκε νά τό θεωρήσει ιδιοκτησία του, άλλωστε ποτέ αυτό σέ κανέναν από μάς δέν έχει προσφερθεί ολοκληρωτικά, μάλιστα ούτε κάν προσφέρεται, είναι εκεί καί θά μπορούσε κανείς νʼ απλώσει τό χέρι του καί νά τό πάρει, άν αυτή η κίνηση είχε κάποιο νόημα· θά μπορούσε νά προσφερθεί κανείς ο ίδιος σʼ αυτό άν εκείνο δέν έδειχνε τόσο αδιάφορο, σχεδόν σάν νά τόν περιέχει κιόλας… Μά όλα αυτά ούτε που μέ απασχολούν κάν. Μόλις ανοίξω τά μάτια μου τό πρωΐ διαπιστώνω τήν απουσία του -η εμφάνισή μου τόν ανάγκασε νά αποσυρθεί από τόν χώρο που κατείχε μέχρι τώρα καί νά τόν αφίσει στήν διάθεσή μου-, παρʼ όλο που αυτός δέν έχει φύγει ακόμα. Κάθεται εκεί στή γωνιά τού κρεββατιού καί μέ περιμένει υπομονετικά νά ξυπνήσω. Τού ψήνω καφέ στήν κουζίνα κι εκείνος ξαπλώνει στήν ψάθινη πολυθρόνα δίπλα στό γραφείο που έγραφε χτές. Ποτέ δέν τόν έχω παρατηρήσει, καθώς μπαίνω στό δωμάτιο μέ τόν δίσκο στά χέρια, νά κάθεται στήν καρέκλα τού γραφείου. Φαίνεται πως αυτή η θέση μπροστά στά χαρτιά τού προξενεί κάποια απέχθεια. Καπνίζουμε ένα τσιγάρο σιωπηλά κι έπειτα μελετάμε τήν χτεσινή φράση. Είναι πάντα πολύ φιλικός καί γεμάτος προθυμία. Εξετάζουμε χωριστά τό κάθε νόημα, μέ κάνει προσεκτικό σέ ορισμένα σημεία που μού ξεφεύγουν καί μέ χτυπά στήν πλάτη ενθαρρυντικά από καιρό σέ καιρό. Αυτό κρατάει κάμποση ώρα, μού αφίνει ολοένα καί μεγαλύτερη πρωτοβουλία κι όταν τέλος πιάνω τήν πέννα στά χέρια μου είναι έτοιμος να φύγει, μάλιστα η ώρα του πέρασε, έχει φύγει κιόλας χωρίς νά τόν καταλάβω, παρʼ όλο που ίσως νά τόν χρειζόμουν λίγο ακόμα, αλλά καταλαβαίνω πως δέν μπορεί νά μείνει άλλο, ήδη έχει αναχωρήσει από χτές που νύσταξε καί όπως καί νάχει τό πράγμα, θά τού είναι δύσκολο νά βλέπει τό έργο του σέ ξένα χέρια… Όλο αυτό έχει τόν χαρακτήρα ορισμένων αναπόφευκτων πραγμάτων που τά δέχεται κανείς χωρίς νʼ αναρωτιέται τό γιατί, καί τό θεωρώ μάταιο νʼ αλλάξω εκείνο που κατά κάποιον τρόπο είναι η διαθήκη του, αφού έτσι κι αλλοιώς, χωρίς νά θέλω νά τόν κακολογήσω -άν καί δέν νοιώθω καθόλου οίκτο γιʼ αυτόν, μάλιστα ούτε κάν συμπάθεια, σχεδόν μού είναι αδιάφορος καί πολλές φορές έχω πετάξει τίς φράσεις του- δέν έχει πιά καί τόση αξία. Έτσι, γρήγορα τόν έχω ξεχάσει, ενώ μπροστά μου απλώνεται η γοητεία μιάς καινούργιας φράσης, εντελώς δικιάς μου, που δέν, ούτε καί θέλω, νά τού χρωστά τίποτα. Άλλωστε γρήγορα θά ξεχαστώ κι εγώ. Ο καιρός μου τελειώνει τόσο σύντομα καί ήδη νοιώθω νά νυστάζω”.
“Νά λοιπόν γιατί δέν μπόρεσες νά γράψεις τίποτʼ άλλο εκτός από μερικές φράσεις μέχρι τώρα”, είπα τότε εγώ μπαίνοντας μέ μιά ξαφνική κίνηση στή μέση, ενώ εκείνος κουνούσε ακόμα τό κεφάλι του. “Κι άν δεχτούμε ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ειλικρινής, δέν φαίνεται ότι θά μπορέσεις νά κάνεις καί τίποτα διαφορετικό στό μέλλον. Αλλά κι άν δέν είναι -πράγμα πολύ πιθανό, γιατί πώς νά τού έχεις εμπιστοσύνη;, τό πρωΐ, όταν ξυπνάει, είναι ένας άγνωστος που δέν σού τόν έχει συστήσει κανείς καί κανείς δέν έχει εγγυηθεί γιʼ αυτόν καί μέχρι τό βράδυ είσαι σχεδόν τελείως εγκαταλειμένος στά χέρια του καί δέν έχει βρεθεί καθόλου καιρός νά τόν ελέγξεις, τόσο καλά ξέρει νά σέ σκεπάζει ώστε νά μή σού περισσεύει τίποτα που νά μήν τό εξουσιάζει, εκτός ίσως (κι είναι δύσκολο νά τό διαπιστώσουμε) από ʽμένα-, αλλά κι άν δέν είναι λοιπόν ειλικρινής, πάλι δέν αλλάζει τίποτα. Γιατί μέ τό νά υποκρίνεται δέν κάνει τίποτε άλλο παρά σκεπάζει τήν βαθύτερη ανικανότητά του καί δικαιολογεί τήν ανώφελη, ίσως καί επιζήμια ύπαρξή του που σʼ έχει αγκαλιάσει σάν τόν κισσό καί σʼ απομυζά, τήν άσχημη κωμωδία που παίζει σέ βάρος σου καί τέλος τήν ίδια του τήν καταδίκη, που ίσως ίσως δέν τήν έχει ακόμα ολοκληρωτικά αποδεχτεί, δηλαδή νά μήν μπορεί νά κάνει τίποτα διαφορετικό απʼ τό νά μιμείται τόν ίσως όχι ασήμαντο, αλλά που καταντά έτσι μιά μετριότητα, εαυτό του. Είναι δηλαδή ένας κακός ηθοποιός αφού δέν παρασύρεται απʼ τό παίξιμό του, ένας καλός φωτογράφος που σού διοχετεύει τήν αγωνία του μέ μιάν άλλη μορφή, καί θά πρέπει νά ντρέπεται γιʼ αυτό. Γιατί τώρα εσύ δέν είσαι τίποτʼ άλλο παρά ένα θύμα του. Καί μάλιστα ένα θύμα χωρίς τήν δυνατότητα εκδίκησης. Χωρίς κάν δυνατότητες”.
(22)
1975
Μιλούσα λοιπόν γιʼ αυτή τήν εξαιρετική Γραφομηχανή, αγαπητοί μου κύριοι. Γιʼ αυτό τό έξοχο δείγμα τού σύγχρονου πολιτισμού μας. Ενός πολιτισμού ωριμασμένου πιά, χιλιοτρυπημένου σάν πολεμική σημαία, μά που έχει, από τήν άλλη μεριά, μέ τήν ευγενική συμπαράσταση τών έντιμων καί προικισμένων συντηρητών του, ενισχύσει τό αμυντικό του σύστημα κατά τού ύπουλου έχθρού τόσο καλά ώστε νά μή φοβάται πιά ούτε ακόμα καί έναν τυχαίο πλανόδιο ομιλητή, ο οποίος μέ τήν, επιτρέψτε μου, πλήρη επίγνωση τών αιτημάτων αυτού τού θάρρους που τόν καταδέχεται, είχε τή χαρά νά δεί νά τού παραχωρείται η πρωτοβουλία τής εκλογής τού δείγματος γιά τό οποίο μόλις σάς μίλησα.
Υπήρξε, είνʼ η αλήθεια, μιά εποχή εντελώς διαφορετική γιά μάς τούς πλανόδιους ομιλητές. Στό παρελθόν, όταν τό είδος αυτών τών ανθρώπων, που ανακάλυπταν μέσα τους ξαφνικά μιά τέτοια κλίση, ανθούσε, έπρεπε νά είναι προετοιμασμένος κανείς γιά έναν δύσκολο δρόμο· μά ωστόσο γιά έναν δρόμο γνώριμο, χιλιοπερασμένον, που η αρχή καί τό τέλος του ήσαν εντελώς γνωστά, όχι μονάχα απʼ τίς λαχανιασμένες γεμάτες μίσος διηγήσεις στίς γωνίες τών δρόμων καί τίς ανεύθυνες παθιασμένες περιγραφές που από καιρό σέ καιρό αναστάτωναν τίς, μέ τόσο κόπο είνʼ η αλήθεια, μέ τόσες αιματηρές καί πολυδάπανες προσπάθειες, ησυχασμένες συνοικίες, αλλά καί απʼ τίς επίσημες ανακοινώσεις από υπεύθυνα στόματα καί εντεταλμένους ειδικά γιʼ αυτό δημόσιους φορείς που, ερμηνεύοντας μέ μιάν απαράμιλλη αισθητική τίς βαθύτερες κατευθύνσεις τού κοινού αισθήματος -λειτούργημα εξαιρετικά δύσκολο χάρις στήν πολυμορφία καί τίς διαρκείς μεταβολές τού αντικειμένου του, μά απλοποιημένου ωστόσο μέ θαυμαστή επιδεξιότητα απʼ τούς ταλαντούχους, διαλεγμένους μέ ευαισθησία γιʼ αυτόν ειδικά τόν σκοπό ανάμεσα σέ τόσους καί τόσους διεκδικητές τής δύσκολης εντολής, νομοθέτες-, προέβλεπαν καί προειδοποιούσαν καί προσπαθούσαν νά προλάβουν τίς επιζήμιες καί κακές εκείνες διαστροφές γιά τό σύνολο, περιχαρακώνοντας αυστηρά, μά μέ μιάν ευγενική διακριτικότητα, τήν πορεία του, σχεδόν υποδεικνύοντάς την, μέ απλότητα καί κατανόηση τών δύσκολων, πολλές φορές καί παράδοξων καί εγωϊστικών καί άτακτων ακόμα, γούστων που αντιμετώπιζαν, φέρνοντας γιά παράδειγμα τούς εαυτούς τους, επιδεικνύοντας όχι σπάνια, όποτε μιά διδακτική ευκαιρία, έντονα κι ερεθιστικά, παρουσιάζονταν, μέ ήρεμη ευπροσηγορία καί διδασκαλική επιμονή, τήν δύσκολη μά ιερή καί αναγκαία τέχνη τους, χτίζοντας σκαλωσιές, τεντώνοντας σκοινιά ανάμεσα σέ δυό σταθερά σημεία που επέτρεπαν μέ μεγαλόκαρδη άνεση νά τά προτείνει τό κοινό, σκύβοντας μέ απίστευτη ευελιξία κάτω από επιφάνειες μέ μιάν επαφή σχεδόν ερωτική, γλυστρώντας μέσα από εμπόδια σχεδόν συμπαγή, επιχειρώντας επικίνδυνες κατολισθήσεις, αναβάσεις απαιτητικές που επιτρέπονται μόνο χάρις σέ μιά λεπτή επιλογή συνδυασμένων αναρριχητικών κινήσεων, χορεύοντας γενικά, πηδώντας καί έρποντας μέ τήν σύμπραξη καλλιτεχνικών λαϊκών συγκροτημάτων καί πετυχαίνοντας πολλές φορές -άν καί σπάνια διαρκούσε αυτό γιά περισσότερο από μιά στιγμή- μʼ αυτή τήν εκφραστική παντομίμα, νά κάνουν κατανοητή στά μεγάλα πλήθη τών πανηγυριών τή μακρυά σειρά από τίς πρόβες που είχαν χρειαστεί καί τήν υπομονή καί τήν εφευρετικότητα τής χορογραφίας που κατόρθωνε μέ απτή σαφήνεια νά περιγράψει τήν δύσκολη μά συναρπαστική αρχιτεκτονική σύλληψη τής κατασκευής ενός επιθυμητού σʼ αυτούς συστήματος οδών, που, παρʼ όλη τήν εξαιρετική διαπερατότητά του καί τόν ασφαλή του προσανατολισμό γιά τούς ίδιους, στά μάτια ενός αμύητου, ενός αδέξιου οδοιπόρου, ενός μή αναγνωρισμένου συμμετέχοντος, δέν ήταν παρά ένα τείχος, ένας ακατανόητος λαβύρινθος που, τονίζοντας θριαμβευτικά τήν παρουσία του στήν επιθυμία εκείνου νά τόν περάσει, δίδασκε καί σοφρονούσε καί διαχώριζε μέ πατρική αγάπη τό κακό από τήν δύσκολη απόκτηση τής γνώσης καί τής δύναμης.
Ήταν λοιπόν, γιʼ αυτούς ακριβώς τούς παραπάνω λόγους, γνωστός ο δρόμος. Ενώ σήμερα! Σήμερα έχουν όλα αλλάξει! Παλιώτερα μιά βεβαιότητα κερδίζονταν μέ αίμα, ναί, μά ήταν τουλάχιστον δυνατόν νά κερδιθεί. Υπήρχαν τρόποι αναγνωρισμένοι, μέ μακρυές καθησυχαστικές σειρές εγγυήσεων πίσω τους, που προέτρεπαν, που διέλυαν δισταγμούς, που σήκωναν πρόθυμα πάνω στίς δοκιμασμένες πλάτες τους τίς τελευταίες αντιρρήσεις. Καί τότε πιά δέν χρειάζονταν παρά μιά απόφαση, μιά εκκινητική χειρονομία καί νά: άρχιζε κανείς χαρούμενος, ανάλαφρος, μʼ ένα τέλος που τού έγνεφε χαμογελώντας από μακρυά, οικείο, σχεδόν σάν ένα μέρος κιόλας απʼ τόν εαυτό του, ένα κομμάτι του που νά, έτσι, γιά νά γίνει τό παιχνίδι, γιά νά γίνει τό κέφι τους, είχε προσωρινά απομακρυνθεί, είχε σκαρφαλώσει μέ πείσμα μιά δύσκολη ανηφόρα καί τόν φώναζε νά τό πιάσει τώρα από ʽκεί. Σχεδόν κανείς δέν αποτύχαινε εκείνον τόν καιρό. Ενώ σήμερα! Πώς είναι δυνατόν νά αποκτηθεί έστω καί μιά οποιαδήποτε βεβαιότητα! Τό αίμα έχει καταντήσει ένα άχρηστο υλικό, σχεδόν μάς έχει γίνει βάρος. Κι άν σύμφωνα μέ αναγκαιότητες που μάς διαφεύγουν είμαστε υποχρεωμένοι νά τό ανεχόμαστε ακόμα, αυτό είναι κάτι που δέν μάς παρηγορεί, επειδή έτσι μάς επιβάλλει τήν αχαριστία του, μάς απαγορεύει νά τό αντικαταστήσουμε μέ κάτι που νά αξίζει ή έστω νά τό βελτιώσουμε ώστε νά μπορεί νά αγοράσει ξανά…
Έτσι σήμερα ένας πλανόδιος ομιλητής είναι ένα φαινόμενο σπάνιο, ένα τέρας -ναί έχω πλήρη επίγνωση γιʼ αυτό- άξιο γιά κάθε διωγμό, επειδή εκείνος, παρʼ όλα αυτά, επιμένει νά αρνείται τίς συνθήκες που τόν απαγορεύουν, τήν Πραγματικότητα που τόν καταργεί, απειθαρχώντας στίς προτιμήσεις της, επιχειρώντας διαρκώς νά τήν δέσει πισθάγκωνα, νά τήν στρεβλώσει· ναί, ναί, η Λογική εδώ δέν έχει πιά θέση· η λογική εκτίμηση τών πραγμάτων, τό στάθμισμα τών ενδεχόμενων δυσκολιών, τό ανέφικτο ή όχι τής κατανόησης από τούς άλλους τής -άς τό δεχτούμε προσωρινά- έστω καί μέ τήν πιθανότητα ορισμένων ιχνών κάποιου περιεχομένου κατʼ αρχήν στήν συμπεριφορά του, λοξής του διείσδυσης μέσα στίς μέ τόση επιμέλεια αναδιπλωμένες πτυχές της που διαρκώς ανεμίζουν χτυπώντας, απωθώντας, τόν κάθε έντιμο αγωνιστή, τόν κάθε τίμιο γεμάτο αξιοπρέπεια μαχητή που τολμά νά τήν προσβάλλει κατά μέτωπο. Μιά διείσδυση αλλόκοτη, αδέξια, παιδική, μά τόσο επικίνδυνη γιʼ αυτή! Επειδή έτσι τά φορέματά της ξεσκίζονται, οι σάρκες της ματώνουν, παρʼ όλο που εκείνου δέν τού έχουν μείνει πιά σχεδόν καθόλου δόντια, παρʼ όλο που έχει από καιρό κουραστεί· ένας γέρος που φαίνεται περισσότερο πως ήρθε νά ικετέψει παρά γιά νά επιτεθεί, που ίσως νά είχε κιόλας παραδοθεί άν τού απόμενε έστω κι η πιό μικρή σιγουριά πως θά γίνονταν πιστευτός, άν αντίθετα δέν ήταν κιόλας σίγουρος πως η βεβαιότητα που ξεκίνησε νά πολεμήσει έχει τώρα αλλάξει εντελώς χαρακτήρα, έτσι, ώστε νά αρνείται ό,τι θά μπορούσε νά τήν έχει γεννήσει καί μαζύ καί τούς εχθρούς του.
(23)
1975
Επειδή έτυχε νά έχει ονειρευτεί συχνά, τώρα κοιτάζει τά όνειρα σάν κάτι που τού τό χρωστούσαν. Τό περιεχόμενό τους φαίνεται πως τό είχαν δανειστεί στό παρελθόν κάποιοι μακρυνοί συγγενείς, πρόσωπα έμπιστα -ο καθένας τους είχε καί μιά μικρή τράπεζα-, τώρα πιά οριστικά χαμένοι.
Μέσα εκεί φυλάχτηκε, ζωντανό καί ασφαλισμένο, από κάθε ύποπτη πρόθεση θά ήταν δυνατόν, κρύβοντας εύκολα απʼ τά δικά του άπειρα μάτια επιθυμίες που ίσως θά μπορούσαν νά τόν βλάψουν, νά τό πλησιάσει, κι από καιρό σέ καιρό, όταν ήταν καλός καί φρόνιμος, κάποιος απʼ αυτούς θά τόν έπαιρνε σφιχτά απʼ τό χέρι καί μέ μεγάλη προσοχή -εδώ έπρεπε νά περπατάει κανείς μόνο στίς μύτες τών ποδιών, σιωπηλά, χωρίς ποτέ νά ρωτάει, επειδή σάν όλα τά ωραία μυστικά τού κόσμου, έτσι κι αυτό κινδύνευε θανάσιμα από έναν σκληρό ήχο, από μιά βίαιη χειρονομία, από απρόσεκτες κινήσεις που τραβούν τήν προσοχή ματιών που δέν πρέπει- θά κατέβαιναν τήν στριφογυριστή σκάλα που οδηγούσε σʼ αυτό τό τόσο επιθυμητό υπόγειο, κι εκεί, ανοίγοντάς του τή μικρή ιδρωμένη χούφτα θά τήν γέμιζε μʼ αυτά τά μαγικά κομμάτια από γυαλιστερό μέταλλο. Τότε αυτός, θά διάλεγε προσεκτικά εκείνο που ταίριαζε κάθε φορά καί μέ τά κλειδιά που τού είχαν έτσι γενναιόδωρα εμπιστευθεί, θά άνοιγε μιά μιά τίς θυρίδες μέ τούς σκαλισμένους αριθμούς πάνω στό χερούλι… “Όλα αυτά όσο περνάει ο καιρός γίνονται κάθε μέρα καί περισσότερο δικά σου”, έφτανε θαμπά η φωνή εκείνου σάν μακρυνή ηχώ στʼ αυτιά του, ενώ μπροστά του οι απίστευτες δυνατότητες ξεφώνιζαν από χαρά απλώνοντάς του τά χέρια, ξεγελασμένες όπως κάθε φορά πως ήρθε νά τίς βγάλει απʼ τή συρταρωτή τους φυλακή. “Θά πρέπει νά κοκκινίζεις από ντροπή που είσαι τόσο πλούσιος”, τού έλεγαν όταν ανέβαινε επάνω. “Καί τυχερός”, συμπλήρωναν οι άλλοι καθώς έδινε στόν καθένα τους τό κλειδί του.
