ΓΙΑΝ­ΝΗ Σ. ΧΡΥ­ΣΟΥ­ΛΗ: Αυτοανθολογία Μέρος 21, Μέρος 22, Μέρος 23

ΟΙ ΣΗ­ΜΕΙΩ­ΣΕΙΣ Ε­ΝΟΣ ΑΝ­ΘΡΩ­ΠΟΥ

ΜΕ­ΡΟΣ ΠΡΩ­ΤΟ

(Κεί­με­να 1-80)
(1971 – 1979)
Θέ­λω να μι­λή­σω για τα πράγ­μα­τα α­πό­ψε. Για τα πράγ­μα­τα που ευ­γε­νι­κά, κά­νοντας τα λί­γα βή­μα­τα που έ­χουν α­πο­μεί­νει, ση­κώ­νο­νται στις μύ­τες των δακτύ­λων κι αχινόυν την τε­λευ­ταί­α τους κραυ­γή. Ευ­γε­νι­κά­· και με χά­ρη­· μα ω­στό­σο με μιαν α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα και με μία θλι­μέ­νη τόλ­μη­· σπρώ­χνοντας τα χέ­ρια προς τα κά­τω, σφι­χτά στους γο­φούς, τε­ντώ­νο­ντας τον λαι­μό, με την ε­πί­γνω­ση πως έ­χουν ή­δη ε­γκα­τα­λη­φθεί, πως έ­χουν κιό­λας τε­λειώ­σει αυ­τό που η ά­κρη τού δια­ζώ­μα­τος σχε­δόν πά­ντα προ­κα­λεί, με την εκ­κίνη­ση. Με μιαν εκ­κί­νη­ση ε­σω­τε­ρι­κή, προ­σφέ­ρο­ντας προ­τι­μό­τε­ρα τον ε­αυ­τό τους.
“Κά­ΓΙΑ”

ΟΙ ΣΗ­ΜΕΙΩ­ΣΕΙΣ Ε­ΝΟΣ ΑΝ­ΘΡΩ­ΠΟΥ

Κεί­με­να (149) – (167), Φε­βρουά­ριος – Ιού­λιος 1986
(έκ­δο­ση: Ιού­νιος 1987)
Κεί­με­να (168) – (197), Αύ­γου­στος – Νο­έμ­βριος 1986
(έκ­δο­ση: Μάρ­τιος 1987)
Κεί­με­να (198) – (208), Δε­κέμ­βριος 1986 – Ια­νουά­ριος 1988
(έκ­δο­ση: Φε­βρουά­ριος 1988)
________________________________________________
Γιάν­νη Σ. Χρυ­σού­λη:”Οι Σημειώ­σεις ε­νός αν­θρώ­που”
Κεί­με­να (1) – (80), 1971 – 1979
________________________________________________
@ Γιάν­νης Σ. Χρυ­σού­λης
Ε­θνάρ­χου Μα­κα­ρί­ου 6. Πο­λύ­δρο­σο Α­μα­ρου­σί­ου 15125
Τηλ. 6807855
________________________________________________
Για την πολυτονική έκδοση:
Η πε­ρι­σπω­μέ­νη δια­τη­ρεί­ται μό­νο στα ε­ρω­τη­μα­τι­κά πού και πώς και στις λέ­ξεις στις ο­ποί­ες ή­δη υ­πάρ­χει σαν διακρι­τι­κό σύμ­βο­λο α­πό τις ό­μοιές τους με δια­φο­ρε­τι­κή έν­νοια.
“Κά­ΓΙΑ”
Ε­θν. Μα­κα­ρί­ου 6, Πο­λύ­δρο­σο 15125. Τηλ. 6807855 Α­θή­να
________________________________________________
Κά­για: Μία α­γα­πη­μέ­νη πα­ρα­λί­α τής Μυ­τι­λή­νης

(1) Στην Κα­τε­ρί­να Λ. 1971
Ό­πως σού ʽ­λε­γα λοι­πόν…
Τα κύ­μα­τα ο­δη­γού­σαν έ­ναν ε­πι­τά­φιο στις κα­μπού­ρες των βου­νών
κα­τά πά­νω μου προ­χώ­ρα­γε ο και­ρός
φύ­σα­γε α­πʼ τη θά­λασ­σα.
Νά­σαι στε­ριά και να τα δέ­χε­σαι ό­λα αυ­τά!
Ο τής α­νε­μι­κής σφο­δρό­τη­τας α­νά­λο­γος βομ­βαρ­δι­σμός αρ­μο­φό­ρων πτυέ­λων στα βρά­χια σου
Η δο­λί­ως φθεί­ρου­σα τε­ρη­δό­να τής πα­ρα­μέ­νου­σας άρ­μης
Η υ­πο­βό­σκου­σα ψηγ­μο­δί­αι­τος κου­φό­βρα­ση των νε­ρών στα σπή­λαια των ε­κτε­θει­μέ­νων σου πε­τρω­μά­των
Αι προ­εκ­σπερ­μα­τι­καί α­νορ­θώ­σεις εν εί­δει ε­τοί­μου κό­μπρας των ε­πι­μό­νως κοκ­κο­ποιού­ντων φι­λη­μά­των
Οι πε­ριο­δι­κοί α­ναρ­ρο­φώ­με­νοι λιγ­μοί
μη α­να­κο­πη­σών εν τη ο­δώ κε­κτη­μέ­νων τα­χυ­τή­των
Η α­τέρ­μων κα­τα­κό­ρυ­φος κο­χλί­ω­ση των δι­νών
Αι υ­πό τής ο­μί­χλης συ­ρό­με­ναι όρ­θιαι δια­τρη­θεί­σαι κραυ­γαί
Και ʽκεί­νες οι δια­στρο­φές τού α­γέ­ρα:
κα­τά το σχή­μα σας
κα­τά τη θέ­ση σας
Νυν και α­εί. Νυν και α­εί.
Στους προ­σε­κτι­κούς και ε­πι­με­λείς υ­πη­ρέ­τες τού πνεύ­μα­τος α­φιέ­ρω­σε το.
Και μη με κοι­τά­ζεις έ­τσι Ιε­ρέ­α τής Α­πό­γνω­σης! More...
(2)
1975
Και τώ­ρα κά­θε­σαι και με κοι­τάς χω­ρίς να πε­ρι­μέ­νεις
και σε α­κού­ω που ε­πι­στρέ­φεις ή­συ­χα στη γο­η­τεί­α τής στιγ­μής που λύ­θη­κε ο δε­σμός
κο­ντά σε ʽκεί­νους τούς ε­ρω­τι­κούς που α­παλ­λο­τριώ­θη­καν
τούς βια­στι­κούς, που πρό­δω­σαν την ε­πί­πε­δή τους φύ­ση.
Ο χώ­ρος σου έ­γει­ρε πο­λύ α­δερ­φέ.
Στα σταυ­ρο­δρό­μια, στις αυ­λές και στα ζε­στά κρεβ­βά­τια
έ­να ύ­που­λο φώς αλ­λοιώ­νει τις δια­θέ­σεις:
εί­ναι τα υ­πο­χρε­ω­τι­κά φίλ­τρα! Τα υ­πο­χρε­ω­τι­κά φίλ­τρα τού Ή­λιου!
Οι τρελ­λοί σου άρ­χι­σαν να συ­νη­θί­ζουν τα δε­κα­νί­κια τους
και δεν μπο­ρού­με να βγού­με α­πό την άλ­λη με­ριά τής πόρ­τας
Σε κά­θε και­νούρ­για εμ­φά­νι­ση τού προ­βλή­μα­τος
πλη­θαί­νουν ό­σοι υ­πο­κύ­πτουν στις ορι­ζό­ντιες λύ­σεις.
Κά­τι έ­χει πε­θά­νει πί­σω α­πʼ τα χαρ­τιά στους τοί­χους· σώ­στε τούς τοί­χους! Σώ­στε τούς τοί­χους!
Α­δερ­φέ δεν πι­στεύ­ω πια το γέ­λιο των παι­διών μας.
Ση­κώ­νε­ται και πέ­φτει σαν θρή­νος ε­πι­νί­κιος
στις πα­ρα­νο­ϊ­κές ση­μαί­ες που μάς ε­μπαί­ζουν.
Κά­τω α­πʼ τα νύ­χια τους βρί­σκω μία λά­σπη ύ­πο­πτη που δεν μυ­ρί­ζει χώ­μα
κι ό­λο το βρά­δυ ξύ­νουν το κορ­μί τους α­πό μία γλύ­τσα πλα­στι­κιά.
Μία μι­σο­τε­λειω­μέ­νη χει­ρα­ψί­α κρέ­με­ται στις παλάμες τους το μεσημέρι
και κάθε απόγευμα μάς τα δανείζουν τα σχολειά ως το πρωί
με δυό οθόνες στη θέση των ματιών τους που τα κρατούν για ε­νέ­χυ­ρο.
Α­δερ­φέ φο­βά­μαι αυ­τές τις ανώνυμες εταιρίες με το
χα­μό­γε­λο.
Μα­θαί­νουν στα παιδιά μας τί θα πει ευ­τυ­χί­α.
(3)
1974/75
“Ε­γώ… ε­γώ εί­μʼ έ­νας Κλη­ρο­νό­μος!
Συγ­χω­ρέ­στε με… δέν θέ­λω νά σάς θί­ξω. Δι­κά σας εί­νʼ ό­λα… δι­κά σας!
Σάς πα­ρα­κα­λώ… Σάς πα­ρα­κα­λώ­· μή μού κα­κιώ­νε­τε. Ε­δώ… βλέ­πε­τε πόσο ει­λι­κρι­νά λυ­πά­μαι­· πό­σο ει­λι­κρι­νής εί­ναι η με­τα­μέ­λειά μου. Δέν τό­θε­λα­· μού ξέ­φυ­γε.
Ε­πι­τρέψ­τε μου­· ε­πι­τρέψ­τε μου νά σάς κρα­τή­σω α­κό­μα μιά στιγ­μή τό χέ­ρι. Δέν θέ­λω νά κά­νω καμ­μιά α­πε­ρί­σκε­πτη κί­νη­ση τώ­ρα. Ξέ­ρω πόσο εύ­κο­λα μιά μι­κρή κί­νη­ση μπο­ρεί νά τʼ αλ­λά­ξει ό­λα. Μιά τό­ση δά μι­κρή κίνη­ση! Εί­ναι νʼ α­πο­ρεί κα­νείς πό­σο εύ­θραυ­στη εί­ναι η ευ­αι­σθη­σί­α τών άλ­λω­ν· αυ­τών που δέν έ­χουν τήν α­νά­γκη… Μά πά­λι πα­ρα­σύρ­θη­κα. Ε­λά­τε­· συγ­χω­ρέ­στε μου τή νευ­ρι­κό­τη­τά μου. Ή­ταν τό­σο α­πό­το­μο γιά μέ­να. Εί­χα τό­σον και­ρό νά τό θυ­μη­θώ…
Α­φί­στε μου μιά στιγ­μή α­κό­μα τό χέ­ρι σας. Ευ­α­ρε­στη­θεί­τε νά ε­γκα­τα­λει­φθεί­τε. Δυό βη­μα­τά­κια μο­νά­χα­· ί­σα­με αυ­τό τό τρα­πε­ζά­κι μέ τίς κα­ρέ­κλες… Άν μού ε­πι­τρέ­πα­τε νά σάς προ­σφέ­ρω κά­τι… Τό ξέ­ρω εί­ναι πο­λύ… μά… ε­πι­τρέψ­τε μου νά τολ­μή­σω. Ναί, ναί­· μέ πλή­ρη ε­πί­γνω­ση τής τι­μής που μού γί­νε­ται. Μέ ό­σο τό δυ­να­τόν πλη­ρε­στέ­ρα.
Ε­λά­τε­· έ­να βή­μα α­κό­μη. Ευ­χα­ρι­στώ. Σάς ευ­χα­ρι­στώ.
Εί­στε κα­λά; Εί­ναι βο­λι­κιά η κα­ρέ­κλα; Τό τρα­πε­ζά­κι μή­πως κουνιέ­ται;… Ναί; Στα­θεί­τε­· α­μέ­σως θά τό διορ­θώ­σω… Ε­δώ­· θά βά­λω αυ­τό τό διπλω­μέ­νο χαρ­τά­κι κά­τω α­πʼ τό πό­δι… Έ­τσι… Νά λοι­πό­ν· ε­ντά­ξει­· τώ­ρα εί­ναι ε­ντε­λώς α­κί­νη­το.
Ναί, τό κα­τα­λα­βαί­νω. Εί­μαι α­νή­συ­χος. Α­κού­στε­· φο­βά­μαι τό­σο μήν φύ­γε­τε. Μή­πως βα­ρε­θεί­τε ξαφ­νι­κά. Ε­πι­τρέψ­τε μου νά σάς πα­ρα­κα­λέ­σω νά μέ τι­μή­σε­τε μέ τήν α­νε­κτι­κό­τη­τά σας. Ε­ξα­ντλεί­στε τήν γεν­ναιο­δω­ρί­α που θά δια­θέ­τα­τε σέ μιά πα­ρά­κλη­ση α­νυ­πό­κρι­τη που θά σάς συ­γκι­νού­σε, σʼ αυ­τό. Μό­νο σʼ αυ­τό… Μού εγ­γυά­σθε; Καί πά­λι σάς ευ­χα­ρι­στώ. Σάς ευ­χα­ρι­στώ.
Κα­τα­λα­βαί­νω τούς δι­σταγ­μούς σας. Σχε­δόν μα­ντεύ­ω μιά… φρί­κη. Ώ, σάς δι­καιο­λο­γώ α­πό­λυ­τα. Θά κα­τα­ντού­σε σχε­δόν α­φύ­σι­κο. Αλ­λά… πώς θά τό μά­θουν; Σείς… πώς θά ή­ταν δυ­να­τόν νά τό μνη­μο­νεύ­σε­τε; Ό­σο γιά μέ­να… Ξέ­ρετε πό­σο μέ α­πο­φεύ­γουν. Γνω­ρί­ζω κα­λά τό γέ­λιο τους… Ό­μως αυ­τό… αυ­τό α­κρι­βώς εί­ναι η δι­κή μου χα­ρά. Κι αυ­τό εί­ναι η τρα­νή… ναί… εμ­φα­νέ­στατη α­πό­δει­ξη τής πα­ρα­χώ­ρη­σης που μού γί­νε­ται. Κι ε­γώ… τολ­μώ νά πώ… έ­χω αρ­χί­σει ή­δη νά κα­τέ­χω τό ή­μι­συ τού κοι­νού αυ­τού χρό­νου που μάς ε­νώνει. Ναί. Ή­δη με­τα­βάλ­λο­μαι.
Γιά τόν τό­νο που α­πο­κτά η λέ­ξη, έ­χε­τε δί­κιο. Έ­χε­τε α­πό­λυτο δί­κιο. Ι­διαί­τε­ρα ό­ταν προ­φέ­ρε­ται α­πό έ­να υ­πο­κεί­με­νο στήν δι­κή μου κα­τά­στα­ση… Μιά τέ­τοια λέ­ξη μά­λι­στα… Συμ­φω­νώ ό­τι η οι­κειό­της τήν ο­ποί­α προ­ϋ­πο­θέ­τει εί­ναι α­νε­πί­τρε­πτος. Καί ε­δώ α­κριβώς θά μπο­ρού­σε νά το­πο­θε­τή­σει κα­νείς τόν ε­πι­κίν­δυ­νο δό­λο. Στήν προ­ϋ­πόθε­ση τής οι­κειό­τη­τος… Έ­πει­τα εί­ναι αυ­τή η εμ­φα­ντι­κή α­παι­τη­τικό­της που προ­βάλ­λει. Μιά α­πει­λη­τι­κή διά­θε­ση. Έ­να εί­δος τε­λε­σι­γρά­φου… «Πώς τολ­μά­τε!»… Μπο­ρώ νά πώ… ή­ταν ε­πιει­κής η α­να­φώ­νη­σή σας. Τί λέ­ω! Ε­πιει­κε­στά­τη!… Κλη­ρο­νό­μος!… Α­ντι­λαμ­βά­νο­μαι ό­τι αυ­τό θί­γει τήν ιε­ρό­τη­τα τού αι­σθή­μα­τος ι­διο­κτη­σί­ας ο­ποιου­δή­πο­τε έ­ντι­μου αν­θρώ­που. Ο ο­ποιοσ­δή­πο­τε θά εί­χε υ­πο­χρέ­ω­ση νά α­γα­να­κτή­σει.
Εί­ναι α­λή­θεια ό­τι ό­λα αυ­τά έ­πρε­πε νά τά σκε­φτώ πιό πρίν. Εκ τών υ­στέ­ρων… Ώ… μά ε­σείς δέν θʼ α­φί­σε­τε νά σάς δια­φύ­γει η ειλι­κρί­νειά μου. Η ει­λι­κρί­νεια τής συ­ντρι­βής μου… Εί­μαι βέ­βαιος. Ιδιαί­τε­ρα ε­σείς.
Για­τί ε­σείς; Μά… ώ, βέ­βαια, βέ­βαια. Πώς εί­ναι δυ­να­τόν. Ε­σείς… Εί­στε τό­σο νέ­ος. Τί α­συγ­χώ­ρη­τα α­φη­ρη­μέ­νος που εί­μαι!… Κι ό­λη αυ­τή η κα­τα­πλη­κτι­κή ο­μοιό­της!… Ε­πι­τρέψ­τε μου νά σάς πα­ρα­τη­ρή­σω λι­γά­κι… Αυ­τά τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά!… Μό­νο μιά πιό ε­σω­τε­ρι­κή συγ­γέ­νεια μπο­ρεί νά τά δι­καιο­λο­γεί… Μά ό­χι! Πώς εί­ναι δυ­να­τόν νά σάς ά­φι­σα νά εν­νο­ή­σε­τε έ­στω καί τήν πιό ε­λά­χι­στα ε­πι­λή­ψι­μη πρό­θε­ση στά λό­για μου! Ο πα­τέ­ρας σας… ε­πι­τρέψ­τε μου… τί­πο­τε άλ­λο ε­κτός α­πό θαυ­μα­σμό… καί… σε­βα­σμό δέν θά μέ πα­ρα­κι­νού­σε νά τόν α­να­φέ­ρω. Έ­χω… έ­χω τήν τι­μή νά χρω­στώ τήν ζω­ή μου!… Καί εξ άλ­λου εί­ναι πι­θα­νόν… ναί, εί­ναι πι­θα­νό­τα­τον λό­γω τής ε­ξαιρε­τι­κά ι­διαι­τέ­ρας πε­ρι­πτώ­σε­ως, νά τό εί­χε συ­γκρα­τή­σει­· καί ί­σως θά σάς τό α­νέ­φε­ρε κι ε­σάς… Δέν θυ­μά­στε τί­πο­τα τέ­τοιο; Δέν πει­ρά­ζει. Δέν πειρά­ζει.
…Ή­ταν κά­τι δύ­σκο­λο. Ένα εγ­χεί­ρη­μα που α­παι­τού­σε ι­κα­νότη­τες, τολ­μώ νά πώ, ε­νός ό­χι συ­νη­θι­σμέ­νου αν­θρώ­που… Δέν μι­λώ γιά τήν ε­πι­στη­μο­νι­κή ι­κα­νό­τη­τα. Ε­δώ… έ­μπρο­σθεν τών ε­πι­σή­μων τί­τλων θά ή­ταν φτω­χός ο δι­κός μου έ­παι­νος. Άλ­λω­στε… πώς θά ε­πε­λαμ­βα­νό­μην εν μέ­σω τής α­γνοί­ας μου! Αλ­λά εις τόν αν­θρώ­πι­νον… εις τόν αν­θρώ­πι­νον το­μέ­α, κά­νο­ντας χρή­ση τής ε­λα­χί­στης μου α­να­λο­γί­ας, έ­χω τήν δυνα­τό­τη­τα νά ε­κτι­μή­σω…
Στίς τό­σο συ­χνές πε­ρι­γρα­φές, α­πό πολ­λά πα­ρευ­ρε­θέ­ντα πρό­σω­πα τού πε­ρι­βάλ­λο­ντός μου, που συ­νό­δευ­σαν τά πρώ­τα μου χρό­νια, ε­να­τέ­νι­ζα μέ ά­πει­ρη ευ­γνω­μο­σύ­νη τήν α­ρι­στο­κρα­τι­κή αυ­τή φυ­σιο­γνω­μί­α που με­γα­λόκαρ­δα κα­τα­δέ­χτη­κε ε­ξα­σκώ­ντας τήν θεί­α του τέ­χνη, νά λε­ρώ­σει τά χέ­ρια ε­κεί­να που σέ τό­σων ε­πι­φα­νών προ­σώ­πων τούς α­πο­γό­νους χά­ρι­σαν τό φώς, μέ τά ε­πί­το­κα υ­γρά μιάς α­νύμ­φευ­της λε­χούς στόν βρώ­μι­κο προ­θά­λαμο τού α­στυ­νο­μι­κού τμή­μα­τος καί νά υ­πο­μεί­νει τό­σους κό­πους μέ­χρι τό τέ­λος…
Α­κού­στε. Έ­χω γεν­νη­θεί κρα­τώ­ντας μέ τό χέ­ρι τό κε­φά­λι μου.
Εί­ναι δύ­σκο­λη στά­ση. Οι πιό πολ­λές μα­νά­δες δέν α­ντέ­χουν. Όσο γιά τά παι­διά… Αλ­λά θε­ω­ρώ τήν έκ­πλη­ξη τού πα­τέ­ρα σας, σάν ε­λα­χί­στη… ε­λα­χι­στο­τά­τη ε­ξό­φλη­ση τού τε­ρά­στιου χρέ­ους μου. Πα­ρα­κα­λώ… Πα­ρα­καλώ. Ε­πι­τρέψ­τε μου νά έ­χω τήν τι­μή νά ε­κτι­μή­σω ε­γώ ο ί­διος τό τί χρω­στώ… Άλ­λω­στε δέν θά ε­πι­μεί­νω πα­ρά μό­νον σʼ αυ­τήν τήν ε­πί­γνω­ση. Μιά πρά­ξη ε­ξο­φλή­σε­ως μπο­ρεί νά εί­ναι τό­σο ε­νο­χλη­τι­κή… Μήν α­νη­συ­χεί­τε, θά δια­τη­ρή­σω τήν ευ­αι­σθη­σί­α μου… Θά ή­ταν πο­λύ λοι­πόν άν ζη­τού­σα τήν υπο­χω­ρη­τι­κό­τη­τά σας σʼ αυ­τό τό θέ­μα; Εν­νο­ώ τής ε­πί­γνω­σης… Ευ­χα­ρι­στώ. Ευ­χα­ρι­στώ!
«Μω­ρέ γιά δές ε­κεί τόν μού­λο πώς κρα­τά­ει τό κε­φά­λι του! Τί έ­κανες βρέ μπά­σταρ­δε μέσʼ στή κοι­λιά τό­σους μή­νες; Τά χτή­μα­τά σου μέ­τρα­γες;».
«Ο κύ­ριος Α­στυ­νό­μος α­σφα­λώς έ­χει λε­πτόν πνεύ­μα! Ο νεα­ρός εί­ναι πράγ­μα­τι κλη­ρο­νό­μος! Καί βέ­βαια δέν μι­λώ γιά τήν νε­κρά, ού­τε γιά τά κου­ρέ­λια που τήν συ­νο­δεύ­ουν… Ποιός θά τόν πά­ρει; Ε­σείς δε­σποι­νίς; Προ­σέξ­τε πα­ρα­κα­λώ τό χέ­ρι. Μή τό βιά­σε­τε. Θά α­πο­κτή­σει σέ λί­γο και­ρό τήν κι­νη­τι­κό­τη­τά του. Εί­μαι σί­γου­ρος. Πά­ντως εί­ναι η πρώ­τη φο­ρά που συ­να­ντώ τέ­τοια στά­ση. Πε­ρί­ερ­γο… πο­λύ πε­ρί­ερ­γο!… Α­φί­νω τά υ­πό­λοι­πα στήν ευσυ­νει­δη­σί­α σας κύ­ριοι. Δέν χρειά­ζε­ται νά μέ συ­νο­δεύ­σε­τε Α­στυ­νό­με. Χαί­ρετε­».
Α­ντι­λαμ­βά­νε­σθε τώ­ρα -σάς με­τέ­φε­ρα πι­στά τήν σκη­νή- τήν ε­πιμο­νή μου; Δια­κρί­νε­τε τήν ποιό­τη­τα τού χρέ­ους;… Η με­γά­λη αυ­τή μορ­φή υπήρ­ξε… ναί, παίρ­νω τό θάρ­ρος μέ τήν ά­δεια σας, ε­κτός τών άλ­λων καί έ­να είδος πνευ­μα­τι­κού πα­τρός… Ό­ταν απε­σύρ­θη, ο στυ­γνός ε­κεί­νος χώ­ρος εί­χε πλη­ρω­θεί μέ τό μυ­στή­ριον μιάς βα­πτή­σε­ως. Πι­στέψ­τε με… Πι­στέψ­τε με… Υ­πό τήν κα­το­χή τού μυ­στη­ρί­ου αυ­τού δια­τε­λώ μέ­χρι σή­με­ρον. Υ­πό τήν πλή­ρη κα­το­χή του.
Η συ­γκί­νη­σή μου… Ε­πι­τρέψ­τε μου πα­ρα­κα­λώ νά ε­γερ­θώ…
Μήν… μήν α­νη­συ­χεί­τε. Μήν τα­ρά­ζε­σθε. Δέν εί­ναι τί­πο­τε. Μιά πε­ραστι­κή χλω­μά­δα. Θά οφεί­λε­ται φαί­νε­ται στό κά­θι­σμα… Μή… μήν α­να­ση­κώ­νεσθε σάς πα­ρα­κα­λώ. Θά μού πε­ρά­σει… Α­μέ­σως τώ­ρα θά μού πε­ρά­σει.
Βλέ­πε­τε… Έ­χω χά­σει τή συ­νή­θεια νά κά­θο­μαι­· ε­δώ καί πολ­λά χρόνια…
Ώ, δέν έ­χω νά κα­τη­γο­ρή­σω κα­νέ­ναν γιʼ αυ­τό. Ε­γώ ο ί­διος διάλε­ξα τήν όρ­θια στά­ση. Δέν ή­θε­λα νά κυ­ριευ­θώ α­πό τήν α­να­μο­νή. Για­τί αυτή… κυ­ριεύ­ει. Ναί… ναί, κυ­ριεύ­ει ύ­που­λα καί σι­γά. Κι ο κίν­δυ­νος εί­ναι μεγα­λύ­τε­ρος ό­ταν εί­ναι κα­νείς κα­θι­στός. Βο­λεύ­ε­ται χω­ρίς νά τό κα­τα­λά­βει. Καί τό­τε η α­να­μο­νή εί­ναι αυ­τό που πε­ρι­μέ­νει. Ναί. Α­να­κα­λύ­πτει πως αυ­τό που ε­κεί­νος α­νέ­με­νε ή­ταν η ί­δια η α­να­μο­νή. Πως πιά δέν έ­χει νά πε­ρι­μέ­νει τί­πο­τα. Ό­μως τό­τε… τό­τε πρέ­πει νά ε­πι­στρέ­ψει αυ­τή τή σχέ­ση. Η ί­δια… η ί­δια η σχέ­ση α­παι­τεί τήν ε­πι­στρο­φή της. Κι αυ­τή η α­παί­τη­ση δια­πο­τί­ζει ο­λο­κλη­ρω­τι­κά. Διεισ­δύ­ει στό βά­θος… στό με­δού­λι τών κοκ­κά­λων… εμ­φο­ρού­νται τά αι­μο­σφαί­ρια καί ι­χνη­λατεί η ί­δια τόν δρό­μο, ναί… τόν δρό­μο τής ε­πι­στρο­φή­ς· κι ε­κεί­νος… ε­κεί­νος ορ­μά­ει νά βρεί τό μέ­ρος.
…Εί­ναι τό­σο φρι­χτό νά βλέ­πει κα­νείς τούς αν­θρώ­πους νά στή­νουν τόν δρό­μο τους.
Δέν σάς έ­τυ­χε πο­τέ νά δεί­τε κα­νέ­ναν που νά ψά­χνει μʼ έ­ναν πε­ρί­εργο τρό­πο; Α­νή­συ­χος ε­ρευ­νά τήν πε­ριο­χή… τά σπί­τια… πα­ρα­τη­ρεί ε­νοχλη­τι­κά τούς δια­βά­τες… ύ­στε­ρα δο­κι­μά­ζει τό έ­δα­φος μέ τό πό­δι του… τό αφου­γκρά­ζε­ται ε­πί­μο­να… ο­σμί­ζε­ται μέ βα­θειές α­νά­σες… κι ό­λη αυ­τή τήν ώ­ρα σκυ­φτός σάν νά κου­βα­λά κά­τι μέ πο­λύ κό­πο. Προ­χω­ρεί λί­γα βή­μα­τα κι αρ­χί­ζει ξα­νά… κι αυ­τό ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται πολ­λές φο­ρές… μέ­χρι που α­πο­φασί­ζει πως εί­ναι στό μέ­ρος. Τό­τε σι­γά σι­γά, σάν νά πρό­κει­ται γιά κά­τι πο­λύτι­μο, α­κου­μπά τό α­ό­ρα­το βά­ρος. Κι έ­πει­τα δρα­σκε­λά­ει έ­να ύ­ψος που κα­νείς δέν βλέ­πει κι αρ­χί­ζει α­πορ­ρο­φη­μέ­νος ο­λό­κλη­ρος νά βα­δί­ζει μέ άπει­ρη προ­σο­χή ι­σορ­ρο­πώ­ντας πά­νω σέ μιά γραμ­μή ο­ρα­τή μό­νο σʼ αυ­τόν, κά­νο­ντας κι­νή­σεις σάν α­κρο­βά­της… πά­ντα στό ί­διο μέ­ρος… Πά­ντα.
Κι εί­ναι πολ­λοί… α­κού­στε με… εί­ναι α­φά­ντα­στο πό­σο πολ­λοί εί­ναι. Ση­κώ­νο­νται ξαφ­νι­κά α­πʼ τά δω­μά­τια που κά­θο­νται κι α­φί­νο­ντας α­νοι­χτή τήν πόρ­τα πί­σω τους βγαί­νουν ψά­χνο­ντας. Καί καθʼ έ­νας θέ­λει τό δι­κό του μέ­ρος, μό­νο τό δι­κό του­· καί ψά­χνει γιʼ αυ­τό… έ­τσι σκυ­φτός… ώ­σπου νά τό βρεί καί νʼ α­πο­θέ­σει ε­κεί τόν δρό­μο του…
Ό­μως ε­γώ μι­λώ γιά κά­τι σχέ­σεις α­νε­πί­στρε­πτες! Ε­γώ… εγώ α­να­μέ­νω τήν με­τα­βο­λή μου! Εί­μαι μιά με­τα­βο­λή που α­να­μέ­νει τήν επό­με­νή της. Αλ­λά… ό­χι… ό­χι, ε­γώ εί­μαι η α­να­μο­νή. Εί­μαι η α­να­μο­νή τής προ­η­γού­με­νης με­τα­βο­λής μου γιά τήν ε­πό­με­νη. Ή μάλ­λον… ναί, εί­μαι η ε­πί­γνω­ση αυ­τής τής α­να­μο­νής! Εί­μαι μιά ε­πί­γνωση.
Κι ε­γώ… ε­γώ τούς δρό­μους τούς έ­χω α­πορ­ρί­ψει! Ε­γώ α­ναμέ­νω όρ­θιος! Ε­γώ εί­μαι έ­νας κλη­ρο­νό­μος!
Μά… ό­χι… ό­χι, ε­λά­τε, δέν τό λέ­ω ε­γώ αυ­τό. Εί­ναι τό έρ­κος… τό έρκος που φεύ­γει μό­νο του α­πό τούς ο­δό­ντας! Κα­τη­γο­ρεί­στε αυ­τό! Ε­γώ… εί­μαι ο α­να­μέ­νων. Ναί. Αυ­τό θά μού ταί­ρια­ζε. «Ο Α­να­μέ­νω­ν»!. Λέ­γετέ με έ­τσι. Ή καλ­λί­τε­ρα, ο «Όρ­θιος Α­να­μέ­νω­ν»! Ναί. Ο «Όρ­θιο­ς»!
Κι ε­κεί­νος τό ή­ξε­ρε. Κι ε­κεί­νος.
Εί­παν πως ό­λα έ­γι­ναν ξαφ­νι­κά. Πως πο­τέ δέν εί­χε δο­θεί λα­βή γιά νά υ­πο­ψια­στεί κα­νείς κά­τι. Άλ­λω­στε πώς θά τολ­μού­σε κα­νείς νά ε­πι­τρέψει στόν ε­αυ­τό του νά α­τε­νί­σει μέ βλέμ­μα που έ­κρυ­βε κά­ποια κρι­τι­κή! Κά­ποια υ­πό­νοια έ­στω κρι­τι­κής διά­θε­σης. Ε­δώ… ό­λες οι σκέ­ψεις καθυ­στε­ρού­σαν. Ό­λα τά συ­μπε­ρά­σμα­τα α­νε­στέλ­λο­ντο, μέ­χρις ό­του α­κου­στεί η γνώ­μη ε­κεί­νου… Κι άν υ­πήρ­ξε πο­τέ αμ­φι­βο­λί­α -ή­σαν οι καλ­λίτε­ροι που τό υ­πο­στή­ρι­ξαν-, η αμ­φι­βο­λί­α α­φο­ρού­σε στούς ί­διους. Ή­ταν κά­τι σάν μιά δι­στα­κτι­κό­τη­τα νά δε­χθούν, ε­πι­τέ­λους, ό­τι εί­χαν εννο­ή­σει σω­στά… Κι έ­πει­τα.. έ­πει­τα, ποιός α­λη­θι­νά θά μπο­ρού­σε νά τό φα­νταστεί! Ποιός α­πʼ αυ­τούς νά τό μα­ντέ­ψει! Κι α­φού αυ­τοί, που τό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τών κα­θη­με­ρι­νών εν υ­πη­ρε­σί­α -καί πολ­λές φο­ρές εν αρ­γί­α- σκέ­ψε­ών τους, ε­στρέ­φε­το γύ­ρω α­πό ʽ­κεί­νον, δέν μπό­ρε­σαν… δέν διαι­σθάν­θησαν καμ­μιά, ού­τε λε­πτή, λε­πτω­τά­τη έ­στω, ρωγ­μή, στό συ­μπα­γές αυ­τό, αυ­τό­φω­το καί αυ­τάρ­κες σύ­νο­λο που α­πο­τε­λού­σε ε­κεί­νος… α­φού ό­χι αυ­τοί, ποιός… ποιός άλ­λος;
Αυ­τοί… Ό­ταν στήν προ­σπά­θεια νά τού δεί­ξουν τήν α­φο­σί­ω­σή τους, προ­σέ­φε­ραν τούς ε­αυ­τούς τους ελ­πί­ζο­ντας ά­γρια νά ε­νο­χλη­θούν… ε­κεί­νος δέν εί­χε δε­χθεί νά ε­νο­χλή­σει κα­νέ­ναν. Έκ­πλη­κτοι, έ­βλε­παν νά παίρ­νει τίς ε­πι­δα­ψι­λεύ­σεις καί τίς περ­ποι­ή­σεις τους χω­ρίς έκ­πλη­ξη, εύκο­λα κι α­πλά, χω­ρίς καμ­μιά συ­ναί­σθη­ση υ­πο­χρέ­ω­σης, σάν νά α­νε­λάμ­βα­νε μέ μιά γλυ­κιά κα­τα­δε­κτι­κό­τη­τα νά τίς με­τα­φέ­ρει αυ­τού­σιες, ό­πως τού πα­ρε­δό­θη­σαν, σέ κά­ποιον άλ­λον. Κι ό­ταν αυ­τοί, ώ­ρες ο­λό­κλη­ρες, ε­ξα­ντλού­σαν τήν ει­λι­κρί­νειά τους σέ μιά ε­ξο­μο­λό­γη­ση, μέ τήν α­μυ­δρή ελ­πίδα νά α­πο­σπά­σουν τήν δι­κή του…, έ­βλε­παν τό βλέμ­μα του νά ση­μα­δεύ­ει μέ ε­ξαι­ρε­τι­κή σο­βα­ρό­τη­τα τό κέ­ντρο τους, ε­νώ ε­κεί­νος, δο­σμέ­νος ο­λόκλη­ρος σʼ αυ­τή τήν α­κρό­α­ση, κου­νού­σε καί στίς πιό τρα­γι­κές α­φη­γή­σεις, μέ τό ί­διο φι­λι­κό χα­μό­γε­λο, τό κε­φά­λι, ώ­σπου στό τέ­λος, με­τα­νοιω­μέ­νοι γιά τήν πρό­θε­σή τους, τού α­πε­κά­λυ­πταν τίς πιό λε­πτές τους πτυ­χές γιά νά δεί πως τόν εί­χαν συγ­χω­ρέ­σει…
Κι α­κό­μα καί τήν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα… ό­ταν εί­χε ορ­μή­σει μέσα σάν νά τόν κυ­νη­γού­σαν, πε­λιδ­νός κι α­δυ­να­τι­σμέ­νος σέ μιά νύ­χτα ξαφ­νικά κι άρ­χι­σε νά ουρ­λιά­ζει πως αυ­τόν δέν εί­χε δι­καί­ω­μα κα­νείς νά τόν δι­κά­σει… πως τό παι­δί ή­ταν δι­κό του, ε­ντε­λώς δι­κό του!… πως ή­ταν αυ­τός!.. αυ­τός, ο ί­διος… πως ε­κεί­νος εί­χε α­να­λώ­σει τή ζω­ή του, εί­χε ε­ξα­ντλή­σει τό τα­λέ­ντο του μό­νο καί μό­νο γιά νά τό προ­στα­τεύ­σει… κι ό­ταν άρ­χι­σε νά πέφτει στά πό­δια τους καί νά τούς ε­κλι­πα­ρεί νά δούν πό­σο αυ­τός εί­χε δε­χθεί νά με­γα­λώ­σει, γιά νά πα­ρα­μεί­νει στήν τρυ­φε­ρή του η­λι­κί­α ε­κεί­νο… πόσο εί­χε δε­χθεί νά σκλη­ρύ­νει, ώ­στε τί­πο­τα νά μήν μπο­ρεί, δια­περ­νώ­ντας τον, νά θί­ξει τήν λε­πτή του ευ­αι­σθη­σί­α… πως εί­χε υ­πο­μεί­νει τίς δι­κές του αργές πα­ρα­μορ­φώ­σεις, γιά νά τό δια­τη­ρή­σει στήν αρ­χι­κή του ο­μορ­φιά… νά δούν μέ πό­σους καί πό­σους συμ­βι­βα­σμούς καί υ­πο­χω­ρή­σεις εί­χε δε­χθεί νά δια­φθα­ρεί, γιά νά δια­τη­ρη­θεί η γλυ­κειά του α­θω­ό­της… κι ό­ταν άρ­χισε νά τούς φι­λεί τά χέ­ρια, πα­ρα­κα­λώ­ντας τους νά με­τρή­σουν τά δά­κρυα που έ­χυσε, ώ­στε νά μήν τού λεί­ψει πο­τέ τό γέ­λιο… πως αυ­τός… αυ­τός α­νέ­λα­βε τήν ε­κτέ­λε­ση καί τήν πλή­ρη ευ­θύ­νη τής Εκ­δι­κή­σε­ως καί πως πο­τέ, ού­τε καί μιά έ­στω φο­ρά, δέν έ­λει­ψε, στό πρώ­το κά­λε­σμα, νά πα­ρου­σιά­σει τόν λε­πτο­με­ρή απο­λο­γι­σμό του πά­νω σʼ αυ­τό τό θέ­μα που τό­σο τό α­πα­σχο­λού­σε κι άς τό ρω­τήσουν… άς τό ρω­τή­σουν άν πά­ντα δέν ε­πέ­στρε­φε γε­μά­το ι­κα­νο­ποί­η­ση στά χα­ρού­με­να παι­χνί­δια του! Κι ό­σο γιά ʽ­κεί­νη τή φο­ρά που αυ­τός νό­μι­σε ό­τι εί­χε α­γα­πή­σει πο­λύ καί τό ι­κέ­τευε… αυ­τό εί­χε χτυ­πή­σει μέ τέ­τοιο πείσμα τό μι­κρό του πό­δι κά­τω κι εί­χε α­στρά­ψει μέ μιά τέ­τοια λάμ­ψη τά μά­τια του, που δέν ά­ντε­ξε νά τό ε­γκα­τα­λεί­ψει καί τού πα­ρέ­μει­νε πι­στός θυ­σιάζο­ντας…
Κι ό­ταν βγή­κε έ­ξω φω­νά­ζο­ντας ό­τι δέν θά τούς τό ε­πι­τρέ­ψει, ότι δέν θʼ α­φί­σει κα­νέ­να νά τού τό πά­ρει… α­κό­μα καί τό­τε κα­νείς δέν φαντά­στη­κε. Καί τήν άλ­λη μέ­ρα, ό­ταν τόν εί­δαν νά ε­τοι­μά­ζε­ται… πά­λι κα­νείς δέν εί­χε συ­νέλ­θει γιά νά μπο­ρέ­σει νά σκε­φτεί. Κι ό­ταν μʼ ό­λα τά ερ­γα­λεία έ­τοι­μα, τούς πρό­στα­ξε νά τόν α­φί­σουν μό­νο κι αυ­τοί κοι­τά­χτη­καν έ­ντρομοι ψά­χνο­ντας α­συ­ναί­σθη­τα γύ­ρω γιά τήν ε­τοι­μό­γεν­νη… αυ­τός τούς έσπρω­ξε έ­ξω καί πα­ρέ­μει­νε…
Έ­μπλε­οι στά μίγ­μα­τα τών α­πο­ριών τους εί­χαν α­φαι­ρε­θεί, ό­ταν α­κούστη­καν τά πρώ­τα βογ­γη­τά. Καί ί­σως ο ι­δρώ­τας στίς συ­στρε­φό­με­νες πα­λάμες τους νά τούς έ­κα­νε νά ση­κώ­σουν τά μά­τια… Κι ε­κεί… ε­ρευ­νώ­ντας ενα­γώ­νια τά έ­ξαλ­λα βλέμ­μα­τά τους, ί­σως νά πα­ρου­σιά­στη­κε η πρώ­τη νύ­ξις. Καί όρ­μη­σαν μέ­σα… Καί τόν εί­δαν! Εί­δαν τό ο­πλι­σμέ­νο χέ­ρι του νά ε­κτελεί τήν α­πο­κό­πτου­σα τρο­χιά του. Εί­δαν τήν α­χνί­ζου­σα δια­σπο­ρά τών εντο­σθί­ων… Καί κα­νείς… κα­νείς δέν ε­τόλ­μη­σε νά τόν στα­μα­τή­σει, ό­ταν εκεί­νος, μέ α­νορ­θω­μέ­νες τίς τρί­χες τής κε­φα­λής του, α­πε­νέ­με­το είς τόν ομ­φά­λιον λώ­ρον του!
Εί­παν… εί­παν πολ­λά!… Ο φο­βε­ρός φόρ­τος τού λει­τουρ­γή­μα­τος… η συ­νε­χώς ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη δια­δι­κα­σί­α… Η ει­κό­να τής ε­πι­τόκου, που θά έ­πρε­πε νά τόν κα­τέ­χει διαρ­κώς…
Ό­μως κα­νείς δέν ξέ­ρει! Κα­νείς δέν κα­τά­λα­βε! Κα­νε­νός η διαί­σθη­σις…
…Εί­ναι τό­σο ευ­γε­νι­κιά η χει­ρο­νο­μί­α σας! Ε­πι­τρέψ­τε μου νά μήν κα­θί­σω. Θά σάς πεί­ρα­ζε νά πα­ρα­μεί­νω όρ­θιος, ε­δώ στό πλά­ϊ σας, χω­ρίς νά σάς κρύ­βω τή θέ­α; Ό­χι; Ευ­χα­ρι­στώ… Δια­τη­ρώ τήν εκ­φρα­στι­κό­τη­τα τής α­βρής σας χειρο­νο­μί­ας. Αυ­τό μού φτά­νει.
Πώς εί­ναι δυ­να­τόν νά τά ξέ­ρω ό­λα αυ­τά;… Ε­πι­τρέψ­τε μου. Θά σάς ε­ξη­γή­σω. Αλ­λά α­κού­στε. Ξέ­ρε­τε ό­τι ε­κεί­νο τό τε­λευ­ταί­ο βρά­δυ ή­μουν μα­ζύ του; Δέν θά­ταν δυ­να­τόν νά τό φα­ντα­σθεί­τε; Κι ό­μως έ­στει­λε καί μέ κά­λε­σαν! Μή… μή μέ δια­κό­πτε­τε! Πα­ρα­κα­λώ…
Εί­δα έ­να θέ­α­μα θλι­βε­ρό… Ναί… ναί, ε­γώ τό λέ­ω αυ­τό! Κα­λά α­κού­σα­τε… Μιά ύπαρ­ξη ρου­φηγ­μέ­νη ή­ταν ε­κεί… τό­σο ξε­κομ­μέ­νη α­πό τό πε­ρι­βάλ­λον, τό­σο έ­ντο­να προ­βαλ­λό­με­νη που, γιά μιά στιγ­μή, νό­μι­σα πως τόν ά­κου­σα… ναί, ναί εί­χα α­κού­σει τόν ή­χο που τόν α­πο­μυ­ζού­σε συν­θλί­βο­ντας τίς ε­σω­τε­ρικές του δια­στά­σεις…
Α­μέ­σως ή­ξε­ρα! Ή­δη ή­ξε­ρα! Η… τολ­μώ νά πώ, προ­έ­κτα­σή μου, ε­γνώ­ρι­ζε… Ναί, ναί! Αυ­τή η προ­έ­κτα­σή μας στό μέλ­λον, που μάς δια­φεύ­γει κι ω­στό­σο… ω­στό­σο, εί­ναι τό­σο ση­μα­ντι­κή! Αυ­τή ξέ­ρει, αλ­λά ε­μείς… ε­μείς δέν έ­χου­με μά­θει νά τήν α­κού­με!.. Ώ, άν σάς τύ­χει… άν σάς συμ­βεί νά νοιώ­σε­τε κά­τι, μήν τό πα­ρα­με­ρί­σε­τε χά­ριν ε­νός συλ­λο­γι­σμού! Συ­γκρα­τή­στε το… ασκη­θεί­τε στό νά τό συ­γκρα­τεί­τε! Πο­τέ δέν θά δια­ψευ­σθεί!
Κι ε­γώ… γιʼ αυ­τό ή­ξε­ρα! Ή­ξε­ρα πως τόν εί­χε λά­βει. Πως τού εί­χε α­πο­σταλλεί. Κι αυ­τός ή­ταν ε­κεί… ε­κτε­θει­μέ­νος… ο­ρα­τός στήν πρώ­τη μα­τιά.. Ε­πι­δει­κνύ­ο­ντας μέ θα­νά­σι­μη κα­κε­ντρέ­χεια τήν ύ­παρ­ξή του. Γνω­ρί­ζο­ντας α­σφα­λώς τό α­νέ­φι­κτο τής άρ­νη­σης που προ­κα­λού­σε. Βιά­ζο­ντας μέ κα­κί­α τό βλέμ­μα, ε­γκα­τέ­λει­πε τό α­νε­ξί­τη­λο ί­χνος του στόν λευ­κό του φο­ρέ­α, το­νίζο­ντας τήν αιχ­μή τής α­πει­λής που τόν με­τέ­φε­ρε ώς ε­δώ α­πʼ τήν πηγή του…
Σάς έ­χει τύ­χει νά με­τρή­σε­τε πο­τέ αν­θρώ­πους; Στή σει­ρά;… Α­λή­θεια, πέ­στε μου, έ­χε­τε φα­ντα­στεί πο­τέ πώς μιά τρυ­φε­ρή καρ­διά θά μπο­ρού­σε νά στα­μα­τήσει τήν α­πρό­σε­κτη βιαιό­τη­τα τού α­γα­πη­μέ­νου της χε­ριού, πά­νω σέ κά­ποια α­ντι­κεί­με­να που ί­σως συ­μπα­θεί;… Στό πε­ρι­βάλ­λον μου, στό πε­ρι­βάλ­λον μου… ε­πι­τρέψ­τε μου, ό­που η σπα­νιό­της ε­πι­βάλ­λει τήν χρή­ση ο­ρι­σμέ­νων α­πʼ αυ­τά γιά πο­λύν και­ρό, θά τήν ά­κου­γα: «Έλα, πά­ψε, φτά­νει πιά! Εί­ναι φρι­χτό! Εί­ναι σάν νά με­τράς αν­θρώ­πους!»…
Σάς τό λέ­ω για­τί ε­κεί­νος… ε­κεί­νος, εί­χε α­να­γκα­στεί νά με­τρή­σει. Είχε α­να­γκα­στεί νά ο­νο­μά­σει μέ έ­ναν α­ριθ­μό αυ­τούς που τά ο­νό­μα­τά τους εί­χαν εξα­λει­φθεί διά πα­ντός, αυ­τούς που πα­ρέ­με­ναν α­κα­τα­νό­μα­στα κα­τα­χω­ρη­μέ­νοι στούς φο­βε­ρούς φα­κέλ­λους που πά­ντα… πά­ντα α­γνο­ή­θη­καν α­πό τήν Ι­στο­ρί­α… Καί τί εί­ναι η Ι­στο­ρί­α! Τί ξέ­ρει η Ι­στορί­α α­πʼ αυ­τά! Τί ξέ­ρουν οι ο­γκώ­δεις τό­μοι που συν­θλί­βο­νται α­πό τό ί­διο τους τό ά­χρη­στο βά­ρος!… Πό­σο σκλη­ρά τυ­φλός πρέ­πει νά εί­ναι έ­νας συγγρα­φέ­ας, πό­σο φρι­χτά μορ­φω­μέ­νος, γιά νά μπο­ρεί νά προ­σβάλ­λει έ­τσι τόν άνθρω­πο!…
Ε­κεί­νος εί­χε υ­πο­φέ­ρει. Εί­χε α­να­λω­θεί σʼ αυ­τήν τήν α­ντί­στρο­φη μέ­τρη­ση. Ή­θε­λε νά μά­θει τίς ζω­ές ό­λων, τού κα­θε­νός χω­ρι­στά, γιά νά μπο­ρέ­σει νά φτά­σει στήν αρ­χή. Ό­μως οι πλη­ρο­φο­ρί­ες ή­ταν ε­λά­χι­στες. Τά κεί­μενα α­πέ­κρυ­πταν α­ντί νά α­πο­κα­λύ­πτουν… Καί μό­νο κά­τι ει­κα­σί­ες ή­ταν δυ­να­τόν νά γί­νουν. Ναί. Ει­κα­σί­ες μό­νο…
Μά ό­χι… ό­χι. Αρ­κε­τά ώς ε­δώ. Δέν μπο­ρώ νά συ­νε­χί­σω πιά. Δέν θέ­λω νά ε­πανα­λά­βω. Μού φτά­νει μιά φο­ρά. Αρ­κε­τά υ­πέ­φε­ρα…
Άν ξέ­ρα­τε πό­σο προ­κλη­τι­κή εί­ναι η α­θω­ό­της που δια­κρί­νω ε­πά­νω σας! Άν μπο­ρού­σα­τε νά α­ντι­λη­φθεί­τε καί έ­να μι­κρό έ­στω μέ­ρος τού κιν­δύ­νου που δια­τρέ­χε­τε!…
Ώ, εί­ναι τό­σο ει­ρω­νι­κή η κί­νη­σή σας! Έ­χε­τε δί­κιο. Πώς θά ήταν δυ­να­τόν νά υ­πο­τι­μή­σε­τε τό­σο τόν ε­αυ­τό σας, ώ­στε νά φα­ντα­σθεί­τε ό­τι κιν­δυ­νεύ­ε­τε α­πό ʽμέ­να!…
Ή­δη δέν σάς διέ­φυ­γε ό­τι προ­σπα­θώ νά δι­καιο­λο­γη­θώ; Μά πώς κα­τα­φέ­ρα­τε καί δια­βά­σα­τε τήν καρ­διά μου; Τό­σο έ­ντο­να ε­ξε­δή­λω­σα τήν ι­διό­τη­τά μου; Τόσο λί­γο μέ προ­στά­τευ­σε η υ­πο­κρι­σί­α μου;…
Αλ­λά δέν εί­ναι έ­τσι ε­ντε­λώς! Υ­πάρ­χει έ­νας συ­ντε­λε­στής που δια­φεύ­γει τήν προ­σο­χή… Τά πρό­σω­πα μπερ­δεύ­ο­νται χω­ρίς οί­κτο… Χω­ρίς κανέ­ναν οί­κτο γιʼ αυ­τόν που προ­σπα­θεί νά εν­νο­ή­σει… Κι αυ­τός ο συ­ντε­λεστής α­πο­κα­λύ­πτε­ται μό­νο στό τέ­λος, ό­ταν πιά δέν μπο­ρεί νά υ­πάρ­ξει άλλη ε­κλο­γή. Ό­ταν καμ­μιά ε­ναλ­λα­κτι­κή λύ­ση δέν μπο­ρεί νά α­πο­κλί­νει α­πό τήν α­να­πό­φευ­κτη πο­ρεί­α τών πραγ­μά­των…
Ναί, τόν διέ­φθει­ρα!
Κι όμως… κι όμως, ό­λη μου η προ­σπά­θεια ή­ταν νά τόν προ­στα­τεύ­σω!… Διέ­τρεχε τό­σους κιν­δύ­νους… Τόν πε­ριέ­βαλ­λαν τό­σες πα­γί­δες… κι αυ­τός δέν διέ­θετε ι­κα­νό μέ­τρο καί α­κρι­βώς… α­κρι­βώς λό­γω τής ελ­λεί­ψε­ως αυ­τής γιά τήν ο­ποί­α υ­πεύ­θυ­νος ή­ταν η α­θω­ό­της του, κιν­δύ­νευε νά δια­φθαρεί μέ­τρια. Καί τό νά δια­φθα­ρεί κα­νείς μέ­τρια ση­μαί­νει νά γί­νει πρό­στυ­χος ή έ­στω καλ­λι­τέ­χνης. Ε­νώ ε­γώ ή­θε­λα νά τόν υ­ψώ­σω υ­πε­ρά­νω τής τέχνης που ε­πι­θυ­μού­σε! Καί τί εί­ναι έ­νας καλ­λι­τέ­χνης! Αυ­τός έ­πρε­πε νά γίνει ε­ρευ­νη­τής! Ή­δη η Εκ­δί­κη­σις τού εί­χε προ­σφερ­θεί!
Έ­χε­τε δί­κιο.. Δέν θά μπο­ρού­σε πο­τέ νά μού τό συγ­χω­ρέ­σει.
Ό­μως… όμως, α­κού­στε, οι ση­μειώ­σεις του… οι ση­μειώ­σεις του υ­πάρχουν. Τίς έ­χω δια­φυ­λά­ξει. Ε­δώ… πά­ντα τίς έ­χω μα­ζύ μου. Δια­τη­ρώ έ­τσι συνε­χώς τήν ε­πα­φή… Θέ­λε­τε νά σάς δια­βά­σω! Θά τό ε­πι­θυ­μού­σα­τε πο­λύ! Ώ, ευ­χαρι­στώ! Σάς ευ­χα­ρι­στώ… Νά, ο­ρί­στε, αρ­χί­ζω.
“Λοι­πόν θά προ­σπα­θή­σω νά μήν ε­πη­ρε­α­στώ άλ­λο. Με­τά α­πό τό­σες προ­σπά­θειες βλέ­πω νά μέ πε­ρι­μέ­νει κά­θε φο­ρά τό ί­διο α­διέ­ξο­δο. Α­κό­μα καί γιά τώρα δέν εί­μαι σί­γου­ρος ό­τι ξέ­φυ­γα. Αυ­τός μέ πα­ρα­μο­νεύ­ει ο­πωσ­δή­πο­τε καί πο­λύ φο­βά­μαι ό­τι παρʼ ό­λη τήν προ­σο­χή μου θά βρεί τήν ευ­και­ρί­α νά α­νακα­τευ­τεί ξα­νά. Ί­σως νά έ­χει αρ­χί­σει κιό­λας… Πο­τέ δέν μπό­ρε­σα νά κα­τα­λάβω τή στιγ­μή που άρ­χι­ζε. Τόν α­να­κά­λυ­πτα ξαφ­νι­κά. Μʼ έ­πια­νε σι­γά σι­γά μιά τέ­τοια α­δια­φο­ρί­α γιʼ αυ­τό που έ­γρα­φα, ώ­στε νό­μι­ζα πως τό χέ­ρι μου ή­ταν ξέ­νο, ε­νώ ε­γώ εί­χα τρα­βη­χτεί στήν πιό μα­κρυ­νή μου γω­νιά καί τό κοί­ταζα… Άρ­χι­ζε νά μή μέ α­φο­ρά ό,τι έ­γρα­φε, εί­χε φτω­χύ­νει τό­σο πο­λύ που πα­ραμόρ­φω­νε ό,τι ή­θε­λα νά πώ. Τό­τε στα­μά­τα­γα. Έ­σβυ­να τή μι­σή σε­λί­δα καί προ­σπαθού­σα νά γί­νω έ­τσι ό­πως ή­μουν σʼ ό,τι εί­χε γρα­φτεί πρίν απʼ αυ­τή… Αλ­λά αυ­τό δέν τό έ­χω κα­τα­φέ­ρει μέ­χρι τώ­ρα…
Καί τώ­ρα αυ­τά που λέ­ω μού φαί­νο­νται φτω­χά. Αλ­λά του­λά­χι­στον εί­ναι λι­γότε­ρο ψέμ­μα­τα.
Έ­πει­τα άρ­χι­σα κιό­λας νά α­πο­γο­η­τεύ­ο­μαι. Η ώ­ρα εί­ναι τέσ­σε­ρις κι άν θά κου­ρα­στώ καί πά­ω γιά ύ­πνο ξέ­ρω ό­τι θά ξυ­πνή­σω δια­φο­ρε­τι­κός. Αυ­τό γί­νεται κά­θε φο­ρά. Αύ­ριο ό­ταν προ­σπα­θή­σω νά συ­νε­χί­σω αυ­τό που θά α­φί­σω σή­μερα, πρέ­πει νά πιέ­σω τόν αυ­ρια­νό ε­αυ­τό μου νά ξα­να­βρεί τόν ση­με­ρι­νό. Κι αυ­τό δέν πι­στεύ­ω ό­τι γί­νε­ται. Ή­δη κι αυ­τή τήν γραμ­μή τήν γρά­φει κά­ποιος άλλος απʼ αυ­τόν που έ­γρα­ψε τήν πρώ­τη… Ε­νώ ε­κεί­νος… ε­κεί­νος δέν έχει με­τα­βλη­θεί κα­θό­λου α­πό τό­τε… Α­κό­μα καί η μέ­θο­δός του δέν έ­χει αλ­λά­ξει. Διεισ­δύ­ει α­πα­ρα­τή­ρη­τος τίς στιγ­μές που ξε­χνιέ­μαι­· κι ό­ταν ξα­να­γυ­ρί­ζω, βρί­σκο­μαι στήν μέ­ση τού έρ­γου που έ­χει στή­σει. Τό σκη­νι­κό, τά α­ντι­κεί­με­να, τά πρό­σω­πα, λει­τουρ­γούν μέ α­ξιο­θαύ­μα­στη πει­στι­κό­τη­τα κι αυ­τός πη­γαι­νο­έρ­χε­ται α­ει­κί­νη­τος, διορ­θώ­νο­ντας, αλ­λά­ζο­ντας, υπο­βάλ­λει τίς α­πα­ντή­σεις στίς ε­ρω­τή­σεις που προ­κα­λεί, σέρ­νο­ντας ό­λην αυ­τήν τήν ώ­ρα μα­ζύ του μιά ύ­παρ­ξη βου­βή, υ­πο­ταγ­μέ­νη ε­ντε­λώς στήν θέ­λη­σή του, που τήν πε­ρι­φέ­ρει ε­πι­δει­κνύ­ο­ντάς την, ή τήν βά­ζει νά κά­νει ο­ρι­σμέ­νες φι­γού­ρες, πά­ντα κά­τω α­πό τό ά­γρυ­πνο μά­τι του. Βυ­θι­σμέ­νη αλ­λε­πάλ­λη­λα στόν με­γά­λο πό­θο που τής ε­νέ­βαλ­λε, τού α­φί­νε­ται κα­θώς αυτός τρέ­φο­ντάς τον τήν πα­ρα­σύ­ρει… Νά δυό που κά­θο­νται σʼ έ­να τρα­πε­ζά­κι. Τά πρό­σω­πά τους φα­νε­ρώ­νουν πως κά­ποιες στιγ­μές στο­χα­σμού δέν θά τούς εί­ναι ά­γνω­στες. Η βου­βή ύ­παρ­ξη, υ­πα­κού­ο­ντας σʼ έ­να νεύ­μα του, περ­νά­ει δήθεν α­διά­φο­ρη α­πό ε­μπρός τους. Κά­ποια κί­νη­ση γί­νε­ται στό τρα­πε­ζά­κι. Τά κε­φά­λια σμί­γουν, μα­τιές ε­κτο­ξεύ­ο­νται, τά χεί­λια ψι­θυ­ρί­ζουν… Τό­τε αυτός πε­τά­γε­ται σάν α­στρα­πή μʼ έ­ναν δί­σκο στό χέ­ρι, αρ­πά­ζει τίς φρά­σεις καί τίς προ­σφέ­ρει θριαμ­βευ­τι­κά στήν ύ­παρ­ξη που α­πο­μα­κρύ­νε­ται: -Ξέρεις, αυ­τός… ε­κεί­νο τό θαυ­μά­σιο έρ­γο…-.
Κα­ϋ­μέ­νη βου­βή μου ύ­παρ­ξη! Τί θά γί­νει μʼ αυ­τόν τόν τσαρ­λα­τά­νο! Πώς θά γλιτώ­σω ε­πι­τέ­λους α­πό τά τσα­κί­σμα­τα καί τίς γλύ­κες του…
Μού φαί­νε­ται πως δέν θά μπο­ρέ­σω. Τίς ώ­ρες που ε­γώ θά ε­λατ­τώ­νω τήν προσο­χή μου, πά­ντα αυ­τός θά βρί­σκει τήν ευ­και­ρί­α νά σέ παίρ­νει ά­βου­λη στά χέ­ρια του καί νά σέ σέρ­νει στά κα­φε­νεί­α καί στούς δρό­μους ε­πι­δει­κνύ­ο­ντάς σε… Παρʼ ό­λες τίς ρη­τές α­πα­γο­ρεύ­σεις, παρʼ ό­λους τούς ε­ξευ­τε­λι­σμούς που έ­χει υ­πο­στεί γιά τό τα­πει­νό του φέρ­σι­μο, αυ­τός κά­θε φο­ρά α­να­συντάσ­σε­ται, α­να­διορ­γα­νώ­νει τίς σκορ­πι­σμέ­νες του δυ­νά­μεις, κα­τα­φέρ­νει νά ξε­χνά­ει, νʼ α­δια­φο­ρεί γιά τά προ­η­γού­με­να…”.