Στίς αναμνήσεις του, που τόσο συχνά τού άρεσε άλλοτε νά περνά τίς ώρες του μέ τή συντροφιά τους, εκείνοι δέν κράτησαν σχεδόν καθόλου έναν δικό τους χώρο. ((Ωστόσο η περιοχή που τούς ανήκε περιβάλλονταν -όπως άλλωστε καί κάθε περιοχή τής μνήμης του από τήν αντίστοιχη δικιά της, αλλά ιδιαίτερα αυτή- από μιά ιδιότροπη άρνηση, που φαίνονταν νά προέρχεται όχι από μέσα της αλλά απʼ έξω, σάν νά τήν κοιτούσαν ολόγυρα στραμμένες διακριτικά πρός τό μέρος της όλες μαζύ οι αρνήσεις τών περαστικών που κάποτε τήν είχαν πλησιάσει καί σταματούσαν εκεί γιά λίγο πρίν συνεχίσουν τόν δρόμο τους χωρίς νά δέχονται νά μπούν στό εσωτερικό της, έτσι που θάλεγες πως σιγά σιγά μέ τόν καιρό, χωρίς κανείς νά ξέρει γιατί, εκείνη είχε γίνει ένας τόπος προσκυνήματος, ένα είδος ταμπού, όπου κάθε τι καινούργιο που περνούσε στίς απαιτητικές αίθουσες τής μνήμης του, ήταν πιά μιά σεβαστή συνήθεια νά καταθέτει στόν περίγυρό της, σάν ένα είδος συμβολικής προσφοράς γιά τήν ξεχωριστή εύνοια που τού γίνονταν (ένα είδος εγγύησης γιά τήν παραπέρα συμπεριφορά του μέσα σʼ αυτές), τήν άρνησή του νά μπεί μέσα του καί μέ τόν τρόπο αυτόν φανερώνονταν πως κάποια μυστική κι ίσως επικίνδυνη προτροπή τού είχε γίνει πρίν από λίγο, ή, μιά κι οι υποψίες όποτε έτυχε νά εμφανιστούν αφορούσαν περισσότερο σέ κάποιον που προνοούσε παρά σέ κάποιον που ενέδρευε, πολύ πιθανότερο κάποια προειδοποίηση γιά μιά πρόσκληση μέ ανεπιθύμητες συνέπειες που θά συναντούσε πλησιάζοντας. Έτσι λοιπόν δέν είχε ποτέ της κατακτηθεί από κάποιον άλλον καί -πράγμα που συνέβαινε συχνά καί όχι μόνο γιʼ αυτή- έκανε τήν εμφάνησή της όπου έπρεπε, σάν μιά δειλή φιγούρα που συμπλήρωνε, ίσως άθελά της μά χωρίς δύναμη νʼ αντισταθεί, τό σκηνικό, έτοιμη πάντα νά πεί κάτι, αλλά σταματημένη τήν τελευταία στιγμή από κάποιον άγνωστο που τήν εξουσία του δέν ήταν δυνατόν μήτε νά προλάβει νʼ αναρωτηθεί κανείς καί που σάν ένα μεγαλωμένο ξαφνικά πρόσωπο -ένα ασήμαντο σημαδάκι ίσαμε τότε σέ κάποια μακρυνή γωνιά- επιβάλλει μέ τό τρομερό του δάχτυλο στά χείλη μιά σιωπή που φαίνεται περισσότερο νά ξεπληρώνει παλιές μυστηριώδεις υποχρεώσεις παρά νά επιδιώκει κάποιο μακρυνό ή κοντινότερο κέρδος…)). Καί τώρα που αποφάσισε νά αποχωριστεί εντελώς απʼ αυτές, σκέφτηκε νά ζητήσει πίσω ό,τι δικό του είχε δανειστεί τότε στά πρόσωπα που διαχειρίζονταν τίς υποθέσεις του εκείνον τόν καιρό, όταν αυτός δέν ήταν σέ θέση ακόμα νά εκτιμήσει τήν σημασία τών γεγονότων καί θά μπορούσε έτσι εύκολα νά σπαταλήσει ό,τι είχε χρειαστεί κόπους μακρόχρονων προετοιμασιών που απέβλεπαν σέ ʽκείνον καί κομμάτια ολόκληρα απʼ τίς ζωές άλλων ανθρώπων που χρειάστηκε νά ξοδευτούν μόνο καί μόνο γιατί έτυχε η δικιά του η ζωή νά επρόκειτο νά περάσει ένα, όπως έδειχναν τά πράγματα, αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα -που γιά κάποιον λόγο δέν θά έπρεπε καθόλου νά εξαρτιέται απʼ αυτόν- κοντά μέ τήν δικιά τους.
Ζήτησε λοιπόν νά τού παραδοθούν τά κλειδιά που είχαν από τότε γραμμένο επάνω τους τʼ όνομά του -επειδή έπρεπε ακόμα, η δική του ιδιοκτησία νά ξεχωρίζει από εκείνης τών άλλων, τής οποίας άν καί δέν ήταν παρά ένα πρόσθετο στοιχείο (κάτι τό σχεδόν απόλυτα εξαρτημένο απʼ αυτή), δέν μπορούσε ωστόσο νά αφομοιωθεί από εκείνην επειδή, σάν κάτι τό ξένο, δέν γίνονταν ποτέ δεκτό καί αφού μόνο σάν μιά επιστροφή θά μπορούσε νά λογαριαστεί μιά τέτοια αφομοίωση, ενώ, η προσπάθεια τών άλλων γιά νά υπάρξει εκείνος σάν κάτι ξεχωριστό δέν είχε σχεδόν ολοκληρώσει τήν αρχή της· πράγμα που ήταν ακριβώς αυτό γιά τήν επιτυχία τού οποίου καταβάλλονταν η μεγαλύτερη προσπάθεια εκείνον τόν καιρό από όλους, μιά κι αυτός τής αντιστέκονταν επίμονα καί ζητούσε μέ κάθε τρόπο νά επιστρέψει εκεί απʼ όπου τόν είχαν αποσπάσει-…
Εδώ καί αρκετόν καιρό τώρα τά κλειδιά τους είναι στά χέρια του. Οι μικρές όμορφες πόρτες τών θυρίδων μέ τούς σκαλιστούς αριθμούς, ανοίγουν όπως πάντα μέ κάποια δυσκολία… Στήν πλάτη του όμως είναι καρφωμένο τό αυστηρό βλέμμα τού φύλακα. Εκείνος δέν έχει ξεχάσει τά καθήκοντά του καί γιʼ αυτόν όποιος πλησιάσει τίς θυρίδες είναι ύποπτος… Καί πώς μπορεί νά κατηγορήσει κανείς έναν άνθρωπο που κάνει καλά τήν δουλειά του; Άν καί μέ γνωρίζει από παιδί, πάντα παραμερίζω ώστε μιά ελαφριά χαραμάδα νά τού επιτρέπει νά βλέπει τί κάνω. Κι αυτή τή φορά, όπως όλες, τό περιεχόμενο είναι στή θέση του. Όμως, όπως όλες τίς άλλες φορές, είναι ήδη πιά πολύ αργά. Ο φύλακας έχει κιόλας αντιληφθεί τίς προθέσεις μου -τήν καλή του θέση καί τήν επιτυχημένη σταδιοδρομία του τίς χρωστά σʼ αυτό τό σπουδαίο προσόν τού καλού υπαλλήλου που κατέχει: νά προλαβαίνει τίς επιθυμίες-, τό χέρι του πλησιάζει στό στόμα τή σφυρίχτρα, η θήκη τού όπλου του έχει κιόλας ξεκουμπωθεί… δέν ξεχνά όμως παρʼ όλα αυτά τόν σεβασμό που οφείλει στόν γενικό κληρονόμο καί ξεροβήχει διακριτικά δίνοντάς μου μιάν ευκαιρία. Είμαι αναγκασμένος νʼ αφίσω ξανά τό περιεχόμενο άθικτο… Όμως έχω υπομονή. Ο φύλακας είναι αρκετά γέρος πιά. Άν καί δέν έχει καθοριστεί μέ ακρίβεια ο χρόνος τής αποχώρησής του -ο ίδιος αρνείται επίμονα καί νά τό συζητήσει ακόμα- ωστόσο είναι φανερό πως έχει κουραστεί. Οι κινήσεις του τήν τελευταία φορά δέν ήταν τόσο σίγουρες. Πρέπει νά πολλαπλασιάσω τίς προσπάθειές μου. Θά επισκέπτομαι κάθε μέρα τίς θυρίδες. Καί κάθε φορά θά τού αφίνω περισσότερο χώρο γιά νά βλέπει. Ίσως τό περιεχόμενο τόν επηρεάσει. Άν καί δέν ξέρει τί είναι αυτό που φυλάει, ξέρει όμως καλά -μάλιστα τό σύστημα συναγερμού είναι εντελώς δικιά του επινόηση (μιά τέχνη δύσκολη κάτω απʼ τήν διαρκή ανάγκη τής ανανέωσης, που χρειάστηκαν πολλές γενιές γιά νά τελειοποιηθεί καί που μέ μιάν αυστηρή διαδικασία έχει περάσει από πατέρα σέ γιό ίσαμʼ αυτόν)- τόν τρόπο που πρέπει νά φυλαχτεί. Είναι ο πιό αφοσιωμένος υπάλληλος τής οικογένειας. Χωρίς αυτόν θά ήταν αδύνατον… Στίς τόσες μου προσπάθειες νά τόν εξαγοράσω έχει κάθε άλλο παρά κλονιστεί κι αυτό στάθηκε μιά ακόμα αφορμή ώστε νά μέ υποπτεύεται περισσότερο από πρίν καί σχεδόν δέν κοιμάται τώρα ποτέ. Ίσως όμως… Έχω σοβαρές ελπίδες ότι στό τέλος θά επηρεαστεί. Στίς θυρίδες κλείνονται κάτι δυνατότητες απίστευτες. Καί μόνο μαζύ του θά μπορούσα νά δραπετεύσω. (Φαίνεται δύσκολο είνʼ η αλήθεια. Ένας άνθρωπος στή δικιά του ηλικία δέν έχει καί πολλά νά επιθυμεί. Όμως αυτό δέν παύει ποτέ νά είναι μιά παρατήρηση τών άλλων, ίσως μιά κρυφή τους επιθυμία ώστε νά περισσεύει περισσότερος χώρος γιʼ αυτούς. Ένας άνθρωπος έχει πάντα στήν διάθεσή του ένα αρκετά μεγάλο πλήθος ελπίδων ώστε μπορεί καί στίς τελευταίες του ακόμα στιγμές νά ονειρεύεται. Πόσο μάλλον ο φύλακας που, παρʼ όλο που είναι γέρος, απέχει ωστόσο αρκετά από τίς τελευταίες του στιγμές… Κι αλήθεια, κανείς ποτέ από τούς υπηρέτες τής οικογένειας δέν παραπονέθηκε γιά έλλειψη φροντίδας. Γιά αδιαφορία. Η συμπάθεια, τό αίσθημα τής φιλίας γιά τό κατώτερο προσωπικό, ήσαν πάντοτε πολύ ανεπτυγμένα. Καί τώρα αυτός μπορεί νά εκμεταλλευτεί τήν απομάκρυνση τών δύσκολων στιγμών -οί οποίες όταν έρχονται είναι εύκολο νά λυγίσουν έναν άνθρωπο- που εξ αιτίας αυτής ακριβώς τής κατανόησης έχουν κερδιθεί γιά χάρη του. Ναί! Πιστεύω πως μπορεί ακόμα νά ονειρευτεί… Αρκεί μέ τρόπο κατάλληλο, μέ μιά συντονισμένη διαδοχή προσεκτικά διαλεγμένων κινήσεων, νά τού δοθεί τό ερέθισμα γιʼ αυτό. Έτσι που νά μήν υποψιαστεί τήν πρόθεση που βρίσκεται πίσω απʼ αυτές. Τά ξένα σχέδια που τόν παρασύρουν νά υπηρετήσει… Άλλωστε τί σημασία έχει γιʼ αυτόν, άν αυτό που κέρδισε τού παραχωρήθηκε από κάποιον που ενώ τά επιθυμεί όλα, είναι ωστόσο υποχρεωμένος νά μοιραστεί ένα μέρος τους ώστε νʼ αποκτήσει τά υπόλοιπα; Κι άν ακόμα δέν είναι παρά ένα τυχαίο πρόσωπο σʼ αυτή τήν ιστορία, η νέα θέση που από ʽμένα τού προτείνεται δέν παύει νά είναι αξιοζήλευτη. Επειδή κι άν ακόμα προσπαθούσε μʼ όλες του τίς δυνάμεις νά τήν κερδίσει, είναι σχεδόν σίγουρο πως μόνος του δέν θά κατάφερνε νά τήν πλησιάσει ποτέ. Ακόμη κι αυτή η επίγνωση τού ότι προσπαθεί νά τό κάνει, θά ήταν αρκετή γιά νά εγγυηθεί τήν αποτυχία του… Ενώ τώρα αυτή η θέση τού προσφέρεται. Έτοιμη, χωρίς κόπο. Δέν περιμένει παρά τήν αποδοχή του γιά νά τού παραδοθεί… Καί είμαι σίγουρος πως μιά τέτοια προσφορά πολύ λίγοι θά τολμούσαν νά αρνηθούν).
(24)
1975
Η Ελπίδα είναι υποπροϊόν τής Αντιληπτικής Αδράνειας. Είναι η επιθυμία τής προηγούμενης Μεταβολής νά διατηρηθεί· καί μάλιστα όχι μόνον αυτής, αλλά καί όσων τής προηγούνται. Αυτή η διατήρηση είναι τό νόημα τής λέξης Ευτυχία. Άν ποτέ πραγματοποιούνταν έτσι όπως είναι τώρα ο άνθρωπος, τότε, γιά νά συμβεί αυτό, θά έπρεπε εκείνος νά κομματιαστεί σέ τόσα κομμάτια, όσες είναι οι μεταβολές του, που από δώ καί μπρός θά διατηρούνταν αυτεξούσιες καί μόνες, περιβλημένες, η κάθε μιά χωριστά, από ένα αδιαπέραστο κενό που θά απαγόρευε τήν επαφή… Αυτό τό σχήμα θά μπορούσε νά συλλάβει τό ανθρώπινο μυαλό άν ζητούσαν τήν γνώμη του σάν παρατηρητού που -δέν μπορεί νά αποφύγει νά λειτουργεί έτσι, είναι αδύνατον νά πάψει νά είναι παρατηρητής ακόμα κι όταν τό αντικείμενο είναι αυτό τό ίδιο, μέ τό γνωστό παραμορφωτικό αποτέλεσμα, που ωστόσο δέν ικανοποιεί ποτέ τήν υποψία που αρνείται παρʼ όλες τίς διαβεβαιώσεις νʼ αποσυρθεί- μέ κάποιο περίεργο άλμα μεταφέρεται πίσω απʼ όλα αυτά κι εξακολουθεί -αναλλοίωτο τό ίδιο- νά παρατηρεί τήν καινούργια κατάσταση τού παλιού εαυτού του… Έτσι όπως είναι όμως τώρα ο άνθρωπος, είναι καταδικασμένος νά συγκρίνει. Κι αυτό, γιατί πάντα αφίνει κάτι πίσω του. Ποτέ δέν απορροφάται από τήν καινούργια του μεταβολή εντελώς. Αυτή τή σύγκριση τήν λέει μνήμη, κι αυτή είναι που τόν υποχρεώνει νά δίνει στήν ευτυχία ένα τέτοιο περιεχόμενο. Άν δέν υπήρχε η αντιληπτική αδράνεια, άν δηλαδή τόν απορροφούσε η καινούργια μεταβολή τής κάθε φοράς, χωρίς νʼ αφίνει τίποτα πίσω του, ώστε αυτός νά είναι πιά αυτή η ίδια η μεταβολή, τότε δέν θά υπήρχε μνήμη. Δηλαδή δέν θά υπήρχε λόγος νά γίνει καμμιά σύγκριση. Καί τότε η ελπίδα δέν θά είχε κανένα νόημα. Επειδή τίποτα δέν θά ήθελε εκείνος νά διατηρηθεί, δέν θά προλάβαινε κάν νά τό επιθυμήσει, αφού η μεταβολή είναι συνεχής, ο χρόνος έχει εξαφανιστεί, η ευτυχία καθώς καί κάθε τι ανθρώπινο έχει αφεθεί πρό πολλού σάν μιά άχρηστη αποσκευή στό δρόμο καί ήδη έχουμε αρχίσει νά μιλάμε γιά κάτι άλλο, πέρα απʼ τό όριο που μάς επιτρέπεται καί που τό τοπίο πίσω του μόνο νά τό υποπτευθούμε μπορούμε σάν τό αποτέλεσμα μιάς ατέλειωτης εξέγερσης που μήτε σʼ αυτό τής μέλλεται νʼ αναπαυθεί, όπως άλλωστε δέν αναπαύθηκε σέ κανένα προηγούμενο, καί φαίνεται νʼ αδιαφορεί γιά όλα εκτός απʼ τή συνέχισή της που αρνείται μέ πείσμα νά σταματήσει εμπρός σʼ οποιοδήποτε τέρμα.
(25)
1975
Η «Μεταβολή» δέν υπάρχει παρά μόνο γιά ʽμένα. Στήν ουσία υπάρχει μιά ασταμάτητη βροχή ερεθισμών επάνω μου -ένας καταιγισμός δηλαδή εξωτερικών επιδράσεων- που φαίνεται νά έχει σκαλοπάτια, νά κόβεται, όταν αντιλαμβάνομαι μετά από καιρό τήν αλλαγή που μού έχουν επιφέρει. Ζώ λοιπόν συνεχώς στό παρελθόν μιά κι η αντιληπτική μου αδράνεια δέν μʼ αφίνει νά παρακολουθήσω τήν ακαριαία μεταβολή που υφίσταμαι σάν σύνολο από τόν τυχόντα ερεθισμό. Απʼ αυτό τό σύνολο, εγώ δέν αντιλαμβάνομαι παρά ένα άγνωστο πόσο μικρό κομμάτι νά μού τονίζει μέ διάφορους τρόπους τήν παρουσία του. Αυτού τού κομματιού υποτίθεται μέ κάποιον περίεργο τρόπο -που τού είναι τελείως αδιάφορο άν δέν τόν δέχονται κι εξ άλλου κανείς δέν σκέφτηκε ποτέ σοβαρά νά τόν αμφισβητήσει- πως εγώ είμαι ο κάτοχός του, χωρίς ωστόσο νά φαίνεται πως τά όριά μου επεκτείνονται καί πέρα απʼ αυτό. Τό ότι τό αντιλαμβάνομαι μέ τοποθετεί στή θέση τού παρατηρητή, άρα, μέ κάποιον ανεξήγητο τρόπο, έξω απʼ αυτό. Κι αυτή η θέση τού παρατηρητή είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση, γιατί όσο πίσω κι άν γυρίσω δέν βλέπω νά στέκεται στήν θέση τή δικιά μου παρά αυτή η αίσθηση, τό ότι δηλαδή παρατηρώ κάποιον καί κάτω απʼ αυτήν ανακάλυψα τόν εαυτό μου· μάλιστα δέν μπορώ καθόλου νά πώ ότι ανακάλυψα τίποτα περισσότερο απʼ αυτή, που κοιτώντας γύρω της δέν έβλεπε κανένα. Αυτό ακριβώς, τό ότι δηλαδή δέν φαίνεται νά κρατάω στά χέρια μου παρά αυτή τήν αίσθηση -που η ίδια, μιά καί δέν νοιώθει παρά νά παρατηρεί, δέν έχει έτσι κανένα στήριγμα, ούτε φαίνεται άλλωστε νά τήν απασχολεί κάτι τέτοιο- μέ κάνει νά υποπτεύομαι πως πίσω απʼ όλα αυτά κρύβεται ένα απέραντο σύνολο που μού διαφεύγει καί που προηγείται διαρκώς από ʽμένα. Όμως είναι τώρα εδώ καί αρκετόν καιρό που αυτό τό σύνολο έχει πάψει πιά νά μʼ ενδιαφέρει. Εκείνο που τώρα μέ απασχολεί είναι αυτή ακριβώς η ίδια η υποψία. Σʼ αυτήν οφείλω τό ότι έπαψα νά είμαι ένας απλός παρατηρητής. Επειδή αυτή δέν ήρθε καθόλου σάν ένα λογικό συμπέρασμα που μού υπαγόρευσαν οι παρατηρήσεις μου. Αντίθετα φαίνεται ότι τά κάθε είδους συμπεράσματα καθόλου δέν τήν αφορούν. Μάλιστα, μιά καί δέν προέκυψε από κανένα απʼ αυτά δέν φοβάται μήπως βρεθεί κανένα νά τήν βλάψει. Κάθεται λοιπόν εκεί καί μέ κοιτάζει ειρωνικά καθώς προσπαθώ νά τακτοποιήσω τούς συλλογισμούς μου κάνοντας τάχα πως δέν τήν προσέχω, ενώ εκείνης τά καυτερά της μάτια μού τρυπούν τήν πλάτη, καί φαίνεται νά διασκεδάζει αρκετά μέ τίς άχρηστες συνταγές που σπρώχνω επίτηδες πρός τό μέρος της κάθε φορά γιά νά τίς δεί, ενώ εγώ, περιμένοντας μέ αγωνία τή γνώμη της που συνήθως δέν είναι παρά ένα σαρκαστικό γέλιο, έχω ριχτεί κιόλας πρός μιάν άλλη κατεύθυνση χωρίς κάν νά γυρίζω νά κοιτάξω τήν παλιά, τήν οποία τώρα αυτή, αφού γέλασε καλά μαζύ της, παρατηρεί προσεκτικά από πίσω μου… Αυτό λοιπόν που μέ βασανίζει είναι αυτή η ίδια η υποψία. Γιά κάποιο λόγο τό περιεχόμενό της μού είναι τώρα σχεδόν τελείως άχρηστο, δέν θά είχε μεγάλη διαφορά άν αντί νά λέει αυτό έλεγε κάτι άλλο -άλλωστε δέν μπορεί τίποτα νά μού υποδείξει, συνταγμένο όπως είναι σέ μιά γλώσσα νεκρή εδώ καί τόσον καιρό ώστε νά μή μού θυμίζει πιά τίποτα· έχω ήδη παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια νά τό αποκρυπτογραφίσω· κι άν ακόμα τά κατάφερνα πώς θά μπορούσα αλήθεια νʼ αντέξω ένα τέτοιο μήνυμα;-, καί δέν κάνω τίποτα πιά απʼ τό νʼ αναρωτιέμαι πώς τής επετράπει νά εμφανιστεί, τί είδους μυστηριώδεις συγκυρίες έδωσαν τήν ευκαιρία σέ απαγορευμένες τόσο προσεκτικά -όπως φαίνεται εκ τών υστέρων μετά τήν εμφάνησή της αφού τόσες καί τέτοιες παρατηρήσεις δέν στάθηκε δυνατόν νά απομονώσουν ποτέ μιά τέτοιου είδους περιοχή- δυνατότητες νά στείλουν ένα μήνυμα πρός τά έξω, όχι γιά τήν ύπαρξή τους μά γιά τό δικαίωμα νά τίς κατέχουν, γιά τό δικαίωμα νά τίς μεταχειρίζονται. Καί ίσως αυτά τά δικαιώματα είναι εκείνα που είχαν εντελώς ξεχαστεί -η παρουσία τών δυνατοτήτων μετά από ένα τέτοιο ξέχασμα τί νόημα θά μπορούσε νά δώσει σέ ο,τιδήποτε;-. Φαίνεται ακόμα όμως πως είναι γιά άγνωστους λόγους τελείως αδύνατον νά εξαφανιστεί έστω καί μιά οποιαδήποτε δυνατότητα. Φαίνεται πως δέν έχουν που νά τίς πετάξουν, ακόμα κι Εκείνος: καί μάλιστα αυτός περισσότερο απʼ τούς άλλους, γιατί πώς είναι δυνατόν νά έχει «έξω» ένας που κατέχει τά πάντα; Ακόμα κι η Ανυπαρξία, άν είχε κάποιο νόημα, θά τού ανήκε. (Τό ότι είναι ένας τέτοιος δέν σημαίνει πως είχε κάποτε μιά αρχή -τό τέλος του είναι σίγουρο πως είναι ανίκανος νά τό κερδίσει-, επειδή άν τήν είχε, μιά στιγμή πρίν δέν θά υπήρχε· κι επειδή αυτή η αρχή έχει τήν ανάγκη τού διαχωρισμού απʼ ό,τι υπήρξε μέχρι τότε -γιατί πώς αλλοιώς τονίζεται η παρουσία του άν όχι μʼ αυτόν τόν διαχωρισμό;- δέν τού ανήκει, δέν τήν κατέχει ολοκληρωτικά· άν λοιπόν γιά νά είναι ένας τέτοιος δέν έχει μιάν αρχή, τότε βρίσκεται καί βρισκόταν από πάντα στή μέση!).
Υπάρχει λοιπόν μιά συνωμοσία σέ βάρος μου από τή μιά -γιατί γιά ποιόν άλλον μπορεί νά έχει σταλεί αυτό τό μήνυμα;-, κι απʼ τήν άλλη μιά αντίσταση σʼ αυτή τή συνωμοσία, μιά επανάσταση που γίνεται από κάποιους γιά λογαριασμό μου. Όμως όλα αυτά πολύ λίγο μʼ ενδιαφέρουν καί τʼ αφίνω νά τραβήξουν τόν δρόμο τους. Τί έχει μείνει όμως μετά απʼ όλα αυτά γιά νά είμαι εγώ; Γύρω απʼ αυτό που έχει μείνει μάχονται σάν τά σκυλιά οι αντίπαλοι. Ο καθένας τό θέλει γιά λογαριασμό του μέ κάποιον τρόπο που τόν ευχαριστεί. Ώ, Τρωϊκέ Πόλεμε, μήπως εκεί σήμανε τό τέλος τών ανθρώπων; Μήπως εσύ ήσουν η στερνή φορά που πολέμησαν μέ τούς Θεούς, τά τερατώδικα αυτά πρότυπά τους που επειδή ξέπεσαν κρεμάστηκαν από πάνω τους, σκοτώνοντας όταν διάβαζαν τήν περιφρόνηση στά πρόσωπα που τούς κοιτούσαν γεμάτα δέος τρόμο καί θαυμασμό όπως ακριβώς τάθελαν; Μήπως εκεί έσβυσε τό γένος τών ανθρώπων κι απάνω στά πτώματά τους λυσσομανά τώρα καί τόσον καιρό από τότε η μάχη τών Θεών; Μήπως υπάρχουμε έτσι γιατί η αθανασία εκείνων τούς εμποδίζει νά σκοτώσουν ή νά νικηθούν απʼ τούς ομοίους τους; (Μήπως τάχα δέν θάχουν αγωνιστεί νά χάσουν τήν αθανασία τους γιά νά μάς κερδίσουν;)… Όπως καί νάχει τό πράγμα, φαίνεται πως εγώ δέν είμαι παρά ένας απλός παρατηρητής. Γύρω απʼ τό πτώμα μου μαίνεται η μάχη που μού έχει απαγορευτεί νά μʼ ενδιαφέρει. Μιά μάχη ξένων. Μιά μάχη τής οποίας δέν μπορώ παρά νά είμαι καί μόνο παρατηρητής. Επειδή φαίνεται πως σέ ένα πτώμα, εκτός από ορισμένες υποψίες που δέν ήταν δυνατόν νά εμποδιστούν, τό μόνο που τού επιτρέπεται είναι νά παρατηρεί τό τοπίο. Νοσταλγώντας μιά μορφή που είχα άλλοτε αγαπήσει καί μού αφαιρέθηκε, ίσως βάναυσα καί προδοτικά, από εκείνους που αλλοιώς θά θεωρούσα ευεργέτες μου, προσπαθώ νά απαρνηθώ τελείως τήν εκδίκηση που μέ έτρεφε ακόμα καί μέχρι τόν κοντινό καιρό όπου εξακολουθούσα νά ονειρεύομαι. Άν καί δέν θάπρεπε νάχω καμμιάν ελπίδα, κρατιέμαι ωστόσο γερά από τίς υποψίες μου. Μʼ αυτές στό χέρι στρέφομαι στούς διπλανούς μου που έχω μάθει κι αυτούς πιά νά τούς αγαπώ καί νά τούς μισώ χωρίς ελπίδα. Δέν κάνω εδώ καί αρκετόν καιρό τίποτʼ άλλο. Μόνο στρέφομαι. Πρός αυτούς! Στρέφομαι…
(Εκθέτοντας έτσι τίς μεταβολές που μού προκαλεί η παρατήρηση τού τοπίου. Μεταβολές που δέν μπορώ νά τίς αποφύγω, γιατί πώς είναι δυνατόν νά πάψω νά παρατηρώ; Κάθε είδους μέριμνα έχει ληφθεί ώστε νά μή μπορώ νά κάνω αλλοιώς. Καί παρʼ όλο που μιά μεταβολή δέν έχει τίποτα δελεαστικό νά παρουσιάσει ώστε νά προσελκύσει ό,τι έχει σχηματιστεί από τίς προηγούμενές της -που έχουν κιόλας συνηθίσει καί αρκούνται σʼ ό,τι φτιάχτηκε απʼ αυτές καί καμμιά δύναμη δέν φαίνεται πως θά τίς έκανε μέ τή θέλησή τους νά παραιτηθούν απʼ αυτό- ωστόσο έχει κιόλας απαγορευθεί κάθε κίνηση που θά μπορούσε νά τήν προλάβει).
(26)
1975
Προέρχομαι από μιά γενιά δούλων. Τό χρώμα που μέ έπεισαν ότι έχει τό πετσί μου είναι κατώτερο από εκείνων που διευθύνουν. Είναι τό αναγνωριστικό σημείο τής διαφοράς που κρατάει αυτούς εκεί πάνω κι εμένα εδώ κάτω. Φορώντας το, είμαι εγώ ο ίδιος η διαχωριστική γραμμή που μού απαγορεύει νά τούς ατενίσω, νά τούς καταλάβω, νά τούς απορρίψω ή όχι, καί νά τούς φτάσω. Κρατούν στά χέρια τους ό,τι εμένα μού απαγορεύεται. Κι εγώ τούς δίνω μέ τήν θέλησή μου, που εκείνοι δημιούργησαν, ό,τι τούς χρειάζεται γιά νά διαιωνίζουν τήν δουλεία μου. Ζώ απʼ τήν ελεημοσύνη τους που είναι ό,τι τούς περισσεύει από τήν χρησιμοποίηση τής δικιάς μου προσφοράς. Έχουν φτάσει στό σημείο, μετά απʼ όλα αυτά, όχι νά ζητούν, αλλά απλά νά παίρνουν ό,τι τούς δίνεται από μένα που προσφέρω μέ ευγνωμοσύνη…
Δέν ανήκω πουθενά -μέχρι τώρα προσπαθούσα, κι ακόμα προσπαθώ, νά πάψω νά ανήκω στίς διαδοχικές θέσεις που ανεκάλυπτα τοποθετημένο τόν εαυτό μου κάθε φορά που τόν κοίταζα-, καί γιʼ αυτό, έξω απʼ αυτόν τόν αγώνα, δέν μπορώ νά αναγνωρίσω στόν ορίζοντα τό αντικείμενο που γιά χάρη του θά πάλευα μέ ό,τι θά περιέβαλλε έχθρικά τή θέση που μέσα απʼ αυτή θά τό διέκρινα. Όπου κι άν στρέψω τό βλέμμα δέν βλέπω παρά τήν σκόπιμη καταπίεση που μέ έχει -καί προσπαθεί πάντα νά τό κάνει- διαμορφώσει κατά στρώματα έτσι ώστε, τό ένα πολεμώντας αδιάκοπα τό άλλο, νά κρατά τόν πόλεμο στό εσωτερικό μου, ενώ εκείνη θά συνεχίζει ανενόχλητη τό έργο της. Όμως αυτή τήν καταπίεση δέν τήν βλέπω παρά μέσα απʼ αυτόν τόν πόλεμο, καί μʼ έναν περίεργο τρόπο, που φαίνεται νά ξεφεύγει από τούς υπολογισμούς της καί που είναι πιθανόν νά οφείλεται στήν προδοσία τού κομματιού εκείνου από εμένα που χρειάστηκε νά συνεργαστεί μαζύ του στήν αρχή, όταν ακόμα προσπαθούσε νά επιβάλλει τήν κυριαρχία της πλάθοντας τό άμορφο υλικό που μέ αποτελούσε, καί που ξαφνικά γιά κάποιον άγνωστο λόγο αποφάσισε νά μέ κατακτήσει ολοκληρωτικά καί νά τήν διώξει απʼ τόν θρόνο που μέ τήν βοήθειά του απόκτησε· καί γιʼ αυτό βάλθηκε νά μέ στρέψει εναντίον της, αποκαλύπτοντάς μου όλη τήν έκταση τής συνωμοσίας που είχε γίνει σέ βάρος μου, αφίνοντάς την εντελώς ακάλυπτη στά άρρωστα μάτια μου, που ακριβώς εξ αιτίας αυτής τής μακρυάς αρρώστιας που τούς είχαν μεταδώσει, είχαν γίνει εξαιρετικά ευαίσθητα καί στήν πιό ελάχιστη ακτίνα φωτός, ώστε νά μή μπορούν καθόλου νά αντιληφθούν τό σκοτάδι.
Τώρα στέκομαι καί τρέμω μπροστά στήν τύφλωσή μου. Τρέμω μπροστά στό μέγεθος αυτής τής απάτης καί τρέμω γιατί υποψιάζομαι πως είναι πολύ μεγαλύτερη απʼ ό,τι χρειάζεται γιά νά ικανοποιεί κάθε φορά τά συμφέροντα που τήν διατηρούν καί τήν τρέφουν. Γιατί φαίνεται πως από καιρό έχει πιά ξεφύγει από τόν έλεγχο τών δημιουργών της καί πλανιέται αδέσποτη, αυτεξούσια, μιά φριχτή μάζα που διογκώνεται χωρίς σταματημό. Είναι πιά αυτή που κυβερνά, ακόμα κι εκείνους που τήν χρησιμοποίησαν κάποτε σάν μέσο γιά νά εξασφαλίσουν τήν δικιά τους εξουσία καί φαίνεται πως αυτή θά σφραγίσει τά τελευταία απομεινάρια μας άν δέν μπορέσουμε νά τήν σταματήσουμε.
Ώ, ποιός θά μού τόλεγε τότε πως ήμουν τυφλός γιατί δέν μπορούσα νά δώ παρά μόνο τό φώς ή πως ήμουν ένας δούλος τής υποκρισίας γιατί είχα ταχθεί νά υπηρετώ τήν αλήθεια! Ήμουν άρρωστος γιατί μπορούσα νά δώ μόνο ό,τι ήταν φωτισμένο, κι αυτή είχε φροντίσει νά φωτίσει τά πάντα, κι ήμουν δούλος γιατί τό μέτρο μου ήταν η αλήθεια.
Καί πώς λοιπόν δέν ήταν γερά στεριωμένος ο κόσμος όταν υπήρχε άφθονο φώς γιά νά φωτίσει ο,τιδήποτε! Καί πώς δέν ήμουν ελεύθερος όταν ο μόνος μου αφέντης ήταν η αλήθεια! Τώρα που ο τρόπος χρήσης τους προδόθηκε, όλη η αδυναμία έπεσε πάνω στά μέσα καί τά σύντριψε. Επειδή τώρα πιά αρχίζω νά νοιώθω τήν συγγένειά μου μʼ εκείνα που εκτείνονται πέρα απʼ τό φώς, επειδή τό φώς δέν μέ καλύπτει καί ό,τι γιά χάρη του ειπώθηκε σκοτάδι δέν μπορεί πιά νά μού απαγορευτεί. Επειδή καί η αλήθεια αποσύρεται, γιατί γιά τήν ύπαρξή της χρειάζεται ένα κενό, ενώ εδώ ανακτά τή θέση που τής αρμόζει η αδιάκοπη συνέχεια τής μεταβολής τών πραγμάτων… Η αλήθεια ήταν μιά στάση, ένα έντεχνο παραπέτασμα που έκρυβε επιδέξια πίσω του τήν κύρια ιδιότητα αυτού τό οποίο είχε χρησιμοποιήσει γιά νά επιβάλλει τόν πλασματικό καί εγκληματικό εαυτό της· τό ανεπίδεκτο διακοπής στήν τάση γιά ειλικρίνεια… Δέν είχαν κάθε φορά παρά νά διακόψουν στό σημείο που τούς άρεσε αυτή τήν τάση. Καί νά η αλήθεια: μιά ειλικρίνεια που είχε κιόλας γίνει παρελθόν, που είχε κιόλας ξεπεραστεί απʼ τή συνέχειά της η οποία εξακολουθούσε τόν δρόμο της χωρίς τίποτα νά έχει χάσει. (Η συνέχεια τής ζωής τών ανθρώπων μπορεί νά διακοπεί μέ τόν θάνατο γιά έναν ή γιά όλους ή μέ τόν πνευματικό θάνατο, αλλά καί στίς δυό περιπτώσεις θά μείνουν εκείνοι που θά τό έχουν αποφασίσει καί θά τό εκτελέσουν γιά τούς άλλους -άν μείνουν-, κι αυτοί θά είναι τότε εκείνοι που πάνω τους αυτή η τάση θά συνεχιστεί.).
“Καί τί εστί η Αλήθεια; Αμήν αμήν λέγω υμίν: Σχήμα Κενόν εστί η Αλήθεια. Αμήν αμήν λέγω υμίν: Ειλικρινείτε!
Άπειρος εστί ο καθείς εξ υμών εν τή φύσει αυτού καί μόνον εν τή δυνάμει αυτού υστερεί. Αμήν αμήν λέγω υμίν: εκθέτετε εκάστην πρωΐαν τήν μεταβολήν υμών εις τούς αδελφούς υμών. Αμήν αμήν λέγω υμίν: πάσα περιγραφή τής μεταβολής ανθρώπου τινός υφʼ ετέρου, λόγος εστί περιγράφον τήν τού ετέρου μεταβολήν. Πάσα περιγραφή, μεταβολήν περιγράφει τού λέγοντος. Αμήν αμήν λέγω υμίν: προλάβατε τάς μεταβολάς υμών. Σπεύσατε κατόπιν τών μεταβολών υμών έως τού ταυτοχρόνου. Διότι αι μεταβολαί υμών προηγούνται υμών καί υμείς έπεσθε τών μεταβολών υμών εις τό αντιλαμβάνεσθε αυτάς. Άνθρωπος μή εισέτι αντιληφθείς τήν μεταβολήν αυτού εν τώ Παρελθόν ζεί κατά τήν συνείδησην αυτού, καί τό σώμα αυτού εν τώ Παρόν ζεί μεταβαλλόμενον ακαριαίως, καί αι μεταβολαί τού σώματος αυτού Μέλλον εισί διά τήν συνείδησην αυτού. Αμήν αμήν λέγω υμίν: εξαλείψατε τό Παρελθόν εξαλείφοντες εν ταυτώ καί τό Μέλλον. Διότι αυτός ούτος ο Χρόνος απάτη εστί καί υμείς δέσμιοι εστέ τού Χρόνου καί η μορφή υμών γέννημα εστί τής απάτης. Αμήν αμήν λέγω υμίν: ελέγξατε τάς δυνατότητας υμών καί προφθάσατε τάς μεταβολάς υμών. Νέαν μορφή θέλετε λάβει πέραν τού ορίου τούτου καί τό ανθρώπινον γένος ούτω τελευτόν διά θανάτου καλού, κληρονομίαν θέλει καταλείπει πέραν εμού, καί έως τού Αγνώστου Αυτεξουσίου Αναρχουμένου απογόνου, όστις θά λύει αυθαιρέτως κατά τήν Κρίσιν Αυτού!”.
(27)
1975
Είναι η ώρα που αναζητιέται μάταια ο εχθρός. Τό σχοινί τής κρεμάλας μένει μετέωρο γιά μιά στιγμή. Μιά φρίκη γεμίζει τίς καρδιές. Γιατί ο εχθρός είναι εδώ, τό ξέρουμε, αόρατος, μά καί γιʼ αυτό περισσότερο υπαρκτός. Χωρίς τίποτα νά υποδηλώνει τήν ύπαρξή του εκτός απʼ τήν απουσία του. Κι αυτό είναι που μάς ανησυχεί. Τουλάχιστον εμάς που καταλαβαίνουμε. Που ξέρουμε από άλλες περασμένες φορές. Από άλλες παλιότερες απουσίες. Είναι δυνατόν νά αφεθήκαμε νά φτάσουμε ώς εκεί; Είναι δυνατόν νά παρασυρθήκαμε ώς τήν ολοκληρωτική του καταστροφή; Όχι, δέν μπορεί νά έγινε τέτοιο λάθος! Ένας εχθρός είναι δεκτός, είναι μαλιστα απαραίτητος γιά τήν καλή λειτουργία, γιά τήν ίδια τήν ύπαρξη τού συστήματος, κι εμείς είμαστε τόσο εξοικειωμένοι μέ τήν παρουσία του ανάμεσά μας, μέ τά επικίνδυνα τερτίπια του που πολλές φορές στοιχίζουν τή ζωή αρκετών από μάς, μέ τήν ευέλικτη καί πρωτότυπη τακτική του γεμάτη εφευρετικότητα, συχνά όχι συνηθισμένη, που πάντα, όταν περάσει η κρίσιμη στιγμή καί μπορέσουμε νά ατενίσουμε τά πράγματα μέ ένα πιό ψύχραιμο βλέμμα, αποτελούσε ένα ιδιαίτερο αντικείμενο μελέτης μέ καρποφόρα αποτελέσματα γιά μάς -ερχόμαστε πάντοτε δεύτεροι είνʼ η αλήθεια μετά απʼ αυτόν καί τό μόνο που έπρεπε πιά νά κάνουμε, αφού είχαμε καταλάβει καλά τή μέθοδό του, τόν τρόπο που είχε λειτουργήσει, τά πράγματα που εύχονταν έτσι νά επιτύχει, ήταν νά τού απαγορεύσουμε νά ενεργήσει μέ τόν ίδιο τρόπο ξανά καί νά προσπαθήσουμε νά προβλέψουμε τήν επόμενη κίνησή του-, καί παρά τήν φαινομενική απόσταση μεταξύ μας, παρʼ όλο τό χάσμα που γιά τά μάτια ενός τρίτου, ενός αδιάφορου διαβάτη, υπήρχε ανάμεσά μας, όμως είμαστε σίγουροι -καί σπάνια είνʼ αλήθεια διαψευσθήκαμε σʼ αυτή μας τήν πεποίθηση- πως τά αισθήματά του γιά μάς, εκτός απʼ τίς στιγμές τής οξύτητας καί τού πάθους που συνήθως λησμονά κανείς εύκολα τή βαθύτερη επιθυμία συμφιλιώσεως που κρύβεται πίσω απʼ τήν αναμονή τού αντιπάλου, ήταν σχεδόν τελείως ανάλογα μέ τά δικά μας, πράγμα που κάνει τήν ανησυχία μας ακόμα μεγαλύτερη καί τήν απουσία του νά κρέμεται σάν μιά σκοτεινή ύπουλη απειλή στόν άλλοτε τόσο γνώριμο ουρανό μας. Γιατί κι αυτός ποτέ μά ποτέ δέν θά μάς εγκατέλειπε. Κι άλλωστε πώς θά μπορούσε; Εδώ χρειάστηκε τόσος καιρός γιά νά φτάσουμε σʼ αυτό τό σημείο, που έχει κάνει τόν ένα αναντικατάστατο γιά τόν άλλον! Καί στό κάτω κάτω, φέρει κι αυτός μιάν ευθύνη γιά μάς, γιά τό μέλλον που τώρα, από δώ καί πέρα, άγνωστο καί έχθρικό εξ αιτίας του, ίσως νά μάς περιμένει τόν καθένα χωριστά.