Δια­κρί­νε­τε… δια­κρί­νε­τε τί α­πλό­της υ­πάρ­χει στό ύ­φος; Πό­ση ει­λι­κρί­νεια φα­νε­ρώ­νε­ται στήν έκ­φρα­ση; Καί πα­ρα­τη­ρεί­τε… πα­ρα­τη­ρεί­τε μέ πό­ση α­κρί­βεια μέ έ­χει ε­ντο­πί­σει; Πώς έ­χει α­ντι­λη­φθεί τόν τρό­πο που λει­τουρ­γώ;… Ό­μως νά έ­να άλ­λο φύλ­λο. Α­κού­στε:
“Αρ­χί­ζω νά γρά­φω ξα­νά μέ με­λά­νι. Τό ρο­λό­ϊ λέ­ει ε­φτά­μι­ση α­πό­γευ­μα. Προ­σπα­θώ νά συ­νε­χί­σω τά χτε­σι­νά…
Α­γό­ρα­σα έ­να μπου­κά­λι με­λά­νι. Έ­κα­νε α­κρι­βά. Δέν εί­χα καμ­μιά διά­θε­ση νά πλη­ρώ­σω τό­σα πολ­λά γιά έ­να μπου­κά­λι με­λά­νι, αλ­λά ό­ταν μού εί­παν τήν τι­μή δέν τόλ­μη­σα νά αρ­νη­θώ στήν υ­πάλ­λη­λο που μέ κοί­τα­ζε μέ υ­πε­ροψί­α. Καί τό πή­ρα. Ε­γώ που με­τρώ τίς δε­κά­ρες γιά τό φαΐ!… Μέ α­νά­γκα­σε η υ­πο­χρέ­ω­ση που δη­μιούρ­γη­σα ό­ταν α­πά­ντη­σαν στήν ε­ρώ­τη­σή μου. Ναί, έ­νοιω­θα υ­πο­χρε­ω­μέ­νος στήν υ­πάλ­λη­λο που μού εί­πε: «Έ­χου­με, ο­ρίστε». Αυ­τή η α­πά­ντη­ση μέ έ­κα­νε νά νοιώ­θω ευ­γνω­μο­σύ­νη… Τώ­ρα που τό συλλο­γί­ζο­μαι, εί­μαι γε­μά­τος θυ­μό. Θυ­μό γιά τήν μα­ταιο­δο­ξί­α μου. Μέ κο­λά­κε­ψε που μέ πρό­σε­ξαν, που μού α­πη­ύ­θυ­ναν τόν λό­γο, που κα­τα­δέ­χτη­καν νά α­σχολη­θούν μα­ζύ μου… Εί­νʼ α­λή­θεια ό­τι έ­χω νά μι­λή­σω δυό βδο­μά­δες μέ άν­θρωπο. Εν­νο­ώ νά κου­βε­ντιά­σω μέ κά­ποιον, κι ό­χι τίς α­να­γκα­στι­κές λέ­ξεις στό ε­στια­τό­ριο, ό­ταν δί­νω τήν πα­ραγ­γε­λί­α ή στό πε­ρί­πτε­ρο ό­ταν ζη­τώ κά­τι. Κι ί­σως γιʼ αυ­τό.. Αλ­λά νο­μί­ζω ό­τι μέ υ­πέ­βαλ­λε καί τό πε­ρι­βάλ­λον. Ήταν έ­να πο­λυ­τε­λές χαρ­το­πω­λεί­ο κι η υ­πάλ­λη­λος, μιά ώ­ρι­μη κυ­ρί­α, μπορεί η ι­διο­κτή­τρια, εί­χε πολ­λή ά­νε­ση… Ί­σως νά­χω γί­νει υ­περ­βο­λι­κά ευ­αί­σθη­τος αυ­τές τίς μέ­ρες… Καί γιά τά γκαρ­σό­νια αι­σθά­νο­μαι ευ­γνω­μοσύ­νη ό­ταν μέ ρω­τούν: «Τί θά πά­ρε­τε;», καί στόν πε­ρι­πτε­ρά ό­ταν μι­λά­ω προ­σπαθώ νά μήν πώ κά­τι συ­νη­θι­σμέ­νο κι α­διά­φο­ρο, ι­δί­ως ό­ταν εί­ναι γυ­ναί­κα καί κά­θε φο­ρά σκέ­φτο­μαι πρώ­τα τί θά πώ καί μό­νο άν τό ε­γκρί­νω μι­λά­ω καί πολλές φο­ρές αρ­γώ μέ­χρι νά σκε­φτώ κι ο άλ­λος μέ κοι­τά­ει μέ α­πο­ρί­α μέσʼ απʼ τίς σο­κο­λά­τες. Ε­κτός κι άν εί­μαι α­φη­ρη­μέ­νος, ο­πό­τε αυ­τό που λέ­ω βγαί­νει αυ­θόρ­μη­τα… Ό­μως κά­πο­τε, ε­πει­δή μι­λά­ω σι­γά, μέ τόν θό­ρυ­βο τού δρό­μου, ο πε­ρι­πτε­ράς δέν α­κού­ει κα­λά καί ρω­τά­ει δυό τρείς φο­ρές τί εί­πα, έ­τσι που α­να­γκά­ζο­μαι νά ε­πα­να­λά­βω, αλ­λά­ζο­ντας τά λό­για χωρίς νά τό θέ­λω καί δυ­να­μώ­νο­ντας τή φω­νή, τά χά­νω, ξε­ρο­βή­χω, κοκ­κι­νί­ζω καμ­μιά φο­ρά κι η φω­νή που βγαί­νει δυ­να­τή α­πό μέ­σα μου μοιά­ζει σάν ξέ­νη, δέν ή­ταν κα­θό­λου αυ­τή που ή­θε­λα, ού­τε έ­λε­γε ό,τι εί­χα ε­τοι­μά­σει καί νοιώθω ε­κτε­θει­μέ­νος… Σχε­δόν πά­ντα γί­νο­μαι νευ­ρι­κός, τά ρέ­στα μού πέ­φτουν μέσʼ στίς κα­ρα­μέλ­λες καί γε­νι­κά η συ­μπε­ρι­φο­ρά μου μού ξε­φεύ­γει καί βιάζο­μαι νά α­πο­μα­κρυν­θώ απʼ αυ­τόν τόν ξέ­νο ε­αυ­τό μου, ε­νώ έ­να πλή­θος ε­πι­χει­ρή­μα­τα πα­ρου­σιά­ζο­νται γιά νά τού δι­καιο­λο­γή­σουν κά­θε κί­νη­ση καί συ­ζη­τώ­ντας έ­τσι ξε­χνιέ­μαι μή προ­σέ­χο­ντας πού πά­ω…
Κα­νο­νι­κά αυ­τή θά έ­πρε­πε νά νοιώ­θει υ­πο­χρε­ω­μέ­νη. Ε­γώ θά τής έ­κα­να τή χά­ρη α­γο­ρά­ζο­ντας απʼ τό κα­τά­στη­μά της… Αλ­λά εί­χε τό­ση ά­νε­ση που τά πράγ­μα­τα α­να­πο­δο­γυ­ρί­στη­καν…
Θυ­μά­μαι μιά φο­ρά που έ­πι­να κα­φέ σʼ έ­να ζα­χα­ρο­πλα­στεί­ο, πα­ρα­μο­νές Πά­σχα. Δέν εί­χα τί νά κά­νω καί τρι­γύρ­να­γα στούς δρό­μους, ή­μουν έ­να μή­να κρυω­μέ­νος καί παρʼ ό­λη τή λια­κά­δα τό κρύ­ο δέν έ­λε­γε νά φύ­γει κι ό­πως εί­χα ι­δρώσει κά­τω απʼ τό σακ­κά­κι καί τʼ α­διά­βρο­χο, εί­πα νά βρώ μιά θέ­ση σʼ έ­να τρα­πε­ζά­κι μʼ έ­ναν κα­φέ… Λοι­πόν, εί­χα τε­λειώ­σει τό δεύ­τε­ρο τσι­γά­ρο, ό­ταν μπήκε μέ­σα μιά κα­λο­βαλ­μέ­νη γε­ρο­ντο­κό­ρη, ό­πως συ­μπέ­ρα­να αρ­γό­τε­ρα, καί ζήτη­σε νʼ α­γο­ρά­σει μιά βα­σι­λό­πιτ­τα… Ε­πί δέ­κα λε­πτά τα­λαι­πω­ρού­σε τήν υ­πάλ­λη­λο που έ­δει­χνε κα­θα­ρά τή δυ­σα­ρέ­σκειά της, συ­ζη­τώ­ντας ω­στόσο κι αυ­τή καί μά­λι­στα πα­ρα­σύ­ρο­νταν α­πό κά­θε ε­ρώ­τη­ση, νο­μί­ζο­ντάς την προ­φα­νώς τε­λευ­ταί­α κι έ­λε­γε πε­ρισ­σό­τε­ρα, μέ α­πο­τέ­λε­σμα νά δί­νει στήν άλ­λη τήν ευ­και­ρί­α νά κά­νει κά­ποια πα­ρα­τή­ρη­ση που προ­κα­λού­σε μιάν άλ­λη ε­ρώ­τη­ση καί τό πράγ­μα συ­νε­χί­ζο­νταν. Η υ­πάλ­λη­λος ε­κνευ­ρί­ζο­νταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ό­σο δέν εύρι­σκε τρό­πο νά ξε­φύ­γει, ε­νώ η άλ­λη έ­δει­χνε νά τρέ­φε­ται μέ ό,τι συ­νέ­βαι­νε. Τρά­βα­γε τήν συ­ζή­τη­ση κυ­ριο­λε­κτι­κά απʼ τά μαλ­λιά, προ­σπα­θώ­ντας νά πει­σθεί η ί­δια νʼ α­γο­ρά­σει, δη­λα­δή λέ­γο­ντας αυ­τή τά ε­πι­χει­ρή­μα­τα που θά τήν έ­πει­θαν, γιά τήν ποιό­τη­τα τού γλυ­κί­σματος, γιά τόν τρό­πο ψη­σί­μα­τος κ.τ.λ., δί­νο­ντας στήν άλ­λη τήν ευ­και­ρί­α ί­σα ίσα νά τά πα­ρα­δε­χτεί κι α­μέ­σως συ­νέ­χι­ζε, ε­φευ­ρί­σκο­ντας μέ μιά ευ­κο­λί­α εκ­πλη­κτι­κή τήν συ­νέ­χεια, που ε­γώ ό­σο κι άν έ­στι­βα τό μυα­λό μου δέν τά κα­τά­φερ­να. Τό πρό­σω­πό της, α­κί­νη­το, δέν φα­νέ­ρω­νε κα­θό­λου τόν ε­σω­τε­ρικό της κό­σμο, ε­νώ ό­ταν μί­λα­γε χα­μο­γε­λού­σε μʼ έ­ναν ι­διαί­τε­ρα στρα­βό τρό­πο α­να­ση­κώ­νο­ντας πα­ρά­ξε­να τόν έ­να της ώ­μο, σά νά­βα­ζε τε­λεί­α έ­τσι στήν φρά­ση της, πράγ­μα που φα­νέ­ρω­νε ό­τι ζού­σε μό­νη, μέ κα­νέ­να σκυ­λά­κι ί­σως ή τί­πο­τα γα­τιά πιό πι­θα­νόν καί η βα­σι­λό­πιτ­τα θά μοι­ρά­ζο­νταν α­νά­λο­γα ό­ταν ε­πέ­στρε­φε… Θά ή­θε­λα νά τήν δώ α­νά­με­σά τους. Θά φτιά­χνο­νταν στόν κα­θρέ­φτη προ­σε­κτι­κά πρίν νά κά­τσει στό τρα­πέ­ζι τό με­ση­μέ­ρι κι αυ­τά πλυ­μένα καί χτε­νι­σμέ­να θά φό­ρα­γαν τά κορ­δελ­λά­κια τους. Μπλέ, κόκ­κι­νο… Ί­σως νάχε καί κε­ριά στό τρα­πέ­ζι… Δέν θά­πρε­πε νά εί­χε γεν­νή­σει πο­τέ. Φα­ντά­ζο­μαι πως ό­ταν πιό πα­λιά έ­κα­νε έ­ρω­τα δέν θά­φι­νε κα­νέ­να νά τε­λειώ­σει μέ­σα της. Καί νο­μί­ζω ό­τι δέν θά τούς συγ­χώ­ρε­σε πο­τέ ε­πει­δή τήν σε­βά­στη­καν. Κι αυ­τή ίσως νά μήν εί­χε φτά­σει πο­τέ στόν ορ­γα­σμό. Μό­νη της τώ­ρα τά βρά­δυα στό κρεβ­βά­τι θά ί­δρω­νε κι ί­σως νά­χε τήν ι­διαί­τε­ρη γω­νιά τού μα­ξι­λα­ριού που θά προ­τι­μού­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο…
Τώ­ρα που τό λέ­ω αυ­τό, νοιώ­θω μιά συ­γκί­νη­ση. Πά­ντα μέ συ­γκι­νού­σε τρο­με­ρά η σκέ­ψη μιάς γυ­ναί­κας που αυ­να­νί­ζε­ται. Έ­νοιω­θα νά ζη­λεύ­ω α­φά­ντα­στα κι ε­ρε­θι­ζό­μουν πο­λύ. Δέν έ­χω δεί πο­τέ γυ­ναί­κα νά αυ­να­νί­ζε­ται. Φα­ντά­ζομαι ό­τι θά εί­ναι ε­ξαί­σιο άν εί­ναι καλ­λιερ­γη­μέ­νη καί ντρέ­πε­ται. Οι κι­νή­σεις θά εί­ναι αρ­γές κι ο στε­ναγ­μός θά έ­χει μιάν υ­γρή πα­θη­τι­κότη­τα ό­ταν αυ­τή θά σβύ­νει… Μιά φο­ρά στό Πα­ρί­σι εί­δα στήν βι­τρί­να ε­νός μι­κρού πα­λαιο­πω­λεί­ου χα­μέ­νου σέ κά­ποια γει­το­νιά, έ­να α­νά­γλυ­φο α­πό κάποια λεί­α ύ­λη που έ­δει­χνε μιά ό­μορ­φη γυ­ναί­κα, τε­ντω­μέ­νη, μέ τό κε­φά­λι ριγμέ­νο πί­σω, σέ μιάν έ­ξο­χη στά­ση έκ­στα­σης, ε­νώ τό έ­να της χέ­ρι ά­γι­ζε τρυ­φερά τό αι­δοί­ο της που πρό­βαλ­λε προ­κλη­τι­κό μέσʼ απʼ τά μό­λις α­νοιγ­μένα σκέ­λη… Πέ­ρα­σα πολ­λές φο­ρές α­πό ʽκεί, ώ­σπου δέν τό ξα­νά­δα πιά… Φα­ντά­ζομαι πως πο­τέ δέν θά μπο­ρού­σα νά ζη­λέ­ψω ά­ντρα έ­τσι, έ­στω κι άν κρά­τα­γε τήν πιό ό­μορ­φη γυ­ναί­κα στήν α­γκα­λιά του…
Άρ­χι­σα νά νοιώ­θω κίν­δυ­νο. Ε­κεί­νος πα­ρα­μο­νεύ­ει. Έ­πια­σα ε­κεί­νη τή χαρά που γεν­νά­ει ο θαυ­μα­σμός κι η α­να­γνώ­ρι­ση. Πά­ντα βλέ­πει απʼ τό τέ­λος πρός τήν αρ­χή… Στα­μα­τά­ω λοι­πόν ε­δώ”.
Εί­στε ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος; Βρί­σκε­τε α­λή­θεια νά υ­πάρ­χει τί­πο­τα μέ­σα σʼ αυτά που νά προ­ε­τοι­μά­ζει, που νά προ­α­ναγ­γέλ­λει;… Θά προ­τι­μού­σα­τε νά σάς οδη­γή­σω ε­γώ; Ε­λά­τε λοι­πόν, άς κά­νου­με έ­να άλ­μα πιό μπρο­στά…
“Ε­κεί­νος εί­χε εμ­φα­νι­στεί ό­ταν μέ διέ­συ­ραν γιά πρώ­τη φο­ρά. Χα­μο­γε­λούσε πί­σω απʼ τόν δια­συρ­μό μου κοι­τά­ζο­ντάς με, ώ­σπου τόν πα­ρα­μέ­ρι­σε μʼ ένα βή­μα καί μού έ­τει­νε τό χέ­ρι… Αυ­τό τό χέ­ρι, τό ί­διο πά­ντα ευ­γε­νι­κό, εμ­φανί­ζο­νταν με­τά α­πό κά­θε δια­συρ­μό μου. Μέ μιά προ­θυ­μί­α που αύ­ξαι­νε α­πό φο­ρά σέ φο­ρά, μέ α­να­σή­κω­νε α­πο­κα­θι­στώ­ντας με.
Έ­πρε­πε νά ρω­τή­σω: «Για­τί!». Έ­πρε­πε νά α­πα­ντή­σω σω­στά. Πο­τέ λά­θος δέν είχε γί­νει δε­κτό. Λά­θος ή­ταν ό­ταν απʼ τήν α­πά­ντη­ση δέν ξε­πη­δού­σε έ­να και­νούρ­γιο για­τί. Πο­τέ δέν τε­λειώ­να­με. Πά­ντα έ­φευ­γε μό­λις δια­πί­στω­νε έ­στω καί τήν πα­ρα­μι­κρή κού­ρα­ση ε­πά­νω μου… Τίς λί­γες στιγ­μές που α­τέ­νι­ζε μα­ζύ μου τήν Εκ­δί­κη­ση, χα­μο­γε­λού­σε, δια­κρί­νο­ντας τήν α­νυ­πο­μο­νη­σί­α τής ό­ρα­σής μου που ε­πι­θυ­μώ­ντας έ­τσι πα­ρα­μόρ­φω­νε…
Τό δά­χτυ­λό του α­πα­γό­ρευε τρυ­φε­ρά στά χεί­λια μου τήν δι­καιο­λο­γί­α που ήδη ξε­κι­νού­σε. Ε­γώ έ­πρε­πε πά­ντα νά πα­ρα­μέ­νω α­δι­καιο­λό­γη­τος, ώ­στε νά μή μπο­ρεί νά στα­θεί καμ­μιά δι­καιο­λο­γί­α γιά τούς άλ­λους…
Α­πό τό­τε, άρ­χι­σα σι­γά σι­γά νά κα­τα­λα­βαί­νω ό­τι ε­ξα­γό­ρα­ζα τίς σκέ­ψεις μου μέ τήν σιω­πή ε­νός μι­κρού παι­διού.
Ό­ταν κά­πο­τε τού τό εί­πα, γύ­ρι­σε τό πρό­σω­πό του α­πό τήν α­ντί­θε­τη με­ριά κι έ­μει­νε γιά λί­γο σιω­πη­λός. Νο­μί­ζω πως εί­χε δα­κρύ­σει, αλ­λά ό­ταν μί­λησε, στήν φω­νή του υ­πήρ­χε έ­νας θρί­αμ­βος.
Δέν χρειά­στη­κε πο­λύς και­ρός γιά νά βε­βαιω­θώ πως τήν κρί­ση­μη ε­κεί­νη στιγ­μή θά έ­με­να ε­ντε­λώς μό­νος. Πως, άν α­πο­φά­σι­ζα, η σχέ­ση που θά εμφα­νί­ζο­νταν θά ή­ταν α­νε­πί­στρε­πτη. Ο δια­χω­ρι­σμός θά ή­ταν πλή­ρης. Εκεί­νος θά πα­ρου­σιά­ζο­νταν μέ ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κή μορ­φή, ε­νώ ε­γώ θά έ­πρε­πε νά ε­γκα­τα­λεί­ψω τό σιω­πη­λό αυ­τό παι­δί γιά πά­ντα στίς φρο­ντί­δες του…
Ναί, ή­ταν βέ­βαιο πως άν α­πο­φά­σι­ζα, ε­κεί­νος δέν θά ε­πέ­τρε­πε νά επι­κα­λε­σθώ τήν ο­ποια­δή­πο­τε πα­ρα­μόρ­φω­ση. Έ­πρε­πε σʼ αυ­τό τό σιω­πη­λό πλάσμα νά α­να­γνω­ρί­σω τό δι­καί­ω­μα νά α­να­μέ­νει. Έ­πρε­πε νά τού πα­ρα­χω­ρή­σω τό «Για­τί­», τού ο­ποί­ου τήν πλή­ρη δια­χεί­ρη­ση θά α­νε­λάμ­βα­νε ε­κεί­νος… Ή­ξε­ρα πως η κού­ρα­σή μου δέν θά στα­μα­τού­σε πιά τήν ε­ξά­σκη­ση αυ­τής τής κη­δε­μο­νί­ας. Άν καί θά εί­χα τό δι­καί­ω­μα νά α­ντι­στα­θώ, ποιά δι­καιο­λο­γία θά μπο­ρού­σε νά τόν φι­μώ­σει;
Θαρ­ρώ πως ε­κεί­νος εί­χε αρ­χί­σει κιό­λας νά ε­τοι­μά­ζε­ται. Μού εί­παν πως ό­ταν τόν ρώ­τη­σαν γιά μέ­να, εί­πε μʼ ε­κεί­νο τό φο­βε­ρό του ύ­φος: «Διαρ­κώς καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­νι­σχύ­ε­ται στήν ά­πο­ψή του ό­τι έ­χει δια­συρ­θεί ά­πειρες φο­ρές στό πα­ρελ­θόν καί γιά πά­ντα. Μά­λι­στα τώ­ρα καί αρ­κε­τόν και­ρό, δέν έ­χει διά­θε­ση νά συ­ζη­τή­σει γιά τί­πο­τε άλ­λο ε­κτός απʼ αυ­τό καί ε­ξακο­λου­θεί νά ε­πι­μέ­νει μέ μιά διαρ­κώς αυ­ξα­νό­με­νη έ­ντα­ση, που ί­σως ο­φεί­λε­ται στίς ό­λο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­σε­κτι­κές ε­κτι­μή­σεις τής ντρο­πής του… Καί δέν αμ­φι­βάλ­λω, ό­τι με­τά α­πό τίς τό­σες συ­ζη­τή­σεις που προ­κά­λεσε γύ­ρω απʼ αυ­τό τό θέ­μα, εί­ναι σχε­δόν βέ­βαιος πως η ντρο­πή του γιά κάθε δια­συρ­μό έ­χει ση­μα­ντι­κά αυ­ξη­θεί».
Ώ, πώς τού ά­ρε­σε νά τούς κο­ρο­ϊ­δεύ­ει έ­τσι!.. Έ­πρε­πε νά σι­γου­ρευ­τούν πως τό πα­ρόν μου θά εί­ναι δια­πο­τι­σμέ­νο ο­λό­κλη­ρο μέ τόν φό­βο τών ε­περ­χό­με­νων δια­συρ­μών. Ό­τι θά εί­ναι μιά ε­πί­πο­νη προ­σε­κτι­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α γιά νά α­ντα­πε­ξέλ­θω στήν ε­πι­δρο­μή τους. Πως θά α­να­λι­σκό­μουν στήν κα­τα­σκευ­ή τών δι­καιο­λο­γιών μου… Τούς ε­πέ­τρε­ψε νά μέ δούν ό­πως ή­θε­λαν. Νά σι­γουρευ­τούν πως τούς μοιά­ζω… Τούς πρό­λα­βε, πρίν αρ­χί­σουν νά α­πο­ρούν, πως δέν θά πα­ρέ­λει­πα τό δεύ­τε­ρο σκέ­λος. Πως δέν θά υ­στε­ρού­σα στήν ό­λο καί πιό καλ­λιερ­γη­μέ­νη προ­σπά­θεια τής εκ­δί­κη­σης γιά τούς προ­η­γού­με­νους δια­συρ­μούς. Καί τούς δια­βε­βαί­ω­σε πως καί τίς δυό προ­σπά­θειες φυ­σι­κά, θά τίς συ­ντη­ρού­σε η διαρ­κώς αυ­ξα­νό­με­νη ντρο­πή μου καί γιά αυ­τούς που πέ­ρα­σαν καί γιά ε­κεί­νους που μέλ­λο­νταν νά ʽρ­θούν καί που θά ζού­σα μέ τήν φα­ντασί­α μου… Ποιός με­τά απʼ αυ­τά θά μπο­ρού­σε νά υ­πο­ψια­στεί τόν συ­ντε­λεστή που κα­θό­ρι­ζε τίς με­τα­βο­λές, στίς ο­ποί­ες μέ ο­δη­γού­σε ε­κεί­νος; Ποιός θά ή­ταν δυ­να­τόν νά α­ντι­λη­φθεί τήν α­που­σί­α τής Ε­νο­χής;
Ξέ­ρω λοι­πόν ό­τι πρώ­τος αυ­τός γνω­ρί­ζει τήν βε­βαιό­τη­τα τής κα­τα­δί­κης μου. Πως ό­σοι μπο­ρέ­σουν νά εν­νο­ή­σουν, θά εί­ναι τό ί­διο α­δύ­να­μοι, ό­πως εγώ, μπρο­στά στήν ι­σχυ­ρή α­νι­κα­νό­τη­τα τών άλ­λων. Γνω­ρί­ζει πως ό­ταν εγώ θά κα­λη­με­ρί­ζω, εκ­θέ­το­ντας τήν πρω­ϊ­νή μου με­τα­βο­λή πρός α­να­γνώ­ριση, οι άλ­λοι θά α­παι­τούν, ε­πι­δει­κνύ­ο­ντας τήν δια­τή­ρη­ση τού χτε­σι­νού των πτώ­μα­τος.
Σέ τί ά­ρα­γε ο­φεί­λω τήν εμ­φά­νι­σή του; Μέ ποιά ευ­αί­σθη­τα όρ­γα­να ι­χνηλά­τη­σε τήν πο­ρεί­α τού μί­σους μου, ώς ε­μέ­να; Τόν φα­ντά­ζο­μαι, τώ­ρα, νά πε­ριμέ­νει μέ υ­πο­μο­νή, ά­γρυ­πνος, σέ κά­ποια α­νυ­πο­ψί­α­στη γω­νιά μου, τήν στιγμή που αυ­τό θά έ­φτα­νε στό πιό ψη­λό ση­μεί­ο του, ώ­στε νά κα­τα­λά­βω πως ή­ταν ψεύ­τι­κο. Κι ό­ταν η α­γω­νί­α γιά τήν α­πώ­λεια τής Εκ­δί­κη­σης άρ­χι­σε νά προ­κα­λεί τήν πτώ­ση μου, ε­ξήλ­θε κρα­τώ­ντας τά δια­πι­στευ­τή­ριά του. Ί­σως θά­πρε­πε νά μήν τά δε­χτώ. Αλ­λά μπρο­στά στήν πα­ρα­μόρ­φω­ση τού Κα­λού που μού α­πε­κά­λυ­ψε ε­νέ­δω­σα.
Τί νό­η­μα θά εί­χε νά α­να­λω­θώ στήν ι­κα­νο­ποί­η­ση τού κα­θη­με­ρι­νού τους μέ­τρου που μέ διέ­συ­ρε; Πώς θά μπο­ρού­σα νά ε­ξα­κο­λου­θώ νά υ­πο­βι­βά­ζω τό Κα­λό στόν ρό­λο τού συ­ντη­ρη­τού τών α­ξιών τους; Ε­κεί­νος μού ζή­τη­σε νά τό τι­μή­σω σάν τήν με­γα­λειω­δέ­στε­ρη ε­φεύ­ρε­ση, σάν τήν α­παρ­χή τής ε­πανά­στα­σης τού αν­θρώ­που ε­νά­ντια στόν Νό­μο καί στόν ί­διο τόν άν­θρω­πο. Που ό­ταν χά­ρη σʼ αυ­τό μπό­ρε­σαν πιά νά α­ντι­λη­φθούν τήν εκ­δί­κη­ση, η ίδια η αί­σθη­σή του μέ­σα τους αρ­νιώ­ταν νά α­πο­δε­χτεί τίς μορ­φές της που πρό­τει­ναν, ώ­στε η προ­σβε­βλη­μέ­νη αι­σθα­ντι­κό­τη­τά τους δέν ά­ντε­χε καί κά­θε φο­ρά τίς α­πέ­βαλ­λε… Τό­τε συ­νέ­βαι­νε η Με­τα­βο­λή! Τό­τε οι Α­ξί­ες κα­τερ­ρί­πτο­ντο!…
Τούς τε­λευ­ταί­ους δι­σταγ­μούς μου, τά τε­λευ­ταί­α μου ε­πι­χει­ρή­μα­τα, νά πώς αρ­νή­θη­κε νά τά δε­χθεί: «Κά­πο­τε παύ­ουν νά υ­πάρ­χουν κρε­μά­λες. Αυ­τό σημαί­νει πως ε­κεί­νοι που μπο­ρούν νά κρε­μούν δέν έ­χουν πιά ε­χθρούς νά κρε­μά­σουν. Τό­τε ό­μως αλ­λά­ζει ο κό­σμος, για­τί ο ε­χθρός έ­χει τώ­ρα ή­δη μπεί μέ­σα τους»”.
(4)
1975
Υ­πάρ­χει έ­να όν τού ο­ποί­ου τήν πα­ρου­σί­α δέν μπο­ρώ νά α­ντέ­ξω: εί­μαι ε­γώ α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νος.
Κά­πο­τε παύ­ουν νά υ­πάρ­χουν κρε­μά­λες. Αυ­τό ση­μαί­νει πως ε­κεί­νοι που μπο­ρούν νά κρε­μούν δέν έ­χουν πιά ε­χθρούς νά κρε­μά­σουν. Τό­τε ό­μως αλ­λάζει ο κό­σμος, για­τί ο ε­χθρός έ­χει τώ­ρα ή­δη μπεί μέ­σα τους.
Ε­πει­δή έ­τυ­χε νά έ­χει ο­νει­ρευ­τεί συ­χνά, τώ­ρα κοι­τά­ζει τα ό­νει­ρα σάν κά­τι που τού τό χρω­στού­σαν. Τό πε­ριε­χό­με­νό τους φαί­νε­ται πως τό εί­χαν δα­νει­στεί στό πα­ρελ­θόν κά­ποιοι μα­κρυ­νοί συγ­γε­νείς, πρό­σω­πα έ­μπι­στα -ο καθέ­νας τους εί­χε καί μιά μι­κρή τρά­πε­ζα-, τώ­ρα πιά ο­ρι­στι­κά χα­μέ­νοι.
Μέ­σα στό κε­νό που μέ συ­μπλη­ρώ­νει, α­πό ε­κεί­νη τή στιγ­μή καί πρός τά πίσω, εί­ναι ο τό­πος που ξε­πή­δη­σες. Αυ­τή εί­ναι η μή­τρα που σέ γέν­νη­σε. Ε­κεί χω­ρίς νά ʽρω­τη­θώ, σʼ αυ­τόν τόν τε­ρα­τώ­δι­κο αρ­γα­λειό, υ­φάν­θη­κε ο φό­βος που μάς χω­ρί­ζει. Υ­φάν­θη­κε α­πό τήν πεί­να καί τόν πό­νο μου, που τό­σο ά­δι­κα χρη­σι­μο­ποί­η­σαν.
Κι ε­σύ αρ­νεί­σαι ε­πί­μο­να νά συγ­χω­ρή­σεις μιά η­δο­νή στήν ο­ποί­α δέν παίρ­νεις μέ­ρος. Α­πε­χθά­νε­σαι μιά τρυ­φε­ρή χει­ρο­νο­μί­α που σέ α­γνο­εί προ­σπερ­νώ­ντας σε γιά νά συ­να­ντή­σει κά­ποιον άλ­λον.
Λά­ρισ­σα καί μη­χα­νές, ε­νώ ο Μά­ης φθεί­ρει μέ τίς μυ­ρω­διές του τά τσι­μέντα καί μέ χα­ρι­τω­μέ­νες κι­νή­σεις που ε­πι­τρέ­πουν καί σʼ έ­ναν α­σή­μα­ντο α­κό­μα προ­α­γω­γό νά φα­νε­ρώ­σει τήν ευ­γε­νι­κιά του κα­τα­γω­γή, κα­τευ­θύ­νει ε­πι­δέ­ξια τίς πα­χου­λές του νύ­χτες ε­νά­ντια στίς ορ­δές τών κα­τα­σκευαστών.
Μέ­ρα μέ τόν ή­λιο στρω­μέ­νοι στίς κα­ρέ­κλες
μέ­ρα μέ τόν ή­λιο στίς αυ­λές καί βλέ­πουν τη­λε­ό­ρα­ση.
(5)
1975
Ε­κεί­νος α­γό­ρα­σε ε­πι­τέ­λους μιά γρα­φο­μη­χα­νή νο­μί­ζο­ντας πως έ­τσι θά έ­λυ­νε τό πρό­βλη­μά του. Αλ­λά τώ­ρα πιά, μʼ έ­ναν τρό­πο α­σύλ­λη­πτο γιʼ αυτόν, τό πρό­βλη­μα εί­χε χά­σει τήν αρ­χι­κή του μορ­φή κι ε­νώ τό μέ­σο δέν α­πο­τε­λού­σε πιά ε­μπό­διο, ο σκο­πός πε­ρι­φέ­ρο­νταν έκ­θε­τος χω­ρίς καμ­μιά δι­καιο­λο­γί­α γιά τήν α­να­βο­λή του, πράγ­μα που έ­κα­νε πι­θα­νή τήν υ­ποψί­α πως αυ­τή η α­να­βο­λή ή­ταν που τόν προ­στά­τευε καί πως ε­κεί­νο που τόν συ­ντη­ρού­σε ή­ταν η α­νυ­πέρ­βλη­τη, ό­πως φαί­νο­νταν ε­κεί­νον τόν α­ξιο­ζή­λευ­το και­ρό που τό­σο σο­φά ή­ξε­ρε νά δια­χει­ρί­ζε­ται τήν στέ­ρη­ση, δυσκο­λί­α γιά τήν α­πό­κτη­ση τού μέ­σου.
Η η­λε­κτρι­κή σκού­πα δου­λεύ­ει κα­λά, πο­λύ κα­λά, μά­λι­στα θά μπο­ρού­σε νά πεί κα­νείς τό­σο κα­λά, ώ­στε νά εί­ναι σχε­δόν εύ­κο­λο νά ξε­χά­σεις τήν τι­μή της που δυ­στυ­χώς γιʼ αυ­τήν δέν εί­ναι καί τό­σο κο­λα­κευ­τι­κή, έ­τσι που νά τήν συ­σταί­νει ό­πως ί­σως ε­κεί­νη θά τό­θε­λε καί που κά­νει τήν πραγ­μα­τι­κή της α­ξί­α νά κρύ­βε­ται πί­σω απʼ αυ­τήν μέ τέ­τοιον τρό­πο ώ­στε νά φαί­νε­ται ότι δέν εί­ναι σέ θέ­ση νά προ­σφέ­ρει ε­κεί­να που, ε­νώ μπο­ρεί, δέν τής ε­πιτρέ­πε­ται νά α­παι­τή­σει α­πό τόν πε­ρι­φε­ρό­με­νο, στρί­βο­ντας ε­πι­δέ­ξια μέ­σα α­πό τά εκ­θέ­μα­τα τού μα­γα­ζιού, υ­πο­ψή­φιο α­γο­ρα­στή τήν α­ναγνώ­ρι­σή τους, τήν πι­θα­νή -ό­λοι θά τής τό ευ­χό­μα­στε ζω­η­ρά καί μέ θέρ­μη- με­τά απʼ αυ­τό, έ­ξα­ψη που η ε­πι­θυ­μί­α νά τήν α­πο­κτή­σει θά τού γεν­νού­σε (θά μπο­ρού­σε έ­τσι ε­πι­τέ­λους νά χα­ρεί χω­ρίς ε­νο­χή α­φού ή­ταν έ­τοι­μη καί πρό­θυ­μη νά εκ­πλη­ρώ­σει καί νά ι­κα­νο­ποι­ή­σει μέ τό πα­ρα­πά­νω), εκεί­νο τό έ­ξο­χο η­δο­νι­κό τρε­μού­λια­σμα ό­λων τών νεύ­ρων τού κορ­μιού, τό σχε­δόν μέ βε­βαιό­τη­τα ε­ρω­τι­κό λι­πο­θύ­μι­σμα τών γο­νά­των, τήν ε­ρε­θι­στι­κή α­βε­βαιό­τη­τα που παρʼ ό­λα αυ­τά μπο­ρεί νά προ­σφέ­ρει έ­να τέ­λος γνω­στό α­πό πε­ρα­σμέ­νες φο­ρές, τήν αί­σθη­ση τής δυ­να­τό­τη­τας τής α­γο­ράς που τού δί­νουν τά λε­φτά στήν τσέ­πη καί που τήν φυ­λά­ει γιά τό τε­λευ­ταί­ο του α­τού…
Μι­λού­σα λοι­πόν γιʼ αυ­τή τήν ε­ξαι­ρε­τι­κή Γρα­φο­μη­χα­νή, α­γα­πη­τοί μου Κύριοι. Μιά μη­χα­νή που, θά συμ­φω­νή­σε­τε, ξέ­ρει νά κερ­δί­ζει απʼ τήν πρώ­τη στιγμή κιό­λας τόν ευ­αί­σθη­το α­γο­ρα­στή που ξε­φεύ­γο­ντας μέ ευ­ε­λι­ξί­α τά εμπό­δια τήν πλη­σιά­ζει ο­λο­έ­να καί πιό πο­λύ, μα­γνη­τι­σμέ­νος, α­νοί­γο­ντας δρό­μο μέ­σα απʼ τά δύ­σκο­λα στι­βάγ­μα­τα τών ε­μπο­ρευ­μά­των.
Η α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στήν Γρα­φο­μη­χα­νή καί τόν βιο­πα­λαι­στή δέν έ­χει ε­λατ­τω­θεί κα­θό­λου ε­δώ καί κά­μπο­ση ώ­ρα τώ­ρα. Ε­δώ καί κά­μπο­ση ώ­ρα ο βιο­πα­λαι­στής έ­χει δια­σχί­σει μιά αρ­κε­τά με­γά­λη έ­κτα­ση. Η α­πέρα­ντη αί­θου­σα φαί­νε­ται πως χω­ρά­ει ό­λες τίς κι­νή­σεις του. Φαί­νε­ται α­κόμα πως, παρʼ ό­λο που η ί­δια α­πό αλ­λη­λεγ­γύ­η σʼ αυ­τόν ί­σως νά μήν τό ε­πι­θυ­μεί, εί­ναι ω­στό­σο α­να­γκα­σμέ­νη νά τού τίς ε­πι­βάλ­λει. Ο βιο­πα­λαι­στής, α­πό και­ρό σέ και­ρό, ση­κώ­νει τά μά­τια στήν ο­ρο­φή ε­κλιπα­ρώ­ντας τήν βο­ή­θειά της. Η γο­η­τεί­α τής Γρα­φο­μη­χα­νής ε­πά­νω του θά πρέπει νά έ­χει δυ­να­μώ­σει α­πό τήν μα­κρυά πα­ρα­μο­νή του μα­ζύ της κά­τω απʼ τήν ί­δια στέ­γη.
(6)
1975
Καί ί­σως νά εί­ναι ε­δώ, σʼ αυ­τό α­κρι­βώς τό ση­μεί­ο, ό­που η ευ­αι­σθη­σία ε­νός άλ­λου, λι­γό­τε­ρο συν­δε­δε­μέ­νου μα­ζύ σου, θά τόν στα­μα­τού­σε. Ί­σως νά εί­ναι ε­δώ α­κρι­βώς ό­που ο άλ­λος κά­τω απʼ τήν ε­πί­δρα­ση αυ­τής τής α­δια­φο­ρί­ας, έ­χο­ντας ή­δη πέ­σει στήν πα­γί­δα τού νά δε­χτεί εκ τών προ­τέ­ρων τήν σο­βα­ρό­τη­τα τών λό­γων σου, που ε­πει­δή α­πευ­θύ­νο­νταν σʼ αυ­τόν καί μό­νο τόν έ­πει­θαν πως τού α­να­γνώ­ρι­ζαν τήν α­ξί­α του­λά­χι­στον νά τά α­κού­σει -καί τής ο­ποί­ας τώ­ρα αυ­τός εί­ναι έ­να θύ­μα-, ί­σως νά εί­ναι ε­δώ ό­που σέ ε­γκα­τα­λεί­πει γιά νά στρα­φεί πρός τόν ί­διο του τόν ε­αυ­τό, ψά­χνο­ντας μέ α­γω­νί­α γιά τά ε­πι­χει­ρή­μα­τα μέ τά ο­ποί­α θά α­πό­δειχνε στόν κρι­τή που ά­φι­σε νά δη­μιουρ­γη­θεί μέ­σα του μέ αυ­τόν τόν ύ­που­λο τρόπο, πως δέν εί­ναι ά­ξιος μιάς τέ­τοιας α­δια­φο­ρί­ας α­πό μέ­ρους σου, ί­σα ίσα, καί μά­λι­στα δέν θά ζη­τού­σε τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά μιά μι­κρή ευ­και­ρί­α νά τό α­πο­δεί­ξει, μιάν ε­λά­χι­στη προ­σο­χή σʼ αυ­τά που θά­χε νά πα­ρα­τη­ρήσει πά­νω σʼ ό­λη τή συ­ζή­τη­ση, έ­να α­πο­τρά­βηγ­μα αυ­τής τής α­δια­φο­ρί­ας γιά μιά στιγ­μή, τό­σο, ό­σο γιά νά φα­νεί πό­σο ά­δι­κη εί­ναι.
Νά ό­μως που τώ­ρα, σʼ αυ­τό α­κρι­βώς τό ση­μεί­ο ό­που ί­σως ό­λες τίς άλ­λες φορές η προ­σω­ρι­νή σχέ­ση που γεν­νιώ­ταν α­νά­με­σα σέ σέ­να καί τόν συ­νο­μιλη­τή σου άλ­λα­ζε τε­λεί­ως μορ­φή, ε­γώ δέν θά πα­ρα­συρ­θώ σάν έ­νας λι­γό­τε­ρο συνδε­δε­μέ­νος μα­ζύ σου.