(28)
1975
Επειδή τώρα πιά τό πλοίο έχει ήδη σηκώσει τή σκάλα. Πίσω απʼ τά σκούρα τζάμια τής γέφυρας άγρυπνα μάτια παρακολουθούν τίς τελευταίες ετοιμασίες, οι ναύτες διασχίζουν τό κατάστρωμα πρός όλες τίς διευθύνσεις μέ μεγάλα ανυπόμονα βήματα -έχουν κουραστεί κι αυτοί απʼ τήν αναμονή που τούς έχει επιβληθεί-, κάπου κάπου σηκώνουν τό κεφάλι πρός τή μεριά τής γέφυρας, ακούν προσεκτικά τίς διαταγές που τούς απευθύνουν τά μεγάφωνα, κι αμέσως διευθύνονται πρός τό μέρος που τούς έχει υποδειχθεί αποφεύγοντας μέ ευελιξία τίς στιβαγμένες εδώ κι εκεί αποσκευές, ενώ τό πλοίο έχει κιόλας στραφεί από τά ρεύματα τού λιμανιού καί πλάϊ στό χοντρό σίδερο που είναι δεμένο τό τελευταίο σχοινί που τό συγκρατεί, ένας γεροδεμένος συνάδελφός τους έχει κιόλας εγκατασταθεί -δέν πρέπει νά χαθεί ούτε λεπτό- μέ τό τσεκούρι του υψωμένο. Δυό φίλοι του τόν υποβαστάζουν που καί που όταν κουράζεται, τό φαΐ τού τό δίνουν λίγο λίγο οι ίδιοι καί τό βράδυ ή όταν βρέχει, τόν σκεπάζουν μέ ένα μεγάλο αντίσκηνο μέ μιά τρύπα γιά νά περνά τό σχοινί -έχει εξασκηθεί ώστε οι σωματικές του ανάγκες νά είναι πολύ περιορισμένες, μάλιστα κάθε φορά που τό πλοίο στρίβει ώστε αυτός νά μπορεί νά βλέπει τήν προκυμαία κατεβαίνουν καί διώχνουν τίς κοπέλλες, που όπως τόσος κόσμος έχουν έρθει κι αυτές νά δούν τήν αναχώρηση, γιά νά μήν τού αποσπούν τήν προσοχή (είναι κοινό μυστικό τό πόσο πολύ τόν συγκινεί τό γυναικείο σώμα)-, στό λαιμό του έχουν δέσει ένα μακρύ κορδόνι που ενώνεται απʼ ευθείας μέ τή γέφυρα αφού ανεβαίνει πρώτα ψηλά στό κατάρτι ώστε ένα μεγάλο ύψος νά τό χωρίζει απʼ αυτά που συμβαίνουν κάτω γιά τήν περίπτωση ατυχήματος ή γιά κανένα ξαφνικό σαμποτάζ -στά μεγάφωνα δέν υπάρχει εμπιστοσύνη γιατί η ακοή του ήδη πρέπει νά έχει εξασθενήσει πολύ κι άλλωστε όλη του η προσοχή είναι συγκεντρωμένη στά χέρια του που κρατούν τό τσεκούρι καί δέν έχει καιρό γιά νʼ ακούει- ώστε η διαταγή νά μεταβιβαστεί αμέσως σʼ αυτόν τόν ίδιο, επειδή μέ τό σύνθημα υπάρχει πάντα τό ενδεχόμενο νά προκληθεί κάποιος μικρός πανικός στό πλήρωμα που συνήθως τά χάνει σέ τέτοιες στιγμές, πράγμα που μπορεί νά τόν επηρεάσει ώστε νά μήν κοπεί μέ τό πρώτο χτύπημα τό σχοινί. Μπροστά του σέ ένα μικρό βάθρο βρίσκεται η αμοιβή του στερεωμένη γερά μέ σταυρωτούς ιμάντες, επειδή πολλές φορές πιάνει δυνατός αέρας, ώστε νά μπορεί νά τή βλέπει χωρίς νά χρειάζεται νά μετακινεί τό βλέμμα του που είναι διαρκώς προσηλωμένο πάνω στό σχοινί, ενώ λίγο μακρύτερα ένα φορείο είναι έτοιμο κι ο νοσοκόμος, που αλλάζει μέ βάρδιες, διατηρεί έτοιμα τά φάρμακα, καί τίς τονωτικές ενέσεις που είναι σχεδόν βέβαιο ότι θά χρειαστούν.
(29)
1975
Είναι εδώ καί κάμποσος καιρός τώρα που έχω νοικιάσει αυτό τό μικρό διαμέρισμα μέ αυλή. Εδώ κουβάλησα σιγά σιγά τά πράγματά μου, τά σώριασα σέ μιά γωνιά ώσπου στοιβάχτηκαν μέχρι τό ταβάνι καί μετά άρχισα νά μελετώ τόν χώρο. Τόσες φορές έχω σκεφτεί νά χτίσω ένα σπίτι δικό μου, έχω κάνει όνειρα καί όνειρα κουλουριασμένος σφιχτά κάτω απʼ τίς κουβέρτες ώστε νά μήν μπαίνει ούτε τό παραμικρό ίχνος φωτός καί παραμορφώνει τά σχέδια που κατασκευάζω, κάθε φορά διορθώνοντας τήν αρχική ιδέα, αφαιρώντας κάτι από εδώ, προσθέτοντας ένα καινούργιο δωμάτιο, αλλάζοντας τήν διαρύθμηση τών επίπλων ώστε νά σχηματισθεί ένας ακόμη διάδρομος, μετακινώντας μιά εσωτερική σκάλα ανάλογα μέ τίς απαιτήσεις τού νέου συνόλου… ώστε όταν βρεθώ κάπου έχω αμέσως μιά αίσθηση τού χώρου, μιάν άμεση αντίληψη -σάν ένα στομάχι που αναγνωρίζει τό είδος τής τροφής που πρόκειται νά χωνέψει καί προετοιμάζεται ανάλογα κανονίζοντας τό ποσό τών εκκρίσεων, τόν χρόνο παραμονής της σʼ αυτό ή σʼ εκείνο τό τμήμα- τών κενών που δημιουργεί η ιδιαίτερη διάταξη τών τοίχων, τών κουφωμάτων, τών δοκαριών, τού ύψους τής στέγης, κ.λ.
31/5/1975
Στρατιώτη, στρατιώτη… Τότε εσύ ακουμπάς τό κεφάλι στό τζάμι τού παραθύρου καί καθώς τό τραίνο τρέχει αφίνεσαι νά σέ πάρει ο ύπνος. Ενώ εσύ που δέν είσαι παρά ένας απέναντί μου στρατιώτης, ένας αγρότης στρατιώτης, ένας αγρότης που τόν κατάντησαν στρατιώτη, ένας στρατιώτης που αρνείται τόν αγρότη, ένας αγρότης που, έχοντας απέναντί μου αρνηθεί όλους τούς στρατιώτες, αφίνεσαι τώρα νά σέ πάρει ο ύπνος πάνω στό τζάμι… Τώρα, τήν καλλίτερη στιγμή, αφού κρατήθηκες μέχρι νάρθει κι ενώ μπορεί τώρα πιά καί μιά μάνα ακόμα νά χαμογελάει καί νά σέ δέχεται όπως έχεις παρακαλέσει τόσες φορές πρίν κοιμηθείς, ενώ εκείνη, που, τόσο ωραία δέν είναι μάνα, είναι τώρα, που, τόσο ευτυχώς, μπορεί νά είναι καί μιά ωραία μάνα ακόμη, όπως ήθελες… Όπως θά ήθελε καί ένας οποιοσδήποτε απέναντι, χωρίς τόν δικό του στρατιώτη, που αφέθηκε τώρα, τήν καλλίτερη στιγμή, ενώ κρατήθηκε μέχρι νάρθει, νά τόν πάρει ο ύπνος πάνω στό τζάμι τού παραθύρου, καθώς τό τραίνο τρέχει κι εσύ, ένας αγρότης στρατιώτης, τρέχεις απέναντί του.
(30)
1975(1985)
ΠΡΟΤΑΣΗ:
Εκείνο που ενδιαφέρει δέν είναι η Ζωή
αλλά η ζωτικότητα.
ΝΙΤΣΕ
ΑΝΤΙΠΡΟΤΑΣΗ :
Εκείνο που ενδιαφέρει δέν είναι η Ζωή, όχι μόνο επειδή αυτό που είμαστε τήν προϋποθέτει καί σάν τέτοια καθοριστική προϋπόθεση μπορεί νά παραλειφθεί όταν συζητιέται αυτό που τήν κατέχει, {επειδή εκείνο, είτε τό θέλει είτε όχι, κουβαλά μαζύ του ολόκληρη τή σημασία της που χαράζει τά όριά του -έξω απʼ αυτά θα ήταν κάτι διαφορετικό, θά είχε κιόλας απαιτήσει μιά διαφορετική προϋπόθεση καί τό μόνο γιά τό οποίο δέν θάχε νόημα νά συζητά είναι αυτή η ίδια η προϋπόθεσή του γιά όσον καιρό μένει κάτω απʼ τήν σκιά της (εκτός κι άν σκοπεύει νά τής επιτεθεί) καί μόνον οι μεταβολές του μέσα της θά μπορούσαν νά είχαν κάποιο νόημα}, αλλά καί επειδή ο θάνατος αργά ή γρήγορα, φαίνεται ότι θά ξεπεραστεί, ακόμα καί γιά τό ίδιο τό συγκεκριμένο άτομο, καθώς αντιλαμβανόμαστε ολοένα καί περισσότερο ότι τέτοιου είδους απόλυτοι διαχωρισμοί ανάμεσα σʼ αυτές τίς βασικές καταστάσεις, έχουν γίνει πιά αρκετά ύποπτοι κι ότι η ισχύς τους μέσα μας ήταν γιά κάθε περίοδο, αντιστρόφως ανάλογη τής ευρύτητας τής συνειδητότητάς μας σέ ό,τι αφορούσε στόν Κόσμο καί στίς σχέσεις εκείνου που, επίσης κάθε φορά, νομίζαμε ότι είναι ο εαυτός μας, μʼ αυτόν κι ότι ακόμα, από τήν άλλη μεριά, μέ κάποιον περίεργο καί τρομακτικό τρόπο, η ίδια μας η συνείδηση φαίνεται νά επεμβαίνει, προβάλλοντας τό εννοιολογικό της περιεχόμενο καί απαιτώντας από τόν Κόσμο νά εξαρτήσει τήν λειτουργία του από εκείνο, σʼ αυτήν ακριβώς τήν ίδια τήν αντικειμενική” ισχύ μέ τήν οποία οι βασικές αυτές καταστάσεις μάς εξουσιάζουν.
Ακόμα, δέν ενδιαφέρει, σέ τελευταία ανάλυση, ούτε η ζωτικότητα. Επειδή αυτή θά είναι κάθε φορά, ανάλογη μέ τήν ένταση τού πάθους, (((καί πάθος, εδώ, σημαίνει τήν δύναμη που, συγκεντρώνοντας τό δυναμικό τής Ζωής σέ κάποιο στόχο, ξεπερνά τά συνηθισμένα επίπεδα τής εσωτερικής αδράνειας παρασύροντας στόν δρόμο της τό σύνολο αυτού τού πλάσματος που ευτύχησε νά τήν νοιώσει νά γεννιέται από τήν ίδια του τήν σάρκα καί η οποία αδιαφορεί άν αυτός ο δρόμος τό καταστρέψει τελικά -πράγμα που μάς κάνει νά υποπτευόμαστε ότι η ζωτικότητα, από κάποιον βαθμό έντασης καί πέρα, θά μπορούσε συνειδητά νά στραφεί εναντίον τής Ζωής, διαχωρίζοντας έτσι τελείως τόν φορέα της από τήν απαραίτητη προϋπόθεσή του καί που ακόμα, άν θελήσουμε πιό τολμηρά νά μπούμε σέ χώρους όπου η λογική τρομαγμένη ετοιμάζεται νά τό βάλει στά πόδια, μάς προσκαλεί καταφέρνοντας νʼ ανοίξει ξανά τά παιδικά μάτια τής καρδιάς μας, (η οποία παρʼ όλα όσα πιστεύουμε, ποτέ, ποτέ δέν παραδόθηκε στίς μεγαλοφυείς μεθόδους τών τεχνητών ωριμάνσεων που, έτσι συγκινητικά, μέ τήν, τόσο αφάνταστα χοντροκομμένη καί ταυτόχρονα μόλις προλαβαίνοντας, εκπληκτικά αποτελεσματική επιδεξιότητά του νά ισορροπεί τήν δυστυχισμένη ηλίθια ύλη του, προσπαθεί, σέ όλη τή διάρκεια τών υπόλοιπων χρόνων εκτός απʼ αυτές τίς σύντομες ωραίες λιποθυμίες του νά τήν σύρει, τό μυαλό μας), στίς πανέμορφες εκείνες αστραπιαίες εικόνες, γεμάτες απʼ τήν τρυφερή γοητεία τών κόσμων που ο καθένας από μάς σέ τέτοιες ερωτικές στιγμές ονειρεύτηκε νά προσφέρει σʼ αυτό τό βασανισμένο γένος, σʼ ένα ταξίδι πάνω στά φτερά ενός πάθους που μπορεί, ποιός ξέρει, νά είναι εκείνο τό ίδιο τό Πάθος όπου προσπαθεί τόσο άδικα μέχρι τώρα, κλαίγοντας συνεχώς τά χαμένα της παιδιά, νά μάς ανυψώσει ώστε επιτέλους νά απαλλαγεί απʼ τά δεσμά τής δικιάς της απαραίτητης προϋπόθεσης κι από τή φρίκη που τήν έχει καρφώσει γιά τόσον αβάσταχτο καιρό σʼ αυτό τό άθλιο συνοικιακό χασάπικο, η ίδια η Ζωή))), που τήν προκαλεί, μιά εντελώς ιδιωτική υπόθεση δηλαδή -γιατί πώς είναι δυνατόν νά έχει σημασία γιά τό ίδιο τό άτομο, μιά ζωτικότητα δοσμένη απʼ έξω, χωρίς εκείνο νά μπορεί νά νοιώσει τήν ένταση τής μεταβολής στό πάθος που τό κινεί κάθε φορά;-, καί γιʼ αυτό θά υπάρχει πάντα η δυνατότητα νά ξεπεραστεί κάποτε ο προηγούμενος βαθμός της: ένας λόγος αρκετά ισχυρός ώστε νά παραιτηθεί κανείς οριστικά από τήν προσπάθεια γιά μιά ολοένα καί πιό έντονη ζωτικότητα. Επειδή, τί αξία έχει νʼ αγωνίζεσαι γιά κάτι που είναι δυνατόν νά ξεπεραστεί, όταν η βαθύτερη αιτία που μπορεί νά σέ κάνει νά ξεκινάς έναν τέτοιο αγώνα δέν είναι απλά η σύγκριση ανάμεσα σέ ʽκείνο που έχεις καί σέ ʽκείνο που θά ποθούσες νά φτάσεις, {μιά καί τό πικρό χαμόγελο ενός διαρκώς νικημένου, μέ τήν ειρωνία που τού επιτρέπεται νά στρέψει, σάν εκδίκηση, στό άτυχο αποτέλεσμα τής προσπάθειας, καθώς κλείνοντας τά κουρασμένα μάτια του αφίνεται νά παρασυρθεί από τήν αίσθηση τής δυνατότητας ενός νικητή που γιά κάποιον λόγο γνωστόν αποκλειστικά καί μόνο σέ ʽκείνον, δέν προσπαθεί πιά -δοκιμασμένο από άλλες φορές-, ξέρουμε πως δέν μάς παρηγορεί}, αλλά η θέληση νά φτάσεις τόν μοναδικό, τόν υψηλότερο βαθμό, σέ σχέση μέ τά επιτεύγματα τών άλλων, αυτού τού ποσού καί νά τόν διατηρήσεις από ʽκεί καί πέρα στήν κορφή; Μιά θέληση αλλοίμονο θλιβερή, αφού η συνεχής σύγκριση που θά τήν δικαίωνε είναι εκείνη που τήν καταδικάζει, εκείνη που τής αφαιρεί τώρα τό νόημά της -ακόμα καί σέ μιά ζωή αιώνια καί μάλιστα πολύ περισσότερο σέ μιά τέτοια- πρίν κάν ξεκινήσει τό πρώτο της βήμα καί τήν αναγκάζει νά αποσυντίθεται αφίνοντας στήν θέση της μιά ευεργετική αδιαφορία: στήν κατάσταση μιάς συνεχούς συνειδητής μεταβολής γιά ένα άτομο, τί νόημα θά είχε τί βρίσκονταν κάθε φορά πλάϊ στήν μεταβολή τής κάθε φοράς; Η καινούργια μεταβολή δέν θά άφινε νά περισσέψει τίποτα από τήν προηγούμενή της καί έχοντας απορροφήσει ολόκληρο τό άτομο μέσα της, θά είναι αυτή καί μόνο τώρα όλη η ύπαρξή του, αφίνοντας τήν μέ οποιοδήποτε μέτρο σύγκριση θά μπορούσε νά ζητηθεί ανάμεσά τους, μιά πράξη μετέωρη, καταδικασμένη νά ισορροπεί σέ ένα μονάχα σκέλος κι αναζητώντας μάταια μέ αγωνία τό άλλο ώστε νά μπορέσει νά εκτελεστεί.
Εκείνο που ενδιαφέρει λοιπόν, είναι η Μοναδικότητα, η αποκλειστική κατοχή καί διάθεση από τό άτομο τού εαυτού του, η αίσθηση τής αυθαίρετης ύπαρξης τής δυνατότητας διάκρισης τού ενός από τόν άλλον, επειδή αυτή είναι που διαρκώς κινδυνεύει.
(31)
Σάμος 1975
(31)Σάμος 1975 “Τί θά προτιμούσες, μιά ζωή περισσότερη ή μιά ζωή λιγότερη;”.
“Μιά ζωή λιγότερη, επειδή τώρα σʼ αυτήν εκτελώ τίς αποφάσεις που είχαν παρθεί στήν προηγούμενη. Υπάρχει εδώ μιά υποχρέωση απέναντι σʼ αυτές. Αυτή η ζωή είναι τό πεδίο όπου εκπληρώνεται. Κι εδώ, εγώ, δέν είμαι παρά τό εκτελεστικό όργανο αυτής τής εκπλήρωσης. Άν καί έχω πιά ξεχάσει τόν λόγο γιά τόν οποίο πάρθηκαν αυτές οι αποφάσεις, είμαι ωστόσο αναγκασμένος νά τίς σεβαστώ… Αυτό, τό ότι δηλαδή μπορώ καί τά νοιώθω όλα αυτά, είναι ίσως καί η αιτία που μέ έκανε νά υποπτεύομαι ότι η κατάστασή μου δέν είναι καθόλου ευχάριστη, κι αυτή είναι τώρα μιά πεποίθηση από τήν οποία δέν δέχομαι νά υποχωρήσω ούτε βήμα, άν καί αναγνωρίζω πως είναι στηριγμένη στά κατάλοιπα μιάς από παλιά λησμονημένης σύγκρισης, κληρονομημένης μέ πείσμα ίσαμε μένα, ακολουθώντας με σʼ όλες μου τίς μεταβολές, που όμως τήν ύπαρξή της, παρʼ όλες τίς ύποπτες προκλήσεις που τήν αμφισβητούν, δέν ένοιωσα τήν ανάγκη νά δικαιολογήσω ποτέ. Γιατί άν καί είμαι σίγουρος πως δέν αφέθηκε τίποτα στήν τύχη, πως όλα προγραμματίστηκαν μέ τήν μεγαλύτερη προσοχή, πως καί η τελευταία λεπτομέρεια ελέγθηκε μέ ιδιαίτερη φροντίδα ώστε νά αποκοπώ τελείως από τή ζωή εκείνη τών αποφάσεων, χωρίς ποτέ νά μπορέσω νά διεκδικήσω αυτά που ίσως σέ μιά διαφορετική περίπτωση θά είχα τό δικαίωμα νά απαιτώ, έχω ωστόσο από καιρό ανακαλύψει μέσα μου καί τό κρατώ σάν τό πολυτιμότερο απόκτημά μου, εκείνο που, διαπερνώντας όλα αυτά τά εμπόδια, έφτασε μέχρις εμένα: τήν αίσθηση τής συνέχειας που δέν μέ εγκαταλείπει ποτέ.
(32)
Σάμος 1975
Καθώς γερνάω ό καιρός μου γίνεται ολοένα καί περισσότερο πολύτιμος. Ωστόσο, μʼ έναν ανεξήγητο τρόπο, βιάζομαι νά κερδίσω τίς αναμνήσεις τών χρόνων μου. Έτσι, ενώ ο χρόνος που πρόκειται νά ζήσω είναι ακόμα μπροστά μου, έχω κιόλας μεταφερθεί από πίσω του, εκεί όπου μέ μιά επιδεξιότητα απαράμιλλη, παρακάμπτοντας όλες τίς δυσκολίες, έχει κατασκευαστεί ο χώρος γιά τό περιεχόμενό του. Θολός, μά καί γιʼ αυτό μέ μιά εξαιρετική χωρητικότητα, όπου οι επιθυμίες μου μπορούν ευαίσθητα νά εκτιμηθούν, σʼ όλη τήν έκταση τής ευγενικιάς τους καταγωγής, από τήν πραγματικότητα που πρόκειται νά συναντήσω καί που άν καί εκείνες στό τέλος είναι σχεδόν βέβαιο πως δέν θά γλυτώσουν απʼ αυτήν, ωστόσο εδώ τούς δίνεται η ευκαιρία νά αντισταθούν, καί μάλιστα εδώ περισσότερο από οπουδήποτε αλλού· επειδή σʼ αυτόν τόν χώρο η συμβίωση είναι αρμονική καί τό θύμα, άν καί γνωρίζει πως στό τέλος θά δολοφονηθεί, εγκαταλείπεται ωστόσο μʼ εμπιστοσύνη στά χέρια τού δολοφόνου του, που έχοντας αποδείξει από παλιά πως ξέρει νά ικανοποιεί τίς δύσκολες απαιτήσεις του, τού επιτρέπει νά αναπτύξει όλην εκείνη τήν ευελιξία που μόνον υπάρξεις καθησυχασμένες από ένα σίγουρο τέλος μπορούν νά φτάσουν καί που άν καί απομακρύνει είνʼ η αλήθεια τίς τελευταίες στιγμές, τίς πλουτίζει όμως καί γιά τούς δυό μέ μιά γοητεία μοναδική.
Εκεί λοιπόν έχω πιά από καιρό εγκατασταθεί. Βγαίνω βέβαια αρκετά συχνά γιά νά αναζητήσω τήν τροφή μου στό παρόν, όμως αυτό τό τελευταίο είναι τώρα σχεδόν εντελώς ακίνδυνο, τή στιγμή που βγαίνω τό έχω κιόλας ξεπεράσει, αλλά ακόμα κι άν ήταν αδύνατον νά συμβεί αυτό επειδή θά μέ είχε αρπάξει γερά από τίς άκρες μου που διαρκώς περισσεύουν, δέν θά είχα παρά νά μεταθέσω τόν χώρο μου λίγο πιό μπροστά. Τότε αυτός που εγκαταλείπεται πιασμένος εδώ, δέν έχει πιά καμμιά σχέση μʼ εμένα. Είναι ένας ξένος καί σάν τέτοιος δέν έχει καθόλου δικαιώματα επάνω μου. Μπορεί νά φωνάζει όσο θέλει, νά παρακαλεί, ακόμα καί νά απαιτεί αυτά που κατά τή γνώμη του τού ανήκουν, νά επικαλείται τή σοβαρότητα τής απόφασης που από τήν αρχή έχει επικυρώσει τήν ιδιοκτησία του. Τά κατέχει όλα, όλα αναλογούν πρός αυτόν καί κάθε είδους εξουσία είναι πρόθυμη νά τόν συνδράμει -μάλιστα γιʼ αυτόν ακριβώς τόν σκοπό έχει δημιουργηθεί καθε μιά απʼ αυτές-, αλλά πώς είναι δυνατόν νά συλληφθεί έστω καί ένας οποιοσδήποτε δραπέτης; Η εξουσία έχει στά χέρια της τό παρόν, ενώ ο δραπέτης, παρʼ όλο που είναι ένας άμεσος καί διαρκής κίνδυνος γιά τό μέλλον, είναι κιόλας από καιρό μιά ανάμνηση.
(33)
Σάμος 1975
Ο φόβος μου είναι πιά τόσο μεγάλος ώστε είναι πολύ αργά, η στιγμή τού κινδύνου έχει από ώρα κιόλας ξεπεραστεί καί σχεδόν ήρεμοι τώρα τόν αναπολούμε. Ο καθένας έχει καί κάτι ξεχωριστό πάρει απʼ αυτόν που τό κράτησε τότε μόνο γιά μιά στιγμή εξʼ αιτίας τής τρομερής του βιασύνης, καθώς προσπαθούσε νά τόν αποφύγει. Τώρα προσπαθεί νά επεκτείνει αυτή τή στιγμή όσο περισσότερο μπορεί, εκεί ακριβώς πηγαινοέρχεται ολοένα, μπρός καί πίσω απʼ τόν κεντρικό της πυρήνα, ανακαλύπτοντας σιγά σιγά τίς στάσεις που είχε πάρει τότε ο εαυτός του καί πλουτίζοντάς την μʼ αυτές. Τό περιβάλλον όμως έχει σημαντικά διαταραχθεί. Η στιγμή παρέσυρε μαζύ της τό κομμάτι τού χώρου που μέσα του είχε λειτουργήσει καί μέσα σʼ αυτό είναι περιορισμένος μέ τήν δικιά του θέληση ο αναπολητής, επειδή μόνον εδώ μπορεί νά συναντήσει ξανά τήν ηδονή που τόσο λίγο κράτησε ενώ στό κενό που αυτό τό κομμάτι άφισε πίσω του όταν αποσπάστηκε, ό κίνδυνος έχει κιόλας ορμήσει καί τό κατακτά μέ χαρά -σʼ αυτή τή φωλιά τίποτα πιά δέν τόν απειλεί-, καί γνέφει τώρα πάλι από μακρυά, έχοντας αποκτήσει ένα εντελώς διαφορετικό, σχεδόν φιλικό βλέμμα, απʼ τήν απόσταση… Είναι λοιπόν πιά πολύ αργά γιά νά λογαριάσω τόν φόβο τών άλλων. Μπορώ νά τόν λογαριάσω τώρα, αλλά τώρα κανείς δέν εξαρτάται από ʽμένα, ο καθένας βλέπει τόν ρόλο του στήν διάρκεια τού κινδύνου σάν κάτι εντελώς δικό του, δέν νοιώθει καθόλου νά χρωστάει πουθενά τίποτα κι έτσι χάθηκε μιά σπάνια ευκαιρία. Γιατί τότε, τήν στιγμή τής αδυναμίας είχαμε έρθει τοσο κοντά, ώστε λίγο έλλειψε νά γίνουμε ένα, άν ο καθένας μας δέν φοβόταν πιό πολύ απʼ τούς άλλους -μάλιστα ο δικός του φόβος ξεπερνούσε τόν φόβο όλων τών άλλων μαζύ-, καί μπορούσε νά συλλάβει τόν φόβο τού διπλανού του… Μιά σπάνια ευκαιρία, γιατί όπως καί κάθε άλλη φορά, αυτή τήν ώρα τής ανάπαυλας απομακρυνόμαστε· επειδή τώρα ο φόβος έχει κρατήσει τόν δρόμο του ανοιχτό, κιόλας έχει αποκτήσει καί κάποια κυριότητα επάνω μας, αφού ξέρει πιά καλά, καί είναι καιρός τώρα που κάθε μέρα ανακαλύπτει ολοένα καί περισσότερο, πως ούτε μιά γωνιά απʼ τόν εαυτό μας δέν είναι κλειστή σʼ αυτόν· ίσα ίσα· κάθε καινούργια γωνιά που ανακαλύπτουμε μέσα μας τού τήν παραχωρούμε αμέσως γιατί καί πώς θά μπορούσαμε νά κάναμε χωρίς αυτόν; Είναι τό μόνο που μάς πλησιάζει τόσο κοντά τόν ένα στόν άλλον -σχεδόν λίγο λείπει γιά νά γίνουμε ένα-, κι άν εκείνος μάς αρνιώταν τήν φιλία του εμείς πάλι θά τόν φωνάζαμε, επειδή χωρίς αυτόν, που τόσο ήμερα έχουμε εξοικιωθεί πιά μαζύ του, ο φόβος μας είναι μεγαλύτερος.
(34)
Σάμος 1975
Δοκιμάζω συχνά τήν αίσθηση πως προεκτείνομαι πρός όλες τίς κατευθύνσεις. Αγκαλιάζω έτσι σάν μιά τεράστια επιφάνεια τό σύμπαν. Μιά επιφάνεια που είναι τό σύνολο τών πραγμάτων που υπήρξαν υπάρχουν καί θά υπάρξουν καί που δέν διακόπτεται από τίς μεταβολές τους, μάλιστα τίς περιέχει κι αυτές. Τό σύστημα τής αναφοράς μου τότε περιέχει καί τό αδύνατο. Καί σʼ αυτό ακριβώς στηρίζεται. Όχι απλώς σέ μιά απειρία δυνατοτήτων, αλλά στήν απειρία όλων τών δυνατοτήτων, στήν απειρία όλων τών διαστάσεων, στήν αδυναμία τού νά υπάρξει κάτι που νά μή μπορεί νά αναφερθεί σχετικά μέ αυτό. Αυτής τής επιφάνειας είμαι ο κάτοχος. Καί ακριβώς αυτό είναι που δημιουργεί τήν ασημαντότητά μου. Δέν είμαι, αυτή η επιφάνεια. Είμαι ο κάτοχός της. Καί μάλιστα ούτε κι αυτό. Ο κάτοχος μιάς αίσθησης γιά τήν κατοχή της. Ένας φτωχός παγιδευμένος ιδιοκτήτης. Η ιδιοκτησία του είναι μιά πρόκληση, σάν κάτι που προσφέρεται νά κατακτηθεί. Όμως κανείς δέν τόν έχει προειδοποιήσει. Κι όταν κάποτε τό ανακαλύψει είναι ήδη πολύ αργά. Γιατί διαπιστώνει αμέσως πως όλη η προσπάθεια γιʼ αυτή τήν κατάκτηση τόν έχει συμπυκνώσει τόν ίδιο, περιορίζοντάς τον μέσα στά όρια ενός ασήμαντου πυρήνα που μπορεί νά δεχτεί καί νά δώσει ίσως τά πάντα, αλλά που δέν μπορεί πιά νά είναι. Κι αυτή η σχέση ανάμεσα σʼ αυτόν καί τήν ιδιοκτησία του, είναι μιά σχέση ανεπίστρεπτη. Ο ίδιος δρόμος δέν μπορεί πιά νά διανυθεί πρός τά πίσω. Κάθε βήμα πρός τά μπρός ήταν κι ένας μικρός σφετεριστής τής επιστροφής. Ο δρόμος όμως πρός τά μπρός δέν φαίνεται νά κλείνεται από πουθενά. Μέσα σʼ αυτόν τόν πυρήνα εμπεριέχεται η υπόσχεση τού αγνώστου. “Εγώ, εγώ”, ακούγεται καί σημαίνει ίσως τήν αίσθηση τού ανεπανάληπτου που φαίνεται ότι τόν συνέχει. Τήν επιθυμία αυτό τό εγώ νά εκπροσωπεί τόν συντελεστή τού αγνώστου, τήν σταθερά που υπεισέρχεται παντού καί η οποία θέλει νά έχει ένα μόνο χαρακτηριστικό: τό ότι δέν μπορεί νά προσδιορισθεί, τό ότι δέν υπάρχει σύστημα αναφοράς μέ βάση τό οποίο νά μετρηθεί, ώστε νά μένει μοναδική κι ανεπανάληπτη. Επειδή ό,τι μπορεί νά μετρηθεί μέσα στίς διαστάσεις ενός οποιουδήποτε συστήματος αναφοράς, μπορεί νά κατασκευαστεί καί μπορεί νά κατασκευαστεί πολλές φορές. Ο άνθρωπος δέν απέχει πολύ απʼ τό νά τό κατορθώσει. Ήδη κι άλλοι πρίν απʼ αυτόν τό κατόρθωσαν. Δέν απέχει πολύ απʼ τό νά τό κατορθώσει γιά τήν οποιαδήποτε ύπαρξη. Ίσως δέν είναι μακρυά η στιγμή όπου τά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός πλάσματος, αδιάφορο πότε έζησε ή άν ζεί, θά μπορούν νά ανακληθούν κι αυτό τό πλάσμα -τό σώμα ή η μορφή δέν ενδιαφέρουν εδώ- θά μπορεί νά υπάρξει ξανά. Όλα του τά χαρακτηριστικά, ό,τι τό προσδιορίζει, θά μπορούν ίσως νά επαναληφθούν άπειρες φορές εκτός από ένα: από τήν απροσδιόριστη αυτή σταθερά. Αυτή που άν λείπει δέν θά μπορεί νά συμπληρωθεί τό συγκεκριμένο εκείνο πλάσμα -θά μπορεί ίσως κανείς νά τήν καλέσει μέ κάποιον τρόπο, νά τήν χρησιμοποιήσει, αλλά πάντα σάν ένα άγνωστο σύνολο που κάνει αυτό τό συγκεκριμένο πλάσμα μοναδικό κι ανεπανάληπτο. Ικανό ίσως νά ξαναϋπάρξει, αλλά μόνον όντας τό ίδιο. Ξαναϋπάρχει χωρίς νά επαναλαμβάνεται.
Κι αυτά γιά τή χρήση αυτής τής σταθεράς καί γιά τίποτʼ άλλο, τουλάχιστον γιά όσον καιρό ο άνθρωπος διατηρείται μʼ αυτήν τή μορφή.
(35)(36)
Σάμος 1975
“Καί τί εστίν άνθρωπος;”.
Φωνασκίαι εξ αντανακλάσεως εστίν άνθρωπος, πορευόμεναι είς αναζήτησην ωτός.
Κάθε φορά, όταν είμαι ευχαριστημένος, μού φαίνεται πως έχω αποσπάσει τόν εαυτό μου από κάτι, πως τόν έχω κερδίσει γιά ʽκείνη τή στιγμή τραβώντας τον από τά χέρια κάποιου που τόν κρατά καθηλωμένο μέ τό ζόρι στήν δικιά του περιοχή, διαλέγοντας κάθε φορά γιά νά τόν δέσει εκεί καί μιά συγκεκριμένη κατάσταση που τού τήν φορά σάν ρούχο… Ένα ρούχο περίεργο, που τό πίσω του μέρος έχει σχεδόν αφομοιωθεί εδώ καί πολύν καιρό, κάθε φορά, μέ τόν τοίχο που πάνω του εκείνος ανακαλύπτει μέ έκπληξη πως, σέ κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, όταν δέν τού περνά καθόλου απʼ τό μυαλό νά δραπετεύσει αλλά ίσα ίσα έχει περάσει κιόλας στήν επίθεση, έχει στηρίξει μέ εμπιστοσύνη καί μέ ανακούφιση τήν πλάτη του.
(37)
Σάμος 1975
Υπάρχει μιά μικρή παραλία μέ βότσαλα. Ένα μεγάλο φεγγάρι μέ ευδιάκριτα χαρακτηριστικά τήν φωτίζει μιά ώρα νύχτας. Νύχτας πανσέληνου… Σκοτεινοί αλλά όχι επίφοβοι, διαγράφονται πάνω στήν άσπρη ακτή οι όγκοι τών βραδυνών κολυμβητών. Η θάλασσα φουσκώνει, ξετυλίγοντας μέ απαλούς φλοίσβους. Τίποτα καί κανείς δέν ανησυχεί… Ωστόσο νά που στά ρηχά διάφανα νερά, νεαρά μικρά ψάρια παίζουν χαρούμενα ανάμεσα στίς πέτρες. Γλαυκός, φριχτός καί αθώος, ίσως κάπου βαθύτερα, τανύει τό αδυσώπητο πτερύγιό του ο καρχαρίας, αγνοώντας τό μίσος που σιγά σιγά έχει συσσωρευτεί γιʼ αυτόν στίς παροικίες τών ανθρώπων… Όμως τά μικρά χαρούμενα ψάρια τών ρηχών νερών δέν κινδυνεύουν απʼ αυτόν. Μέσα στή δικιά τους περιοχή, ήσυχα, σχεδόν ασφαλισμένα, χτυπούν κάπου κάπου μέ τʼ ασημένια πλευρά τους τό φώς. Ο κίνδυνος είμαι εγώ! Τό απʼ τήν κληρονομική υστερία αιχμαλωτισμένο στομάχι τού όντος που χορτασμένο γιά τήν ώρα καί ανύποπτο γιά τήν πρωϊνή του προδοσία, τά θαυμάζει καί χαίρεται μαζύ τους. Ο κίνδυνος γιʼ αυτά έρχεται από έναν άλλο κόσμο. Όσα σωθούν απʼ τό δίχτυ θά επιρρίψουν πιθανόν τή σκληρή στροφή τής μοίρας τών υπολοίπων στήν δυσμένεια τής πανσέληνου. Αδικαιολόγητα! Γιατί δέν είναι Αύγουστος! Είναι μόλις Ιούλιος! Καί γιατί, περισσότερο απʼ όλα, υπάρχει τό Όν που γνωρίζει. Που μπορεί νά εξηγήσει. Ένα όν μέ τήν ικανότητα τής σύνθετης σκέψης, παντοδύναμο, που χαίρεται ξαπλωμένο στήν αμμουδιά μέ τό κεφάλι πρός τή θάλασσα, νά τά βλέπει νά παίζουν. Αλλά μέ έναν περίεργο τρόπο καί εντελώς αδύναμο. Καί εντελώς περιορισμένο. Προικισμένο μόνο μέ τήν δυνατότητα τής υποψίας καί μέ τήν ικανότητα τής υπόθεσης. Αλλά καί γιʼ αυτό καί μέ πλήρη γνώση τής γυμνότητάς του. Μέ πλήρη επίγνωση τής εγκατάληψής του. Μέ τήν αίσθηση ότι παρακολουθείται. Ακόμα καί γιά ʽκείνο, ο κίνδυνος εγκυμονείται σʼ έναν άλλον κόσμο. Όμως όχι καί γιʼ αυτό υποχρεωτικά μακρυνό. Ίσως εκεί κοντά, δίπλα ή από πάνω, σέ κάποιαν αλλοιώτικη αμμουδιά που μʼ έναν διπλά περίεργο μά έξοχα ωραίο, γιά μιάν ασύλληπτη αισθητική, τρόπο, περιέχει σάν λεπτομέρεια κι αυτή τή γνωστή πιά από τόσα βράδια αμμουδιά που τόσο ηδονικά τώρα προσφέρεται σέ ʽκείνο. Σάν λεπτομέρεια ευαίσθητη, που πολύ πιθανόν θά προδοθεί ξαφνικά μέ μιά συμπεριφορά ανάλογη μέ τήν δική του. Μά καί γιʼ αυτό καθόλου απορριπτέα. Ένας βραδυνός αισθητικός θαυμαστής τού περιβάλλοντος που μεταβάλλεται σέ πρωϊνό ψαρά, είναι γενικά, γιά οποιονδήποτε κόσμο, ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο.
(38)
Σάμος κι Αθήνα 1975
Εκείνος δέν συμφωνεί καθόλου πως έτσι πρέπει νά γίνεται…
Αβρές, χαριτωμένες υπάρξεις, πλανιώνται νωχελικά καί φιλήδονα στά σκιερά άλση, ενώ ψηλά στούς λόφους πολυάριθμες ορδές βάρβαρων ζωών γεμάτες σφριγηλούς χυμούς κατηφορίζουν κιόλας μέ μιά θαυμαστή όρεξη κι ο χώρος ετοιμάζεται νά δεχτεί τή σφαγή αδιαφορώντας γιά τήν αχαριστία που μιά εύθραυστη ιδιοσυγκρασία, έχοντας υποφέρει ανυπόμονα γιά ώρες καί ώρες τήν τόσο υπερβολική γιά τά τεντωμένα νεύρα της προετοιμασία κάτω απʼ τόν καυτό ήλιο σέ μιά θέση διαλεγμένη σωστά ώστε τίποτα νά μήν ξεφεύγει από ένα μάτι συνηθισμένο νά παρατηρεί, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θά τού δείξει. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θά τού δείξει μιά αχαριστία -τόσο συνηθισμένη στίς μέρες μας ώστε φαίνεται πιά νά μήν τού στοιχίζει πολύ-, αφού χαρεί πρώτα καλά τό θαυμάσιο άν καί όχι τόσο σπάνιο θέαμα, μέ τήν θλίψη της πρός τό τέλος τής τραγωδίας. (Θλίψη μάνας που, έχοντας αγκαλιάσει όλες εκείνες τίς μικρές θλίψεις τών ηθοποιών, είναι ικανή νά συγκινήσει έναν τυχαίο ευαίσθητο διαβάτη πολύ περισσότερο απʼ αυτές). Μιά θλίψη ωστόσο που γρήγορα παραχωρεί τή θέση της στήν ήρεμη ενατένιση ενός καλλίτερου καί πιό μεστού μέλλοντος, που είναι σίγουρο -ποιός αλήθεια θά ήταν τόσο σαδιστικά κακός γιά νά τό αρνηθεί, όταν εδώ, σʼ αυτό ακριβώς τό σημείο έχουν στηριχτεί, ναί έχουν στηριχτεί τόσοι καί τόσοι πολιτισμοί, η περηφάνεια μας, η ίδια η δικαίωση τής ύπαρξής μας ως πολιτισμένων όντων- πως η αλληλουχία τέτοιου είδους ανανεωτικών αναγκαιοτήτων θά προσφέρει στόν φαινομενικά καί στιγμιαία αδικημένο χώρο.
Όμως παρʼ όλα αυτά, εκείνος δέν συμφωνεί καθόλου πως έτσι πρέπει νά γίνεται.
Γιατί νά κιόλας, στό πιό μεθυστικό σημείο τής αιματοχυσίας ξεσπάει η προδοσία.
Μπορεί νά δεί κανείς νικητές νά περπατούν παράμερα μέ τό κεφάλι σκυφτό, ενώ στά σταυρωμένα πίσω χέρια κρέμεται στάζοντας στή γή τό κόκκινο σπαθί. Μέ ευγενικές κινήσεις σηκώνουν τά γονατισμένα θύματα που εκλιπαρούν ένα γρήγορο τέλος… Δέν είναι μήπως αλήθεια φανερό πως οραματίζονται τίς έξοχες δυνατότητες, τήν ανανέωση τών γερασμένων τρόπων που ανοίγει αυτή η εισβολή; Όμως όχι, όχι! Νά κιόλας που μερικοί απʼ αυτούς πλησιάζουν τόν αρχηγό που επιθεωρεί μέ ικανοποίηση τό έργο τών αφοσιωμένων του καί μέ υπομονή – εκείνος πιά είναι δύσκολο νά καταλάβει, σχεδόν είναι τώρα πολύ αργά γιʼ αυτόν- τού ανακοινώνουν τήν παραίτησή τους. Στίς παρακλήσεις καί τίς απειλές που ακολουθούν αμέσως -τέτοιους πολύτιμους συνεργάτες καί βοηθούς δύσκολα κανείς τούς αποχωρίζεται- δηλώνουν σταθερά πως στό εξής αρνούνται νά πάρουν μέρος σʼ οποιαδήποτε επιχείρηση. Μέ κάποιο περίεργο τρόπο, υποστηρίζουν, κάθε φορά η επιχείρηση τούς ξεπερνούσε. Εκείνοι, ακόμα κι αυτός που είναι αρχηγός, είναι αδύνατον νά πάψουν νά είναι εκτελεστικά όργανα. Καμμιά τέτοια προοπτική, ακόμα καί γιά τούς πιό ικανούς καί πιό φιλόδοξους ανάμεσά τους, δέ φαίνεται νά υπάρχει. Πολλοί έχουν φτάσει στό σημείο νά υποπτεύονται πως ακόμα κι αυτή η χαρά τής σφαγής, ή εκείνη που απʼ τό χτίσημο μιάς καινούργιας κοινωνίας προσφέρεται στούς δημιουργούς, δέν είναι παρά μιά ασήμαντη λεπτομέρεια στήν όλη υπόθεση. Εξευτελιστικά ψίχουλα που έχουν επιδέξια πεταχτεί γιά νά τούς ησυχάσουν, ενώ εκείνοι εξυπηρετούν σκοπούς που τούς έχουν αποκρυβεί καί που, άν καί κανείς δέν θά ήξερε νά περιγράψει πώς ακριβώς, οι πιό πολλοί νοιώθουν νά είναι εντελώς ξένοι μʼ αυτόν που τούς έχει. Μάλιστα τώρα τελευταία έχει διαδοθεί πλατειά η υποψία πως πίσω απʼ αυτούς δέν κρύβεται κανένας· οι σκοποί περιφέρονται ελεύθεροι κι αναζητούν υπηρέτες… Αλλά κι άν ακόμα ήθελε κανείς, επιμένουν -κι αυτό είναι ένα συμπέρασμα αυθαίρετο είνʼ η αλήθεια, μά που εκείνοι πάνω σʼ αυτό δέν δέχονται μέ τίποτα νά υποχωρήσουν-, φαίνεται πως δέν θά μπορούσε ποτέ, ο,τιδήποτε κι άν έκανε, νά πάψει νά είναι ένας υπηρέτης κάποιου σκοπού.