Καί εί­ναι α­λή­θεια φρι­χτό νά τόν βλέπω νά βα­σα­νί­ζε­ται έ­τσι. Ό­ταν μα­λι­στα ξέ­ρω κα­λά πως παρʼ ό­λες του τίς προ­σπά­θειες που ε­δώ καί τό­σον και­ρό συνε­χί­ζο­νται, παρʼ ό­λο που χά­ρη σʼ αυ­τές πολ­λές απʼ τίς πα­λιές α­ξί­ες κι α­πό τά μέ­τρα μέ τά ο­ποί­α συ­νέ­κρι­νε τά πράγ­μα­τα, έ­χουν αλ­λά­ξει, η ο­δύ­νη γιʼ αυ­τούς τούς δια­συρ­μούς δέν έ­χει κα­θό­λου μειω­θεί, ί­σα ί­σα, α­πό τίς ο­λο­έ­να καί πιό προ­σε­κτι­κές ε­κτι­μή­σεις τής ντρο­πής του, η ευ­αι­σθη­σί­α του έ­χει ση­μα­ντι­κά αυ­ξη­θεί. Καί εί­ναι πά­λι, εξ αι­τί­ας αυ­τών τών προ­σπα­θειών, που έ­χει κα­τά κά­ποιον τρό­πο ε­γκα­τα­λει­φθεί σχε­δόν α­νυ­πε­ρά­σπι­στος στό έ­λε­ος τής φθο­ράς απʼ τούς και­νούρ­γιους διασυρ­μούς στούς ο­ποί­ους ε­κεί­νες οι ί­διες οι α­ξί­ες καί τά παλιά μέ­τρα φαί­νε­ται ό­τι θά ε­ξα­κο­λου­θή­σουν νά τόν ο­δη­γούν.
(7)
1975
Η με­γα­λύ­τε­ρη τύ­ψη που νοιώ­θω χω­ρίς καμ­μιάν ελ­πί­δα ε­πα­νόρ­θω­σης, εί­ναι που με­γά­λω­σα. Έ­τσι στέ­ρη­σα τήν μά­να μου απʼ τόν γιό της. Δη­λα­δή από ʽ­μέ­να. Δη­λα­δή α­πό έ­να παι­δί που δέν γνώ­ρι­σα πο­τέ.
Τώ­ρα μπο­ρώ νά ε­κτι­μή­σω τό μί­σος της γιʼ αυ­τόν που τής πή­ρε τό παι­δί της. Δη­λα­δή γιά ʽ­μέ­να. Δη­λα­δή γιά έ­να παι­δί που δέν γνώ­ρι­σε πο­τέ.
“Ε­σύ”, τού εί­πα, “ε­σύ τώ­ρα πιά δέν εί­σαι πα­ρά έ­νας άλ­λος. Καί δέν εί­σαι πα­ρά σάν ό­λους τούς άλ­λους: έ­νας ξέ­νος. Πά­ψε ε­πι­τέ­λους νά μέ κα­τη­γο­ρείς. Πο­τέ δέν έ­κα­να καμ­μιά συμ­φω­νί­α μα­ζύ σου. Κι αυ­τό τό συμ­βό­λαιο που γιά χά­ρη του ε­δώ καί τό­σα χρό­νια ξό­δε­ψες καί ε­ξα­κο­λου­θείς νά ξο­δεύ­εις τήν ύπαρ­ξή σου, κι αυ­τό δέν εί­ναι πα­ρά μιά α­πά­τη. Μιά α­πά­τη που σάν σκο­πό της εί­χε νά σέ χω­ρί­σει α­πό μέ­να καί νά σέ στρέ­ψει ε­να­ντί­ον μου. Σʼ αυ­τήν χρω­στάς τήν δη­μιουρ­γί­α σου κι αυ­τή εί­ναι ε­κεί­νη που σέ συ­ντη­ρεί καί σέ τρέ­φει. Σι­γά σι­γά κα­τά­φε­ρε νά σέ κα­τα­κτή­σει ο­λό­κλη­ρο, έ­τσι που εί­ναι σχε­δόν α­δύ­να­το νά σέ ξε­χω­ρί­σω απʼ αυ­τή. Για­τί κι αυ­τή α­να­πτύσ­σε­ται μα­ζύ σου, κι­νεί­ται μέ τίς κι­νή­σεις σου, α­να­πνέ­ει μέ τήν α­νά­σα σου, έ­χει δια­πε­ρά­σει ό­λα τά κύτ­τα­ρά σου, οι ί­διες οι σκέ­ψεις σου έ­χουν δη­λητη­ρια­στεί απʼ τίς α­να­θυ­μιά­σεις τη­ς· εί­σαι πιά σχε­δόν τε­λεί­ως δι­κός της. Τό­σες φο­ρές πί­σω απʼ την πλά­τη μου σʼ έ­χω πιά­σει νά ξα­να­δί­νεις μέ σφι­χτά χεί­λια τόν όρ­κο που σού υ­πα­γό­ρευ­σε ε­κεί­νη γιά τούς δι­κούς της σκο­πούς. Τό­σες φο­ρές σύρ­θη­κες στά γό­να­τα, χτυ­πώ­ντας μέ α­πελ­πι­σί­α τά χέρια σου στούς τοί­χους, ε­κλι­πα­ρώ­ντας τήν με­γα­λύ­τε­ρη αυ­στη­ρό­τη­τα, πα­ρακα­λώ­ντας νά τι­μω­ρη­θείς σκλη­ρά για­τί δέν κα­τά­φε­ρες παρʼ ό­λη τήν προ­σο­χή σου, παρʼ ό­λες τίς προ­φυ­λά­ξεις σου, νά υ­πε­ρα­σπί­σεις τήν κοι­νή μας ι­διο­κτη­σί­α -αυ­τό τό φά­ντα­σμα που έ­χεις πι­στέ­ψει γιά τήν δυ­στυ­χί­α μας- α­πό τίς α­νί­ε­ρες ό­πως τίς λές καί πο­τα­πές μου ε­πι­θέ­σεις καί για­τί γιά μιά α­κό­μα φο­ρά κου­ρε­λιά­στη­κε τό ό­ρα­μα τής με­γά­λης σου εκ­δί­κη­σης”.
(8)
1975
Παρʼ ό­λα αυ­τά ε­κεί­νος έ­χει τήν ε­ντύ­πω­ση πως τόν έ­χουν δια­σύ­ρει γιά πά­ντα. Μά­λι­στα ε­πει­δή α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τόν χρό­νο μʼ έ­ναν ε­ντε­λώς ι­διό­τυ­πο τρό­πο…
Παρʼ ό­λα αυ­τά ε­κεί­νος δια­τη­ρεί τήν πε­ποί­θη­ση πως τόν έ­χουν δια­σύ­ρει γιά πά­ντα. Μά­λι­στα στίς συ­χνές συ­ζη­τή­σεις που α­νοί­γει γύ­ρω απʼ αυ­τό τό θέ­μα πρέ­πει νά πα­ρα­δε­χτώ πως, ό­ντας υ­πο­χρε­ω­μέ­νος νά α­πα­ντώ στίς ε­ρω­τή­σεις που μού κά­νει μό­νο καί πε­ριο­ρί­ζο­ντάς τον έ­τσι στίς α­πα­ντήσεις, που η σα­φή­νειά τους κα­θο­ρί­ζε­ται α­πο­κλει­στι­κά α­πό τήν ε­ρώτη­ση…
Αυ­τό εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά συ­γκι­νη­τι­κό, για­τί ο πό­θος του εί­ναι τό­σο έντο­νος καί τό πά­θος του δια­πνέ­ε­ται α­πό τό­ση ευ­γέ­νεια ώ­στε η τρα­γω­δί­α που τόν πε­ρι­μέ­νει -αυ­τή η μι­κρή δι­κιά του τρα­γω­δί­α που άν καί φαί­νε­ται τό­σο α­διά­φο­ρη στό Σύ­μπαν, εί­ναι ω­στό­σο με­γά­λη ό­σο κι αυ­τό, α­κρι­βώς για­τί εί­ναι δι­κιά του καί για­τί αυ­τός πι­στεύ­ει ό­τι δέν α­πέ­χει πο­λύ α­πό τά ό­ρια τού Σύ­μπα­ντος- καί που τήν πε­ρι­μέ­νει καί ε­κεί­νος βέ­βαια, άν καί δέν τό ξέ­ρει πά­ντα…
Ε­κεί­νος δια­τη­ρεί τήν πε­ποί­θη­ση πως τόν έ­χουν δια­σύ­ρει γιά πά­ντα. Ωστό­σο δέν υ­πο­φέ­ρει πιά γιʼ αυ­τό. Ί­σως ε­τού­το φα­νεί κά­πως πε­ρί­ερ­γο μιά καί η πε­ρη­φά­νεια του δέν έ­χει ε­λατ­τω­θεί στό ε­λά­χι­στο -α­ντί­θετα έ­χει κα­τά πο­λύ αυ­ξη­θεί-, αλ­λά καί στίς συ­νη­θι­σμέ­νες α­κό­μα πε­ρι­πτώσεις θά μπο­ρού­σε μέ λί­γη προ­σο­χή κα­νείς νά α­ντι­λη­φθεί πως η χα­ρά γιά τό α­να­με­νό­με­νο α­πο­τέ­λε­σμα, που συ­νο­δεύ­ει τήν ε­ξε­λι­κτι­κή πο­ρεί­α μιάς εκ­δί­κη­σης, ε­ξα­φα­νί­ζει τήν ο­δύ­νη που στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα διατη­ρεί­ται μέ­χρι νά σπρώ­ξει τό ά­το­μο στό νά ξε­κι­νή­σει τήν πο­ρεί­α γιά τήν εκτέ­λε­σή της έ­στω καί δια­νο­η­τι­κά -γιά νά μή μι­λή­σου­με γιά τίς συ­γκι­νή­σεις τίς γε­μά­τες η­δο­νι­κό ρί­γος γιά τήν ε­πι­τυ­χί­α τών ε­πι­μέ­ρους στα­δί­ων τής εκ­δί­κη­σης- καί ξα­να­εμ­φα­νί­ζε­ται κά­θε που τό ά­το­μο θά α­δρα­νή­σει γιά νά τό σπρώ­ξει καί πά­λι­· καί άν μέν η εκ­δί­κη­ση πε­τύ­χει, νά με­τα­τραπεί σέ α­πο­γο­ή­τευ­ση -για­τί πο­τέ η εκ­δί­κη­ση στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δέν πλη­σιά­ζει τό νο­η­τι­κό σχε­δια­σμά της- ή νά α­το­νί­σει, μέ τήν α­νι­κα­νό­τητα τού α­τό­μου νά εκ­δι­κη­θεί, καί νά ε­ξα­φα­νι­σθεί, α­φού τό ά­το­μο βρήκε ε­πι­τέ­λους δι­καιο­λο­γί­α γιά νά α­πο­φύ­γει τήν εκ­δί­κη­ση που τήν φοβά­ται στό βά­θος -βέ­βαια η δι­καιο­λο­γί­α βρέ­θη­κε για­τί με­τε­βλή­θη τό ά­το­μο κά­τω απʼ αυ­τές τίς πιέ­σεις που τό έ­σπρω­χναν σέ δρό­μους που φο­βό­ταν νά δια­βεί-… Ε­δώ ό­μως η ο­δύ­νη ε­ξα­φα­νί­στη­κε απʼ τό δια­δο­χι­κό προ­χώρη­μα α­πό κα­τώ­τε­ρες σέ α­νώ­τε­ρες μορ­φές εκ­δί­κη­σης. Τό­σο μά­λι­στα ανώ­τε­ρες ώ­στε νά ε­ξα­για­σθούν, με­τα­τρε­πό­με­νες σέ α­πο­κά­λυ­ψη νέ­ων αλη­θειών.
Ε­κεί­νος δια­τη­ρεί τήν πε­ποί­θη­ση πως τόν έ­χουν δια­σύ­ρει γιά πά­ντα. Μά­λιστα, απʼ τίς συ­χνές συ­ζη­τή­σεις που προ­κα­λεί γύ­ρω απʼ αυ­τό τό θέ­μα, έ­χει ε­νι­σχυ­θεί ση­μα­ντι­κά στήν ά­πο­ψή του­· κι αυ­τό ί­σως για­τί υ­πο­λο­γί­ζει πο­λύ στή συμ­με­το­χή μου σʼ αυ­τές -δέν μπο­ρεί κα­θό­λου νά φα­ντα­στεί πως είναι δυ­να­τόν νά γί­νο­νται μέ κά­ποιον άλ­λον-, παρʼ ό­λο που ο συ­νο­μι­λη­τής του, ό­πως άλ­λω­στε εί­ναι υ­πο­χρε­ω­μέ­νος νά κά­νει, πε­ριο­ρί­ζε­ται σʼ έ­ναν εντε­λώς α­χά­ρι­στο ρό­λο, δί­νο­ντας μο­νά­χα τίς α­πα­ντή­σεις, ό­σο πιό ευ­συνεί­δη­τα τού τό ε­πι­τρέ­πει η στιγ­μή καί μέ ό­σο βά­θος καί σα­φή­νεια απαι­τεί η ε­ρώ­τη­ση…
Δέν μπο­ρεί κα­θό­λου βέ­βαια νά φα­ντα­στεί πως εί­ναι δυ­να­τόν νά γί­νο­νται μέ έ­ναν άλ­λον αυ­τές οι συ­ζη­τή­σεις! Ω­στό­σο, σέ κά­ποιες στιγ­μές ε­ξαιρε­τι­κής ευ­αι­σθη­σί­ας -που χω­ρίς την δι­κιά μου α­νά­μει­ξη (κι αυ­τό τό λέ­ω μέ θαυ­μα­σμό) κέρ­δι­σε- έ­χει υ­πο­ψια­στεί πως η σι­γου­ριά του γιʼ αυ­τό δια­τηρεί­ται χά­ρις στήν κά­πως ύ­πο­πτη κού­ρα­ση που εμ­φα­νί­ζε­ται ό­ταν προ­σπα­θεί νά συ­γκρα­τή­σει γιά νά ε­ξε­τά­σει κά­τι α­στρα­πιαί­α πα­ρου­σια­ζό­με­νες αμ­φι­βο­λί­ες που τό ε­ντε­λως ξαφ­νι­κό τους πέ­ρα­σμα απʼ τό μυα­λό του τόν βρί­σκει α­προ­ε­τοί­μα­στο καί τόν α­φί­νει πρίν προ­λά­βει νά κι­νη­θεί­· αμ­φι­βο­λί­ες που ο­φεί­λο­νται σʼ αυ­τές α­κρι­βώς τίς στιγ­μές τής ε­ξαιρε­τι­κής ευ­αι­σθη­σί­ας.
Εί­ναι α­λή­θεια πως στά συ­μπε­ρά­σμα­τα τών αρ­κε­τά πο­λύ­πλο­κων αυ­τών συνο­μι­λιών έ­χει στα­θεί -τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ό­σο ε­πα­να­παύ­ε­ται στήν δι­κιά μου συ­ναί­νε­ση- και­ρό πο­λύ ε­ξε­τά­ζο­ντάς τα -κι αυ­τό εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά συγκι­νη­τι­κό, για­τί ο πό­θος του εί­ναι τό­σο έ­ντο­νος καί τό πά­θος του δια­πνέε­ται α­πό τό­ση ευ­γέ­νεια- καί τό­τε πιά σι­γου­ρεύ­ε­ται α­πό­λυ­τα γιά τήν ορ­θό­τη­τα τής πε­ποί­θη­σής του. Νά ό­μως που με­τά α­πό κά­θε τέ­τοια α­πο­γο­ητευ­τι­κή κα­τά­λη­ξη εί­ναι η σει­ρά μου νά χα­ρώ -τό λέ­ω αυ­τό χω­ρίς νά ντρέ­πομαι ή νά φο­βά­μαι μή­πως μέ κα­τη­γο­ρή­σουν κι εί­ναι πιά φα­νε­ρό μέ πό­ση α­γωνί­α, μήν τολ­μώ­ντας νʼ α­να­πνεύ­σω κάν, τόν έ­χω πα­ρα­τη­ρή­σει ό­λες αυ­τές τίς κρί­ση­μες στιγ­μές στέ­κο­ντας σιω­πη­λός πί­σω του-, για­τί α­μέ­σως με­τά α­κολου­θεί αυ­τή η κο­πια­στι­κή πε­ρί­ο­δος τών αμ­φι­βο­λιών που, άν ό­χι τίποτʼ άλ­λο, του­λά­χι­στον ο­δη­γεί στήν α­να­ντίρ­ρη­τη δια­πί­στω­ση τού πό­σο πολύ πά­νω απʼ αυ­τά διαι­σθά­νε­ται πως ε­κτεί­νο­νται οι συγ­γέ­νειές μου.
Ε­κεί­νος εί­ναι δια­πο­τι­σμέ­νος σχε­δόν ο­λό­κλη­ρος μέ τήν ι­δέ­α πως τόν έ­χουν δια­σύ­ρει γιά πά­ντα. Μά­λι­στα τώ­ρα καί αρ­κε­τόν και­ρό, α­πό τήν α­κα­θό­ρι­στη ε­κεί­νη στιγ­μή που ο­δη­γή­θη­κε σʼ αυ­τή τήν δια­πί­στω­ση, δέν έ­χει διά­θε­ση νά συ­ζη­τή­σει γιά τί­πο­τε άλ­λο ε­κτός απʼ αυ­τό τό ζή­τη­μα καί ε­ξα­κο­λου­θεί νά ε­πι­μέ­νει μέ μιά διαρ­κώς αυ­ξα­νό­με­νη έ­ντα­ση, έ­χο­ντας ε­νι­σχυ­θεί ση­μα­ντι­κά στήν ά­πο­ψή του α­πό τίς ό­λο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­σε­κτι­κές ε­κτι­μή­σεις τής ντρο­πής του.
Διαρ­κώς καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­νι­σχύ­ε­ται στήν ά­πο­ψή του ό­τι έ­χει δια­συρ­θεί γιά πά­ντα. Μά­λι­στα τώ­ρα, με­τά απʼ τίς τό­σες συ­ζη­τή­σεις που προ­κά­λε­σε γύ­ρω απʼ αυ­τό τό θέ­μα, εί­ναι σχε­δόν βέ­βαιος πως η ντρο­πή του γιά κά­θε δια­συρ­μό έ­χει ση­μα­ντι­κά αυ­ξη­θεί.
Διαρ­κώς καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­νι­σχύ­ε­ται στήν ά­πο­ψή του ό­τι έ­χει δια­συρ­θεί ά­πει­ρες φο­ρές στό πα­ρελ­θόν καί ό­τι τό πα­ρόν του εί­ναι δια­πο­τι­σμέ­νο σχε­δόν ο­λό­κλη­ρο μέ τόν φό­βο τών ε­περ­χό­με­νων δια­συρ­μών. Τό πα­ρόν του λοι­πόν εί­ναι μιά ε­πί­πο­νη προ­σε­κτι­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α γιά νά α­ντα­πε­ξέλ­θει στήν ε­πι­δρο­μή τού α­να­με­νό­με­νου δια­συρ­μού. Κι α­πό τήν άλ­λη με­ριά μιά ό­λο καί πιό καλ­λιερ­γη­μέ­νη καί α­νώ­τε­ρη προ­σπά­θεια εκ­δί­κη­σης γιά τούς προ­η­γού­με­νους δια­συρ­μούς. Καί τίς δυό προ­σπά­θειες τίς συ­ντη­ρεί η διαρ­κώς αυ­ξα­νό­με­νη ντρο­πή γιʼ αυ­τούς τούς προ­η­γού­με­νους δια­συρ­μούς καί γιά τούς μελ­λο­ντι­κούς ε­κεί­νους που ζεί μέ τήν φα­ντα­σί­α του.
(9)
1975
Διαρ­κώς καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­νι­σχύ­ε­ται στήν ά­πο­ψή του ό­τι έ­χει δια­συρ­θεί ά­πει­ρες φο­ρές στό πα­ρελ­θόν καί γιά πά­ντα.
Τώ­ρα κά­θε­ται ε­κεί στή γω­νιά του καί μέ κοι­τά­ζει μέ μί­σος, παί­ζο­ντας μέ τίς με­τα­μορ­φώ­σεις του… Αυ­τές οι με­τα­μορ­φώ­σεις του! Κι αυ­τό τό μί­σος του! Στʼ α­λή­θεια, δέν ξέ­ρω κα­θό­λου άν εί­ναι μί­σος. Άν εί­ναι μό­νο μί­σος. Δέν μπό­ρε­σα πο­τέ νά κα­τα­λά­βω. Δέν μʼ ά­φι­σε πο­τέ νά προ­λά­βω. Εί­ναι πιά τό­σος καιρός που τά χεί­λια του τά­χει μα­ρά­νει τό πα­ρά­πο­νο. Κι απʼ αυ­τά τά μα­ρα­μέ­να χεί­λια τόν α­να­γνω­ρί­ζω κά­θε φο­ρά που αλ­λά­ζει. Τίς ώ­ρες που δέν τόν προσέ­χω, τίς ώ­ρες τού έ­ρω­τα, τίς ώ­ρες τής δι­κιάς μου τής μο­να­ξιάς, ξέ­ρω πως ζεί σέ μιά κό­λα­ση. Τόν συ­νε­παίρ­νουν τό­τε οι κρί­σεις τής ε­πι­λη­ψί­ας του, τό πα­ρά­πο­νο στά χεί­λια του γε­μί­ζει α­φρούς, δα­γκώ­νει μέ λύσ­σα τά χέ­ρια του… Κά­που κά­που, κα­θώς χτυ­πιέ­ται μα­νια­σμέ­να, κα­τα­φέρ­νει νά πε­ρά­σει τό σώμα του μέ­σα απʼ τά κά­γκε­λα καί τό­τε ξε­σχί­ζε­ται καί γε­μί­ζει αί­μα­τα προ­σπα­θώ­ντας νά βγά­λει έ­ξω τό τε­ρά­στιο κε­φά­λι του. Η α­γω­νί­α γουρ­λώ­νει τά πλημ­μυ­ρι­σμέ­να πυ­ρε­τό μά­τια του. Καί εί­ναι έ­τσι που με­ρι­κές φο­ρές οι α­πελ­πι­σμέ­νες κραυ­γές του κα­τα­φέρ­νουν νά μέ φτά­σουν.
Φρι­χτός! Φρι­χτός! Καί πιό φρι­χτοί αυ­τοί που μάς χώ­ρι­σαν. Οι ε­γκλη­ματί­ες τής α­γά­πης. Οι ζη­λω­τές τού υ­πο­χρε­ω­τι­κού οί­κτου. Οι γε­ω­μέτρες τών μέ­τρων μας. Οι συ­μπλη­ρω­τές τών κε­νών τών ε­νο­χών μας. Οι υ­πεύ­θυ­νοι δια­μορ­φω­τές τών α­πο­στά­σε­ων τών ο­ρί­ων μας. Οι τρυ­φε­ροί δο­λο­φό­νοι που μάς αρ­νή­θη­καν βια­στι­κά, ό­ταν τούς ζη­τή­σα­με νά α­να­βάλλουν τήν ευ­χή τους. Τά πι­κρα­μέ­να κα­τώ­φλια καί τά α­βά­στα­χτα περ­βά­ζια τής α­να­μο­νής τών α­δύ­να­των ε­πι­στρο­φών. Οι ε­ξι­χνια­στές τών βη­μάτων τού πε­ζο­δρο­μί­ου. Οι α­φου­γκρα­στές τών ή­χων τής σκά­λας. Οι ερμη­νευ­τές τών κοι­μι­σμέ­νων α­να­πνο­ών. Οι “έρ­χε­ται!”. Οι κα­τα­δι­κα­σμένοι ι­διο­κτή­τες τής α­να­χώ­ρη­σης. Οι αρ­χάγ­γε­λοι μέ τίς εκ­βια­στικές πλη­γές τους, μέ τίς α­πει­λη­τι­κές ο­δύ­νες τους, μέ τόν πλα­νταγ­μέ­νο έρω­τά τους… Αυ­τοί! Οι στέρ­νες μέ τήν α­που­σί­α.
“Τό ό­τι μού έ­κα­νες αυ­τές τίς ε­ρω­τή­σεις”, μού εί­πε, “τό ό­τι μού έ­κα­νες αυτές τίς ε­ρω­τή­σεις, τό παίρ­νω σάν έ­να κά­λε­σμα, σάν έ­να εί­δος σπά­νιας χειρα­ψί­ας, που προ­τεί­νε­ται ί­σως γιά μιά μό­νο φο­ρά α­νά­με­σα σέ δυό ο­ρι­σμένους αν­θρώ­πους καί που άν ο έ­νας τους δέν τήν προ­λά­βει χά­νε­ται γιά πά­ντα”. Ή­ταν τό­τε πού­χε έρ­θει στό κελ­λί μου. Στό ί­διο κελ­λί που βρίσκε­ται αυ­τός σή­με­ρα. Βλε­πώ­μα­σταν γιά πρώ­τη φο­ρά. Ε­γώ τόν έ­βλε­πα γιά πρώ­τη φο­ρά. Ή­ταν τό­τε που τά ί­χνη τής φθο­ράς εί­χαν αρ­χί­σει νά ξε­χωρί­ζουν α­πά­νω του. Κι ή­ταν γιʼ αυ­τό πού­χε έρ­θει.
“Ε­μέ­να όμως”, εί­πα καί τήν ί­δια στιγ­μή έ­νας μι­κρός φό­βος άρ­χι­σε νά σκληραί­νει στήν καρ­διά μου σάν κόκ­κος άμ­μου, ε­μέ­να ό­μως δέν θά μπο­ρέ­σε­τε νά μέ ξε­γε­λά­σε­τε!”.
Ώ! πώς χα­μο­γέ­λα­σε! Μέ τό νυ­στέ­ρι τής πί­κρας που δέν ή­θε­λε στά χέ­ρια, ση­κώ­θηκε μέ­σα του τό χα­μό­γε­λο. Πή­ρε τη μιάν ά­κρη τών χει­λιών του καί τά­σκι­σε ώς τήν άλ­λη, χτύ­πη­σε πά­νω της καί πλά­για­σε τρέ­μο­ντας στή μέ­ση…
(10)
1975-85
“Τό ή­ξε­ρα”, εί­πε φτύ­νο­ντας κι έ­λειω­σε μέ τό πό­δι του τό σά­λιο στό δά­πε­δο α­φί­νο­ντας έ­να λα­σπε­ρό μα­κρου­λό λε­κέ, σά νά­θε­λε μʼ αυ­τόν τόν τρό­πο νά σφραγί­σει τά λό­για του.
Τέ­ντω­σε τό δά­χτυ­λο κι έ­δει­ξε τήν γραμ­μή πα­νω απʼ τά χεί­λια μου: “Δέν χρειά­ζε­ται πα­ρά νά κοι­τά­ξω τό στό­μα σου γιά νά δια­πι­στώ­σω α­κό­μα μιά φο­ρά, α­κό­μα μιά φο­ρά που μέ­σα της ξα­να­ζω­ντα­νεύ­ουν ό­λες οι άλ­λες που μέ τόση προ­σπά­θεια εί­χαν σχε­δόν ε­ντε­λώς ξε­χα­στεί, πό­σο πο­λύ νο­μί­ζεις ό­τι έχεις υ­πο­κρι­θεί τόν τε­λευ­ταί­ο και­ρό”.
Ε­σή­μα­να καί εμ­φα­νί­στη­κε.
“Οι ε­ρω­τή­σεις κα­τα­χω­ρή­θη­καν μέ τόν γνω­στό τρό­πο. Τό ύ­φος τους θά ληφθεί υ­πʼ ό­ψιν, ό­σο γιʼ αυ­τό δέν ε­πι­τρέ­πε­ται η πα­ρα­μι­κρή αμ­φι­βολί­α. Οι α­πα­ντή­σεις, ό­πως ί­σως πο­λύ σω­στά θά πε­ρι­μέ­να­τε, δέν στά­θη­κε δυνα­τόν νά βρε­θούν. Ω­στό­σο ο ο­δη­γός εί­ναι στήν διά­θε­σή σας. Ε­ρευνή­στε, καί πά­λι… στίς δια­τα­γές σας”.
“Νά που α­ντα­μώ­νου­με ξα­νά”, εί­πε ο ο­δη­γός. “Ε­γώ σάς θυ­μά­μαι α­πό τίς προ­η­γού­με­νες φο­ρές, ό­σο κι άν σάς φαί­νε­ται πα­ρά­ξε­νο. Δέν μοιά­ζω βέ­βαια μʼ αυ­τόν που ε­σείς πι­θα­νόν νά θυ­μό­σα­στε, αλ­λά αυ­τό εί­ναι μιά μι­κρή λεπτο­μέ­ρεια, σχε­δόν α­σή­μα­ντη καί άλ­λω­στε α­φο­ρά μό­νο στή δι­κή σας με­ριά. Ε­μείς οι ο­δη­γοί κα­τά βά­θος εί­μα­στε πε­ρί­που ό­λοι τό ί­διο με­ταξύ μα­ς· τό­σο, που εί­ναι δύ­σκο­λο νά μάς ξε­χω­ρή­σει κα­νείς παρʼ ό­λη τήν πεί­ρα καί τή μνή­μη του καί μπο­ρεί εύ­κο­λα νά πα­ρα­συρ­θεί καί νά νο­μί­ζει ό­τι ε­πιτέ­λους τό κα­τά­φε­ρε, σπρωγ­μέ­νος κα­θώς εί­ναι συ­νή­θως α­πό έ­να βια­στι­κό συ­μπέ­ρα­σμα μιάς ε­ντε­λώς ε­πι­φα­νεια­κής σύ­γκρι­σης, η ο­ποί­α φαί­νεται ό­τι καί γιά τό πιό προ­σε­κτι­κό βλέμ­μα εί­ναι, θά μπο­ρού­σε νά πεί κα­νείς, συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­να­πό­φευ­κτη. Βέ­βαια, αυ­τού τού εί­δους οι συ­χνές πα­ρεξη­γή­σεις θά έ­πρε­πε νά έ­χουν κλο­νί­σει ση­μα­ντι­κά, μά­λι­στα νά έ­χουν α­παγο­ρεύ­σει σέ σο­βα­ρό­τε­ρες υ­πο­τρο­πές, τήν ε­πα­φή που τώ­ρα α­πο­λαμ­βά­νου­με γιά άλ­λη μιά φο­ρά οι δυό μας, άν δέν ή­ταν ε­ντε­λώς κα­τα­νο­η­τή από τό μέ­ρος μας η φύ­ση τής συγ­γέ­νειας που συν­δέ­ει ε­μάς τούς ο­δη­γούς. Ε­πει­δή, εί­ναι α­κρι­βώς εξ αι­τί­ας τής ι­διαί­τε­ρης φύ­σης της που αυ­τή η συγ­γέ­νεια συ­χνά λει­τουρ­γεί μʼ έ­ναν α­πο­κλει­στι­κά δι­κό της, σχε­δόν αυ­θαί­ρε­το, αλ­λά καί γιʼ αυ­τό κα­θό­λου λι­γό­τε­ρο γο­η­τευ­τι­κό τρό­πο, πα­ρεμ­βαί­νο­ντας ξαφ­νι­κά γιά λό­γους που μού εί­ναι τε­λεί­ως -καί ε­δώ ζη­τώ τήν κα­τα­νό­η­σή σας- α­πα­γο­ρευ­μέ­νο νά α­πο­κα­λύ­ψω α­κό­μα, στήν, ό­πως εκ τών υ­στέ­ρων θά μπο­ρού­σε νά εί­χε ε­κτι­μη­θεί, α­να­με­νό­με­νη ε­ξέ­λιξη τών γε­γο­νό­των, κά­νο­ντας πολ­λές φο­ρές δυ­να­τό κά­ποιος α­πό μάς, ε­νώ εί­ναι ο ί­διος, νά τυ­χαί­νει νά εμ­φα­νι­στεί μέ τό πρό­σω­πο ε­νός άλ­λου”.
“Κι ό­μως ε­γώ νο­μί­ζω ό­τι δέν έ­χου­με ξα­να­ει­δω­θεί”, εί­πα. “Θαρ­ρώ πως θυ­μά­μαι αρ­κε­τά κα­λά τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τού προ­κα­τό­χου σα­ς· μά­λι­στα εί­χα τήν ελ­πί­δα ό­τι θά τόν συ­να­ντού­σα ξα­νά, μιά κι ο χρό­νος που ή­ταν ε­πι­φορτι­σμέ­νος νά μού δια­θέ­σει τε­λεί­ω­σε πρίν απʼ τή συ­ζή­τη­σή μας κι α­να­γκάστη­κε, υ­πα­κού­ο­ντας στίς α­νά­γκες που τό λε­πτό του λει­τούρ­γη­μα υπα­γό­ρευε, νά μέ α­φί­σει. Αυ­τός εί­ναι καί ο λό­γος που μέ κά­νει νά τα­λα­ντεύ­ο­μαι”.
“Α­λη­θι­νά τό λει­τούρ­γη­μά μας εί­ναι πο­λύ λε­πτό”, εί­πε ε­κεί­νος κου­νώ­ντας μέ ευ­χα­ρί­στη­ση τό κε­φά­λι. “Τό­σο, που, άν καί πά­ντα χω­ρίς δια­κο­πή, νοιώ­θω περή­φα­νος γιʼ αυ­τό, ω­στό­σο φο­βά­μαι με­ρι­κές φο­ρές πως τό υ­πο­τι­μώ. Σέ ο­ρι­σμέ­να ση­μεί­α που δέν τολ­μώ ε­πί τού πα­ρό­ντος νά τά εκ­θέ­σω -ο χρό­νος σας σάς α­νή­κει κα­θώς καί ο δι­κός μου εί­ναι ταγ­μέ­νος- καί νά σάς α­πα­σχο­λή­σω μʼ αυ­τά, δια­τη­ρώ κι ε­γώ τίς αμ­φι­βο­λί­ες μου, αρ­κε­τά α­νά­λο­γες μέ τήν δι­κιά σας. Αλ­λά κα­θώς θέ­λω νά πι­στεύ­ω, πρό­κει­ται μό­νο γιά στιγ­μές α­δυ­να­μί­ας, ί­σως α­πό υ­περ­κό­πω­ση ή κά­ποιο βα­ρύ φα­γη­τό, καί δέν έ­χω πα­ρά νά πε­ρι­μέ­νω τό πέ­ρα­σμα αυ­τής τής α­νω­μα­λί­ας γιά νά η­συχά­σω. Θά ή­θε­λα μό­νο τε­λειώ­νο­ντας, νά εκ­φρά­σω τήν χα­ρά μου γιά τήν ευ­αι­σθη­σί­α μέ τήν ο­ποί­α δια­κρί­να­τε πως η δρα­στη­ριό­τη­τά μας εί­ναι έ­να λειτούρ­γη­μα. Αυ­τή η αυ­θόρ­μη­τη προ­σφώ­νη­ση εί­ναι μπο­ρώ νά πώ μιά ε­πι­βράβευ­ση γιά ό,τι προ­σφέ­ρου­με, μιά σι­γου­ριά πως η λάμ­ψη που α­να­δύ­ε­ται απʼ αυ­τή τήν προ­σφο­ρά βρί­σκει ό­χι σπά­νια ευ­αί­σθη­τες υ­πάρ­ξεις ι­κανές νά συ­γκι­νη­θούν καί δέν χά­νε­ται στό κε­νό. Αυ­τό εί­ναι έ­να ε­πί πλέ­ον ε­πι­χεί­ρη­μα, ό­χι μό­νο ε­νά­ντια στίς στιγ­μές τής α­δυ­να­μί­ας που σάς πε­ριέ­γρα­ψα πρίν α­πό λί­γο, αλ­λά καί γιά τή σι­γου­ριά μέ τήν ο­ποί­α σάς α­να­γνω­ρί­ζω. Μιά δια­φο­ρε­τι­κή προ­σφώ­νη­ση, έ­νας χα­ρα­κτη­ρι­σμός τέ­τοιος όπου μέ­σα του θά διέ­κρι­νε κα­νείς νά α­πο­δί­δε­ται μιά κά­ποια, άς τό πού­με έτσι, ε­παγ­γελ­μα­τι­κή χροιά στήν πα­ρου­σί­α μου δί­πλα σας, θά μέ έ­κα­νε, ό­χι νά αμ­φι­βάλ­λω γιά τήν μνή­μη μου, αλ­λά νά υ­πο­πτευ­θώ μιά ταυ­το­προ­σω­πία μάλ­λον πα­ρά­ξε­νη που δέν ξέ­ρω πού θά μάς ο­δη­γού­σε”.