Έτσι λοιπόν, κι αυτοί αρνούνται στό εξής νά προσπαθούν, πολύ περισσότερο τώρα παρά ποτέ. Καί βλέπουν τή δικιά τους εισβολή που μόλις πρίν από λίγο τέλειωσε, σάν μιά επίθεση εναντίον τού ίδιου τους τού εαυτού, αφού τώρα έχουν πιά σχεδόν ταυτιστεί μέ τά θύματά τους καί νοσταλγούν κιόλας τή ζωή εκείνων στήν οποία θά μπορούσαν νά είχαν πάρει μέρος χωρίς νά τήν καταστρέψουν… Γιατί καί τί θά μπορούσε από δώ καί μπρός, έτσι όπως έχουν γίνει τώρα αυτοί, μετά από τόσους αγώνες όπου η ζωή τους κινδύνεψε νά χαθεί μόνο καί μόνο γιά νά δημιουργήσουν, ικανοποιώντας τόν προηγούμενο, έναν καινούργιο σκοπό που τούς ζητούσε νά τήν ξοδέψουν τώρα πιά γιά τό χατήρι του, νά επιθυμήσει κανείς περισσότερο απʼ τό νά ζήσει χωρίς νʼ αναζητά δικαιολογία γιʼ αυτό, μιά κι έτσι θά αναγκαζόταν νά τήν υπηρετεί παραμερίζοντας τή ζωή του, καί νά μή χαλά πιά έτοιμες ευτυχίες, ίσα ίσα νά ζητά συμμετοχή σʼ αυτές που πρόθυμα γιά νά μή τίς μισήσει είναι σίγουρο ότι θά τού παραχωρούσαν οι άλλοι. Οι άλλοι που η ευτυχία τους τούς έχει κάνει πιά αρκετά σοφούς, ώστε στό πρόσωπό του νά καλοσωρίσουν τόν ερχομό ενός καινούργιου ηδονικού συντρόφου… Καί που τώρα που έγινε δικός τους, γιά τό χατήρι του, γιά τήν κοινή τους ηδονή, δέν θά διστάσουν ούτε στιγμή, παίζοντας, νά καταστρέψουν τήν ευτυχία τους.
(39)
Σάμος κι Αθήνα 1975
“Αρνούμαι νά σέ πιστέψω”, είπα, λές κι ήταν δυνατόν ποτέ νά ειπωθεί ένα ψέμμα.
“Νά κάτι που γιά δυστυχία μας δέν μπόρεσε νά υπάρξει”, είπε εκείνος, ενώ τήν ίδια στιγμή χιλιάδες μικρά ψέμματα γέμισαν τόν αέρα μέ προσμονή. “Εδώ έχει γίνει ένας μεγάλος αγώνας, μιά άνιση πάλη, όπου τά ευγενέστερα πνεύματα ξοδεύτηκαν, όπου οι πιό ευαίσθητες φύσεις βρέθηκαν στό τέλος προδομένες. Μιά ηρωϊκή προσπάθεια γιά έξοδο που εκείνοι αναλαμβάνουν από χρόνια καί χρόνια τώρα στό όνομά μας γιά τή σωτηρία αυτού τού γένους που τόσο σκληρά προικίστηκε μέ ανωτερότητα ώστε νά μπορεί εύκολα νά υποκύψει στούς σφετεριστές που τό δημιούργησαν… Καί τώρα κοίτονται όλοι τους θλιβερά συντριμμένοι από τήν τραγική ανακάλυψη, οι καλοί μας πολεμιστές… Δέν υπάρχει έξοδος, κανείς δέν μπορεί νά δραπετεύσει. Όλα είναι αλήθεια!
Όλα είναι αλήθεια. Δέν βρίσκεται χώρος κενός ανάμεσά της, καμμιά ρωγμή δέν προσφέρεται. Τίποτα καινούργιο ίσαμε τώρα δέν μπόρεσε νά ειπωθεί ούτε νά γίνει. Μόνο η επιθυμία υπάρχει μέσα μας καί μάς τυραννά, μόνο η πρόθεση μάς σπρώχνει σέ προσπάθειες αποτυχημένες, καταδικασμένες κιόλας απʼ τήν αρχή… Ώ, άν μπορούσε νά ειπωθεί έστω καί ένα οποιοδήποτε ψέμμα! Γυμνή καί παρθένα θά χαμογελούσε επιτέλους μπροστά μας η δυνατότητα τής δημιουργίας… Νά δημιουργήσει κανείς! Νά γεννήσει από μέσα του τό καινούργιο που μιά στιγμή πρίν δέν υπήρχε!… Αναμασήματα, φτηνές απομιμμήσεις, εμμετικές καινοτομίες, νά οι δημιουργίες τού ανθρώπου. Νά τά περίλαμπρα κατορθώματά του… Τόσες χιλιάδες χρόνια καί μήτε ένα ψέμμα. Αυτήν τή μία καί μοναδική εφεύρεση, τό νυστέρι που θά μάς έβγαζε από τό φριχτό στομάχι που μάς χωνεύει, κανείς μά κανείς δέν μπόρεσε νά φτιάξει… Κι άν σάν ένας δραπέτης τής αλήθειας σού φάνηκα κι εγώ γιά μιά στιγμή, μέ λύπη σού ζητώ νά πάρεις πίσω αυτή τήν εύκολη ελπίδα. Τής αλήθειας τής αρέσει νά ξεγελά. Είναι μιά καλή ηθοποιός. Στήν υποκρισία της είχαμε γιά καιρό στηριχτεί, όμως τώρα πιά έχουμε σχεδόν εντελώς γυμνωθεί γιά νά μπορεί νά παίξει μαζύ μας… Ώ, η φαντασία μας! Τόσο ύπουλα μπολιασμένη, τόσο πρόστυχα δοτή. Κι η ειλικρίνειά μας, που τόσο επιπόλαια τήν χρησιμοποιούσαμε μέχρι τώρα απʼ τήν ανάποδη σημαδεύοντας εμάς. Κι όμως αυτή, αυτή είνʼ η ελπίδα μας! Τώρα που μάθαμε, τώρα που ξέρουμε νά εκτιμάμε, σχεδόν λίγος δρόμος μάς μένει ακόμα. Άς είμαστε όσο πιό ειλικρινείς μπορούμε καλέ μου φίλε! Άς εγκαταλειφθούμε σʼ αυτήν τήν αδικαιολόγητη μά τόσο ζωντανή μέσα μας αίσθηση πως καμμιά αλήθεια δέν άντεξε ποτέ γιά πολύν καιρό μπροστά σέ μιά επίμονη εγρηγορούσα διαρκώς ειλικρίνεια. Κι αυτό ίσως νά είναι τό μόνο όπλο που μπορει νά σκοτώσει τήν αλήθεια… Τότε, πίσω απʼ τό πεσμένο πτώμα της, μέσα απʼ τʼ ανοιχτά γιά πρώτη φορά παράθυρα, μιά αφάνταστη θέα χωρίς τοπίο θά γοητεύσει τήν αυθαίρετη αισθητική τών δυνατοτήτων μας… Ώ, καί τί ανήκουστου είδους περιεχόμενα δέν θά μπορούσαν τάχατες νά γεννηθούν κάτω απʼ τό αναρχικό φώς ενός τέτοιου ευγενικού έρωτα, διαρκώς νέου, κρατημένου στήν πιό τρυφερή του ακμή απʼ τήν εξαίσια τροφή που ευαίσθητα θά τού προσφέρουν οι ανενόχλητες δυνατότητές μας. Τί θεϊκιά εκδίκηση γιά τίς ταπεινώσεις που απʼ τήν άδικη έπαρση τής αλήθειας έχουμε έτσι σκληρά υποφέρει.
Όμως έλα τώρα κοντά μου, άς γυρίσουμε μέ περιφρόνηση τήν πλάτη στήν μικροπρέπειά της καί μέ τήν υψηλή επίγνωση αλλά καί μέ τό πάθος που πάντα μέ τήν λεπτή του γοητεία μάς συνέπαιρνε, άς θυσιάσουμε στά ερειπωμένα σκαλοπάτια τού ακριβού του ναού τήν σημερινή μας συγκομιδή τής πραγματικότητας κι άς πούμε: Τιμώ τήν ομορφιά καί τήν ευγενικιά καταγωγή τού ψέμματος. Άν καί γεννήθηκε νεκρό, άν καί δέν έζησε παρά σάν αυταπάτη, μάς χάρισε τίς πιό έξοχες ηδονές: τήν ηδονή τής ελπίδας, τήν ηδονή τού ονείρου, τήν ίδια μας τή ζωή. Γιατί καί πώς θά μπορούσε η ζωή μας νά ζήσει δίχως έναν τέτοιο νεκρό; Άς είναι πάντα ξεχωριστοί ανάμεσά μας εκείνοι που τό τιμούν όπως τού πρέπει κι ανάμεσά τους πιό ξεχωριστά άς είναι τά παιδιά, που τόν θάνατό του σιγά σιγά καί μέ προσοχή γιά νά μήν τά πληγώσει, πρέπει νά μαθαίνουν. Μέ τήν φροντίδα τήν δικιά μας είθε νά γίνουν δυνατά ώστε νά αντέχουν τό σκληρό τέλος τής χαράς καί τού παιχνιδιού… Μέχρι τήν ανάσταση! Μέχρι τήν ανάσταση!
(40)
Σεπτέμβρης 1975
Επειδή διώχνονταν από παντού, ήταν δηλαδή ένας δοκιμασμένος εξόριστος, τού επετράπει γιά μιά μόνο φορά νά διαλέξει τόν τόπο τής παραμονής του. Τότε εκείνος είπε: “Καλά είμαι εδώ”, κι αμέσως μετάνοιωσε. Αφού λοιπόν μετάνοιωσε, κι αυτός ο τόπος έγινε τόπος εξορίας. Όμως τώρα δέν ήταν κανείς εδώ γιά νά τόν διώξει. Έτσι έμεινε εκεί. Μά ο τόπος πιά δέν τού προσφέρεται, ενώ από τούς άλλους έχει παραιτηθεί. Ωστόσο πρέπει νά φύγει. Στέκεται λοιπόν ακόμα εκεί. Έτοιμος. Μέ τίς αποσκευές του στόν ώμο. Σέ μιά στάση αναμονής. Στήν αρχή μιάς εκκίνησης, αλλοίμονο, που τού έχει ήδη επιστραφεί. Στόν μόνο τόπο που τού επετράπει καί που αλλοίμονο τόν απέρριψε, επειδή ίσως τού έκοβε τόν δρόμο, επειδή ήταν πιθανόν πως ίσως είχε τελειώσει ο δρόμος του ενώ εκείνος δέν ήθελε νά κουραστεί νά επιμένει, επειδή πολύ πιθανόν μετά από τόσους αγώνες, μετά από τόσες προσπάθειες νά τούς πείσει, εκείνοι είχαν πειστεί τήν στιγμή ακριβώς που αυτός διαπίστωνε πως εκείνος ήταν που πάλευε νά πειστεί απʼ αυτούς, τούς αγαπημένους του συντρόφους που είχε τόσο παρεξηγήσει… Μά είναι ήδη πολύ αργά. Τώρα πιά όλα είναι απαγορευμένα. Ενώ εκείνος είναι ανίκανος νά πάψει νά επιθυμεί. Κι ενώ δέν έχει πού νά στηριχτεί παρά στήν αναμονή που τόν διατρέχει. Στό μόνο πράγμα που κατόρθωσε νά εκμαιεύσει από τό περιβάλλον του, στό μόνο πράγμα που κατόρθωσε νά δημιουργήσει καταστρέφοντάς το.
Πώς τόν ζηλεύω! Πώς θά επιθυμούσα νά είχα εκλεγεί αντί γιά ʽκείνον… Γιατί ήδη τώρα μεταβάλλεται. Επειδή καμμιά διάσταση δέν μπορεί νά τόν ανεχτεί. Επειδή όλα τά συστήματα αναφοράς διακριτικά αποσύρονται. Κι αυτός δέν αναγνωρίζεται παρά από τήν μεταβολή του. Εκείνη είναι μόνο που μπορεί νά τόν ανιχνεύσει. Γιατί αυτός είναι κιόλας από καιρό η ίδια του η μεταβολή. Γιατί κάθε φορά που μεταβάλλεται δέν αφίνει τίποτα πίσω του. Κάθε φορά δέν περισσεύει τίποτα καί πιά δέν έχω μέτρα νά τόν μετρήσω. Δέν έχω χρόνο, επειδή ο χώρος του αναμένοντας τόν έχει αφομοιώσει. Δέν έχω μήτε χώρο, επειδή εκείνου δέν τού απόμεινε παρά ο χώρος που έχει μέσα του, κι εγώ, αλλοίμονο, μόνο σάν εξόριστο μπορώ νά τόν συλλάβω.
(41)
Σεπτέμβρης 1975
Επειδή διώχνονταν από παντού, ήταν δηλαδή ένας δοκιμασμένος εξόριστος, τού επετράπει γιά μιά μόνο φορά νά διαλέξει τόν τόπο τής παραμονής του. Τότε εκείνος κρέμασε ξανά τόν ταξιδιωτικό του σάκκο στούς ώμους καί αφού μέ ευγενικά λόγια ευχαρίστησε γιά τήν εμπιστοσύνη μέ τήν οποία τόν τιμούσαν, αρνήθηκε γιά τό χατήρι ενός αβέβαιου πάθους, πρός χάριν μιάς συγκεχυμένης υποψίας, εξ αιτίας ενός φόβου που φαίνονταν πως δέν ήθελε νά εγκαταλείψει, νά επωμισθεί τόν επικίνδυνο ρόλο τής εκλογής. Επειδή όμως είχαν εξαντληθεί όλοι οι τόποι απʼ όπου θά μπορούσε νά διωχτεί, τόν εγκατέλειψαν… Κι εκεί μέ τό σακκίδιο στόν ώμο, τό πάθος καί τήν υποψία του, ενώ ο φόβος αποτελειώνει τίς τελευταίες προετοιμασίες, βρίσκεται ακόμα περιμένοντας νά τόν διώξουν. (Μιά μοίρα κακιά τόν έχει συναντήσει, γιατί ενώ θά μπορούσε νά είναι ένας συνεπής καί πιστός ομοϊδεάτης, ενώ θά μπορούσε νά είχε καταλάβει μιάν από τίς αναρίθμητες θέσεις που διαρκώς καί επίμονα προσφέρονται ώστε νά μή μπορεί νά σταθεί κανένα παράπονο, εκείνος ανεκάλυψε τόν εαυτό του στήν διάρκεια κάποιας ανάπαυλας, όταν πιά όλα είχαν αποφασιστεί κι άν καί ποτέ δέν ρωτήθηκε, ωστόσο δέν είχε ποτέ αντιτάξει μιά διάθεση διαφορετική -φαίνονταν καθαρά πως από καιρό είχε πιά συνηθίσει-, έτσι που νά μπορεί νά ειπωθεί πως ενώ κανείς δέν τού τό ζήτησε, χωρίς μολοντούτο νά δείχνει πως τό ήθελε ο ίδιος, είχε κιόλας περάσει αρκετός καιρός από τότε που γιά πρώτη φορά καί εντελώς ξαφνικά είχε αρχίσει νά οδηγεί αντί νά οδηγείται).
(42)
Σεπτέμβρης 1975
Επειδή είχαν περπατήσει πολύ στόν δρόμο μαζύ, εκείνος ούτε μιά στιγμή δέν αμφέβαλλε. Όταν όμως γύρισε τό κεφάλι, είδε δίπλα του έναν ξένο. Κάθησε τότε κι αναλογίστηκε τό μέγεθος τής δικιάς τους ευθύνης γιʼ αυτό καί ζήτησε αμέσως νά τού πούν τί είχε καθυστερήσει τήν υποψία καί δέν πρόλαβε, πιό ύπουλο χέρι που υπολόγιζε στήν καταστροφή του τόν είχε χτυπήσει καθησυχαστικά στόν ώμο καί εκείνος συνέχιζε δυναμώνοντας… Κι όταν δέν μπόρεσαν τίποτα νά τού βρούν, όταν εκείνος είχε κρεμαστεί από τίς απαντήσεις που δέν έρχονταν, η έξοχη αίσθηση που τόν συνέπαιρνε στόν δρόμο ζήτησε ευγενικά τό μερίδιό της, αυτό που ήταν εκείνος όταν τής ανήκε καί που τώρα αυτός τό είχε απαγορεύσει σέ κάποια γωνιά του καί τό είχε σχεδόν εντελώς ξεχάσει άν καί ζητούσε νά πληρωθεί γιά ό,τι εκείνο υπέφερε. Ζήτησε καί τό πήρε, γιατί πώς ήταν δυνατόν νά γίνει διαφορετικά; Εκείνου δέν τού ήταν πιά παρά μιά πρόφαση που κρυμμένος πίσω της παρακαλούσε νά βλέπουν εκείνη κι όχι αυτόν -αυτός μπορούσε τάχα έτσι νʼ αποτραβηχτεί στόν πόνο του-, ένα δύσκολο πρόσχημα γιά τό οποίο είχε εργαστεί σκληρά, είχε χτυπήσει προστατευτικά πλάτες ανύποπτων διαβατών που ποτέ τους δέν υπήρξε λόγος νʼ αναρωτηθούν, γιά νά τούς μεταδώσει τήν υποψία του… Ακόμη καί τώρα, περισσότερο παρά ποτέ, παρακαλεί νά τόν αφίσουν πιά μόνο του γιά νά ησυχάσει, νά τού επιτρέψουν ευγενικά νά αποσυρθεί ώστε η οδύνη του νά μή μολύνει τούς νέους. Επειδή τώρα που επιτέλους κατάφερε νά κρυφτεί, τώρα που τόν καλύπτει αυτό τό αριστούργημα, τώρα που θά μπορούσε επιτέλους νά τόν αντιπροσωπεύσει από δώ καί πέρα αυτό -κλείνοντάς του αυστηρά, αλλά καί μέ κατανόηση καί συμπάθεια, τό πέρασμα όταν θά ορμούσε νά κυλιστεί μέ λύσσα στήν αβάσταχτη αγάπη τών ομοίων του-, ο φόβος τού έχει σκληρά αρνηθεί τήν προστασία του. Καί τώρα που τόν έχει προδώσει ακόμα κι αυτός, ο καλλίτερος καί πιό στενός παιδικός του φίλος, νοιώθει νά κινδυνεύει, γιατί τό δηλητήριο έχει χάσει πιά τήν δύναμή του κι αφού απέτυχε νά γίνει θύμα, όπως πάντα ποθούσε στά πιό τρυφερά του όνειρα, στήν καρδιά του έχει αρχίσει νά ξυπνάει ο κυνηγός.
(43)
1975
Κι εγώ που εγκαταλείφθηκα στό κατώφλι μιάς σχέσης ανεπίστρεπτης, σάν μιά ανύποπτη αμφιβολία που έχει λησμονήσει τίς διαστάσεις της, μιά νοσταλγία τού σπάνιου εναγκαλισμού δυό μεταβολών, μιά αναμονή στήν άκρη αυτού τού πελώριου φυτού που ονειρεύεται…
Παρʼ όλο που είχε αποφασιστεί πρίν από πολύν καιρό, η στιγμή που ακριβώς θά συνέβαινε πρέπει νά ήταν μιά στιγμή άγνωστη γιά όλους όσους είχαν εργαστεί μέ τίς μικρές ή μεγάλες τους δυνάμεις πάνω σʼ αυτό τό θέμα, κι άν καί σάν μιά μικρή ανταμοιβή που τήν άξιζαν μέ τό παραπάνω θά έπρεπε νά τούς είχε επιτραπεί νά παρευρίσκονται, ωστόσο φαίνεται πως απʼ τήν εκπλήρωση αυτής τής απόφασης δέν περίσσευε τίποτα γιά τούς άλλους καί γίνονταν τόσο πολύ μιά εντελώς ιδιωτική υπόθεση, ώστε μερικοί απʼ αυτούς -ίσως οι πιό κοντινοί-, καθώς ένοιωθαν τό αναπόφευκτο πλησίασμα αυτού γιά τό οποίο είχαν τόσο οδυνηρά κοπιάσει, έβλεπαν μαζύ αρκετά καθαρά καί τόν κίνδυνο που τούς απειλούσε μέ τόν ερχομό του καί πανικόβλητοι ζητούσαν αμέσως πίσω ό,τι έδωσαν ίσαμε τότε, που όμως αλλοίμονο φαίνονταν νά είχε κιόλας χαθεί γιά πάντα.