“Δέν μού ε­πι­τρέ­πε­ται νά ε­πι­μέ­νω πε­ρισ­σό­τε­ρο λοι­πόν”, εί­πα. “Με­τά απʼ ό­λα αυ­τά τό μό­νο που α­πο­μέ­νει γιά νά τα­κτο­ποι­ή­σω κι ε­γώ τήν σει­ρά τών συλ­λο­γι­σμών μου, εί­ναι νά πα­ρα­δε­χτώ ό­χι μό­νο τήν α­δυ­να­μί­α τής μνή­μης μου νά συ­γκρα­τεί μέ τέ­τοιαν α­κρί­βεια ώ­στε νά πε­ριέ­χει καί τίς α­ντί­στοι­χες μνή­μες τών άλ­λων -οί ο­ποί­οι έ­χουν ο­πωσ­δή­πο­τε δεί τά γε­γο­νό­τα που μάς συν­δέ­ουν α­πό τήν δι­κή τους σκο­πιά που μέ τήν σει­ρά της υ­πα­γόρευ­σε πι­θα­νόν δια­φο­ρε­τι­κές κα­τα­χω­ρή­σεις-, μέ­σα της, αλ­λά καί τήν ψευ­δαί­σθη­ση τής σι­γου­ριάς που σι­γά σι­γά, χω­ρίς τό ο­μο­λο­γώ τίς α­παι­τού­μενες ε­ξα­κρι­βώ­σεις, α­πέ­κτη­σα γιʼ αυ­τήν τήν ι­κα­νό­τη­τα. Καί, πράγ­μα που άλ­λω­στε πρέ­πει νά πα­ρα­δε­χτώ α­κό­μη, τό ό­τι δέν εί­ναι η πρώ­τη φο­ρά που τό πα­ρα­τη­ρώ αυ­τό, δέν ε­ξα­σφα­λί­ζει κα­θό­λου τήν α­ντί­θε­τη σι­γου­ριά γιά τόν τρό­πο που διαι­σθά­νο­μαι ό­τι θά α­να­κα­λύ­ψω ξα­νά τόν ε­αυ­τό μου νά έ­χει ή­δη λει­τουρ­γή­σει, κά­τω απʼ αυ­τή τήν ε­πί­μο­νη κε­κτη­μέ­νη τα­χύ­τη­τα, τήν ε­πό­με­νη φο­ρά. Νά ό­μως που έ­τσι πρέ­πει νά κα­τα­λή­ξω σέ έ­να βια­στι­κό συ­μπέ­ρα­σμα που δέν μέ κα­θη­συ­χά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο: ό­τι δη­λα­δή θά πρέ­πει νά αμ­φι­βάλ­λω γιά τήν ταυ­τό­τη­τα τών ο­δη­γών που μέ­χρι τώ­ρα έ­χω συ­να­ντήσει καί νά υ­πο­θέ­σω, παρʼ ό­λες τίς α­ντιρ­ρή­σεις που πι­θα­νόν νά εμ­φανι­στούν μέ­σα μου, πως κά­θε φο­ρά ή­ταν ο ί­διος ο­δη­γός που συ­να­ντού­σα. Κι α­κό­μα θά πρέ­πει α­να­γκα­στι­κά νά πα­ρα­δε­χτώ -κά­τι που ο­μο­λο­γώ δέν μέ κά­νει νά αι­σθά­νο­μαι κα­θό­λου ά­νε­τα- πως αυ­τός δέν εί­ναι δυ­να­τόν νά είναι άλ­λος α­πό ε­σάς”.
(11)
1975
“Τί πα­ρά­δο­ξα που εί­ναι ό­λα αυ­τά!”, εί­πε ο ο­δη­γός, κό­βο­ντας τό βή­μα του σάν α­πό έκ­στα­ση. “Βέ­βαια εί­ναι τό­σο μα­κρυά α­πό μέ­να τό να α­σχο­λού­μαι μα­ζύ τους, που α­πό μιάν ά­πο­ψη μού κά­νει πε­ρισ­σό­τε­ρη ε­ντύ­πω­ση τό ό­τι εί­μαι ε­γώ ε­κεί­νος που κά­νει αυ­τή τήν πα­ρα­τή­ρη­ση, πα­ρά αυ­τό τό ί­διο της τό πε­ριε­χό­με­νο. Καί τό­σο μά­λι­στα πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­σο αυ­τό τό πε­ριε­χό­με­νο θά μεί­νει ε­ντε­λώς έ­ξω απʼ τά δι­κά μου εν­δια­φέ­ρο­ντα καί θά τό πά­ρετε σχε­δόν ο­λό­κλη­ρο μα­ζύ σας φεύ­γο­ντας α­πό ε­δώ ε­σείς. Κι ο­μο­λογώ ό­τι τώ­ρα που τό σκέ­φτο­μαι, νοιώ­θω κά­τι σάν λύ­πη, σάν στε­νο­χώ­ρια γιά τό ότι δέν μού ε­πι­τρέ­πε­ται, εξ αι­τί­ας τής ι­διαί­τε­ρης φύ­σης τού λειτουρ­γή­μα­τος που ε­ξα­σκώ, νά δια­τη­ρού­μαι γιά πο­λύν και­ρό κά­τω απʼ τήν ε­πί­δρα­ση τέ­τοιου εί­δους συλ­λο­γι­σμών -πράγ­μα άλ­λω­στε α­νε­φάρ­μο­στο α­κό­μη κι άν ε­πέ­με­να νά τό κά­νω, μιά κι ο έ­λεγ­χος με­τά α­πό κά­θε ε­πι­στρο­φή εί­ναι τό­σο αυ­στη­ρός ώ­στε θά κιν­δύ­νευαν σο­βα­ρά τά κερ­δι­σμέ­να μέ τό­σον κό­πο χρό­νια τής προ­ϋ­πη­ρε­σί­ας μου. Μά νά που κιό­λας ά­φι­σα νά πα­ρασυρ­θώ αρ­κε­τά μα­κρυα. Νά πως ξε­κι­νούν αυ­τές οι μι­κρές αμ­φι­βο­λί­ες που σάς έ­λε­γα πρίν α­πό λί­γο. Εί­ναι δυ­στυ­χώς αυ­τή η έλ­λει­ψη α­πο­τε­λεσμα­τι­κής προ­στα­σί­ας που τό­σο έ­ντο­να ε­ξα­κο­λου­θεί νά μάς χα­ρα­κτη­ρί­ζει καί που, μέ τά μέ­σα που έ­χου­με στή διά­θε­σή μας, μέ τίς α­πε­ριό­ρι­στες σχε­δόν δυ­να­τό­τη­τες που μάς διε­τέ­θη­σαν μέ τό­ση α­πλο­χε­ριά -καί που, πι­στέψτε με, ε­μείς του­λά­χι­στον απʼ τήν δι­κιά μας με­ριά πο­τέ δέν λεί­ψα­με νά α­να­γνω­ρί­σου­με τήν ευ­γνω­μο­σύ­νη που ο­φεί­λου­με γιʼ αυ­τήν τήν ευ­γε­νική, τήν γεν­ναιό­δω­ρη καί πα­τρι­κή θά έ­λε­γα, προ­σφο­ρά-, έ­χο­ντας λοι­πόν ό­σα μπορού­σε νά χρεια­στού­με σʼ αυ­τόν τόν το­μέ­α, ω­στό­σο δέν έ­χου­με α­κό­μα κατα­φέ­ρει -κι ί­σως νά εί­ναι α­δι­κί­α νά μήν α­να­γνω­ρι­σθεί πως οι εκ­κλή­σεις γιά κα­λή διά­θε­ση που μάς έ­γι­ναν, οι έ­ξο­χες δι­καιο­λο­γί­ες που έχουν κά­θε δι­καί­ω­μα νά α­παι­τούν, δέν έ­μει­ναν χω­ρίς τήν αρ­κε­τά έ­στω ανά­λο­γη α­ντα­πό­κρι­ση-, δέν έ­χου­με λοι­πόν κα­τα­φέ­ρει, παρʼ ό­λες τίς προ­σπάθειες, παρʼ ό­λες τίς αι­μα­τη­ρές φθο­ρές που μάς λι­γό­στε­ψαν έ­τσι, νά απο­τρέ­ψου­με κά­θε υ­πο­ψί­α που θά ή­ταν δυ­να­τόν νά γεν­νη­θεί γιά ε­γκα­τά­λει­ψη”.
“Εί­ναι πι­θα­νόν”, εί­πα, “εί­ναι πι­θα­νόν τό ό­τι ί­σως κά­ποιες φο­ρές, νά στά­θη­κε α­φορ­μή γιά νά α­να­πτυ­χθεί μιά ι­διαί­τε­ρη σχέ­ση, έ­να συ­να­πά­ντη­μα πάνω σέ μιά πε­ρί­που ί­δια α­γω­νί­α. Ό­μως έ­να πε­ρί­που, εν­δέ­χε­ται νά μαρ­τυρά­ει τίς πιό πολ­λές φο­ρές μιά συγ­γέ­νεια ε­πι­κίν­δυ­νη, εν­δέ­χε­ται νά κληρο­νο­μή­σει σʼ αυ­τή τή σχέ­ση δυ­να­τό­τη­τες ύ­πο­πτες, α­κό­μα καί τίς κα­τα­βο­λές ε­κεί­νες που ε­μείς οι ί­διοι τού δώ­σα­με σάν τό γεν­νού­σε η επι­θυ­μί­α που, πρίν ποιός ξέ­ρει πό­σον και­ρό, ξε­νυ­χτού­σε σέ κά­ποια γω­νιά μας πε­ρι­μέ­νο­ντας γιά μιά σχέ­ση σάν κι αυ­τή. Αυ­τή η α­να­μο­νή έ­χει έ­ναν εντε­λώς ι­διαί­τε­ρο τρό­πο νά ζη­τά τά δι­καιώ­μα­τά της -δι­καιώ­μα­τα εξ άλ­λου που ό­χι μό­νο θε­ω­ρούν σάν α­να­ντίρ­ρη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση τήν συ­γκα­τά­θε­σή μας, αλ­λά αρ­νού­νται ε­πί­μο­να ο­ποια­δή­πο­τε συ­ζή­τη­ση γύ­ρω απʼ τό θέμα τής ύ­παρ­ξής τους- καί κα­νείς δέν ξέ­ρει, κα­νείς δέν θά μπο­ρού­σε μέ α­κρί­βεια νά προ­βλέ­ψει, πό­τε, ποιά στιγ­μή καί εκ­με­ταλ­λευό­με­νη ποιά συ­γκυ­ρία πε­ρι­στά­σε­ων, ποιά ευ­νο­ϊ­κή πα­ρου­σί­α ή α­που­σί­α τής τύ­χης, θά διά­λε­γε τόν θά­να­τό της πρός χά­ριν αυ­τών τών ί­διων α­παι­τη­τι­κών δι­καιω­μά­των της, ώστε νά εί­ναι έ­τοι­μος νά ε­λέγ­ξει μέ αρ­κε­τή ψυ­χραι­μί­α αυ­τό τό «πε­ρί­που»”.
Ό­σο γιά μέ­να, νά τί θά μπο­ρού­σα νά πώ γιά τό χα­τί­ρι αυ­τής τής ά­μυ­νας: Πά­νε πιά τό­σα χρό­νια α­πό τό­τε που άρ­χι­σε νά ω­ρι­μά­ζει μέ­σα του η υ­ποψί­α πως έ­χει ε­γκα­τα­λει­φθεί. Καί μά­λι­στα πως έ­χει ε­γκα­τα­λει­φθεί απʼ τήν αρ­χή καί γιά πά­ντα. Τώ­ρα ε­κεί­νο που τόν εν­δια­φέ­ρει δέν εί­ναι κα­θό­λου αυ­τή η ε­γκα­τά­λει­ψη. Κά­θε άλ­λο. Ε­κεί­νο που δέν τόν α­φί­νει νά η­συ­χά­σει εί­ναι αυ­τή α­κρι­βώς η ί­δια η υ­πο­ψί­α. Καί σκέ­φτε­ται ό­τι θά πρέ­πει νά τής χρειά­στη­κε μιά πε­ρί­ο­δος γιά νά ω­ρι­μά­σει, που, άν καί δέν εί­ναι σέ θέ­ση νά προσ­διο­ρί­σει τό μά­κρος της, ω­στό­σο α­νακα­λύ­πτει πως μέ μιά πε­ρί­ερ­γη ε­πι­μο­νή θέ­λει νά τό φα­ντά­ζε­ται α­πε­ριό­ριστα με­γά­λο, τό­σο, που άν καί έ­χει αρ­κε­τές φο­ρές προ­σπα­θή­σει νά τό συλ­λάβει, ε­κεί­νο πά­ντα τόν ξε­περ­νού­σε.
(12)
1975
“Ε­δώ α­ξί­ζει τόν κό­πο νά στα­μα­τή­σου­με”, εί­πε ο ο­δη­γός κοι­τά­ζο­ντας μέ ι­κα­νο­ποί­η­ση γύ­ρω του. “Πρίν αρ­χί­σου­με, άς μού ε­πι­τρα­πεί νά τονί­σω α­κό­μα μιά φο­ρά, καί χω­ρίς τή μά­ται­η με­γα­λο­έ­πεια που εν­δε­χο­μέ­νως έ­χε­τε πα­ρα­τη­ρή­σει σέ α­νά­λο­γες πε­ρι­πτώ­σεις, τό πό­σο δύ­σκο­λη καί ε­πικίν­δυ­να λε­πτή εί­ναι η ου­σί­α τού λει­τουρ­γή­μα­τος τού ο­ποί­ου τα­πει­νός υ­πη­ρέ­της σάς προ­σφέ­ρο­μαι. Η πα­λιά συ­νή­θεια που έ­κα­νε τούς αν­θρώ­πους νά πε­ρι­μέ­νουν μιά συ­γκε­κρι­μέ­νη καί σα­φή α­πά­ντη­ση στήν, ό­πως νόμι­ζαν συ­γκε­κρι­μέ­νη καί σα­φή ε­ρώ­τη­σή τους, πρέ­πει ε­δώ νά ε­γκα­τα­λειφθεί. Ί­σως δέν εί­ναι πε­ριτ­τό νά σάς υ­πεν­θυ­μή­σω ό­τι τήν ευ­θύ­νη γιά ό,τι πρό­κει­ται νά α­κο­λου­θή­σει τήν φέ­ρε­τε α­πο­κλει­στι­κά ε­σείς. Ο χώ­ρος καί η διάρ­κεια, κα­θώς καί ο τρό­πος, δέν μπο­ρούν νά α­ντα­πο­κρι­θούν πα­ρά μό­νο στήν α­ό­ρι­στη αυ­τή αί­τη­σή σας -που συμ­φω­νή­σα­με ό­τι θά πα­ρα­μεί­νε­τε- γιά τήν εμ­φά­νι­ση τής δυ­να­τό­τη­τας χω­ρίς άλ­λον προσ­διο­ρι­σμό. Εξ άλ­λου, η ευ­αι­σθη­σί­α τού χώ­ρου εί­ναι τό­ση ώ­στε αρ­κεί καί η ε­λάχι­στη προ­σπά­θεια στα­θε­ρο­ποί­η­σης ο­ποιου­δή­πο­τε μέ­τρου σύ­γκρι­σης γιά νά γί­νει ε­πί­πε­δος γιʼ αυ­τόν που θά τό κά­νει καί που φυ­σι­κά θʼ α­να­γκαστεί νά μεί­νει πί­σω”.
(13)
1975
“Ε­μέ­να όμως”, εί­πα καί τήν ί­δια στιγ­μή έ­νας μι­κρός φό­βος άρ­χι­σε νά σκληραί­νει μέ­σα μου σάν κόκ­κος άμ­μου, “ε­μέ­να δέν θά μπο­ρέ­σε­τε νά μέ ξε­γε­λά­σετε”.
“Μήν ξε­χνά­τε πως ο κα­τη­γο­ρού­με­νος εί­στε ε­σείς”, εί­πε χα­μο­γε­λώ­ντας μέ συ­μπά­θεια ο πρό­ε­δρος. Έ­σκυ­ψε προ­στα­τευ­τι­κά πρός τό μέ­ρος μου: “Δέν πρέ­πει νά πα­ρα­γνω­ρί­ζε­τε τήν κα­λή μας διά­θε­ση. Μήν ξε­χνά­τε πό­σος κό­πος χρειά­στη­κε, πό­ση στέ­ρη­ση, τί μά­χες δό­θη­καν καί δί­νο­νται ε­νά­ντια στίς ύ­πουλες υ­στε­ρο­βου­λί­ες που τό­σο κα­λά ξέ­ρου­με ό­λοι μας, γιά νά μπο­ρέ­σουν αυτές οι έ­δρες νά πλη­ρω­θούν ε­πα­ξί­ως. Έ­πει­τα σκε­φτεί­τε καί τό α­κρο­ατή­ριο. Ό­λοι αυ­τοί οι άν­θρω­ποι θυ­σιά­ζουν τόν και­ρό τους, δια­κιν­δυ­νεύ­ουν τήν υ­γεί­α τους κα­θι­σμέ­νοι α­κί­νη­τοι καί νη­στι­κοί τό­σες ώ­ρες ε­δώ. Σάς τί­μη­σαν μέ τήν πε­ριέρ­γειά τους, μέ τό νά εν­δια­φερ­θούν γιά τήν πε­ρίπτω­σή σας. Ε­μείς που βρι­σκό­μα­στε α­πό τήν άλ­λη με­ριά, ξέ­ρου­με κα­λά πό­σο αυ­τό γέρ­νει τήν ζυ­γα­ριά πρός τό μέ­ρος σας. Κι ό­μως κα­νείς α­πό μάς δέν παρα­πο­νεί­ται γιʼ αυ­τήν τήν γε­νι­κά πα­ρα­δε­κτή α­δι­κί­α είς βά­ρος μας. Εί­μαστε έ­τοι­μοι νά τήν υ­πο­στού­με γιά τό γε­νι­κό­τε­ρο κα­λό. Εί­μα­στε έ­τοι­μοι νά πε­ρι­μέ­νου­με καί νά υ­πο­μέ­νου­με… Καί σείς; Ε­σείς θά­πρε­πε νά εί­σα­σταν ο πρώ­τος που θά τά λο­γά­ρια­ζε ό­λα αυ­τά”.
(14)
1975
“Ε­μέ­να όμως”, εί­πα κα­θώς κα­τέ­βαι­να τό τε­λευ­ταί­ο σκα­λο­πά­τι, “ε­μέ­να δέν θά μπο­ρέ­σε­τε νά μέ ξε­γε­λά­σε­τε”. Έ­κα­νε α­πό­το­μα μιά ο­λό­κλη­ρη στρο­φή γύ­ρω απʼ τόν ε­αυ­τό της σάν νά τήν εί­χα υ­πο­τι­μή­σει μέ τά λό­για μου. “Ε­σείς”, εί­πε ε­νώ μέ κοί­τα­ζε μέ εν­δια­φέ­ρον, “ε­σείς θά εί­στε α­πό τά τε­λευ­ταί­α θύ­μα­τα”. “Τί εν­νο­εί­τε;”, ρώ­τη­σα κι έ­νας μι­κρός φό­βος άρ­χι­σε νά σκλη­ραί­νει στήν καρ­διά μου σάν κόκ­κος άμ­μου. “Εν­νο­ώ”, εί­πε, “πως θά εί­στε έ­να θύ­μα ό­χι δι­κό μας ή δι­κό μου, ό­πως ί­σως νά φα­ντα­στή­κα­τε, αλ­λά έ­να θύ­μα τής ι­διό­τη­τός σας. Έ­να θύ­μα τής ι­διαί­τε­ρης φύ­σης που σάς χα­ρα­κτηρί­ζει”.
Ο ή­χος τών βη­μά­των μας α­ντή­χη­σε ξα­νά στούς σκο­τει­νούς θό­λους.
“Αυ­τό”, συ­νέ­χι­σε, “εί­μαι σί­γου­ρη πως τό­χε­τε σκε­φτεί αρ­κε­τές φο­ρές στό παρελ­θόν καί μιά καί κα­νέ­νας δέν σάς υ­πο­χρέ­ω­σε νά ε­ξα­σκή­σε­τε αυ­τή τήν ι­διό­τη­τα, ού­τε νά προ­σκολ­λη­θεί­τε σʼ αυ­τή τήν φύ­ση -μή­πως ά­ρα­γε σάς έ­λειψαν οι ευ­και­ρί­ες γιά νά α­κο­λου­θή­σε­τε έ­ναν απʼ τούς δρό­μους που τόσο σο­φά σάς υ­πο­δεί­χτη­καν καί που τό τέρ­μα του θά ή­ταν τό­σο κα­θη­συ­χα­στικά γνω­στό-, α­φού λοι­πον εί­ναι έ­τσι, ο ο­ποιοσ­δή­πο­τε κα­λό­πι­στος κρι­τής δέν θά μπο­ρού­σε πα­ρα νά ο­δη­γη­θεί στό συ­μπέ­ρα­σμα ό­τι ζεί­τε μέ πλήρη ε­πί­γνω­ση πως ή­δη έ­χε­τε ό­χι μό­νο α­πελ­πι­στι­κά δι­καιώ­σει τίς τό­σο συ­χνές προ­ει­δο­ποι­ή­σεις γιά τό μέλ­λον σας, έ­χε­τε ό­χι μό­νο α­πο­δε­χθεί τίς συ­νέ­πειες αυ­τής τής α­κα­τα­νό­η­της πο­ρεί­ας σας, αλ­λά καί ό­τι έ­χε­τε αρνη­θεί νά δε­χθεί­τε ο­ποια­δή­πο­τε μομ­φή θά μπο­ρού­σε κα­νείς γιά λο­γα­ριασμό σας νά ε­πιρ­ρί­ψει κα­τά τών αρ­μο­δί­ων τής πε­ρι­πτώ­σε­ως που εί­στε καί ό­τι α­κό­μα τούς ε­ξα­σφα­λί­ζε­τε α­πό κά­θε εί­δους πλά­νη στήν κρί­ση τους καί φυ­σι­κά α­πό κά­θε αμ­φι­βο­λί­α καί ε­νο­χή γιʼ αυ­τήν”.
“Αυ­τός”, εί­πα καί τήν άγ­γι­ξα ε­λα­φρά στό μπρά­τσο δεί­χνο­ντάς της έ­ναν αρου­ραί­ο που εί­χε ξε­τρυ­πώ­σει ξαφ­νι­κά απʼ τά σκο­τά­δια καί κου­νού­σε τήν ου­ρά του α­να­γνω­ρί­ζο­ντάς την, “αυ­τός δέν θά εί­χε τήν πα­ρα­μι­κρή α­ντίρ­ρη­ση σέ ό,τι εί­πα­τε, μά­λι­στα δέν θά εί­χε τήν πα­ρα­μι­κρή α­ντίρ­ρη­ση σʼ ο,τι­δή­πο­τε λέ­γα­τε, εί­ναι πραγ­μα­τι­κός σκλά­βος σας. Αλ­λά ε­γώ δέν πρό­κειται νά σάς ε­πι­τρέ­ψω νά παί­ζε­τε μα­ζύ μου ό­πως η γά­τα μέ τό πο­ντί­κι”.
“Έ­νας α­λή­της δέν μπο­ρεί νά υ­πα­γο­ρεύ­ει τούς κα­νό­νες τού παι­χνι­διού καί μά­λι­στα σʼ έ­ναν τό­πο σάν κι αυ­τόν”, α­πά­ντη­σε χα­μο­γε­λώ­ντας, μέ μιά μικρή χα­ρι­τω­μέ­νη υ­πό­κλι­ση πρός τό μέ­ρος τού πο­ντι­κού σάν νά τόν προ­σκαλού­σε γιά μάρ­τυ­ρα.
“Φαί­νε­ται πως, μʼ ό­λες τίς μυ­στι­κές υ­πη­ρε­σί­ες σας, οι γνώ­σεις σας γιά τούς α­λή­τες εί­ναι σχε­τι­κά ελ­λει­πείς”, τής εί­πα κά­νο­ντας κι ε­γώ μιά μι­κρή υ­πό­κλι­ση καί τήν ί­δια στιγ­μή έ­δω­σα μιά γε­ρή κλω­τσιά στόν αρου­ραί­ο που χά­θη­κε στά σκο­τά­δια τσι­ρί­ζο­ντας. “Γιά νά ι­σχύ­ει αυ­τό που λέτε πρέ­πει κα­νείς νά έ­χει ή­δη δε­χτεί τήν πρό­σκλη­ση γιά τό παι­χνί­δι. Αυ­τό α­πο­τε­λού­σε πά­ντα τήν πρώ­τη καί με­γα­λύ­τε­ρη ε­πι­δί­ω­ξή σας που γιά χά­ρη της θά ή­σα­σταν δια­τε­θη­μέ­νοι νά θυ­σιά­σε­τε καί με­ρι­κούς α­πό ε­σάς τούς ίδιους καί η πι­θα­νό­τη­τα μιάς τέ­τοιας άρ­νη­σης σάς α­πο­δυ­να­μώ­νει σέ τέτοιο α­πελ­πι­στι­κό βαθ­μό ώ­στε γιά νʼ α­πο­φύ­γε­τε αυ­τή τή πε­λώ­ρια φρί­κη στοι­χη­μα­τί­ζω πως θά δε­χό­σα­σταν μέ α­να­κού­φι­ση νά εί­μαι ε­γώ ε­κεί­νος που θά υ­πα­γό­ρευε αυ­τούς τούς κα­νό­νες. Χω­ρίς τό παι­χνί­δι δέν εί­στε τίπο­τε. Αυ­τή η δια­πί­στω­ση εί­ναι η δύ­να­μη που έ­χει έ­νας α­λή­της καί πι­στέψ­τε με, εί­ναι τό πρώ­το πράγ­μα που μα­θαί­νει καί δέν τό ξε­χνά πο­τέ. Άλ­λωστε αυ­τό α­πο­τε­λεί καί τήν ι­διαί­τε­ρη φύ­ση του, κι ε­γώ, σύμ­φω­να μέ την πε­ρι­γρα­φή που μού κά­να­τε προ­η­γου­μέ­νως…”.
(15)
1975
“Ε­λά­τε! Μά δέν μπο­ρώ νά σάς α­φί­σω πα­ρά μό­νο μιά στιγ­μή”. Η φω­νή της μόλις που α­κου­γό­τα­νε. “Ση­κώ­στε ψη­λά τόν πυρ­σό”, εί­πε. “Θέ­λω νά ρί­ξω α­κό­μα μιά μα­τιά”. Κοί­τα­ξε προ­σε­κτι­κά μέ­σα στό σκο­τά­δι τής γα­λα­ρί­ας. “Εί­ναι α­λήθεια ό­τι ε­δώ σπά­νια έρ­χε­ται κα­νείς. Άλ­λω­στε εί­μαι υ­πεύ­θυ­νη γιʼ αυ­τό τό τμή­μα καί μέ τήν ε­μπι­στο­σύ­νη που μού έ­χουν… Μά τί έ­κα­να! Τί έ­κα­να!”, ψιθύ­ρι­σε α­κό­μα πιό σι­γά, μι­λώ­ντας αυ­τή τή φο­ρά στόν ε­αυ­τό της.
“Τί εί­πα­τε;”, ρώ­τη­σα γιά νά πώ κι ε­γώ κά­τι. Μέ­σα στήν καρ­διά μου έ­νας μι­κρός φό­βος εί­χε αρ­χί­σει νά σκλη­ραί­νει σάν κόκ­κος άμ­μου.
“Μή μού ξα­να­μι­λή­σε­τε πο­τέ καί γιά τί­πο­τα, ό­ση ώ­ρα εί­μα­στε ε­δώ, ε­κτός κι άν πά­θε­τε κά­τι τό πο­λύ σο­βα­ρό. Καί δέν μι­λώ φυ­σι­κά γιά τήν ψυ­χι­κή σας κατά­στα­ση. Αυ­τή δέν μέ α­φο­ρά. Άλ­λω­στε σάς έ­χω προ­ει­δο­ποι­ή­σει: η ευ­θύ­νη πά­νω σʼ αυ­τόν τόν το­μέ­α εί­ναι ό­λη δι­κιά σας”.
“Μά τί άλ­λο θά μπο­ρού­σα νά πά­θω;”, α­πά­ντη­σα ό­σο πιό σι­γά μπο­ρού­σα. “Θέ­λω νά πώ δη­λα­δή, ποιός άλ­λος το­μέ­ας μου θά ή­ταν δυ­να­τόν νά βλα­φτεί καί για­τί;”.
“Αυ­τό θα μπο­ρού­σα νά τό πά­ρω σάν ει­ρω­νί­α, άν δέν ή­ταν τό­σο θα­νά­σμα σο­βαρή η κα­τά­στα­ση”, εί­πε σκλη­ρά. Έ­κα­νε έ­να βή­μα πί­σω γιά νά μέ κοι­τά­ξει. Οι κι­νή­σεις της φα­νέ­ρω­ναν μιά συ­γκρα­τη­μέ­νη ορ­γή. “Α­λή­θεια, μά δέν έ­χετε κα­θό­λου συ­ναί­σθη­ση σέ τί μέ­ρος βρι­σκό­σα­στε;”, ρώ­τη­σε κι έ­κα­νε μιά α­νυπό­μο­νη χει­ρο­νο­μί­α γιά νά μού δεί­ξει γύ­ρω, υ­πο­γραμ­μί­ζο­ντας έ­τσι τήν ε­ρώ­τη­ση σάν νά μήν έ­φτα­ναν τά λό­για…
“Κι άν α­κό­μα εί­νʼ έ­τσι”, εί­πα α­πλώ­νο­ντας τό χέ­ρι μου πρός τό μέ­ρος της, “κι άν α­κό­μα εί­νʼ έ­τσι, δέν θά­πρε­πε νά μέ προ­σβάλ­λε­τε τό­σο ά­δι­κα. Μήν ξεχνά­τε πως οι μό­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες που μπο­ρώ νά έ­χω γιʼ αυ­τό τό μέ­ρος δέν εί­ναι άλ­λες α­πό ε­κεί­νες που ε­σείς μού δώ­σα­τε. Ε­σείς εί­στε η πηγή τών πλη­ρο­φο­ριών μου. Ε­άν πράγ­μα­τι δέν έ­χω τήν συ­ναί­σθη­ση που ο τόπος α­παι­τεί γιά λο­γα­ρια­σμό του καί ε­άν δε­χτού­με ό­τι η α­να­πλα­στι­κή μου ι­κα­νό­τη­τα λει­τουρ­γεί χω­ρίς σο­βα­ρές πα­ρα­μορ­φώ­σεις -κι αυ­τό μπο­ρώ νά σάς βε­βαιώ­σω ό­τι έ­χω ι­σχυ­ρούς λό­γους νά τό πι­στεύ­ω-, τό­τε ί­σως νά έ­πρε­πε νά ε­λέγ­ξου­με τήν ε­πάρ­κεια αυ­τών τών πλη­ρο­φο­ριών”.
“Πώς φαί­νε­ται ό­τι ερ­χό­σα­στε α­πό έ­ναν άλ­λον κό­σμο!”. Κού­νη­σε τό κε­φά­λι χα­μο­γε­λώ­ντας σχε­δόν τώ­ρα. “Βά­ζω στοί­χη­μα πως δέν θά ο­νο­μά­ζα­τε πο­τέ προσβο­λή μιά μομ­φή που θά προ­έρ­χο­νταν α­πό μιά σω­στή, κα­τά τήν α­ντί­λη­ψή σας, ε­κτί­μη­ση, μέ τά μέ­τρα τής δι­καιο­σύ­νης που πα­ρα­δέ­χε­σθε”.
“Αυ­τό εί­ναι α­λή­θεια”, πα­ρα­δέ­χτη­κα μέ α­να­κού­φι­ση γιά τήν χα­λά­ρω­ση, “αλλά εί­ναι μιά μι­σή α­λή­θεια. Για­τί άν καί θά δε­χό­μουν α­δια­μαρ­τύ­ρη­τα αυ­τή τή μομ­φή, εφʼ ό­σον βέ­βαια ή­θε­λα νά δεί­ξω τήν κα­λή μου διά­θε­ση, κα­τά βά­θος δέν θα έ­παυα πο­τέ νά θε­ω­ρώ τόν ε­αυ­τό μου προ­σβε­βλη­μέ­νο για­τί τόλμη­σαν νά μέ κρί­νουν”.
“Νά κά­τι που θά μʼ εν­διέ­φε­ρε πο­λύ νά συ­ζη­τή­σου­με στό μέλ­λον. Άν υ­πάρ­ξει μέλ­λον”, εί­πε ε­κεί­νη παίρ­νο­ντας ξα­νά τό σκυ­θρω­πό της ύ­φος. “Ό­μως αρκε­τά. Αυ­τοί οι αρ­χαί­οι τοί­χοι ού­τε που θά τολ­μού­σαν νά ξα­να­ελ­πί­σουν μιά τέ­τοια συ­ζή­τη­ση ε­δώ. Ε­τοι­μα­στεί­τε. Ξε­κι­νά­με”.
“Α­κού­στε”, εί­πα καί πρό­σε­ξα γιά πρώ­τη φο­ρά μέ­σα σέ τό­σην ώ­ρα πως τό λε­πτό κορ­δο­νά­κι στόν ώ­μο της που συ­γκρα­τού­σε τό φό­ρε­μα, εί­χε γλυ­στρή­σει καί τό στή­θος της ή­ταν σχε­δόν γυ­μνό. “Α­κού­στε, δώ­στε μου δυό λε­πτά και­ρό. Πρέ­πει νά σάς ε­ξο­μο­λο­γη­θώ κά­τι”.
“Τί εί­ναι λοι­πόν α­κό­μα;”, ρώ­τη­σε ε­κεί­νη χω­ρίς νά φαί­νε­ται ό­τι εί­χε κατα­λά­βει αυ­τό που της συ­νέ­βει.
“Αυ­τό τό κα­τώ­φλι θά τό πε­ρά­σω ο­πωσ­δή­πο­τε, αλ­λά μέ­σα στήν καρ­διά μου έ­νας μι­κρός φό­βος έ­χει αρ­χί­σει νά σκλη­ραί­νει σάν κόκ­κος άμ­μου. Πρώ­τα πρέ­πει νά ξε­πε­ρά­σω αυ­τόν. Θέ­λω νά αυ­να­νι­στώ”.
“Αυ­τό α­πο­κλεί­ε­ται!”, μέ έ­κο­ψε θυ­μω­μέ­να. “Δέν μπο­ρώ νά ε­πι­τρέ­ψω τέ­τοιου εί­δους εκ­δη­λώ­σεις”.
“Μού εί­ναι α­δύ­να­το νά κά­νω κι έ­να βή­μα άν δέ μʼ α­φί­σε­τε. Πα­ραι­τού­μαι α­πό κά­θε προ­σπά­θεια”.
“Τό­τε μπο­ρεί­τε νά θη­λά­σε­τε”, εί­πε μʼ έ­ναν στε­ναγ­μό, σάν νά υ­πο­χω­ρού­σε καί μού έ­τει­νε τό ω­ραί­ο της στή­θος που στή ρώ­γα του εί­χαν αρ­χί­σει κιόλας νά ξε­προ­βάλ­λουν μι­κρές ά­σπρες στα­γω­νί­τσες.
“Μού εί­ναι α­δύ­να­το άν δέν αυ­να­νι­στώ”, ε­πα­νέ­λα­βα α­να­σαί­νο­ντας μέ δυσκο­λί­α.
“Δο­κι­μά­στε καί πέ­στε μου άν α­να­γνω­ρί­ζε­τε τή γεύ­ση απʼ αυ­τό τό γά­λα”, ε­πέ­μει­νε καί μʼ αυ­τά τά λό­για έ­πια­σε τρυ­φε­ρά τό κε­φά­λι μου κι ο­δή­γησε τό στό­μα μου προ­σε­κτι­κά. “Μπο­ρώ α­λή­θεια νά πιώ ό­σο θέ­λω;”, εί­πα α­φού δο­κί­μα­σα, γλεί­φο­ντας τά χεί­λια μου α­πό ευ­χα­ρί­στη­ση…
(15,1)
1975
Ι­σί­δω­ρε, Ι­σί­δω­ρε!… Σέ βλέ­πω σέ μιά κά­τα­σπρη Σι­τρο­έν νά τρέ­χεις ε­κτεί­νο­ντας στόν α­έ­ρα τό ευ­σπλα­χνι­κό σου φου­λά­ρι μέ τά τρο­με­ρά χρώ­μα­τα… Δικαί­ως θά πα­ρα­με­ρί­ζουν οι άν­θρω­ποι μπρο­στά σου, ε­νώ ε­σύ θά περ­νάς θε­ρί­ζο­ντας τά πά­ντα, σπί­τια, δρό­μους, δέ­ντρα, ε­μπο­ρι­κά, τίς κου­ρα­σμέ­νες παρ­θέ­νες, τούς ε­παγ­γελ­μα­τί­ες τής πλή­ξης, κι ε­νώ πί­σω σου πο­λύ­χρω­μοι α­ε­τοί υ­ψώ­νο­νται α­να­δεύ­ο­ντας τίς πε­λώ­ριες ου­ρές τους, γε­μά­τες α­στρα­φτε­ρά ξυ­ρά­φια ε­πι­τή­δεια στή σκό­πευ­ση, α­κο­λου­θώ­ντας, συ­μπλη­ρώνο­ντας, τε­λειώ­νο­ντας…
Ουρ­λιά­ζο­ντας μα­στι­γώ­νεις τά ά­λο­γα τής λευ­κής κα­ροσ­σε­ρί, ε­νώ μέ τό άλ­λο σου χέ­ρι κα­τευ­θύ­νεις τά ι­νί­α τών εκ­δι­κη­τι­κών σου χαρ­τα­ε­τών… Ι­σίδω­ρε, Ι­σί­δω­ρε! Ι­δού η πο­λυ­κέ­φα­λος ε­ξου­σί­α, γο­η­τευ­μέ­νη, σού προ­σφέ­ρει τούς τρυ­φε­ρούς της λαι­μούς… Ι­δού ο με­γά­λος σου α­ε­τός, ί­σως ο πιό με­γά­λος, βαμ­μέ­νος μαύ­ρος καί κόκ­κι­νος, βουΐ­ζο­ντας μέ τά φο­βε­ρά του κρε­μα­στά­ρια, κα­τέρ­χε­ται ή­δη πρός τό μοι­ραί­ο ρα­ντε­βού που τό­σους αιώ­νες ο­νει­ρεύ­ο­νταν οι γε­νιές τών ο­μοί­ων σου…
(152)
1975
“Καί ποιός εί­σαι ε­σύ που τολ­μάς νά μέ α­ντι­στρα­τεύ­ε­σαι;”, ρω­τά­ει μέ αγα­νά­κτη­ση τό Κα­λό τό Κα­κό που τού κλεί­νει καγ­χά­ζο­ντας τόν δρό­μο.
“Εί­μαι ο δη­μιουρ­γός σου!”, α­πα­ντά τό Κα­κό, σί­γου­ρο γιά τή νί­κη του ό­πως καί κά­θε προ­η­γού­με­νη φο­ρά.
“Αυ­τό εί­ναι α­δύ­να­το”, λέ­ει τό Κα­λό κά­νο­ντας νά προ­σπε­ρά­σει, “για­τί άν είναι έ­τσι τό­τε κι ε­γώ εί­μαι ο δη­μιουρ­γός σου”.
“Νά κά­τι που δέν θʼ αρ­νιώ­μου­να πο­τέ, άν κι εί­ναι η πρώ­τη φο­ρά που μού α­πα­ντάς έ­τσι. Κά­τι άλ­λα­ξε στίς σχέ­σεις μας λοι­πον”.
“Καί βέ­βαια άλ­λα­ξαν οι σχέ­σεις μας!”, λέ­ει καγ­χά­ζο­ντας τώ­ρα τό Κα­λό μέ τή σει­ρά του. “Πέ­ρα­σαν τό­σοι αιώ­νες γιά νʼ αρ­χί­σω νά κα­τα­λα­βαί­νω!”.
“Πο­τέ δέ σέ νό­μι­ζα ι­κα­νό νά ε­κτι­μή­σεις σω­στά μιά κα­κή πρά­ξη. Κι άν σού κλεί­νω α­κό­μα τό δρό­μο εί­ναι για­τί α­να­ρω­τιέ­μαι τί νά­ναι αυ­τό που σέ ξύ­πνη­σε…”.
Μʼ έ­ναν πε­ρί­ερ­γο τρό­πο ο θά­να­τος μιάς δη­μιουρ­γί­ας συ­μπί­πτει μέ τήν στιγ­μή που ο δη­μιουρ­γός της α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τό μέ­γε­θος τής δύ­να­μης που τού έ­χει προ­σφέ­ρει τό δη­μιούρ­γη­μά του.
“Χρό­νια τώ­ρα βα­σα­νί­ζε­σαι απʼ αυ­τή τήν ά­χρη­στη δύ­να­μη που καί­ει τά σε­ντό­νια στό κρεβ­βά­τι σου. Α­γκα­λιά μʼ έ­να πτώ­μα που δέν σέ γνω­ρί­ζει. Φύ­γε, φύγε. Κά­τω απʼ τίς γέ­φυ­ρες. Κά­τω απʼ τίς γέ­φυ­ρες δέ θά σέ βρεί”.

Φώ­τα μέσʼ στήν ο­μί­χλη σάν γα­τιά
καί τό Κα­ρά­βι κτή­νος
(16)
1975
“Έ­νας α­πλός πα­ρα­τη­ρη­τής χει­ρο­νο­μιών δέν μπο­ρεί νά έ­χει α­παι­τή­σεις!”, εί­πε ε­κεί­νος σχε­δόν μέ πά­θος καί έ­δει­ξε μέ θυ­μό τήν πόρ­τα. “Τί εν­διαφέ­ρον θά μπο­ρού­σε νά έ­χει ά­ρα­γε η υ­πό­θε­σή σας γιά μάς, αυ­τό δέν τό συλλο­γι­στή­κα­τε; Αλ­λά κι άν α­κό­μα τό κά­νε­τε τώ­ρα, αυ­τή τήν ύ­στα­τη στιγ­μή ό­πως βλέ­πω απʼ τό ύ­φος σας, πι­στεύ­ε­τε α­λή­θεια ό­τι αυ­τό μπο­ρεί νʼ αλλά­ξει τί­πο­τα; Α­κού­στε, για­τί δέν πά­τε νά πα­ρε­τε έ­ναν ύ­πνο; Αυ­τό θά σάς ω­φε­λού­σε καλ­λί­τε­ρα α­πό ο­ποια­δή­πο­τε κα­τα­νό­η­ση κι άν λο­γα­ριά­ζα­τε ό­τι θά συ­να­ντού­σα­τε ε­δώ. Τί εν­δια­φέ­ρον βρί­σκε­τε στό νά πα­ρα­τη­ρεί­τε χει­ρο­νο­μί­ες; Εί­ναι αυ­τό α­πα­σχό­λη­ση γιά έ­ναν ώ­ρι­μο άν­θρω­πο; Γιά έ­ναν άνθρω­πο που έ­χει συ­ναί­σθη­ση τών α­να­γκών του καί τών ευ­θυ­νών του; Δέν νομί­ζε­τε πως α­φί­σα­τε νά πα­ρα­συρ­θεί­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο απʼ ό,τι έ­πρε­πε; Καί σάν νά μή φτά­νει αυ­τό, μέ α­να­γκά­ζε­τε κι ε­μέ­να νά υ­πο­φέ­ρω αυ­τή τή στιγμή μα­ζύ σας. Εί­ναι σω­στό αυ­τό; Συμ­βι­βά­ζε­ται μέ τήν αί­σθη­ση τού δι­καί­ου που υ­πο­στη­ρί­ζε­τε ό­τι σάς ο­δη­γεί;”.
Ο πα­ρα­τη­ρη­τής εί­χε κά­τσει στήν ά­κρη τού πά­γκου κι έ­κλαι­γε μέ λιγ­μούς.
“Ε­λά­τε”, τού εί­πε ο υ­πάλ­λη­λος κά­πως στε­νο­χω­ρη­μέ­νος γιά τό α­πό­τομο φέρ­σι­μό του. “Στό κά­τω κά­τω τό φταί­ξι­μο δέν εί­ναι ε­ντε­λώς δι­κό σας. Η υ­πη­ρε­σί­α εί­ναι λί­γο αυ­στη­ρή, τό α­να­γνω­ρί­ζω, αλ­λά αυ­τό εί­ναι κάτι που πρέ­πει κα­νείς νά τό έ­χει πά­ντα υ­πʼ ό­ψη του. Άλ­λω­στε καί σείς ο ί­διος εί­στε αυ­στη­ρός μέ τόν ε­αυ­τό σας. Πρίν α­πό λί­γο τό εί­πα­τε: «Έ­χω σο­βα­ρές κα­ταγ­γε­λί­ες κα­τά τού ε­αυ­τού μου». Συ­γκρά­τη­σα τή φρά­ση σας γιατί μού έ­κα­νε ε­ντύ­πω­ση τό ό­τι τήν θε­ω­ρού­σα­τε πρω­τό­τυ­πη. Μά τί σάς έ­χει πιά­σει α­λή­θεια καί κα­τη­γο­ρεί­σθε; Ποιός σάς τό ζή­τη­σε αυ­τό; Τό κά­νε­τε σάν νά ε­ξω­φλεί­τε κά­ποιο πα­λιό χρέ­ος. Ί­σως νά­χε­τε δί­κιο, αλ­λά δια­λέ­ξα­τε λά­θος τα­μεί­ο. Αυ­τό εί­ναι ό­λο”.
Ο πα­ρα­τη­ρη­τής εί­χε τώ­ρα ε­ξα­ντλη­θεί τε­λεί­ως απʼ τό κλά­μα καί απο­κα­μω­μέ­νος έ­γει­ρε στόν πά­γκο κι άρ­χι­σε σι­γά σι­γά νʼ α­πο­κοι­μιέ­ται. “Άλ­λο κι αυ­τό!”, εί­πε ε­νο­χλη­μέ­νος ο υ­πάλ­λη­λος κι έ­σκυ­ψε ξα­νά στά χαρ­τιά του, α­πο­φα­σί­ζο­ντας νά μήν τού δώ­σει πιά ση­μα­σί­α.
“Η μι­κρή Ε­λέ­νη, η μι­κρή Ελέ­νη! Θά τήν πιά­σει τό κλά­μα!”, εί­πε ο πα­ρα­τη­ρη­τής πα­ρα­μι­λώ­ντας καί λί­γο σά­λιο κύ­λη­σε στόν πά­γκο απʼ τό στόμα του. “Ση­κω­θεί­τε α­μέ­σως!”, εί­πε ο υ­πάλ­λη­λος αυ­στη­ρά. “Αυ­τό δέν εί­ναι φέρ­σι­μο. Έ­χε­τε χά­σει τε­λεί­ως τόν έ­λεγ­χο τού ε­αυ­τού σας. Πρέ­πει νά σάς ζη­τή­σω νά φύ­γε­τε α­μέ­σως α­πό δώ. Δέν έ­χω πιά πε­ρι­θώ­ρια νά σάς κρα­τή­σω. Πρέ­πει νά σκε­φτώ καί τόν ε­αυ­τό μου. Η θέ­ση αυ­τή εί­ναι τό μό­νο μου ει­σό­δη­μα. Δέν θέ­λω νά τό χά­σω εξ αι­τί­ας σας. Ά­ντε λοι­πόν, χαί­ρε­τε”, εί­πε καί τόν ο­δή­γη­σε ώς τήν πόρ­τα. “Καί συ­νέλ­θε­τε. Αυ­τό σάς τό λέ­ω ε­ντε­λώς φιλι­κά. Συ­νέλ­θε­τε γιά τό κα­λό τό δι­κό σας καί ε­κεί­νων που σάς α­γα­πούν καί υ­πο­λο­γί­ζουν σέ σάς”. Έ­κα­νε μιά μι­κρή υ­πό­κλι­ση καί γύ­ρι­σε στή θέ­ση του.
(17)
1975
Μι­λού­σα λοι­πόν γιʼ αυ­τή τήν ε­ξαι­ρε­τι­κή Γρα­φο­μη­χα­νή, α­γα­πη­τοί μου κύριοι. Μι­λού­σα έ­χο­ντας πλή­ρη συ­ναί­σθη­ση τών συν­θη­κών κά­τω α­πό τίς οποί­ες λει­τουρ­γώ. Έ­να α­σή­μα­ντο α­να­λό­γιο κι έ­νας α­κό­μα πιό α­σή­μαντος πα­ρου­σια­στής προ­δια­θέ­τουν ά­σχη­μα, εί­νʼ η α­λή­θεια, έ­ναν πο­λυάσχο­λο ε­πι­σκέ­πτη που πε­ρι­δια­βαί­νει μέ ευ­ε­λι­ξί­α τά εκ­θέ­μα­τα προ­σπα­θώντας νά γε­μί­σει καλ­λί­τε­ρα τήν ώ­ρα του­· ί­σως μά­λι­στα -κι αυ­τό χω­ρίς καμ­μιά ε­ντε­λώς κα­κή πρό­θε­ση- τού θυ­μί­ζουν δυ­σά­ρε­στες στιγ­μές που έ­χει ε­πίμο­να προ­σπα­θή­σει νά τίς ξε­χά­σει καί που α­κρι­βώς γιʼ αυ­τό τό σκο­πό εί­ναι πι­θα­νόν νά βρί­σκε­ται ε­δώ σή­με­ρα. Α­δι­κούν α­κό­μα καί τήν α­ξί­α τού εκ­θέ­μα­τος, α­ξί­α ό­χι καί τό­σο μη­δα­μη­νή πολ­λές φο­ρές, που κιν­δυ­νεύ­ει ό­χι μό­νο α­πό τήν ι­διο­συ­γκρα­σί­α τού πα­ρου­σια­στή, αλ­λά καί α­πό τή θέ­ση του γιά τήν ο­ποί­α αυ­τός εί­ναι τό ί­διο υ­πεύ­θυ­νος ό­σο καί γιά τή συ­μπε­ρι­φο­ρά του μέ­σα της, άν καί αυ­τή η υ­πευ­θυ­νό­τη­τα έ­χει κα­τά καιρούς αμ­φι­σβη­τη­θεί μέ πά­θος καί σο­βα­ρές πα­ρα­νο­ή­σεις έ­χουν δη­μιουρ­γηθεί σʼ αυ­τόν τόν το­μέ­α. Μο­λο­ντού­το, μιά θέ­ση λι­γό­τε­ρο α­πό­με­ρη δέν θά εί­χε α­νά­γκη νά πα­ρα­κα­λεί γιά έ­να πιό προ­σε­κτι­κό βλέμ­μα, τό ξέ­ρω. Αλ­λά γνωρί­ζε­τε, γνω­ρί­ζε­τε καί σείς τό ί­διο κα­λά πό­σο δύ­σκο­λο εί­ναι στίς μέ­ρες μας νά α­πο­κτη­θεί, α­κό­μα καί σέ πο­λύ λι­γό­τε­ρο ση­μα­ντι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, μιά θέ­ση μέ μιά ευ­νο­ϊ­κή ο­πτι­κή γω­νί­α α­πό τήν πύ­λη τής ει­σό­δου. Άς εί­ναι όμως. Δέν πα­ρα­πο­νιέ­μαι. Εί­ναι σχε­δόν φυ­σι­κό, άν καί εί­ναι κο­πια­στι­κό νά τό α­πο­δε­χτεί κα­νείς στήν αρ­χή καί γιά μιά μα­κρυά πε­ρί­ο­δο μέ­νει μʼ αυτή τή βα­σα­νι­στι­κή υ­πο­ψί­α, που ό­μως σι­γά σι­γά μέσʼ απʼ τό πέ­ρα­σμα τού και­ρού υ­πο­χω­ρεί σέ μιάν ή­ρε­μη βε­βαιό­τη­τα που κα­θη­συ­χά­ζει, τό ό­τι είναι πι­θα­νόν νά έ­χει το­πο­θε­τη­θεί η θέ­ση του πρίν νά το­πο­θε­τη­θεί η είσο­δος. Υ­πάρ­χουν βέ­βαια, α­κό­μη καί τώ­ρα στίς μέ­ρες μας -φαί­νε­ται άλ­λωστε ό­τι δέν λεί­ψα­νε α­πό καμ­μιάν ε­πο­χή- με­ρι­κοί α­προ­σάρ­μο­στοι δυστυ­χι­σμέ­νοι άν­θρω­ποι, που αρ­νιού­νται μέ πεί­σμα νά υ­πο­τα­χτούν σʼ αυτήν τήν α­να­πό­φευ­κτη, μά ω­στό­σο στο­λι­σμέ­νη ευ­γε­νι­κά μέ τό ά­ρω­μα τού κα­θή­κο­ντος, μοί­ρα. Χτυ­πούν τό πό­δι κά­τω σάν μι­κρά παι­διά που τούς πή­ραν τό παι­χνί­δι τους, ε­πι­μέ­νουν πως δέν εί­ναι αυ­τοί που διά­λε­ξαν τή θέ­ση τους -δεί­χνο­ντας έ­τσι μιά πα­ρά­λο­γη α­χα­ρι­στί­α, για­τί τυ­χαί­νει σέ πολ­λές πε­ριπτώ­σεις αυ­τή η θέ­ση νά εί­ναι αρ­κε­τά κα­λή- μά κά­ποιος άλ­λος γιά λο­γαρια­σμό τους που δέν τούς ρώ­τη­σε, ε­πα­να­λαμ­βά­νουν πως α­κό­μα καί τώ­ρα δέν εί­ναι δια­τε­θει­μέ­νοι νά τό κά­νουν πρω­τού κα­ταρ­γη­θεί η εί­σο­δος, καί δέν θέ­λουν μέ κα­νέ­να τρό­πο νά ε­πι­δεί­ξουν τήν πρό­θυ­μη διά­θε­ση καί τό πνεύ­μα κα­τα­νο­ή­σε­ως που εί­ναι τό­σο α­πα­ραί­τη­τα γιά τήν κα­λή λει­τουρ­γί­α τής εκ­θέ­σε­ώς μας· ώ­σπου στό τέ­λος, πολ­λοί απʼ αυ­τούς πε­θαί­νουν έ­τσι ξαφνι­κά χω­ρίς κα­νείς νά ξέ­ρει πώς, άλ­λοι αυ­το­κτο­νούν μέ ει­δι­κά δια­λεγ­μένους πε­ρί­ερ­γους τρό­πους, καί οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, που παρʼ ό­λα αυ­τά δια­τηρούν κά­ποια ί­χνη σε­βα­σμού γιά τούς κα­νό­νες τού παι­χνι­διού καί τήν ιε­ραρχί­α, αρ­ρω­σταί­νουν τό­σο πο­λύ απʼ τό κα­κό τους ώ­στε κα­τα­ντούν α­κόμα καί μέ νό­μι­μα καί χαρ­το­ση­μα­σμέ­να ό­πως α­κρι­βώς πρέ­πει έγ­γρα­φα, χω­ρίς νά κου­ρά­ζο­νται ού­τε νά α­πο­γο­η­τεύ­ο­νται, ε­πι­στρέ­φο­ντας ξα­νά καί ξα­νά, νά ζη­τούν α­πό τήν Διεύ­θυν­ση, που έρ­χε­ται έ­τσι σέ πο­λύ δύ­σκο­λη θέ­ση, νά ε­πι­τρέ­ψει νά τούς θα­να­τώ­σουν.
Ό­μως ε­γώ δέν εί­μαι σάν κι αυ­τούς. Για­τί άν καί εί­ναι σχε­δόν βέ­βαιο πως τή θέ­ση μου δέν τήν διά­λε­ξα ε­γώ, ω­στό­σο νοιώ­θω γιʼ αυ­τήν κά­ποια ευ­θύνη, έ­να εί­δος πα­τρι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος, μιά συ­ντρο­φι­κό­τη­τα καί μιά συ­μπαρά­στα­ση άν τό θέ­λε­τε, γιά τήν κα­τά κά­ποιο τρό­πο α­δι­κί­α που τής έ­χει γίνει. Παρʼ ό­λο που αυ­τή εί­ναι μιά τρό­πος τού λέ­γειν α­δι­κί­α, πε­ρισ­σό­τε­ρο, που μό­νο σέ στιγ­μές α­πο­γο­ή­τευ­σης, ό­ταν περ­νώ τόν και­ρό μου συ­γκρί­νο­ντας τήν δι­κιά μου θέ­ση μέ τών άλ­λων, πα­ρα­σύ­ρο­μαι νά χα­ρα­κτη­ρί­σω έ­τσι, ε­νώ σέ στιγ­μές η­ρε­μί­ας καί νη­φα­λιό­τη­τας κά­τω απʼ τήν ε­πή­ρεια μιάς α­πρό­βλε­πτης μι­κρής ι­κα­νο­ποί­η­σης, που δέν τό αρ­νιέ­μαι αρ­κε­τές φορές μέ συ­ντυ­χαί­νει, δέν μού εί­ναι κα­θό­λου δύ­σκο­λο, ί­σα ί­σα καί μά­λι­στα α­πο­κα­λύ­πτε­ται α­πό μό­νη της μέ πε­ρισ­σή ευ­γέ­νεια, νά δια­κρί­νω πί­σω απʼ αυ­τό τό θυ­μω­μέ­νο καί βια­στι­κό συ­μπέ­ρα­σμα έ­να εί­δος α­νώ­τε­ρης πί­στης μέ­σα μου σέ κά­ποια με­γα­λό­ψυ­χη ε­γρη­γο­ρού­σα πρό­νοια που, μʼ ε­κεί­νη τή μυ­στι­κή διά­θε­ση που χα­ρα­κτη­ρί­ζει ό­λες τίς πρό­νοιες καί μάς κά­νει πολ­λές φο­ρές νά τίς πα­ρε­ξη­γού­με καί νά τίς α­δι­κού­με, έ­χει κρύ­ψει γιά τήν ώ­ρα τούς σκο­πούς της πί­σω α­πό α­σή­μα­ντα προ­σχή­μα­τα, ε­κεί ό­που μιά με­γαλειώ­δης χει­ρο­νο­μί­α ε­τοι­μά­ζε­ται νά στε­φα­νώ­σει τήν υ­πο­μο­νή που τήν ε­μπι­στεύ­τη­κε. Πρό­κει­ται λοι­πόν γιά μιά α­δι­κί­α κα­λο­προ­αί­ρε­τη, χω­ρίς κα­νέ­να κα­κό σκο­πό, γιά τήν ο­ποί­α κα­νείς μά κα­νείς δέν θά τολ­μού­σε νά δια­νο­η­θεί νά ε­πιρ­ρί­ψει μομ­φή καί που κι άν α­κό­μα εξ αι­τί­ας της έ­να ε­λα­φρύ πα­ρά­πο­νο θά ή­ταν δυ­να­τόν παρʼ ό­λα αυ­τά νά δια­τη­ρεί­ται καί νά ε­πι­μέ­νει, δέν θά έ­πρε­πε νά δη­μιουρ­γη­θεί κα­νέ­νας φό­βος γιʼ αυ­τό α­φού μόνο σέ λό­γους μέ μιά μι­κρο­πρό­θε­σμη χω­ρίς α­ξί­α σκο­πι­μό­τη­τα καί ε­ντε­λώς πρα­κτι­κούς θά μπο­ρού­σε νά στη­ρι­χτεί. Για­τί εί­ναι α­λή­θεια πως αυ­τής τής κα­τά τά άλ­λα ό­χι ά­τυ­χης θέ­σης, η κλί­ση της α­να­φο­ρι­κά μέ τήν εί­σοδο, ή πιό σω­στά η κλί­ση τής ει­σό­δου α­να­φο­ρι­κά μέ αυ­τήν μιά κι η είσο­δος ή­ταν που το­πο­θε­τή­θη­κε τε­λευ­ταί­α, ε­πι­τρέ­πει μιά πο­λύ μι­κρή οπτι­κή γω­νί­α στόν ε­πι­σκέ­πτη καί κά­νει τήν πα­ρα­μόρ­φω­ση τό­σο με­γά­λη, ώ­στε κα­θώς ε­κεί­νος πλη­σιά­ζει μέ γορ­γό α­νά­λα­φρο βή­μα έ­χο­ντας κιό­λας χαιρε­τή­σει α­πό μα­κρυά τόν γνω­στό που, ό­πως τού φαί­νε­ται τόν κα­λο­σω­ρί­ζει μέ χα­ρά, ξαφ­νι­κά α­να­γνω­ρί­ζει μέ θυ­μό τό λά­θος του, τό ε­πιρ­ρί­πτει στόν φτω­χό πα­ρου­σια­στή που τό δέ­χε­ται μέ συ­ντρι­βή, τόν κα­τη­γο­ρεί γιά τήν κα­κή του θέ­ση, τό ά­ση­μο σχε­δόν τι­πο­τέ­νιο πα­ρου­σια­στι­κό του, τόν δύ­στρο­πο καί υ­πο­κρι­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα του, τήν α­σή­μα­ντη χω­ρίς καμ­μιάν αί­γλη φυ­σιογνω­μί­α του, δέν κα­τα­δέ­χε­ται κάν νά ρί­ξει μιά μα­τιά στά εκ­θέ­μα­τα που νοιώθει πως πρέ­πει νά τά πε­ρι­φρο­νή­σει δι­πλά καί γυ­ρί­ζο­ντας τίς πλά­τες φεύ­γει μέ, ό­πως πά­ντα με­τά α­πό κά­θε τέ­τοια σύ­γκρι­ση, το­νω­μέ­νο η­θι­κό…
Ό­μως δέν συμ­βαί­νει πά­ντα έ­τσι. Έρ­χο­νται φο­ρές που τά πράγ­μα­τα γί­νο­νται ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κά, σάν γιά νά α­ντα­πο­κρι­θούν σέ κά­ποιες ευ­χά­ρι­στες σκέ­ψεις, σέ κά­ποιες δει­λές ε­πι­θυ­μί­ες που πο­τέ δέν εί­ναι σί­γου­ρες άν έ­χουν τό δι­καί­ω­μα νά υ­πάρ­χουν, ί­διες μέ φο­βι­σμέ­να κε­φα­λά­κια μι­κρών παι­διών που ξε­μυ­τί­ζουν α­πό και­ρό σέ και­ρό πί­σω απʼ τή γω­νιά ε­νός βαρειού προ­σχή­μα­τος ή μέ­σα α­πό τίς πτυ­χές τών α­να­γκαί­ων ε­πο­χια­κών προ­φά­σε­ων, έ­τοι­μες νά α­πο­τρα­βη­χτούν με­τα­νοιω­μέ­νες άν τυ­χόν, ό­πως ό­λες σχε­δόν τίς φο­ρές, η μι­κρή τους κί­νη­ση χα­λά­σει τήν δύ­σκο­λη ι­σορ­ρο­πί­α κι ο χώ­ρος ουρ­λιά­ξει θυ­μω­μέ­να ό­ταν τίς δεί…
(18)
1975
Μι­λού­σα λοι­πόν γιʼ αυ­τή τήν ε­ξαι­ρε­τι­κή Γρα­φο­μη­χα­νή, α­γα­πη­τοί μου κύριοι. Μιά γρα­φο­μη­χα­νή κα­λο­φτιαγ­μέ­νη, σχε­δόν χα­ρι­τω­μέ­νη θά μπο­ρού­σα νά πώ, σχε­δόν έ­χο­ντας ξε­φύ­γει τήν προ­σο­χή τού κα­τα­σκευα­στή της. Ενός κα­τασκευα­στή, που ί­σως νά μήν ή­ταν έ­τσι α­συ­νή­θι­στος, ό­πως κα­νείς θά μπο­ρούσε νά υ­πο­θέ­σει, κρί­νο­ντας κά­πως βια­στι­κά, μέ τήν ευ­γε­νι­κή θέ­λη­ση νά επαι­νέ­σει αυ­τό γιά τό ο­ποί­ο ή­δη ό­λοι ό­σοι πέ­ρα­σαν πρίν απʼ αυ­τόν έ­χουν εκ­φρα­στεί μέ κα­λω­συ­νά­τη ευ­μέ­νεια, που δια­τη­ρεί­ται α­κό­μα στήν ατμό­σφαι­ρα που τόν πε­ρι­βάλ­λει, μέ τίς μι­κρές ε­πι­δο­κι­μα­στι­κές κι­νή­σεις τών κε­φα­λιών με­τα­ξύ τους, αλ­λά πι­θα­νό­τα­τα ε­νός συ­νη­θι­σμέ­νου κα­τασκευα­στή. Ί­σως μά­λι­στα ε­νός, που -χω­ρίς γιά τό δι­κό του τό κα­λό νά τό ευ­χόμα­στε- δέν θά μπο­ρού­σε κα­θό­λου νά στα­θεί καί νά α­ντι­κρί­σει τό κα­τα­σκεύα­σμά του μέ τό θάρ­ρος καί τήν πε­ρη­φά­νεια ε­κεί­νη που έ­να κα­τα­σκεύ­α­σμα φτιαγ­μέ­νο μέ ε­πι­μέ­λεια καί μέ τέ­χνη, έ­χο­ντας σχε­δόν α­πό τίς πρώ­τες στιγ­μές πεί­σει τόν δη­μιουρ­γό του νά α­φε­θεί ο­λό­κλη­ρος στήν δι­κιά του ε­πι­θυ­μί­α νά υ­πάρ­ξει μʼ έ­ναν ο­ρι­σμέ­νο τρό­πο γνω­στό α­πο­κλει­στικά καί μό­νο σʼ ε­κεί­νο, ε­πι­τρέ­πει νά τού α­πευ­θύ­νο­νται. Ενός τέ­τοιου κα­τα­σκευα­στή λοι­πόν. Που ό­μως παρʼ ό­λα αυ­τά, παρʼ ό­λη τήν, άς πού­με γιά μιά στιγ­μή, έ­στω καί φαι­νο­με­νι­κή α­δε­ξιό­τη­τά του, παρʼ ό­λα τά λά­θη καί τούς κα­κούς υ­πο­λο­γι­σμούς τούς ο­ποί­ους πι­θα­νόν δέν κα­τά­φε­ρε νά ξεφύ­γει, ε­πει­δή -καί γιʼ αυ­τό άς μάς ε­πι­τρα­πεί ευ­γε­νι­κά νά εί­μα­στε πε­ρίπου σί­γου­ροι- δέν θά μπο­ρού­σε νά ή­ταν τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό έ­ναν απλό λε­πτο­με­ρια­κό κα­τα­σκευα­στή, έ­ναν κα­τα­σκευα­στή λε­πτο­με­ρειών, μέ συ­γκεκρι­μέ­να κα­θή­κο­ντα, μέ σα­φώς δια­τυ­πω­μέ­νες υ­πο­χρε­ώ­σεις, αλ­λά καί γιʼ αυ­τό απʼ τήν άλ­λη με­ριά, μέ α­να­γνω­ρι­σμέ­να δι­καιώ­μα­τα που, πε­ρι­λαμ­βάνο­ντας μέ­σα τους αυ­τά α­κρι­βώς τά τα­κτι­κά λά­θη καί τούς ε­σφαλ­μέ­νους υ­πο­λο­γι­σμούς, α­φί­νουν αρ­κε­τό πε­ρι­θό­ριο, μά­λι­στα δέν α­πα­γο­ρεύ­ουν κα­θό­λου, ί­σα ί­σα ε­πι­βάλ­λουν, τήν α­πε­ριό­ρι­στη σχε­δόν α­νά­πτυ­ξη ι­κα­νο­τή­των ό­χι συ­νη­θι­σμέ­νων, κι α­κρι­βώς γιʼ αυ­τό λοι­πόν, α­κρι­βώς για­τί πρό­κει­ται, ό­πως εί­πα­με, γιά έ­ναν κα­τα­σκευα­στή λε­πτο­με­ριών, κι ακό­μη ε­πει­δή μʼ ό­λες τίς -καί δέν τό α­πο­κλεί­σα­με κα­θό­λου, άς ση­μειω­θεί, απʼ τήν αρ­χή- α­να­γνω­ρι­σμέ­νες ι­κα­νό­τη­τές του, δέν θά τού ή­ταν εκ τών πραγ­μά­των δυ­να­τόν, πα­ρά τή σχε­δόν εύ­κο­λο νά κερ­δι­θεί, ό­πως καί τού ί­διου θά τού εί­χαν δο­θεί ί­σως πολ­λές ευ­και­ρί­ες νά δια­πι­στώ­σει στό πα­ρελθόν, κα­λή θέ­λη­ση τής Διευ­θύν­σε­ως, δέν θά τού ή­ταν εκ τών πραγ­μά­των λοι­πόν δυ­να­τόν, έ­στω κι άν α­κό­μα εί­χε προ­α­χθεί σω­στά στή θέ­ση που, εξ αιτί­ας αυ­τών α­κρι­βώς τών ι­κα­νο­τή­των, τού ται­ριά­ζει, νά α­σχο­λη­θεί μέ πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό μιά λε­πτο­μέ­ρειες, α­πό τίς χι­λιά­δες ε­κείνες, ί­σως ί­σως κι ε­κα­τομ­μύ­ρια, που έ­χει προ­σε­κτι­κά λο­γα­ρια­στεί πως απαι­τού­νται γιά τήν κα­τα­σκευ­ή μιάς τό­σο κα­λής ποιό­τη­τας μη­χα­νής (μιάς λεπτο­μέ­ρειας ε­ξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λης εί­νʼ η α­λή­θεια, μέ μιά θαυ­μα­στή πολυ­πλο­κό­τη­τα χει­ρι­σμών τών ει­δι­κά γιʼ αυ­τό τόν σκο­πό δια­λεγ­μέ­νων εργα­λεί­ων, αλ­λά ω­στό­σο μιάς μο­να­χά, στήν ο­ποί­α αυ­τός ε­ξασκεί­ται τώ­ρα γιά χρό­νια ο­λό­κλη­ρα μέ τήν δε­κτι­κό­τη­τα που τόν δια­κρί­νει, έ­τσι που θά μπο­ρού­σε κα­νείς νά πεί -μέ ό­λον βέ­βαια τόν κίν­δυ­νο που πα­ρα­μονεύ­ει πί­σω α­πό μιά τέ­τοια υ­πό­θε­ση- ό­τι καί γιʼ αυ­τό μιάς λε­πτο­μέ­ρειας γνω­στής σʼ ό­λη της τήν έ­κτα­ση απʼ αυ­τόν, τό­σο, ώ­στε νά τής α­πα­γο­ρεύε­ται α­πό τήν ί­δια της τή φύ­ση νά μήν ε­πα­να­λη­φθεί σω­στά), τό­τε δέν μέ­νει πιά τί­πο­τε άλ­λο νά πα­ρεμ­βλη­θεί πα­ρά μο­νά­χα τό ά­ρω­μα α­πό κά­ποιες ερω­τι­κές στιγ­μές, που κα­νέ­ναν δέν ρώ­τη­σαν καί που εί­ναι πι­θα­νόν ό­τι έ­χουν πα­ρα­βιά­σει ε­ντε­λώς αυ­θαί­ρε­τα αυ­τή τήν αυ­στη­ρά προ­σεγ­μέ­νη γιά νά επα­να­λαμ­βά­νε­ται ε­πι­τυ­χί­α τών προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νων κι­νή­σε­ων καί έ­χουν δώσει αυ­τό τό χα­ρι­τω­μέ­νο α­πο­τέ­λε­σμα, αυ­τό τό Σπά­νιο Λά­θος, αυ­τό α­κρι­βώς που τώ­ρα ε­μείς α­πο­λαμ­βά­νου­με, αυ­τά που δια­βά­ζο­νται σέ σάς, γραμ­μένα απʼ αυ­τήν α­κρι­βώς τή Γρα­φο­μη­χα­νή.