Έχει λοιπόν γίνει αρκετά φανερό πως ακόμα κι απʼ τήν αρχή κανείς κατά βάθος δέν επιθυμούσε αυτόν τόν ερχομό, ίσα ίσα, ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήταν αποκρουστικό, είχε κιόλας καταδικαστεί χωρίς νά χρειαστεί καμμιά συζήτηση γιʼ αυτό, μάλιστα είχε απαγορευτεί εντελώς νά συζητιέται κι όλοι είχαν σιωπηλά συμφωνήσει πως ένας τέτοιος φόβος θάπρεπε νʼ αποκλειστεί, επειδή πώς αλλοιώς θά μπορούσαν νά συνεχίσουν τίς προσπάθειές τους; Ήταν σχεδόν βέβαιο πως από καιρό θά τίς είχαν εγκαταλείψει -καί τότε ποιά δικαιολογία θά στήριζε εκείνο γιά τό οποίο άν καί δέν θά δίσταζαν νά δεχτούν τήν ολοκληρωτική τους ευθύνη γιά λογαριασμό του, ωστόσο αυτό δέν εξαντλούσε καθόλου τήν ευθύνη που τού αναλογούσε καί που παρʼ όλο ότι δέν είχε κάνει τίποτα γιά νά τήν προκαλέσει, φαίνεται πως αυτή είχε κιόλας ξεχωριστεί μέ ιδιαίτερη προσοχή πολύ πρίν απʼ τήν εμφάνισή του καί τό περίμενε μέ υπομονή στή γωνιά της γιά νά μήν τό αφίσει πιά ποτέ, πιστή στήν φροντίδα που τής εμπιστεύτηκαν καί που η δικιά του διάθεση δέν φαίνονταν νά μπορεί νά κλονίσει-, άν βρίσκονταν κάποιος νά τούς σιγουρέψει γιʼ αυτό.
(44)
1975
Μιά φορά… νά μού δείξουν καί ʽμένα ότι έχουν τήν ανάγκη μου! Γιατί τότε μπορώ κι εγώ νά καταπιέσω. Επιτέλους! Μέ μικρές κινήσεις, μέ χειρονομίες που κρύβουν μιά σχεδόν αδιόρατη απειλή εγκατάλειψης, μέ λόγια διφορούμενα που νʼ αφίνουν νά φαίνεται μιά υποψία αναχώρησης… Νά ξέρεις πως σέ θέλουν κι εκείνοι! Ώ, τί γλυκειά εκδίκηση. Καθισμένος ανέμελα μέ τή συναίσθηση τής δικαιωματικής μου εισόδου στόν χώρο! Μιά φωνή βαθειά, ευχαριστημένη βγαίνει απʼ τό λαρύγγι μου. Είμαι άνθρωπος! Τί θράσος! Εσύ που δέν τόλμαγες… Τόν βλέπω νά κάθεται στήν πολυθρόνα μέ τήν αίσθηση τής απουσίας τού κινδύνου νά διωχτεί, χαμογελάει καθώς τό νοιώθει, καθώς αφίνει αυτή τή ζέστη νά κατρακυλάει στά πόδια του. Είναι ένας δεκτός. Αυτός! Δεκτός! Ουρανέ! Μπορεί επιτέλους νά εκβιάσει κι αυτός. Χαμογελάει. Στήν αίσθηση πως τόν θέλουν. Κοιτάζει ανάμεσα στίς φράσεις τών άλλων νά αναδεύονται απαλά, ηδονικά, οι πλατειές φυλλωσιές που ξεπηδούν από ανάμεσά τους τού φυτού που ευωδιάζει, οι πλατειές παλάμες τής ανάγκης που τόν έχουν. Ηδονικές, αιώνιες, σπάνιες στιγμές… Ώ, κι ο κόσμος που πεινάει, που υποφέρει, που βασανίζεται, που ματώνει, πώς απουσιάζει! Έτσι! Θά τόν φέρουμε ανάμεσά μας τώρα. Θά πονέσουμε, αργά, ηδονικά, θά δακρύσουμε, κατά πως τού ταιριάζει… Οι ερωτήσεις που μού έκανες, οι ερωτήσεις που μού έκανες…
(45)
1975
Είναι εδώ καί αρκετά χρόνια -κι όσο περνάει ο καιρός σιγουρεύομαι διαρκώς καί περισσότερο, άν καί τώρα μού έχει γίνει σχεδόν αδιάφορο πιά-, είναι λοιπόν εδώ καί αρκετά χρόνια που υποπτεύομαι πως η στιγμή που άρχισε νά κατασκευάζεται αυτό τό εργαστήριο θά μείνει γιά πάντα βυθισμένη στό σκοτάδι. Καμμιά ένδειξη που θά μπορούσε νά τήν πάρει κανείς στά σοβαρά δέν κατόρθωσα νά απομονώσω μετά από τόσες έρευνες γύρω απʼ αυτό τό σημείο, καί παρʼ όλο που, μέ κάποιον άμεσο τρόπο, άν καί όχι τόσο φανερό, φαίνεται πως αυτό τό ερώτημα απασχολεί αρκετά καί τό ίδιο τό εργαστήριο, ωστόσο κάθε φορά ίσαμε τώρα, όταν μού επιτρέπονταν η είσοδος στό εσωτερικό του, δέν είδα πάνω σʼ αυτό τό θέμα νά έχουν πετύχει καμμιά ουσιαστική πρόοδο. Έτσι ενώ αυτό τό πολύ σημαντικό ερώτημα -σημαντικό γιατί μέ κάποια περίεργη καί εντελώς αδικαιολόγητη σιγουριά τό θεωρούμε κι οι δυό (κι εγώ καί τό εργαστήριο) σάν κάτι που πίσω του κρύβεται ένα είδος μυστικής συμφωνίας ανάμεσα σέ κάποιες μυστηριώδεις εξέχουσες φυσιογνωμίες που, άγνωστο γιατί, κάνοντας χρήση τής απεριόριστης όπως φαίνεται κυριότητας που είχαν επάνω μας, αποφάσισαν νά μάς συνδέσουν μʼ αυτό τό περίεργο πλέγμα από νόμους καί συμφωνίες που εξακολουθεί ακόμα νά κανονίζει τίς σχέσεις μας- δέν έχει χάσει τίποτα απʼ τή σημασία του, ωστόσο έχει πιά μέ τόν καιρό, μετά από τόσες καί τόσες κοπιαστικές καί μάταιες προσπάθειες, σπρωχτεί σιγά σιγά μέ διακριτικότητα σάν ένα σπάνιο κι ανεκτίμητο κειμήλιο, σέ κάποια μακρινή γωνιά, όπου από εκεί φαντάζει σάν ένας απρόσιτος θησαυρός, επίφοβος καί μοιραίος, ενώ εμείς, καταδικασμένοι κάτω απʼ τή σκιά του, γυρνάμε αλλού βιαστικά τά μάτια όταν πέσουν απάνω του, σάν πιστοί που άν καί δέν έχουν χάσει ούτε ίχνος απʼ τήν ευσέβειά τους, έχουν ωστόσο από καιρό πιά συνηθίσει τόσο πολύ τόν θεό τους που κι άν εκείνος χάνονταν από κάποια ξαφνική αιτία, οι ορίζοντες θά συνέχιζαν ανυποψίαστοι κι ανενόχλητοι τόν δρόμο τους.
(46)
1975
Έχω επιτέλους μετά από κοπιαστικές προσπάθειες καταφέρει νά απομονώσω έναν δικό μου χώρο. Είναι ένας χώρος μέ πολύ περίεργες ιδιότητες καί είναι αυτές οι ίδιες οι ιδιότητές του που μέ βοήθησαν νά τόν αναγνωρίσω στήν αρχή κι έπειτα σιγά σιγά νά τόν ξεχωρίσω ολότελα απʼ ό,τι τόν συνορεύει. Συχνά, όταν τά απογεύματα βγαίνω γιά βόλτα έξω στήν πόλη, κι ενώ γύρω μου ο κόσμος ευγενικά αδιαφορεί, διαλέγω προσεκτικά ένα σημείο απʼ όπου μπορώ άνετα νά ξεκινήσω καί μπαίνω μέσα του. Είναι ένας χώρος όπως είπα ιδιότροπος -φαίνεται πως από κάπου τό έχει αυτό τό δικαίωμα- μά καί γιʼ αυτό εξαιρετικά ευαίσθητος, μέ περιοχές που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή κι έτσι αρκετά δύσκολος νά τόν μεταχειριστεί κανείς. Οι συμπολίτες μου που η ευγένειά τους είναι καμωμένη από ένα είδος ελαστικού -γιʼ αυτό άλλωστε καί σπάνια τούς τυχαίνει νά μήν ξαναγυρίσει πίσω στό χέρι που τήν έριξε-, δέν δείχνουν καμμιά διάθεση νά τόν προσέξουν καί παρʼ όλο που αυτός είναι εκεί μπροστά τους, μάλιστα μʼ έναν περίεργο τρόπο τούς περιέχει κι άν όχι αυτούς πάντως κάτι που τούς μοιάζει, κάτι που οπωσδήποτε έχει διατηρήσει ορισμένα στοιχεία που χαρακτηρίζουν αποκλειστικά τόν καθένα τους κι ακόμα παρʼ όλο που εγώ δέν έχω καμμιά δύναμη ώστε νά τούς εμποδίσω νά μπούν, ενώ δέν διστάζουν νά τό κάνουν, μʼ αφίνουν ωστόσο νά τόν μεταχειρίζομαι σχεδόν όπως θέλω. Καί γιʼ αυτό δέν θά πάψω ποτέ νά τούς ευγνωμονώ.
Εδώ πιά τίποτε δέν φαίνεται νά μέ απειλεί. Μέ εξαιρετική επιμέλεια φροντίζω τίς αποσκευές μου κάθε τέτοια φορά, ώστε νά μήν μπορεί ούτε απʼ αυτές νά προέλθει ο παραμικρός κίνδυνος. Επειδή, κι αυτό μού δόθηκε αρκετές φορές η ευκαιρία νά τό διαπιστώσω κι όχι πάντα ανώδυνα, αυτός ο χώρος, όπως άλλωστε είπα καί πρίν, είναι ένας χώρος ιδιότροπος που δέν συγχωρεί ούτε ξεχνά εύκολα…
(47)
1975
Μήνες τώρα τυραννιέμαι από μιάν άχρηστη υγεία. Έχει επιμείνει γιά πολύν καιρό. Σκοτώνει τίς δικαιολογίες μου. Λές καί τή ζήτησε κανείς κι έχει δικαιώματα. Εγώ τί νά τήν κανω τήν υγεία, τί νά σημαδέψω μʼ αυτήν, πού νά τήν ρίξω! Στά χέρια μου είναι ένα άχρηστο εργαλείο, ένα άχρηστο μέσον, μιά μετέωρη προϋπόθεση. Ανήκει κι αυτή στό πλαίσιο κι εγώ τό πλαίσιο τόχω πιά από καιρό εγκαταλείψει. Επειδή άν καί στή διευθέτησή του σπατάλησα όλη μου τή ζωή, ωστόσο τό περιεχόμενο πάντα μού ξέφευγε καί μάλιστα μʼ έναν τρόπο εντελώς προδοτικό, γιατί ενώ αυτό ήταν κάτι που εγώ ο ίδιος τό είχα τοποθετήσει εκεί μέ ολοένα καί μεγαλύτερη προσοχή κάθε φορά ώστε νά διαχωρίζεται τελείως από τό πλαίσιο που έπρεπε νά υπάρχει μόνο καί μόνο γιά χάρη του, κάθε φορά ανακάλυπτα στή θέση του τό ίδιο κενό που μέ συντροφεύει όλα αυτά τά χρόνια καί μέ παρακινεί, κι εκείνο είχε αφεθεί χωρίς καθόλου σχεδόν αντίσταση νά απορροφηθεί απʼ τό πλαίσιο, τού οποίου τώρα αποτελεί ένα ακόμα πολύτιμο στοιχείο κι όπου όπως φαίνεται η θέση του έπρεπε νά ήταν εκεί από τήν αρχή.
(48)
1975
“Άκουσέ με λοιπόν!”, είπε καί μούδωσε μιά μέ τόν αγκώνα στά πλευρά που μʼ έκανε νά διπλωθώ απʼ τόν πόνο. “Έχει αηδιάσει τόσο πολύ απʼ όλα, έχει σιχαθεί τόσο πολύ τά πάντα, ώστε τώρα όταν ικανοποιούνται οι ανάγκες του αυτό τόν κουράζει περισσότερο, μάλιστα τόν ανησυχεί περισσότερο άν τό θέλεις, έτσι που νά είναι ένας άνθρωπος που έχει μετανοιώσει κιόλας μόλις μιά ανάγκη του ικανοποιηθεί καί που έχει φτάσει όταν οι συνθήκες από μόνες τους δέν εμποδίζουν, οπότε φροντίζει νά μή τίς βιάζει καθόλου, αλλά αντίθετα ευνοούν μιά τέτοια ικανοποίηση, νά προσπαθεί νά τίς επηρεάσει μʼ έναν τρόπο αντίθετο πρός τό φανερό του συμφέρον. Πολλές φορές τόν έχω πιάσει νά προσπαθεί νά επιβραδύνει μιά τέτοια εκπλήρωση καί νʼ αφίνει τήν ανάγκη του νά τριγυρνά όπως τό αδέσποτο σκυλί γύρω από ένα κομμάτι κρέας που, εκτεθειμένο σέ μιά τόσο εμφανή μεριά -μιά λεία τόσο εύκολη γιά μιά τέτοια πείνα, ώστε νά κάνει αβάσταχτη καί τήν πιό δικαιολογημένη αναμονή-, θά είχε κλονίσει τό ένστικτο ακόμα κι ενός προικισμένου αλήτη ο οποίος, πίσω από κάθε ευγενική προσφορά, καί πολύ περισσότερο ακόμα πίσω απʼ αυτές τής ίδιας τής τύχης, έχει μάθει νά διακρίνει τό ύπουλο δηλητήριο που ενεδρεύει… Έτσι τώρα πιστεύει πως πίσω από μιά σειρά από ατέλειωτες αναμονές που συνεχώς προκαλεί προσεκτικά καί μέ τέχνη, θά κατάφερνε νά δραπετεύσει έστω καί γιά λίγο πρός μιά περιοχή, αλλοίμονο, πλήξης (γιατί καί τί άλλο πιά περισσεύει;) που επιτέλους θά τού ανήκε, χωρίς νά λογαριάζει άν θά τόν ακολουθούσε ο υπόλοιπος εαυτός του· άν καί στό τέλος σχεδόν πάντα θά βρεθεί η άκρη τού φορέματος κάποιας ελπίδας που κάνει τήν βόλτα της εκεί κοντά καί που συνήθως μέ μιάν ύποπτη παρθενική αναμελιά αφίνει νά λυθεί η ζώνη της (όταν εκείνος έχει σχεδόν τελείως επιβληθεί κι όλη η συντροφιά, γοητευμένη από τά επιχειρήματα τής πενίας του, ανακαλύπτει ξαφνικά πως δέν τής μένει πιά τίποτα νά χάσει, κι αυτός, έχοντας έτσι απαγορεύσει νά τόν ακολουθούν αρχίζει κιόλας νά αποσύρεται) ώστε νά τόν παρασύρει… Αλλά όπως κι άν έχει τό πράγμα δέν μπορώ παρά νά τόν συγχωρώ, γιατί σάν ύπαρξη φλογερή που είναι έχει αποφασίσει νά διαφθαρεί ίσαμε τό τέλος, άν καί δέν είναι ούτε καί τώρα, μετά από τόσες προσπάθειες καθόλου μυημένος στή διαφθορά. Κι άν έχει απογοητευθεί πολλές φορές γιʼ αυτό, ωστόσο τόν προτρέπω νά συνεχίσει, επειδή εδώ καί τόσον καιρό πιά αυτός είναι ο μόνος λόγος που ζούμε μαζύ, κι άν καί δέν φαίνεται πως θά μπορούσα νά είχα διαλέξει άλλον σύντροφο τήν εποχή εκείνη που παίρνονταν οι αποφάσεις, η παρουσία του δίπλα μου είναι αβάσταχτη γιατί εκείνος είναι που έχει μπολιαστεί μʼ αυτήν τήν καταστρεπτική αγνότητα που τόν διαχέει ίσαμε τό μεδούλι τών κοκκάλων του καί που είναι τόσο περισσότερο επικίνδυνη καί γιά τούς δυό μας όσο περισσότερο κι οι δυό αναγνωρίζουμε πως τίποτα τό αγνό δέν υπάρχει σʼ αυτόν τόν κόσμο. (Αφού καί τό νά διαφθαρεί κανείς έχει καταντήσει στίς μέρες μας τόσο δύσκολο, όπως άλλωστε καί κάθε προνόμιο που θά μπορούσε νά δώσει τήν δύναμη τής εκλογής σέ περιοχές που αυστηρά απαγορεύονται γιά λόγους που μάς διαφεύγουν).
Φαίνεται λοιπόν πως είμαστε κι οι δυό θύματα μιάς περίεργης απάτης. Καί τό ότι τήν έχουμε εδώ καί αρκετόν καιρό αντιληφθεί πιά καί σχεδόν δέν έχει γιά μάς κανένα μυστικό ο τρόπος που λειτουργεί, δέν μάς βοηθά καθόλου. Γιατί άν καί δέν μάς λείπουν τά όπλα νά τήν πολεμήσουμε, άν καί μάς αποκαλύφθηκε αρκετά νωρίς -είνʼ η αλήθεια πως ποτέ της δέν έδωσε μεγάλη σημασία σʼ αυτά που θά μπορούσαν νά τήν κρύψουν, ίσα ίσα μʼ έναν εντελώς αδικαιολόγητο τρόπο φαίνεται πως αυτό καθόλου δέν τήν ενοχλεί, μάλιστα επιδιώκει σχεδόν προκλητικά τήν ανακάλυψή της- ώστε νά μάς δοθεί ο καιρός νά προετοιμαστούμε καί νά καταρτίσουμε τά πολεμικά μας σχέδια, κι ο αγώνας έχει αρχίσει από εποχές που δέν θυμόμαστε πιά, είναι τώρα αρκετός καιρός που έχουμε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα. Επειδή μιά καί μόνο μέσʼ στήν αγνότητα νοιώθουμε νά μάς χαμογελούν οι ευτυχισμένες εκείνες στιγμές που μάς υποσχέθηκαν, κι αφού δέν είμαστε φτιαγμένοι παρά γιʼ αυτήν, ξέρουμε πιά καλά πως ο δρόμος που οδηγεί κοντά της είναι ο δρόμος τής διαφθοράς, κι αυτή η επίγνωση είναι εκείνο που μάς έχει συντρίψει. Όσο περισσότερο διαφθειρόμαστε, τόσο τήν πλησιάζουμε, σχεδόν δέν μάς μένει παρά ένα βήμα γιά νά τήν φτάσουμε κάθε φορά, αλλά καί τόσο περισσότερο εκείνη αρνείται τώρα νά μάς δεχτεί. Γιατί καί πώς είναι δυνατόν νά επιτρέψει νά τήν μολύνουν μʼ έναν τέτοιο τρόπο; Αυτής τά χέρια της είναι πάντα καθαρά κι άν κι η αγκαλιά της έχει μείνει παρθένα περιμένοντάς μας, είναι τώρα που αρνείται ό,τι μάς έφερε κοντά της: τήν διεφθαρμένη συνείδησή μας, ό,τι δηλαδή εμείς δέν μπορούμε ούτε γιά μιά στιγμή νά εγκαταλείψουμε. Επειδή άν καί εκείνη θά μπορούσε νά μάς δεχτεί χωρίς αυτήν -μάλιστα φαίνεται νά τό επιθυμεί μέ όλο της τό είναι-, εμείς χωρίς αυτή τή συνείδηση δέν θά μπορούσαμε καθόλου νά τήν χαρούμε. Αυτή είναι ό,τι πιό πολύτιμο έχουμε, τό μέτρο τής διαφθοράς της δικαιώνει σέ κάθε περίπτωση τήν ύπαρξή μας καί πώς θά μπορούσαμε νά κάνουμε χωρίς αυτήν; Άν καί προσπαθήσαμε νά τήν αποκτήσουμε γιά τό χατίρι καί μόνο τής αγνότητας -καί παρʼ όλο που είναι αλήθεια πως ποτέ καμμιά χειροπιαστή εγγύηση δέν μάς δόθηκε από πουθενά, κανένας ωστόσο δέν αμφέβαλλε, (μάλιστα στίς δύσκολες ώρες του δέν δίσταζε καθόλου νά τήν επικαλεστεί), γιά τήν σιωπηλή, μήτε καί μείς δέν κάναμε λόγο ποτέ γιʼ αυτή, προϋπόθεση που μάς καθησύχαζε καί μάς εξασφάλιζε ένα σκοπό απρόσβλητο από τά οποιαδήποτε μέσα του-, τώρα φαίνεται πως έχουμε παγιδευτεί μέσα της μʼ έναν τρόπο που είναι πολύ πιθανό πως ήταν η μοναδική μας ευκαιρία, τό μόνο που θά μπορούσε νά μάς συνδέσει καί που δέν ωφελεί καθόλου νά τού αντιστεκόμαστε. Ίσα ίσα φαίνεται πως πρέπει μέ ολοένα καί περισσότερη διάθεση νά τόν υπηρετούμε. Γιατί όλα δείχνουν πως δέν έχουμε κανέναν άλλο τρόπο από τό νά προσπαθούμε νά είμαστε συνεχώς καί περισσότερο, ολοένα καί καλλίτερα θύματα αυτής τής απάτης. Επειδή γίνεται ολοένα καί πιό φανερό πως εμείς δέν είμαστε παρά η εκδίκηση που αυτό τό τερατώδικο παιχνίδι βάλθηκε νά επιστρέψει σέ ʽκείνους που τό έχουν σκαρώσει καί πως άν θά μπορούσε ποτέ νά εμφανιστεί κάποια σοβαρή ελπίδα γιά μάς, αυτή θά προέρχονταν μέσα απʼ αυτή τήν ίδια τήν απάτη, αφού μέχρι τώρα όσο προσεκτικά κι άν ψάξαμε δέν βρήκαμε νά υπάρχει τίποτʼ άλλο στόν κόσμο εκτός απʼ αυτή.