(19)
1975
Ό­ταν θά σέ α­πο­μυ­θο­ποι­ή­σω ο­λό­κλη­ρον, μή­πως τό­τε θά μπο­ρέ­σω νά ζη­τή­σω τόν λό­γο απʼ αυ­τούς που κρύ­βο­νται πί­σω α­πό σέ­να;
Για­τί μή­πως ε­σύ δέν εί­σαι η δι­καιο­λο­γί­α που τούς κα­λύ­πτει; Τό ε­μπό­διο που δέν μέ α­φί­νει νά ζη­τή­σω τά δι­καιώ­μα­τά μου καί νά α­ξιώ­σω τήν κα­τα­δί­κη τους; Εί­ναι α­λή­θεια λοι­πόν πως εί­σαι έ­να α­πα­τη­λό εί­δω­λο, ένας κα­θρέ­φτης που στήν κορ­νί­ζα του κά­θι­σα ό­λα αυ­τά τά χρό­νια καί ξε­γε­λιώμουν μέ τίς μι­κρές του α­σή­μα­ντες με­τα­βο­λές, πε­ρι­μέ­νο­ντας τήν με­γά­λη αλλα­γή που ε­κεί­νοι σού υ­πο­σχέ­θη­καν;
Ε­δώ καί αρ­κε­τόν και­ρό κά­θο­μαι καί συλ­λο­γί­ζο­μαι κα­λά καί βρί­σκω ολο­έ­να καί πιό εύ­κο­λα σω­στή τήν υ­πο­ψί­α πως μέ κρά­τη­σαν ώς τά τώ­ρα παί­ζοντάς μου έ­να ά­σχη­μο παι­χνί­δι. Καί τό­τε, πρίν α­πο­γο­η­τευ­τώ απʼ αυ­τό που εί­μαι, μιά στιγ­μή πρίν οι δυ­να­τό­τη­τες που εί­ναι σχε­δόν νε­κρές καί που θά μπο­ρού­σα νά έ­χω ζή­σει μέ πα­ρα­σύ­ρουν καί κα­τα­πο­ντι­στώ θρη­νώ­ντας τες, αρ­πά­ζο­μαι απʼ τό μί­σος μου γιά σέ­να καί κρα­τιέ­μαι γε­ρά. Ε­δώ πιά υ­πάρ­χει έ­νας λό­γος που μέ συ­ντη­ρεί: τό νά σέ κα­τη­γο­ρώ, για­τί άν δέν εί­σαι καί σύ συ­νερ­γός σʼ αυ­τό τό παι­χνί­δι που μέ ξό­δε­ψε έ­τσι ά­δι­κα, χω­ρίς ού­τε κάν νά δια­κρί­νω πρός τά πού δό­θη­κε η χα­ρά γιά τήν δι­κιά μου κα­τα­στρο­φή, του­λά­χι­στον πο­τέ δέν μέ προ­στά­τε­ψες, πά­ντα ή­σουν στραμ­μέ­νος ε­να­ντί­ον μου, αρ­νή­θη­κες ε­πί­μο­να νά δε­χτείς τά πα­ρά­πο­νά μου γιά τό κα­κό που μού γίνο­νταν, πί­σω σου δέν υ­πήρ­χε πα­ρά έ­νας α­δι­κη­μέ­νος Δη­μιουρ­γός που τήν α­πο­ζη­μί­ω­ση γιά τήν α­χα­ρι­στί­α τού πλά­σμα­τός Του τήν εί­χες κά­νει εντε­λώς δι­κιά σου υ­πό­θε­ση -τό­σο, ώ­στε πιά νά μήν έ­χει καμ­μιά ση­μα­σί­α άν υ­πάρ­χει κάν Ε­κεί­νος-, καί που τήν εκ­δί­κη­σή Του ε­σύ δέν τήν έ­παιρνες γιά νά τήν α­πο­θέ­σεις στά πό­δια Του, μά τήν κρα­τού­σες ο­λό­κλη­ρη γιά σέ­να… Καί τώ­ρα Ε­κεί­νος ξε­χά­στη­κε ε­ντε­λώς -α­κό­μα καί πρίν α­πό πολύν και­ρό σπά­νια Τόν ε­πι­κα­λιώ­σουν στίς διεκ­δι­κή­σεις σου-, καί μα­ζύ Του ό­λα ό­σα σού εί­χε υ­πο­σχε­θεί. Καί δέν εί­μα­στε πα­ρά οι δυό μας: ε­σύ που δέν έ­χεις κα­τα­φέ­ρει τί­πο­τα μέ τίς α­παι­τή­σεις σου καί κοί­τε­σαι πα­ράμε­ρα κου­ρα­σμέ­νος, κι ε­γώ, έ­νας αιώ­νια ε­πα­να­στα­τη­μέ­νος, πο­λε­μώ­ντας συ­νε­χώς τά ί­δια φα­ντά­σμα­τα που στέλ­νεις νά μέ τρο­μά­ζουν, έ­να παι­δί που λέ­ει ό­χι μέ πεί­σμα γιά τό χα­τί­ρι καί μό­νο αυ­τού τού ό­χι, έ­νας γέ­ρος που σκαλί­ζει τρέ­μο­ντας τίς βα­ρειές πέ­τρες που έ­στρω­σες στόν δρό­μο του, ψά­χνο­ντας α­κό­μα γιά τίς η­δο­νές που τού ψι­θύ­ρι­ζες τό­σα χρό­νια στό αυ­τί πως κρύ­βο­νται κά­τω α­πό ʽκεί, έ­νας α­λή­της που δέν έ­χει πα­ρα­δο­θεί που­θε­νά καί που δέν φο­βά­ται πα­ρά μό­νο τόν φό­βο, έ­νας ερ­μα­φρό­δι­τος που δέν τό ξέ­ρει ό­τι εί­ναι καί διαρ­κώς α­φου­γκρά­ζε­ται τήν άλ­λη καρ­διά που τόν κα­λεί, ένας ε­σύ που τώ­ρα μέ μι­σεί α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο για­τί κα­τα­λα­βαί­νει πως τό με­γα­λύ­τε­ρο θύ­μα εί­ναι αυ­τός κι ε­γώ δέν τού α­νή­κω καί δέν δέ­χτη­κα ποτέ τό παι­χνί­δι, ί­σα ί­σα, μα­ζύ μου ού­τε κάν ηττη­μέ­νος δέν μπο­ρεί νά εί­ναι.
(191)
1975
Τώ­ρα κα­τά κά­ποιον πε­ρί­ερ­γο τρό­πο τά πράγ­μα­τα έ­χουν τε­λεί­ως α­ντι­στραφεί κι αυ­τός μέ έ­χει σχε­δόν ο­λο­κλη­ρω­τι­κά κα­τα­κτή­σει βά­ζο­ντας σʼ ε­φαρμο­γή ε­κεί­να που τού δί­δα­ξα ό­ταν ή­ταν δι­κός μου πρίν α­πό πο­λύν και­ρό καί χαι­ρό­μουν για­τί φαί­νο­νταν ό­τι καλ­λί­τε­ρα απʼ ό­λα α­φο­μοί­ω­νε τόν τρό­πο νά α­ντι­στέ­κε­ται στήν γο­η­τεί­α τών άλ­λων.
Δέ λέ­ω νά τό χορ­τά­σω τού­το τό κα­λο­καί­ρι! Η θά­λασ­σα μέ ξε­τρέλ­λα­νε. Τά ψάρια γυα­λί­ζουν α­νά­με­σα στίς πέ­τρες κι ε­γώ εί­χα δυό χρό­νια που δέν βούτη­ξα στά νε­ρά της.
Σκέ­φτο­μαι έ­να ποί­η­μα τού Χρι­στια­νό­που­λου. Ί­σως κά­πως έ­τσι νά τού­λε­γε: “Καί χω­ρίς ε­σέ­να μπο­ρώ νά τό χα­ρώ τώ­ρα! -Ναί, α­κό­μα καί χω­ρίς ε­σέ­να! -(Πιστεύ­ω στή ζω­ή, στήν τέ­χνη, καί στόν έ­ρω­τα). -Αρ­κε­τά πό­νε­σα. -Δέ σέ κά­νω ζά­φτι πιά. -Ο πό­νος μου πά­ει τζά­μπα μα­ζύ σου. -Νά κρα­τή­σω καί γιά κά­ναν άλ­λον. -Ε­σύ δέν τόν κα­τα­λα­βαί­νεις. -Μέ βα­ρέ­θη­κες καί πάς”.
Μʼ α­ρέ­σει αυ­τός ο άν­θρω­πος.
(20)
1975
Ό­σο πιό ει­λι­κρι­νής γί­νο­μαι, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­μα­κρύ­νο­μαι απʼ τούς άλ­λους. Καί παρʼ ό­λο που αυ­τό φαί­νε­ται α­δύ­να­το, ω­στό­σο μέ κά­ποιον πε­ρί­ερ­γο τρό­πο ί­σως α­κό­μα κι α­πό σέ­να. Για­τί ε­κεί­νο που μάς συν­δέει εί­ναι συν­θή­κες καί συμ­φω­νί­ες, τι­μω­ρί­ες καί α­μοι­βές, υ­πο­χρε­ώ­σεις καί δι­καιώ­μα­τα, τρυ­φε­ρό­τη­τα καί στορ­γή, δη­λα­δή ό,τι πιό ψεύ­τι­κο υ­πάρ­χει στόν κό­σμο, ε­νώ η ει­λι­κρί­νειά μου α­πο­κα­λύ­πτει τόν φθό­νο καί τό μί­σος, τό συμ­φέ­ρον καί τή μνη­σι­κα­κί­α, τήν θε­λη­μα­τι­κή ε­πι­πο­λαιό­τη­τα στήν κρί­ση γιά τόν άλ­λον, τούς εκ­βια­σμούς καί τήν χαι­ρέ­κα­κη α­να­μο­νή τής κα­τα­στρο­φής του, δη­λα­δή ό,τι πιό α­λη­θι­νό κρύ­βε­ται πί­σω απʼ αυ­τά, κι α­κό­μα πιό πί­σω, τόν φό­βο που τά δη­μιουρ­γεί. Καί τό­τε αυ­τός δέν μπο­ρεί πιά νά ει­πω­θεί δε­σμός, έ­στω κι άν, ε­πει­δή η α­δια­φο­ρί­α εί­ναι α­δύνα­τη α­νά­με­σά μας, αλ­λη­λο­κοι­τα­ζό­μα­στε τώ­ρα μέ οί­κτο -έ­τσι που εί­μα­στε φτιαγ­μέ­νοι δέν έ­χει πε­ρισ­σέ­ψει τί­πο­τε άλ­λο ε­κτός απʼ αυ­τόν κι εμείς τόν παίρ­νου­με-, αλ­λά κι αυ­τός α­κό­μα δέν εί­ναι πα­ρά έ­να υ­πο­κριτι­κό πρό­σχη­μα που μάς ε­πι­τρέ­πει νʼ αρ­χί­σου­με ξα­νά.
Καί νά, πρίν προ­λά­βω νά τε­λειώ­σω, βλέ­πω έ­τοι­μη μέ­σα στά μά­τια σου τήν γνωστή μι­κρή διέ­ξο­δο. Τό χέ­ρι σου έ­χει α­πλω­θεί ε­δώ καί ώ­ρα κι ε­γώ στη­ρίζο­μαι κιό­λας μʼ ευ­γνω­μο­σύ­νη ε­πά­νω του, προ­σπα­θώ­ντας ώ­στε νά μήν μπο­ρώ πα­ρά νά ε­ξαρ­τιέ­μαι α­πό­λυ­τα απʼ αυ­τό. Κι έ­τσι τώ­ρα ε­σύ θά μέ στραγγα­λί­σεις ά­φο­βα μέ ʽ­κεί­νο τό α­σύ­γκρι­το πά­θος τής ε­νο­χής σου, τό μό­νο εί­δος α­γά­πης που μάς α­πο­μέ­νει…
Κι ό­μως παρʼ ό­λα αυ­τά, η α­πό­στα­ση με­τα­ξύ μας δέν μι­κραί­νει -άν καί τώρα, μέ τήν κα­το­χή ό­λης αυ­τής τής γνώ­σης, έ­χεις δυ­να­μώ­σει αρ­κε­τά κι ο φό­βος που μάς χω­ρί­ζει έ­χει κιό­λας χλω­μιά­σει απʼ τό κα­κό του βλέ­πο­ντάς με νά γί­νο­μαι ο­λο­έ­να καί πε­ρισ­σό­τε­ρο δι­κός σου-, αλ­λά ού­τε καί τε­λικά κα­νείς α­πο­μα­κρύ­νε­ται -πράγ­μα που ί­σως νά λι­γό­στευε τήν α­γω­νί­α μας-, για­τί καί πού θά μπο­ρού­σε νά πά­ει; Αυ­τός εί­ναι ο χώ­ρος που τού ε­πι­τρέπε­ται, αλ­λά κι άν α­κό­μα τά κα­τά­φερ­νε νά βγεί έ­ξω απʼ αυ­τόν, εί­ναι πολύ πι­θα­νόν, μά­λι­στα εί­ναι σχε­δόν βέ­βαιο, ό­τι θά σέ συ­να­ντού­σε ξα­νά.
(21)
1975
Δια­βά­ζει τά γρα­πτά του κι α­να­λο­γί­ζε­ται: Ό­λα αυ­τά δέν έ­χουν καμ­μιά συ­νοχή. Κά­θε φρά­ση φαί­νε­ται νά έ­χει γρα­φτεί κι απʼ τό χέ­ρι ε­νός δια­φο­ρετι­κού αν­θρώ­που.
“Καί τί πα­ρά­ξε­νο βρί­σκεις ε­δώ; Μού εί­ναι α­δύ­να­τον νά ταυ­τι­στώ κά­θε πρωΐ μʼ αυ­τόν που έ­πε­σε γιά ύ­πνο τό βρά­δυ. Καί δέν έ­χω καμ­μιά συ­ναί­σθη­ση, ού­τε καί θά μπο­ρού­σα νά πώ πού συμ­βαί­νει, αυ­τής τής με­τα­βο­λής. Μπο­ρώ μο­νά­χα νά τήν κα­τα­λά­βω α­πό τά α­πο­τε­λέ­σμα­τά της, ε­πει­δή ε­κεί­νος που έ­φυ­γε ε­γκα­τέ­λει­ψε μέ­σα μου τίς ε­πι­θυ­μί­ες του, κι άν κι η ει­κό­να του ξεθω­ριά­ζει σι­γά σι­γά καί σβύ­νει μή μπο­ρώ­ντας νά μέ πα­ρα­κο­λου­θή­σει, ω­στόσο έ­χει ή­δη κερ­δί­σει τή θέ­ση του, η ύ­παρ­ξή του έ­χει ή­δη γί­νει έ­να ακό­μα κομ­μά­τι σʼ αυ­τή τήν α­πέ­ρα­ντη α­λυσ­σί­δα τών με­τα­βο­λών, τής ο­ποίας ε­σύ α­πο­τε­λείς έ­να του­λά­χι­στον ι­διαί­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στικό, άς πού­με τήν αί­σθη­ση τής συ­νέ­χειας α­νά­με­σα στά διά­φο­ρα μέ­ρη της, καί τής ο­ποί­ας έ­να κομ­μά­τι θά γί­νω κι ε­γώ σέ λί­γο. Οι σχέ­σεις μου μαζύ του δέν εί­ναι κα­θό­λου κα­κές. Δε­χό­μα­στε ο έ­νας τήν πα­ρου­σί­α τού άλ­λου πά­νω σέ κά­τι που κα­νείς δέν διαν­νο­ή­θη­κε νά τό θε­ω­ρή­σει ι­διο­κτη­σί­α του, άλ­λω­στε πο­τέ αυ­τό σέ κα­νέ­ναν α­πό μάς δέν έ­χει προ­σφερ­θεί ο­λο­κλη­ρωτι­κά, μά­λι­στα ού­τε κάν προ­σφέ­ρε­ται, εί­ναι ε­κεί καί θά μπο­ρού­σε κα­νείς νʼ α­πλώ­σει τό χέ­ρι του καί νά τό πά­ρει, άν αυ­τή η κί­νη­ση εί­χε κά­ποιο νόη­μα­· θά μπο­ρού­σε νά προ­σφερ­θεί κα­νείς ο ί­διος σʼ αυ­τό άν ε­κεί­νο δέν έ­δει­χνε τό­σο α­διά­φο­ρο, σχε­δόν σάν νά τόν πε­ριέ­χει κιό­λας… Μά ό­λα αυ­τά ού­τε που μέ α­πα­σχο­λούν κάν. Μό­λις α­νοί­ξω τά μά­τια μου τό πρωΐ δια­πι­στώ­νω τήν α­που­σί­α του -η εμ­φά­νι­σή μου τόν α­νά­γκα­σε νά α­πο­συρ­θεί α­πό τόν χώ­ρο που κα­τεί­χε μέ­χρι τώ­ρα καί νά τόν α­φί­σει στήν διά­θε­σή μου-, παρʼ ό­λο που αυ­τός δέν έ­χει φύ­γει α­κό­μα. Κά­θε­ται ε­κεί στή γω­νιά τού κρεβ­βα­τιού καί μέ πε­ρι­μέ­νει υ­πο­μο­νε­τι­κά νά ξυ­πνή­σω. Τού ψή­νω κα­φέ στήν κου­ζί­να κι ε­κεί­νος ξα­πλώ­νει στήν ψά­θι­νη πο­λυ­θρό­να δί­πλα στό γρα­φεί­ο που έ­γρα­φε χτές. Πο­τέ δέν τόν έ­χω πα­ρα­τη­ρή­σει, κα­θώς μπαί­νω στό δω­μά­τιο μέ τόν δί­σκο στά χέ­ρια, νά κά­θε­ται στήν κα­ρέ­κλα τού γρα­φεί­ου. Φαί­νε­ται πως αυ­τή η θέ­ση μπρο­στά στά χαρ­τιά τού προ­ξε­νεί κά­ποια α­πέ­χθεια. Κα­πνί­ζου­με έ­να τσι­γά­ρο σιω­πη­λά κι έ­πει­τα με­λε­τά­με τήν χτε­σι­νή φρά­ση. Εί­ναι πά­ντα πο­λύ φι­λι­κός καί γε­μά­τος προ­θυ­μί­α. Ε­ξε­τά­ζου­με χω­ρι­στά τό κά­θε νό­η­μα, μέ κά­νει προ­σε­κτι­κό σέ ο­ρι­σμέ­να ση­μεί­α που μού ξε­φεύ­γουν καί μέ χτυ­πά στήν πλά­τη εν­θαρ­ρυ­ντι­κά α­πό και­ρό σέ και­ρό. Αυ­τό κρα­τά­ει κά­μπο­ση ώρα, μού α­φί­νει ο­λο­έ­να καί με­γα­λύ­τε­ρη πρω­το­βου­λί­α κι ό­ταν τέ­λος πιά­νω τήν πέν­να στά χέ­ρια μου εί­ναι έ­τοι­μος να φύ­γει, μά­λι­στα η ώ­ρα του πέ­ρασε, έ­χει φύ­γει κιό­λας χω­ρίς νά τόν κα­τα­λά­βω, παρʼ ό­λο που ί­σως νά τόν χρειζό­μουν λί­γο α­κό­μα, αλ­λά κα­τα­λα­βαί­νω πως δέν μπο­ρεί νά μεί­νει άλ­λο, ήδη έ­χει α­να­χω­ρή­σει α­πό χτές που νύ­στα­ξε καί ό­πως καί νά­χει τό πράγ­μα, θά τού εί­ναι δύ­σκο­λο νά βλέ­πει τό έρ­γο του σέ ξέ­να χέ­ρια… Ό­λο αυ­τό έ­χει τόν χα­ρα­κτή­ρα ο­ρι­σμέ­νων α­να­πό­φευ­κτων πραγ­μά­των που τά δέ­χε­ται κα­νείς χω­ρίς νʼ α­να­ρω­τιέ­ται τό για­τί, καί τό θε­ω­ρώ μά­ταιο νʼ αλ­λά­ξω ε­κείνο που κα­τά κά­ποιον τρό­πο εί­ναι η δια­θή­κη του, α­φού έ­τσι κι αλ­λοιώς, χω­ρίς νά θέ­λω νά τόν κα­κο­λο­γή­σω -άν καί δέν νοιώ­θω κα­θό­λου οί­κτο γιʼ αυτόν, μά­λι­στα ού­τε κάν συ­μπά­θεια, σχε­δόν μού εί­ναι α­διά­φο­ρος καί πολ­λές φο­ρές έ­χω πε­τά­ξει τίς φρά­σεις του- δέν έ­χει πιά καί τό­ση α­ξί­α. Έ­τσι, γρή­γορα τόν έ­χω ξε­χά­σει, ε­νώ μπρο­στά μου α­πλώ­νε­ται η γο­η­τεί­α μιάς καινούρ­γιας φρά­σης, ε­ντε­λώς δι­κιάς μου, που δέν, ού­τε καί θέ­λω, νά τού χρω­στά τί­πο­τα. Άλ­λω­στε γρή­γο­ρα θά ξε­χα­στώ κι ε­γώ. Ο και­ρός μου τε­λειώ­νει τόσο σύ­ντο­μα καί ή­δη νοιώ­θω νά νυ­στά­ζω”.
“Νά λοι­πόν για­τί δέν μπό­ρε­σες νά γρά­ψεις τίποτʼ άλ­λο ε­κτός α­πό με­ρικές φρά­σεις μέ­χρι τώ­ρα”, εί­πα τό­τε ε­γώ μπαί­νο­ντας μέ μιά ξαφ­νι­κή κί­νη­ση στή μέ­ση, ε­νώ ε­κεί­νος κου­νού­σε α­κό­μα τό κε­φά­λι του. “Κι άν δε­χτού­με ότι αυ­τός ο άν­θρω­πος εί­ναι ει­λι­κρι­νής, δέν φαί­νε­ται ό­τι θά μπο­ρέ­σεις νά κά­νεις καί τί­πο­τα δια­φο­ρε­τι­κό στό μέλ­λον. Αλ­λά κι άν δέν εί­ναι -πράγμα πο­λύ πι­θα­νό, για­τί πώς νά τού έ­χεις ε­μπι­στο­σύ­νη;, τό πρωΐ, ό­ταν ξυ­πνάει, εί­ναι έ­νας ά­γνω­στος που δέν σού τόν έ­χει συ­στή­σει κα­νείς καί κα­νείς δέν έ­χει εγ­γυ­η­θεί γιʼ αυ­τόν καί μέ­χρι τό βρά­δυ εί­σαι σχε­δόν τε­λεί­ως εγκα­τα­λει­μέ­νος στά χέ­ρια του καί δέν έ­χει βρε­θεί κα­θό­λου και­ρός νά τόν ε­λέγ­ξεις, τό­σο κα­λά ξέ­ρει νά σέ σκε­πά­ζει ώ­στε νά μή σού πε­ρισ­σεύ­ει τί­πο­τα που νά μήν τό ε­ξου­σιά­ζει, ε­κτός ί­σως (κι εί­ναι δύ­σκο­λο νά τό δια­πι­στώσου­με) α­πό ʽμέ­να-, αλ­λά κι άν δέν εί­ναι λοι­πόν ει­λι­κρι­νής, πά­λι δέν αλ­λά­ζει τί­πο­τα. Για­τί μέ τό νά υ­πο­κρί­νε­ται δέν κά­νει τί­πο­τε άλ­λο παρά σκε­πά­ζει τήν βα­θύ­τε­ρη α­νι­κα­νό­τη­τά του καί δι­καιο­λο­γεί τήν α­νώ­φελη, ί­σως καί ε­πι­ζή­μια ύ­παρ­ξή του που σʼ έ­χει α­γκα­λιά­σει σάν τόν κισ­σό καί σʼ α­πο­μυ­ζά, τήν ά­σχη­μη κω­μω­δί­α που παί­ζει σέ βά­ρος σου καί τέ­λος τήν ί­δια του τήν κα­τα­δί­κη, που ί­σως ί­σως δέν τήν έ­χει α­κό­μα ο­λο­κλη­ρωτι­κά α­πο­δε­χτεί, δη­λα­δή νά μήν μπο­ρεί νά κά­νει τί­πο­τα δια­φο­ρε­τι­κό απʼ τό νά μι­μεί­ται τόν ί­σως ό­χι α­σή­μα­ντο, αλ­λά που κα­τα­ντά έ­τσι μιά με­τριό­τη­τα, ε­αυ­τό του. Εί­ναι δη­λα­δή έ­νας κα­κός η­θο­ποιός α­φού δέν πα­ρασύ­ρε­ται απʼ τό παί­ξι­μό του, έ­νας κα­λός φω­το­γρά­φος που σού διο­χε­τεύ­ει τήν α­γω­νί­α του μέ μιάν άλ­λη μορ­φή, καί θά πρέ­πει νά ντρέ­πε­ται γιʼ αυ­τό. Για­τί τώ­ρα ε­σύ δέν εί­σαι τίποτʼ άλ­λο πα­ρά έ­να θύ­μα του. Καί μά­λι­στα έ­να θύμα χω­ρίς τήν δυ­να­τό­τη­τα εκ­δί­κη­σης. Χω­ρίς κάν δυ­να­τό­τη­τες”.
(22)
1975
Μι­λού­σα λοι­πόν γιʼ αυ­τή τήν ε­ξαι­ρε­τι­κή Γρα­φο­μη­χα­νή, α­γα­πη­τοί μου κύριοι. Γιʼ αυ­τό τό έ­ξο­χο δείγ­μα τού σύγ­χρο­νου πο­λι­τι­σμού μας. Ε­νός πο­λιτι­σμού ω­ρι­μα­σμέ­νου πιά, χι­λιο­τρυ­πη­μέ­νου σάν πο­λε­μι­κή ση­μαί­α, μά που έχει, α­πό τήν άλ­λη με­ριά, μέ τήν ευ­γε­νι­κή συ­μπα­ρά­στα­ση τών έ­ντι­μων καί προι­κι­σμέ­νων συ­ντη­ρη­τών του, ε­νι­σχύ­σει τό α­μυ­ντι­κό του σύ­στη­μα κα­τά τού ύ­που­λου έ­χθρού τό­σο κα­λά ώ­στε νά μή φο­βά­ται πιά ού­τε α­κό­μα καί έ­ναν τυ­χαί­ο πλα­νό­διο ο­μι­λη­τή, ο ο­ποί­ος μέ τήν, ε­πι­τρέψ­τε μου, πλήρη ε­πί­γνω­ση τών αι­τη­μά­των αυ­τού τού θάρ­ρους που τόν κα­τα­δέ­χε­ται, είχε τή χα­ρά νά δεί νά τού πα­ρα­χω­ρεί­ται η πρω­το­βου­λί­α τής ε­κλο­γής τού δείγ­μα­τος γιά τό ο­ποί­ο μό­λις σάς μί­λη­σα.
Υ­πήρ­ξε, εί­νʼ η α­λή­θεια, μιά ε­πο­χή ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κή γιά μάς τούς πλα­νό­διους ο­μι­λη­τές. Στό πα­ρελ­θόν, ό­ταν τό εί­δος αυ­τών τών ανθρώ­πων, που α­να­κά­λυ­πταν μέ­σα τους ξαφ­νι­κά μιά τέ­τοια κλί­ση, αν­θού­σε, έ­πρε­πε νά εί­ναι προ­ε­τοι­μα­σμέ­νος κα­νείς γιά έ­ναν δύ­σκο­λο δρό­μο­· μά ωστό­σο γιά έ­ναν δρό­μο γνώ­ρι­μο, χι­λιο­πε­ρα­σμέ­νον, που η αρ­χή καί τό τέ­λος του ή­σαν ε­ντε­λώς γνω­στά, ό­χι μο­νά­χα απʼ τίς λα­χα­νια­σμέ­νες γε­μά­τες μί­σος δι­η­γή­σεις στίς γω­νί­ες τών δρό­μων καί τίς α­νεύ­θυ­νες πα­θια­σμέ­νες πε­ρι­γρα­φές που α­πό και­ρό σέ και­ρό α­να­στά­τω­ναν τίς, μέ τό­σο κό­πο εί­νʼ η α­λή­θεια, μέ τό­σες αι­μα­τη­ρές καί πο­λυ­δά­πα­νες προ­σπά­θειες, ησυ­χα­σμέ­νες συ­νοι­κί­ες, αλ­λά καί απʼ τίς ε­πί­ση­μες α­να­κοι­νώ­σεις α­πό υ­πεύ­θυ­να στό­μα­τα καί ε­ντε­ταλ­μέ­νους ει­δι­κά γιʼ αυ­τό δη­μό­σιους φο­ρείς που, ερ­μη­νεύ­ο­ντας μέ μιάν α­πα­ρά­μιλ­λη αι­σθη­τι­κή τίς βα­θύτε­ρες κα­τευ­θύν­σεις τού κοι­νού αι­σθή­μα­τος -λει­τούρ­γη­μα ε­ξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λο χά­ρις στήν πο­λυ­μορ­φί­α καί τίς διαρ­κείς με­τα­βο­λές τού α­ντι­κειμέ­νου του, μά α­πλο­ποι­η­μέ­νου ω­στό­σο μέ θαυ­μα­στή ε­πι­δε­ξιό­τη­τα απʼ τούς τα­λα­ντού­χους, δια­λεγ­μέ­νους μέ ευ­αι­σθη­σί­α γιʼ αυ­τόν ει­δι­κά τόν σκο­πό α­νά­με­σα σέ τό­σους καί τό­σους διεκ­δι­κη­τές τής δύ­σκο­λης ε­ντο­λής, νο­μο­θέ­τες-, προ­έ­βλε­παν καί προ­ει­δο­ποιού­σαν καί προ­σπα­θού­σαν νά προ­λάβουν τίς ε­πι­ζή­μιες καί κα­κές ε­κεί­νες δια­στρο­φές γιά τό σύ­νο­λο, πε­ριχα­ρα­κώ­νο­ντας αυ­στη­ρά, μά μέ μιάν ευ­γε­νι­κή δια­κρι­τι­κό­τη­τα, τήν πο­ρεί­α του, σχε­δόν υ­πο­δει­κνύ­ο­ντάς την, μέ α­πλό­τη­τα καί κα­τα­νό­η­ση τών δύ­σκο­λων, πολ­λές φο­ρές καί πα­ρά­δο­ξων καί ε­γω­ϊ­στι­κών καί ά­τα­κτων α­κό­μα, γού­στων που α­ντι­με­τώ­πι­ζαν, φέρ­νο­ντας γιά πα­ρά­δειγ­μα τούς ε­αυ­τούς τους, ε­πι­δει­κνύ­ο­ντας ό­χι σπά­νια, ό­πο­τε μιά δι­δα­κτι­κή ευ­και­ρί­α, έ­ντο­να κι ε­ρε­θι­στι­κά, πα­ρου­σιά­ζο­νταν, μέ ή­ρε­μη ευ­προ­ση­γο­ρί­α καί δι­δα­σκα­λι­κή επι­μο­νή, τήν δύ­σκο­λη μά ιε­ρή καί α­να­γκαί­α τέ­χνη τους, χτί­ζο­ντας σκα­λωσιές, τε­ντώ­νο­ντας σκοι­νιά α­νά­με­σα σέ δυό στα­θε­ρά ση­μεί­α που ε­πέ­τρε­παν μέ με­γα­λό­καρ­δη ά­νε­ση νά τά προ­τεί­νει τό κοι­νό, σκύ­βο­ντας μέ α­πί­στευτη ευ­ε­λι­ξί­α κά­τω α­πό ε­πι­φά­νειες μέ μιάν ε­πα­φή σχε­δόν ε­ρω­τι­κή, γλυστρώ­ντας μέ­σα α­πό ε­μπό­δια σχε­δόν συ­μπα­γή, ε­πι­χει­ρώ­ντας ε­πι­κίνδυ­νες κα­το­λι­σθή­σεις, α­να­βά­σεις α­παι­τη­τι­κές που ε­πι­τρέ­πο­νται μόνο χά­ρις σέ μιά λε­πτή ε­πι­λο­γή συν­δυα­σμέ­νων α­ναρ­ρι­χη­τι­κών κι­νή­σε­ων, χο­ρεύ­ο­ντας γε­νι­κά, πη­δώ­ντας καί έρ­πο­ντας μέ τήν σύ­μπρα­ξη καλ­λι­τε­χνι­κών λα­ϊ­κών συ­γκρο­τη­μά­των καί πε­τυ­χαί­νο­ντας πολ­λές φο­ρές -άν καί σπά­νια διαρ­κού­σε αυ­τό γιά πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό μιά στιγ­μή- μʼ αυ­τή τήν εκ­φρα­στι­κή παντο­μί­μα, νά κά­νουν κα­τα­νο­η­τή στά με­γά­λα πλή­θη τών πα­νη­γυ­ριών τή μα­κρυά σει­ρά α­πό τίς πρό­βες που εί­χαν χρεια­στεί καί τήν υ­πο­μο­νή καί τήν εφευ­ρε­τι­κό­τη­τα τής χο­ρο­γρα­φί­ας που κα­τόρ­θω­νε μέ α­πτή σα­φή­νεια νά πε­ριγρά­ψει τήν δύ­σκο­λη μά συ­ναρ­πα­στι­κή αρ­χι­τε­κτο­νι­κή σύλ­λη­ψη τής κα­τα­σκευ­ής ε­νός ε­πι­θυ­μη­τού σʼ αυ­τούς συ­στή­μα­τος ο­δών, που, παρʼ ό­λη τήν ε­ξαι­ρε­τι­κή δια­πε­ρα­τό­τη­τά του καί τόν α­σφα­λή του προ­σα­να­το­λι­σμό γιά τούς ί­διους, στά μά­τια ε­νός α­μύ­η­του, ε­νός α­δέ­ξιου ο­δοι­πόρου, ε­νός μή α­να­γνω­ρι­σμέ­νου συμ­με­τέ­χο­ντος, δέν ή­ταν πα­ρά έ­να τεί­χος, έ­νας α­κα­τα­νό­η­τος λα­βύ­ριν­θος που, το­νί­ζο­ντας θριαμ­βευ­τι­κά τήν πα­ρουσί­α του στήν ε­πι­θυ­μί­α ε­κεί­νου νά τόν πε­ρά­σει, δί­δα­σκε καί σο­φρο­νού­σε καί δια­χώ­ρι­ζε μέ πα­τρι­κή α­γά­πη τό κα­κό α­πό τήν δύ­σκο­λη α­πό­κτη­ση τής γνώ­σης καί τής δύ­να­μης.