Γιά όλα αυτά λοιπόν πρέπει καί σύ νά υποφέρεις μαζύ μέ μάς, όπως κι εμείς υποφέρουμε γιά σένα, καί μαλιστα εσύ περισσότερο καί πιό οδυνηρά. Γιατί σʼ όλο αυτό τό διάστημα τής δοκιμασίας η εκδίκηση είναι τό μόνο που μπορεί νά γλυκάνει τίς στιγμές μας, καί καθώς οι δημιουργοί σου μάς διαφεύγουν, δέν απόμεινες παρά μονάχα εσύ γιά νά επωμισθείς τή δικιά τους ευθύνη. Αλήθεια τίποτα δέν μπορεί νά σέ ανακουφίσει. Επειδή εκείνοι σʼ εγκατέλειψαν φεύγοντας μʼ αυτόν τόν επαίσχυντο τρόπο που σέ χαρακτηρίζει τώρα ολόκληρο. Μέ τό εξευτελιστικό σημείο τής διακοπής που σέ στιγματίζει, μέ τήν προδοτική καταδίκη σου ώστε νά μήν μπορείς νά ακολουθείς έστω καί σημαδεμένος μʼ αυτό παρʼ όλο που θά σέ υποχρέωνε νά διατηρείς τήν απόσταση, τί άραγε καλλίτερο θά μπορούσες νά ευχηθείς; Εκείνοι απείλησαν τίς αμφιβολίες που σάς συγγένευαν καί που δέν μπορούσαν νά αποσπάσουν από πάνω σου καί σού κληρονόμησαν έτσι βεβαιότητες μέ τήν εντολή νά παραμορφώνουν· αυτοί έχουν λυγίσει ύπουλα τούς δρόμους που τώρα μάς παραπλανούν. Ίσως νά χρειάζεται νά περάσουμε από μέσα σου, ίσως χρειαστεί νά σέ σταματήσουμε εντελώς, καί νάσαι σίγουρος πως δέν θά διστάσουμε νά τό κάνουμε. Είσαι τό μοναδικό παράθυρο που μάς απομένει μετά από τόσες καί τόσες απορρίψεις καί δέν μπορείς νά τό κρατάς κλειστό, έστω κι άν αυτό γίνεται παρά τή θέλησή σου. Καί θάταν καί γιά σένα μιά ανακούφιση, ακόμα καί μιά χαρά, νά ανοιχτεί διάπλατα αυτό τό τελευταίο απόστημα”.
(49)
1975
“Κοίταξε λοιπόν”, μού είπε κι έσκυψε προσεκτικά πάνω απʼ τό μεγάλο τραπέζι. “Ακολούθησα πιστά τίς οδηγίες σου. Τίποτα δέν άφισα νά γίνει στήν τύχη, κι αυτό στάθηκε τόσο δύσκολο ώστε στʼ αλήθεια δέν μπορώ νά σέ βεβαιώσω παρά μόνο γιά τήν πρόθεσή μου. Εδώ είναι κρατημένες όλες οι σημειώσεις που μού χρειάστηκαν, καθώς καί οι δικές σου υποδείξεις που τίς έχω φυλάξει όπως μπορείς νά δείς μέ προσοχή. Επειδή η δουλειά μου τελειώνει πιά εδώ κι επειδή εγώ έπρεπε νά έχω κιόλας φύγει, σέ φώναξα γιά νʼ ακούσω τίς τελευταίες σου παρατηρήσεις.
Ό,τι μάς συνδέει, δηλαδή η κατασκευή ενός περιεχομένου ικανού νά αντισταθεί σʼ αυτό τό πλαίσιο που απορροφά διαρκώς ό,τι περιέχει, έχει χάσει πιά τό νόημά του αφού κι οι δυό καταλαβαίνουμε τή ματαιότητα αυτής τής προσπάθειας, κι έχει έρθει ο καιρός νά χωρίσουμε. Πρέπει νά φύγω καί τό ξέρεις καλά πως δέν μπορείς νά μέ κρατήσεις. Η διάθεσή σου, έτσι που έχουμε γελαστεί κι οι δυό, δέν μπορεί πιά νά μέ συγκινήσει -τήν δικιά μου τήν έχω κιόλας εντελώς παραμερίσει-, κι αποφάσισα νά δεχτώ εκείνο που δέν μπορώ νʼ αλλάξω. Θά φύγω λοιπόν, αφού όμως σού ζητήσω νά καταστρέψουμε μαζύ ό,τι έχουμε δημιουργήσει ίσαμε τώρα. Από ʽκεί καί πέρα είσαι ελεύθερος νά κάνεις ό,τι νομίζεις. Όσο γιά μένα δέν πρόκειται νά δεχτώ ποτέ ξανά μιά σχέση που ό,τι κι άν δημιουργεί, έχει αναλάβει από πρίν σιωπηλά τήν υποχρέωση νά επιτρέπει νά τής επιβάλλεται, από νόμους που έχουν απαιτήσει νά γίνει δεκτή η ισχύς τους πρώτα καί μετά ανακοινώνουν συνήθως τό περιεχόμενό τους που φαίνεται νά εξυπηρετεί συμφέροντα που μάς αποκρύβονται μέ πείσμα”. Τώρα η φωνή του είχε πάρει έναν τόνο οργής κι απόφευγε σταθερά νά μέ κοιτάξει. “Θά μπορούσα νά προσπαθήσω γιά μιά ακόμα φορά, πρίν από λίγο τό ʽχα κιόλας σχεδόν αποφασίσει πως θά κατάφερναν εύκολα νά μέ πείσουν τά λόγια σου, αλλά δέν έχει νόημα, δέν έχει νόημα”, φώναξε ξαφνικά χτυπώντας τή γροθιά του. “Είσαι κι εσύ τελείως δηλητηριασμένος. Η μόλυνση δέν είναι κάτι που περιμένει νά τήν συναντήσουμε στό δρόμο μας. Είναι εκείνη που έχει εξαπολυθεί σʼ ένα ανελέητο κυνηγητό στά ίχνη μας. Κι άν ακόμα τόθελες δέν μπορεί νά τής έχεις ξεφύγει. Άλλωστε τήν ώρα που πληροφορήθηκες γιά τήν ύπαρξή της, τότε που συναντηθήκαμε γιά πρώτη φορά, εκείνη είχε πάψει κιόλας από καιρό νά είναι ένας κίνδυνος. Είχε διεισδύσει πιά ολοκληρωτικά σέ ό,τι μάς περιέβαλλε, ακόμη κι εμείς, κοιτάζοντας ο ένας τόν άλλον, βλέπαμε νά διαχέεται από μέσα μας καί δέν χρειάστηκε παρά μιά στιγμή γιά νά διαπιστώσουμε πως αυτή ήταν ο κοινός μας παρονομαστής, τό σημείο αναγνωρίσεως που μάς επέτρεψε νά πλησιάσουμε ο ένας τόν άλλον. Καί νά τό αποτέλεσμα. Νά ό,τι κατάφερε νά περισσέψει από τή σχέση μιάς ολόκληρης ζωής”.
“Άκουσέ με”, είπα καί τόν έπιασα ελαφριά απʼ τό μπράτσο. “Έχουμε τόσον καιρό νά συναντηθούμε. Καί κάθε φορά φεύγοντας, παρʼ όλο που δέν τό ομολογούσαμε, μάς βασάνιζε τό ενδεχόμενο μιάς καινούργιας συνάντησης που φαίνονταν πως δέν θά μπορούσαμε νά αποφύγουμε. Κάθε φορά, ολοένα καί μέ μεγαλύτερη ευκολία, διακρίναμε τό αναπόφευκτο τέλος που, παρʼ όλες μας τίς προσπάθειες, παρʼ όλη τήν προστασία που τού είχαμε υποσχεθεί, φαίνονταν νά περιμένει εκείνο που είχαμε διαλέξει γιά περιεχόμενο, έτσι που είχα αναρωτηθεί συχνά μήπως είχαμε πιά χάσει τήν ικανότητα νά διαχωρίζουμε τά μέσα από τόν σκοπό, ή μήπως -κι αυτό ήταν μιά ακόμα περισσότερο οδυνηρή υποψία- εκείνο που έφταιγε δέν ήταν παρά η αρχική μας πλάνη νά δεχτούμε ότι θά είμασταν ικανοί κάποτε νά τό πετύχουμε, όταν μάλιστα δέν υπήρχε τίποτα που νά δικαιολογεί μιά τέτοια ελπίδα· συναντηθήκαμε στή διάρκεια τής πρώτης αναγνώρισης αυτής τής αυταπάτης που μέσα της είχαν καταφέρει τόσο ωραία νά μάς βολέψουν, όπως είπες καί σύ, καί που από τότε τό μόνο που άλλαξε ήταν τό ότι τώρα συνοδεύονταν από τήν επίγνωσή μας γιʼ αυτήν, πράγμα που δέν φαίνεται εδώ καί τόσον καιρό νά έχει έστω καί στό ελάχιστο κλονίσει τή θέση της. Είναι πιά αρκετός καιρός που έχω συμφωνήσει μαζύ σου πως έχει καταστραφεί κάθε νόημα γύρω απʼ αυτήν τήν ιστορία, πως δέν διακρίνεται πιά πουθενά έστω καί η πιό ασήμαντη ελπίδα, αλλά παρʼ όλα αυτά εγώ δέν δέχομαι νά απογοητευθώ. Ξέρω πολύ καλά ότι ανεξάρτητα από καθε μου προσπάθεια θά εξακολουθήσω νά λειτουργώ όπως πάντα, υπακούοντας δηλαδή στόν φόβο τού μεγαλύτερου κινδύνου τής κάθε φοράς κι ότι είναι πιά πολύ αργά, σχεδόν δέν μπορώ καθόλου νά φανταστώ πώς θά ήταν δυνατό νά κινηθώ χωρίς νά υπακούω σέ κάποιον φόβο -μιά τέτοια κίνηση μού είναι εντελώς αδύνατο νά τήν συλλάβω-, αλλά από τήν άλλη μεριά ξέρω τό ίδιο καλά πως δέν θά πάψω ποτέ νά οραματίζομαι μιά λειτουργία εντελώς απαλλαγμένη απʼ αυτόν, που ακριβώς τό ότι θά είναι επιτέλους αυθαίρετη θά μού εξασφαλίσει ένα περιεχόμενο που τό πλαίσιο θά είναι ανίκανο νά απορροφήσει. Δέν έχω στʼ αλήθεια τίποτα που νά μέ σιγουρεύει πως κάποτε θά γίνει αυτό -πάνω σʼ αυτό τό θέμα δέν χρειάζεται νά επιμένεις- καί δέν μένει τίποτα γιά νά μέ κρατά σʼ αυτήν τήν απαγορευμένη περιοχή εκτός από τήν άρνησή μου νά δεχτώ ό,τι μού απαγορεύεται νʼ αποφύγω. Δέν εξετάζω καθόλου άν έχω τό δικαίωμα νά αρνούμαι ή άν αυτό θά μπορούσε νά ωφελήσει σέ τίποτα έτσι που έχουν φτάσει τά πράγματα -καί τί άραγε θά μπορούσε νά είχε εμποδίσει μιά τέτοια κατάληξη!-, εκείνο που έχει γιά μένα σημασία, αυτό που δέν μπορούν νά μού πάρουν όσο ύπουλες κι άν είναι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν, είναι αυτή η αυθαιρεσία, η μοναδική μου ιδιοκτησία που έξω από κάθε πρόβλεψη ανακάλυψα πως κατείχα μʼ έναν ανεξήγητο ακόμη καί γιʼ αυτούς τρόπο καί που παρʼ όλο ότι είναι αυτή που πάνω της συγκεντρώθηκαν όλες οι λυσσασμένες τους προσπάθειες, όλη η συντριπτική υπεροχή τών επιθετικών τους δυνατοτήτων, ωστόσο φαίνεται ότι τίποτα δέν μπορεί νά τήν κλονίσει, τίποτα δέν μπορεί νά μέ κάνει νά τήν λησμονήσω -άν καί συχνά κατάφεραν γιά μεγάλα διαστήματα νά τήν σκεπάσουν μέ ολόκληρα στρώματα από προσεκτικές δικαιολογίες καί επιδέξια διαλεγμένα προσχήματα έτσι που νά μήν φαίνεται σχεδόν καθόλου-. Μέ κάποιον τρόπο αυτή κι ο εαυτός μου ταυτίζονται καί γιʼ αυτόν ακριβώς τόν λόγο, παρά τίς τόσες ελπίδες που διαψεύσθηκαν καί τή μακρυά σειρά τών αποτυχημένων προσπαθειών που άφισε πίσω της η ζωή μου, εξακολουθώ νά επιμένω. Γιʼ αυτό κι άν ακόμα εσύ έχεις αποφασίσει έτσι αμετάκλητα νά φύγεις είμαι σίγουρος ότι θά σέ συναντήσω ξανά. Γιατί έστω κι άν δεχτώ σάν μιά σπονδή στόν χωρισμό μας νά καταστραφεί αυτό τό πλαίσιο που έχει απορροφήσει μέσα του τόσους κόπους καί θυσίες, τόση ζωή που ξοδεύτηκε στήν προσπάθεια νά τού δώσει κάποιο περιεχόμενο που δέν θά κλονιζόταν ύστερα από λίγο καί δέν θά αυτομολούσε έτσι προδοτικά στόν έχθρό γιά νά γίνει ένα ακόμα περίτεχνο στολίδι στήν πρόσοψή του, δέν θά μπορέσω ποτέ νʼ απαλλαγώ από τά συντρίμμια του -ούτε άλλωστε κι εσύ θά μπορούσες νά έχεις μιά τέτοια εύκολη ελπίδα-, καί είναι αυτά που μέσα τους από ʽδώ καί πέρα θά υποχρεωθώ νά κινούμαι. Δέν μού επιτρέπεται νά ζώ χωρίς κάποιο περιεχόμενο -ούτε κι εσύ άλλωστε είσαι κατασκευασμένος διαφορετικά-, κι ένα οποιοδήποτε περιεχόμενο πρίν δεχτεί κάν νά επιτρέψει νά τό συζητήσουν απαιτεί τήν παρουσία ενός πλαισίου, έστω κι άν αυτό είναι ένας σωρός από συντρίμμια όπου κάτω τους θάβεται μέρα μέ τή μέρα υψώνοντάς τον θριαμβευτικά μιά ζωή που φεύγει υπάκουα κυνηγημένη σά σκυλί απʼ τά χέρια μου που μάταια προσπαθούν νά τήν συγκρατήσουν. Δέχομαι λοιπόν ο,τιδήποτε εσύ επιθυμείς καί θά κάνω άν τό θέλεις πρώτος εγώ την αρχή γιά τήν καταστροφή τού πλαισίου, προσφέροντάς του τό τελευταίο μας περιεχόμενο”.
“Επιθυμώ ένα περιεχόμενο χωρίς πλαίσιο”, είπε καί στό σηκωμένο χέρι του που κρατούσε τό σφυρί δέν υπήρχε ίχνος δισταγμού. Ένα περιεχόμενο που θά απορροφά ο,τιδήποτε επιχειρήσει νά τό περιβάλλει καί που οδηγώντας με ολόκληρον σέ κάθε μεταβολή μου χωρίς τίποτα νά μού περισσεύει, θά απαντά δίχως φόβο στίς πρωϊνές καλημέρες τών διπλανών μου εκθέτοντάς με στήν κοινή θέα πρός αναγνώριση”. Είπε καί χτύπησε.
(50)
1975
Πέρασε ο καιρός όπου ήταν δύσκολο, σχεδόν αδύνατο, κι όπου λίγοι, πολύ λίγοι μπορούσαν νά εκτιμήσουν μιά κακή πράξη. Χρειάστηκε κόπος, προσπάθειες που στοίχισαν ό,τι πιό ευγενικό υπήρχε ανάμεσά μας, ώσπου νά τολμήσουμε νά αφεθούμε, ώσπου νά δεχτούμε νά διδαχτούμε απʼ τό κακό. Τόσα χρόνια η μέθοδος τού παιχνιδιού που παίζονταν σέ βάρος μας ήταν εκεί μπροστά μας χωρίς σχεδόν τίποτα νά τήν κρύβει κι όμως κανείς δέν ήθελε νά τήν δεί, όλοι κρατούσαν σφιχτά κλειστά τά μάτια τους επιμένοντας νά μένουν πιστοί στούς κανόνες, προτιμώντας τόν γεμάτο αίγλη θάνατο ενός τίμιου παίχτη από μιάν άτιμη νίκη. Ναί. Μείναμε γιά πάρα πολύν καιρό καλοί. Γιά πάρα πολύν καιρό θύματα τού κακού ώσπου νʼ αρχίσουμε μά τό εκτιμάμε… Μήπως ένα τέτοιο θύμα δέν είσαι σχεδόν μέχρι τώρα κι εσύ; Είσαι καλός καί τό καλό είναι δημιουργία τού κακού, ένα τέλειο πρόσχημα, τό αριστούργημά του, μιά θαυμάσια δικαιολογία που τό στήριξε, που τό έθρεψε μέ τό αίμα μας, μέ τίς κατεστραμμένες ζωές μας καί που πίσω του έκρυψε τό πρόσωπό του αφίνοντάς μας νά αγωνιζόμαστε ενάντια σʼ ένα φάντασμα γιά τό χατήρι ενός άλλου φαντάσματος. Τό καλό ενάντια στό κακό! Τί κρύβεται πίσω απʼ αυτή τήν πελώρια απάτη που ακόμα στέκει σάν τό μεγαλύτερο εμπόδιο ανάμεσά μας; Ποιό μεγάλο συμφέρον, ποιό πάθος αφάνταστο ικανοποιούσε;… Τό ίδιο τό κακό είχε αναλάβει τήν δυσφήμηση τού εαυτού του. Υποστήριζε μέ παραφορά τήν ανωτερότητα τού καλού, τήν ευγενικιά του φύση, τό χάος που τό χώριζε απʼ τήν δικιά του κατωτερότητα, τήν τιμιότητά του ενάντια στήν δικιά του ποταπή ατιμία, τήν λάμψη που τό τύλιγε ενάντια στό δικό του ζοφερό σκοτάδι, τήν υψηλή ικανοποίηση που προσέφερε εκείνο στούς εκλεκτούς του ενάντια στήν ταπείνωση καί τήν γενική περιφρόνηση που έδινε αυτό στούς δικούς του πιστούς. Έβγαινε στούς δρόμους καί τίς πλατείες φωνάζοντας: κοιτάξτε τί τέρας που είμαι εγώ καί πόσο όμορφο είναι εκείνο! Στέκονταν στά σταυροδρόμια, έμπαινε ξαφνικά στίς αυλές προτείνοντας τά γλοιώδη του αποστήματα, τίς φριχτές του πληγές καί ταπεινά μπροστά στά μάτια τών νοικοκυραίων έπιανε τά πανέμορφα χέρια εκείνου καί τά φιλούσε μέ συντριβή… Πόσο μάς είχε πλανέψει! Πόσο μάς είχε κάνει στρατιώτες σʼ έναν αγώνα που είχε σχεδιάσει καί διεύθυνε αυτό. Στρατιώτες που μέ ανδρεία μέ τόλμη καί ευθύτητα αγωνίζονταν τίμια εναντίον του, ενώ εκείνο δέν ζητούσε παρά μιά στιγμή: τή στιγμή τής προδοσίας. Καί τήν είχε ήδη εντελώς δικιά του γιατί καί ποιός άλλος εκτός από εκείνο μετά απʼ όλα αυτά θά τολμούσε νά τήν εκμεταλλευτεί; Εκείνο, έχοντας αποκλείσει κάθε άλλον διεκδικητή, τήν κρατούσε περιμένοντας καί όταν αποφάσιζε, μέ μιά μόνο κίνηση, ανέτρεπε τήν ισορροπία τών δυνάμεων, περιφρονούσε τούς κανόνες κι ενώ εμείς μένοντας πιστοί σʼ αυτούς αγωνιζόμαστε σωστά, εκείνο χτυπούσε πισώπλατα καί μάς νικούσε. Καί τί νικητής ήταν! Μέ δάκρυα, μέ κοπετούς, μέ λυσσασμένο μίσος καταριώταν τήν άτιμη νίκη του ελεϊνολογώντας τόν εαυτό του, έστελνε πάντα στεφάνια πιό μεγάλα καί πιό πλούσια από μάς στούς νεκρούς μας. Κι έτσι μάς ετοίμαζε γιά τήν επόμενη ήττα. Γιατί ολοένα καί μέ μεγαλύτερο πάθος στεκόμασταν πιστοί στούς κανόνες. Έτοιμα θύματα που δέν είχε παρά νʼ απλώσει τό χέρι του γιά νʼ αρπάξει. Έλεγε πάντα τήν αλήθεια. Στήν αλήθεια στηρίζονταν κι απʼ τήν αλήθεια του έβγαινε τό καλό που τόσο ύπουλα χωρίς νά τό θέλει μάς παγίδευε.