Ή­ταν λοι­πόν, γιʼ αυ­τούς α­κρι­βώς τούς πα­ρα­πά­νω λό­γους, γνω­στός ο δρόμος. Ε­νώ σή­με­ρα! Σή­με­ρα έ­χουν ό­λα αλ­λά­ξει! Πα­λιώ­τε­ρα μιά βε­βαιό­τη­τα κερ­δί­ζο­νταν μέ αί­μα, ναί, μά ή­ταν του­λά­χι­στον δυ­να­τόν νά κερ­δι­θεί. Υ­πήρχαν τρό­ποι α­να­γνω­ρι­σμέ­νοι, μέ μα­κρυές κα­θη­συ­χα­στι­κές σει­ρές εγ­γυ­ήσε­ων πί­σω τους, που προ­έ­τρε­παν, που διέ­λυαν δι­σταγ­μούς, που σή­κω­ναν πρό­θυμα πά­νω στίς δο­κι­μα­σμέ­νες πλά­τες τους τίς τε­λευ­ταί­ες α­ντιρ­ρή­σεις. Καί τό­τε πιά δέν χρειά­ζο­νταν πα­ρά μιά α­πό­φα­ση, μιά εκ­κι­νη­τι­κή χει­ρο­νο­μία καί νά: άρ­χι­ζε κα­νείς χα­ρού­με­νος, α­νά­λα­φρος, μʼ έ­να τέ­λος που τού έ­γνεφε χα­μο­γε­λώ­ντας α­πό μα­κρυά, οι­κεί­ο, σχε­δόν σάν έ­να μέ­ρος κιό­λας απʼ τόν ε­αυ­τό του, έ­να κομ­μά­τι του που νά, έ­τσι, γιά νά γί­νει τό παι­χνί­δι, γιά νά γί­νει τό κέ­φι τους, εί­χε προ­σω­ρι­νά α­πο­μα­κρυν­θεί, εί­χε σκαρ­φα­λώ­σει μέ πεί­σμα μιά δύ­σκο­λη α­νη­φό­ρα καί τόν φώ­να­ζε νά τό πιά­σει τώ­ρα α­πό ʽκεί. Σχε­δόν κα­νείς δέν α­πο­τύ­χαι­νε ε­κεί­νον τόν και­ρό. Ε­νώ σή­με­ρα! Πώς εί­ναι δυ­να­τόν νά α­πο­κτη­θεί έ­στω καί μιά ο­ποια­δή­πο­τε βε­βαιό­τη­τα! Τό αί­μα έ­χει κα­τα­ντή­σει έ­να ά­χρη­στο υ­λι­κό, σχε­δόν μάς έ­χει γί­νει βά­ρος. Κι άν σύμ­φω­να μέ α­να­γκαιό­τη­τες που μάς δια­φεύ­γουν εί­μα­στε υ­πο­χρε­ωμέ­νοι νά τό α­νε­χό­μα­στε α­κό­μα, αυ­τό εί­ναι κά­τι που δέν μάς πα­ρη­γο­ρεί, ε­πει­δή έ­τσι μάς ε­πι­βάλ­λει τήν α­χα­ρι­στί­α του, μάς α­πα­γο­ρεύ­ει νά τό α­ντι­κα­τα­στή­σου­με μέ κά­τι που νά α­ξί­ζει ή έ­στω νά τό βελ­τιώ­σου­με ώστε νά μπο­ρεί νά α­γο­ρά­σει ξα­νά…
Έ­τσι σή­με­ρα έ­νας πλα­νό­διος ο­μι­λη­τής εί­ναι έ­να φαι­νό­μεν­ο σπά­νιο, έ­να τέ­ρας -ναί έ­χω πλή­ρη ε­πί­γνω­ση γιʼ αυ­τό- ά­ξιο γιά κά­θε διωγ­μό, ε­πει­δή ε­κεί­νος, παρʼ ό­λα αυ­τά, ε­πι­μέ­νει νά αρ­νεί­ται τίς συν­θή­κες που τόν απα­γο­ρεύ­ουν, τήν Πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που τόν κα­ταρ­γεί, α­πει­θαρ­χώ­ντας στίς προ­τι­μή­σεις της, ε­πι­χει­ρώ­ντας διαρ­κώς νά τήν δέ­σει πι­σθά­γκω­να, νά τήν στρε­βλώ­σει­· ναί, ναί, η Λο­γι­κή ε­δώ δέν έ­χει πιά θέ­ση­· η λο­γι­κή εκτί­μη­ση τών πραγ­μά­των, τό στάθ­μι­σμα τών εν­δε­χό­με­νων δυ­σκο­λιών, τό α­νέφι­κτο ή ό­χι τής κα­τα­νό­η­σης α­πό τούς άλ­λους τής -άς τό δε­χτού­με προ­σω­ρινά- έ­στω καί μέ τήν πι­θα­νό­τη­τα ο­ρι­σμέ­νων ι­χνών κά­ποιου πε­ριε­χο­μέ­νου κατʼ αρ­χήν στήν συ­μπε­ρι­φο­ρά του, λο­ξής του διείσ­δυ­σης μέ­σα στίς μέ τόση ε­πι­μέ­λεια α­να­δι­πλω­μέ­νες πτυ­χές της που διαρ­κώς α­νε­μί­ζουν χτυπώ­ντας, α­πω­θώ­ντας, τόν κά­θε έ­ντι­μο α­γω­νι­στή, τόν κά­θε τί­μιο γε­μά­το α­ξιο­πρέ­πεια μα­χη­τή που τολ­μά νά τήν προ­σβάλ­λει κα­τά μέ­τω­πο. Μιά διείσ­δυση αλ­λό­κο­τη, α­δέ­ξια, παι­δι­κή, μά τό­σο ε­πι­κίν­δυ­νη γιʼ αυ­τή! Ε­πει­δή έτσι τά φο­ρέ­μα­τά της ξε­σκί­ζο­νται, οι σάρ­κες της μα­τώ­νουν, παρʼ ό­λο που ε­κεί­νου δέν τού έ­χουν μεί­νει πιά σχε­δόν κα­θό­λου δό­ντια, παρʼ ό­λο που έχει α­πό και­ρό κου­ρα­στεί­· έ­νας γέ­ρος που φαί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο πως ήρ­θε νά ι­κε­τέ­ψει πα­ρά γιά νά ε­πι­τε­θεί, που ί­σως νά εί­χε κιό­λας πα­ρα­δο­θεί άν τού α­πό­με­νε έ­στω κι η πιό μι­κρή σι­γου­ριά πως θά γί­νο­νταν πι­στευτός, άν α­ντί­θε­τα δέν ή­ταν κιό­λας σί­γου­ρος πως η βε­βαιό­τη­τα που ξε­κίνη­σε νά πο­λε­μή­σει έ­χει τώ­ρα αλ­λά­ξει ε­ντε­λώς χα­ρα­κτή­ρα, έ­τσι, ώ­στε νά αρ­νεί­ται ό,τι θά μπο­ρού­σε νά τήν έ­χει γεν­νή­σει καί μα­ζύ καί τούς ε­χθρούς του.
(23)
1975
Ε­πει­δή έ­τυ­χε νά έ­χει ο­νει­ρευ­τεί συ­χνά, τώ­ρα κοι­τά­ζει τά ό­νει­ρα σάν κά­τι που τού τό χρω­στού­σαν. Τό πε­ριε­χό­με­νό τους φαί­νε­ται πως τό εί­χαν δα­νει­στεί στό πα­ρελ­θόν κά­ποιοι μα­κρυ­νοί συγ­γε­νείς, πρό­σω­πα έ­μπι­στα -ο καθέ­νας τους εί­χε καί μιά μι­κρή τρά­πε­ζα-, τώ­ρα πιά ο­ρι­στι­κά χα­μέ­νοι.
Μέ­σα ε­κεί φυ­λά­χτη­κε, ζω­ντα­νό καί α­σφα­λι­σμέ­νο, α­πό κά­θε ύ­πο­πτη πρόθε­ση θά ή­ταν δυ­να­τόν, κρύ­βο­ντας εύ­κο­λα απʼ τά δι­κά του ά­πει­ρα μά­τια επι­θυ­μί­ες που ί­σως θά μπο­ρού­σαν νά τόν βλά­ψουν, νά τό πλη­σιά­σει, κι α­πό και­ρό σέ και­ρό, ό­ταν ή­ταν κα­λός καί φρό­νι­μος, κά­ποιος απʼ αυ­τούς θά τόν έπαιρ­νε σφι­χτά απʼ τό χέ­ρι καί μέ με­γά­λη προ­σο­χή -ε­δώ έ­πρε­πε νά περ­πατά­ει κα­νείς μό­νο στίς μύ­τες τών πο­διών, σιω­πη­λά, χω­ρίς πο­τέ νά ρω­τά­ει, ε­πει­δή σάν ό­λα τά ω­ραί­α μυ­στι­κά τού κό­σμου, έ­τσι κι αυ­τό κιν­δύ­νευε θα­νά­σιμα α­πό έ­ναν σκλη­ρό ή­χο, α­πό μιά βί­αι­η χει­ρο­νο­μί­α, α­πό α­πρό­σε­κτες κι­νή­σεις που τρα­βούν τήν προ­σο­χή μα­τιών που δέν πρέ­πει- θά κα­τέ­βαι­ναν τήν στρι­φο­γυ­ρι­στή σκά­λα που ο­δη­γού­σε σʼ αυ­τό τό τό­σο ε­πι­θυ­μη­τό υπό­γειο, κι ε­κεί, α­νοί­γο­ντάς του τή μι­κρή ι­δρω­μέ­νη χού­φτα θά τήν γέμι­ζε μʼ αυ­τά τά μα­γι­κά κομ­μά­τια α­πό γυα­λι­στε­ρό μέ­ταλ­λο. Τό­τε αυ­τός, θά διά­λε­γε προ­σε­κτι­κά ε­κεί­νο που ταί­ρια­ζε κά­θε φο­ρά καί μέ τά κλει­διά που τού εί­χαν έ­τσι γεν­ναιό­δω­ρα ε­μπι­στευ­θεί, θά ά­νοι­γε μιά μιά τίς θυ­ρί­δες μέ τούς σκα­λι­σμέ­νους α­ριθ­μούς πά­νω στό χε­ρού­λι… “Ό­λα αυ­τά ό­σο περ­νά­ει ο και­ρός γί­νο­νται κά­θε μέ­ρα καί πε­ρισ­σό­τε­ρο δι­κά σου”, έ­φτα­νε θα­μπά η φω­νή ε­κεί­νου σάν μα­κρυ­νή η­χώ στʼ αυ­τιά του, ε­νώ μπρο­στά του οι α­πί­στευ­τες δυ­να­τό­τη­τες ξε­φώ­νι­ζαν α­πό χα­ρά α­πλώ­νο­ντάς του τά χέ­ρια, ξε­γε­λα­σμέ­νες ό­πως κά­θε φο­ρά πως ήρ­θε νά τίς βγά­λει απʼ τή συρ­τα­ρω­τή τους φυ­λα­κή. “Θά πρέ­πει νά κοκ­κι­νί­ζεις α­πό ντρο­πή που εί­σαι τό­σο πλού­σιος”, τού έ­λε­γαν ό­ταν α­νέ­βαι­νε ε­πά­νω. “Καί τυ­χε­ρός”, συ­μπλή­ρω­ναν οι άλ­λοι κα­θώς έ­δι­νε στόν κα­θέ­να τους τό κλει­δί του.
Στίς α­να­μνή­σεις του, που τό­σο συ­χνά τού ά­ρε­σε άλ­λο­τε νά περ­νά τίς ώ­ρες του μέ τή συ­ντρο­φιά τους, ε­κεί­νοι δέν κρά­τη­σαν σχε­δόν κα­θό­λου έ­ναν δικό τους χώ­ρο. ((Ω­στό­σο η πε­ριο­χή που τούς α­νή­κε πε­ρι­βάλ­λο­νταν -ό­πως άλ­λω­στε καί κά­θε πε­ριο­χή τής μνή­μης του α­πό τήν α­ντί­στοι­χη δι­κιά της, αλ­λά ι­διαί­τε­ρα αυ­τή- α­πό μιά ι­διό­τρο­πη άρ­νη­ση, που φαί­νο­νταν νά προ­έρ­χε­ται ό­χι α­πό μέ­σα της αλ­λά απʼ έ­ξω, σάν νά τήν κοι­τού­σαν ολό­γυ­ρα στραμ­μέ­νες δια­κρι­τι­κά πρός τό μέ­ρος της ό­λες μα­ζύ οι αρ­νή­σεις τών πε­ρα­στι­κών που κά­πο­τε τήν εί­χαν πλη­σιά­σει καί στα­μα­τού­σαν ε­κεί γιά λί­γο πρίν συ­νε­χί­σουν τόν δρό­μο τους χω­ρίς νά δέ­χο­νται νά μπούν στό ε­σω­τε­ρι­κό της, έ­τσι που θά­λε­γες πως σι­γά σι­γά μέ τόν και­ρό, χω­ρίς κα­νείς νά ξέ­ρει για­τί, ε­κεί­νη εί­χε γί­νει έ­νας τό­πος προ­σκυ­νή­μα­τος, έ­να εί­δος τα­μπού, ό­που κά­θε τι και­νούρ­γιο που περ­νού­σε στίς α­παι­τη­τι­κές αί­θου­σες τής μνή­μης του, ή­ταν πιά μιά σε­βα­στή συ­νή­θεια νά κα­τα­θέ­τει στόν πε­ρί­γυρό της, σάν έ­να εί­δος συμ­βο­λι­κής προ­σφο­ράς γιά τήν ξε­χω­ρι­στή εύνοια που τού γί­νο­νταν (έ­να εί­δος εγ­γύ­η­σης γιά τήν πα­ρα­πέ­ρα συ­μπε­ρι­φο­ρά του μέ­σα σʼ αυ­τές), τήν άρ­νη­σή του νά μπεί μέ­σα του καί μέ τόν τρό­πο αυ­τόν φα­νε­ρώ­νο­νταν πως κά­ποια μυ­στι­κή κι ί­σως ε­πι­κίν­δυ­νη προ­τρο­πή τού εί­χε γί­νει πρίν α­πό λί­γο, ή, μιά κι οι υ­πο­ψί­ες ό­πο­τε έ­τυ­χε νά εμ­φα­νι­στούν α­φορού­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο σέ κά­ποιον που προ­νο­ού­σε πα­ρά σέ κά­ποιον που ε­νέ­δρευε, πο­λύ πι­θα­νό­τε­ρο κά­ποια προ­ει­δο­ποί­η­ση γιά μιά πρό­σκλη­ση μέ α­νε­πιθύ­μη­τες συ­νέ­πειες που θά συ­να­ντού­σε πλη­σιά­ζο­ντας. Έ­τσι λοι­πόν δέν εί­χε πο­τέ της κα­τα­κτη­θεί α­πό κά­ποιον άλ­λον καί -πράγ­μα που συ­νέ­βαι­νε συ­χνά καί ό­χι μό­νο γιʼ αυ­τή- έ­κα­νε τήν εμ­φά­νη­σή της ό­που έ­πρε­πε, σάν μιά δει­λή φι­γού­ρα που συ­μπλή­ρω­νε, ί­σως ά­θε­λά της μά χω­ρίς δύ­να­μη νʼ α­ντι­στα­θεί, τό σκη­νι­κό, έ­τοι­μη πά­ντα νά πεί κά­τι, αλ­λά στα­μα­τη­μέ­νη τήν τε­λευ­ταί­α στιγμή α­πό κά­ποιον ά­γνω­στο που τήν ε­ξου­σί­α του δέν ή­ταν δυ­να­τόν μή­τε νά προ­λά­βει νʼ α­να­ρω­τη­θεί κα­νείς καί που σάν έ­να με­γα­λω­μέ­νο ξαφ­νι­κά πρόσω­πο -έ­να α­σή­μα­ντο ση­μα­δά­κι ί­σα­με τό­τε σέ κά­ποια μα­κρυ­νή γω­νιά- ε­πι­βάλλει μέ τό τρο­με­ρό του δά­χτυ­λο στά χεί­λη μιά σιω­πή που φαί­νε­ται πε­ρισ­σότε­ρο νά ξε­πλη­ρώ­νει πα­λιές μυ­στη­ριώ­δεις υ­πο­χρε­ώ­σεις πα­ρά νά ε­πι­διώκει κά­ποιο μα­κρυ­νό ή κο­ντι­νό­τε­ρο κέρ­δος…)). Καί τώ­ρα που α­πο­φά­σι­σε νά απο­χω­ρι­στεί ε­ντε­λώς απʼ αυ­τές, σκέ­φτη­κε νά ζη­τή­σει πί­σω ό,τι δι­κό του εί­χε δα­νει­στεί τό­τε στά πρό­σω­πα που δια­χει­ρί­ζο­νταν τίς υ­πο­θέ­σεις του ε­κεί­νον τόν και­ρό, ό­ταν αυ­τός δέν ή­ταν σέ θέ­ση α­κό­μα νά ε­κτι­μή­σει τήν ση­μα­σί­α τών γε­γο­νό­των καί θά μπο­ρού­σε έ­τσι εύ­κο­λα νά σπα­τα­λή­σει ό,τι εί­χε χρεια­στεί κό­πους μα­κρό­χρο­νων προ­ε­τοι­μα­σιών που α­πέ­βλε­παν σέ ʽκεί­νον καί κομ­μά­τια ο­λό­κλη­ρα απʼ τίς ζω­ές άλ­λων αν­θρώ­πων που χρειά­στη­κε νά ξο­δευ­τούν μό­νο καί μό­νο για­τί έ­τυ­χε η δι­κιά του η ζω­ή νά ε­πρό­κει­το νά πε­ρά­σει έ­να, ό­πως έ­δει­χναν τά πράγ­μα­τα, αρ­κε­τά με­γά­λο χρο­νι­κό διά­στη­μα -που γιά κά­ποιον λό­γο δέν θά έ­πρε­πε κα­θό­λου νά ε­ξαρ­τιέται απʼ αυ­τόν- κο­ντά μέ τήν δι­κιά τους.
Ζή­τη­σε λοι­πόν νά τού πα­ρα­δο­θούν τά κλει­διά που εί­χαν α­πό τό­τε γραμ­μένο ε­πά­νω τους τʼ ό­νο­μά του -ε­πει­δή έ­πρε­πε α­κό­μα, η δι­κή του ι­διοκτη­σί­α νά ξε­χω­ρί­ζει α­πό ε­κεί­νης τών άλ­λων, τής ο­ποί­ας άν καί δέν ή­ταν πα­ρά έ­να πρό­σθε­το στοι­χεί­ο (κά­τι τό σχε­δόν α­πό­λυ­τα ε­ξαρ­τη­μέ­νο απʼ αυ­τή), δέν μπο­ρού­σε ω­στό­σο νά α­φο­μοιω­θεί α­πό ε­κεί­νην επει­δή, σάν κά­τι τό ξέ­νο, δέν γί­νο­νταν πο­τέ δε­κτό καί α­φού μό­νο σάν μιά επι­στρο­φή θά μπο­ρού­σε νά λο­γα­ρια­στεί μιά τέ­τοια α­φο­μοί­ω­ση, ε­νώ, η προ­σπά­θεια τών άλ­λων γιά νά υ­πάρ­ξει ε­κεί­νος σάν κά­τι ξε­χω­ρι­στό δέν εί­χε σχε­δόν ο­λο­κλη­ρώ­σει τήν αρ­χή τη­ς· πράγ­μα που ή­ταν α­κρι­βώς αυτό γιά τήν ε­πι­τυ­χί­α τού ο­ποί­ου κα­τα­βάλ­λο­νταν η με­γα­λύ­τε­ρη προ­σπά­θεια ε­κεί­νον τόν και­ρό α­πό ό­λους, μιά κι αυ­τός τής α­ντι­στέ­κο­νταν ε­πί­μο­να καί ζη­τού­σε μέ κά­θε τρό­πο νά ε­πι­στρέ­ψει ε­κεί απʼ ό­που τόν εί­χαν α­πο­σπά­σει-…
Ε­δώ καί αρ­κε­τόν και­ρό τώ­ρα τά κλει­διά τους εί­ναι στά χέ­ρια του. Οι μι­κρές ό­μορ­φες πόρ­τες τών θυ­ρί­δων μέ τούς σκα­λι­στούς α­ριθ­μούς, α­νοίγουν ό­πως πά­ντα μέ κά­ποια δυ­σκο­λί­α… Στήν πλά­τη του ό­μως εί­ναι καρ­φω­μέ­νο τό αυ­στη­ρό βλέμ­μα τού φύ­λα­κα. Ε­κεί­νος δέν έ­χει ξε­χά­σει τά κα­θή­κο­ντά του καί γιʼ αυ­τόν ό­ποιος πλη­σιά­σει τίς θυ­ρί­δες εί­ναι ύ­πο­πτος… Καί πώς μπορεί νά κα­τη­γο­ρή­σει κα­νείς έ­ναν άν­θρω­πο που κά­νει κα­λά τήν δου­λειά του; Άν καί μέ γνω­ρί­ζει α­πό παι­δί, πά­ντα πα­ρα­με­ρί­ζω ώ­στε μιά ε­λα­φριά χα­ρα­μάδα νά τού ε­πι­τρέ­πει νά βλέ­πει τί κά­νω. Κι αυ­τή τή φο­ρά, ό­πως ό­λες, τό πε­ριε­χό­με­νο εί­ναι στή θέ­ση του. Ό­μως, ό­πως ό­λες τίς άλ­λες φο­ρές, εί­ναι ή­δη πιά πο­λύ αρ­γά. Ο φύ­λα­κας έ­χει κιό­λας α­ντι­λη­φθεί τίς προ­θέ­σεις μου -τήν κα­λή του θέ­ση καί τήν ε­πι­τυ­χη­μέ­νη στα­διο­δρο­μί­α του τίς χρω­στά σʼ αυτό τό σπου­δαί­ο προ­σόν τού κα­λού υ­παλ­λή­λου που κα­τέ­χει: νά προ­λα­βαί­νει τίς ε­πι­θυ­μί­ες-, τό χέ­ρι του πλη­σιά­ζει στό στό­μα τή σφυ­ρί­χτρα, η θή­κη τού ό­πλου του έ­χει κιό­λας ξε­κου­μπω­θεί… δέν ξε­χνά ό­μως παρʼ ό­λα αυ­τά τόν σεβα­σμό που ο­φεί­λει στόν γε­νι­κό κλη­ρο­νό­μο καί ξε­ρο­βή­χει δια­κρι­τι­κά δίνο­ντάς μου μιάν ευ­και­ρί­α. Εί­μαι α­να­γκα­σμέ­νος νʼ α­φί­σω ξα­νά τό πε­ριεχό­με­νο ά­θι­κτο… Ό­μως έ­χω υ­πο­μο­νή. Ο φύ­λα­κας εί­ναι αρ­κε­τά γέ­ρος πιά. Άν καί δέν έ­χει κα­θο­ρι­στεί μέ α­κρί­βεια ο χρό­νος τής α­πο­χώ­ρη­σής του -ο ί­διος αρ­νεί­ται ε­πί­μο­να καί νά τό συ­ζη­τή­σει α­κό­μα- ω­στόσο εί­ναι φα­νε­ρό πως έ­χει κου­ρα­στεί. Οι κι­νή­σεις του τήν τε­λευ­ταί­α φορά δέν ή­ταν τό­σο σί­γου­ρες. Πρέ­πει νά πολ­λα­πλα­σιά­σω τίς προ­σπά­θειές μου. Θά ε­πι­σκέ­πτο­μαι κά­θε μέ­ρα τίς θυ­ρί­δες. Καί κά­θε φο­ρά θά τού α­φί­νω πε­ρισσό­τε­ρο χώ­ρο γιά νά βλέ­πει. Ί­σως τό πε­ριε­χό­με­νο τόν ε­πη­ρε­ά­σει. Άν καί δέν ξέ­ρει τί εί­ναι αυ­τό που φυ­λά­ει, ξέ­ρει ό­μως κα­λά -μά­λι­στα τό σύ­στη­μα συ­ναγερ­μού εί­ναι ε­ντε­λώς δι­κιά του ε­πι­νό­η­ση (μιά τέ­χνη δύ­σκο­λη κά­τω απʼ τήν διαρ­κή α­νά­γκη τής α­να­νέ­ω­σης, που χρειά­στη­καν πολ­λές γε­νιές γιά νά τε­λειο­ποι­η­θεί καί που μέ μιάν αυ­στη­ρή δια­δι­κα­σί­α έ­χει πε­ρά­σει α­πό πα­τέ­ρα σέ γιό ί­σα­μʼ αυ­τόν)- τόν τρόπο που πρέ­πει νά φυ­λα­χτεί. Εί­ναι ο πιό α­φο­σιω­μέ­νος υ­πάλ­λη­λος τής οι­κο­γέ­νειας. Χω­ρίς αυ­τόν θά ή­ταν α­δύ­να­τον… Στίς τό­σες μου προ­σπά­θειες νά τόν ε­ξα­γο­ρά­σω έ­χει κά­θε άλ­λο πα­ρά κλο­νι­στεί κι αυ­τό στά­θη­κε μιά α­κό­μα α­φορ­μή ώ­στε νά μέ υ­πο­πτεύ­ε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό πρίν καί σχε­δόν δέν κοι­μά­ται τώ­ρα πο­τέ. Ί­σως όμως… Έ­χω σο­βα­ρές ελ­πί­δες ό­τι στό τέ­λος θά ε­πη­ρε­α­στεί. Στίς θυ­ρί­δες κλεί­νο­νται κά­τι δυ­να­τό­τη­τες α­πί­στευ­τες. Καί μό­νο μα­ζύ του θά μπο­ρού­σα νά δρα­πε­τεύ­σω. (Φαί­νε­ται δύ­σκο­λο εί­νʼ η α­λή­θεια. Έ­νας άν­θρω­πος στή δι­κιά του η­λι­κί­α δέν έ­χει καί πολ­λά νά ε­πι­θυ­μεί. Ό­μως αυ­τό δέν παύ­ει πο­τέ νά εί­ναι μιά πα­ρα­τή­ρη­ση τών άλ­λων, ί­σως μιά κρυ­φή τους ε­πι­θυ­μί­α ώ­στε νά πε­ρισ­σεύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρος χώ­ρος γιʼ αυ­τούς. Έ­νας άν­θρω­πος έ­χει πά­ντα στήν διά­θε­σή του έ­να αρ­κε­τά με­γάλο πλή­θος ελ­πί­δων ώ­στε μπο­ρεί καί στίς τε­λευ­ταί­ες του α­κό­μα στιγ­μές νά ο­νει­ρεύ­ε­ται. Πό­σο μάλ­λον ο φύ­λα­κας που, παρʼ ό­λο που εί­ναι γέ­ρος, α­πέ­χει ω­στό­σο αρ­κε­τά α­πό τίς τε­λευ­ταί­ες του στιγ­μές… Κι α­λήθεια, κα­νείς πο­τέ α­πό τούς υ­πη­ρέ­τες τής οι­κο­γέ­νειας δέν πα­ρα­πο­νέθη­κε γιά έλ­λει­ψη φρο­ντί­δας. Γιά α­δια­φο­ρί­α. Η συ­μπά­θεια, τό αί­σθη­μα τής φι­λί­ας γιά τό κα­τώ­τε­ρο προ­σω­πι­κό, ή­σαν πά­ντο­τε πο­λύ α­νε­πτυγ­μέ­να. Καί τώ­ρα αυ­τός μπο­ρεί νά εκ­με­ταλ­λευ­τεί τήν α­πο­μά­κρυν­ση τών δύ­σκο­λων στιγ­μών -οί ο­ποί­ες ό­ταν έρ­χο­νται εί­ναι εύ­κο­λο νά λυ­γί­σουν έ­ναν άν­θρω­πο- που εξ αι­τί­ας αυ­τής α­κρι­βώς τής κα­τα­νό­η­σης έ­χουν κερ­δι­θεί γιά χάρη του. Ναί! Πι­στεύ­ω πως μπο­ρεί α­κό­μα νά ο­νει­ρευ­τεί… Αρ­κεί μέ τρό­πο κα­τάλ­λη­λο, μέ μιά συ­ντο­νι­σμέ­νη δια­δο­χή προ­σε­κτι­κά δια­λεγ­μέ­νων κι­νή­σε­ων, νά τού δο­θεί τό ε­ρέ­θι­σμα γιʼ αυ­τό. Έ­τσι που νά μήν υ­πο­ψια­στεί τήν πρό­θε­ση που βρί­σκε­ται πί­σω απʼ αυ­τές. Τά ξέ­να σχέ­δια που τόν πα­ρα­σύ­ρουν νά υ­πη­ρε­τή­σει… Άλ­λω­στε τί ση­μα­σί­α έ­χει γιʼ αυ­τόν, άν αυ­τό που κέρ­δι­σε τού πα­ρα­χω­ρή­θη­κε α­πό κά­ποιον που ε­νώ τά ε­πι­θυ­μεί ό­λα, εί­ναι ωστό­σο υ­πο­χρε­ω­μέ­νος νά μοι­ρα­στεί έ­να μέ­ρος τους ώ­στε νʼ α­πο­κτή­σει τά υ­πό­λοι­πα; Κι άν α­κό­μα δέν εί­ναι πα­ρά έ­να τυ­χαί­ο πρό­σω­πο σʼ αυ­τή τήν ι­στο­ρί­α, η νέ­α θέ­ση που α­πό ʽμέ­να τού προ­τεί­νε­ται δέν παύ­ει νά είναι α­ξιο­ζή­λευ­τη. Ε­πει­δή κι άν α­κό­μα προ­σπα­θού­σε μʼ ό­λες του τίς δυνά­μεις νά τήν κερ­δί­σει, εί­ναι σχε­δόν σί­γου­ρο πως μό­νος του δέν θά κα­τά­φερ­νε νά τήν πλη­σιά­σει πο­τέ. Α­κό­μη κι αυ­τή η ε­πί­γνω­ση τού ό­τι προ­σπα­θεί νά τό κά­νει, θά ή­ταν αρ­κε­τή γιά νά εγ­γυ­η­θεί τήν α­πο­τυ­χί­α του… Ενώ τώ­ρα αυ­τή η θέ­ση τού προ­σφέ­ρε­ται. Έ­τοι­μη, χω­ρίς κό­πο. Δέν πε­ρι­μέ­νει παρά τήν α­πο­δο­χή του γιά νά τού πα­ρα­δο­θεί… Καί εί­μαι σί­γου­ρος πως μιά τέτοια προ­σφο­ρά πο­λύ λί­γοι θά τολ­μού­σαν νά αρ­νη­θούν).
(24)
1975
Η Ελ­πί­δα εί­ναι υ­πο­προ­ϊ­όν τής Α­ντι­λη­πτι­κής Α­δρά­νειας. Εί­ναι η ε­πι­θυ­μί­α τής προ­η­γού­με­νης Με­τα­βο­λής νά δια­τη­ρη­θεί­· καί μά­λι­στα ό­χι μό­νον αυ­τής, αλ­λά καί ό­σων τής προ­η­γού­νται. Αυ­τή η δια­τή­ρη­ση εί­ναι τό νό­η­μα τής λέ­ξης Ευ­τυ­χί­α. Άν πο­τέ πραγ­μα­το­ποιού­νταν έ­τσι ό­πως είναι τώ­ρα ο άν­θρω­πος, τό­τε, γιά νά συμ­βεί αυ­τό, θά έ­πρε­πε ε­κεί­νος νά κομμα­τια­στεί σέ τό­σα κομ­μά­τια, ό­σες εί­ναι οι με­τα­βο­λές του, που α­πό δώ καί μπρός θά δια­τη­ρού­νταν αυ­τε­ξού­σιες καί μό­νες, πε­ρι­βλη­μέ­νες, η κά­θε μιά χω­ρι­στά, α­πό έ­να α­δια­πέ­ρα­στο κε­νό που θά α­πα­γό­ρευε τήν ε­παφή… Αυ­τό τό σχή­μα θά μπο­ρού­σε νά συλ­λά­βει τό αν­θρώ­πι­νο μυα­λό άν ζη­τού­σαν τήν γνώ­μη του σάν πα­ρα­τη­ρη­τού που -δέν μπο­ρεί νά α­πο­φύ­γει νά λει­τουρ­γεί έ­τσι, εί­ναι α­δύ­να­τον νά πά­ψει νά εί­ναι πα­ρα­τη­ρη­τής α­κό­μα κι ό­ταν τό α­ντι­κεί­με­νο εί­ναι αυ­τό τό ί­διο, μέ τό γνω­στό πα­ρα­μορ­φω­τι­κό α­πο­τέ­λε­σμα, που ω­στό­σο δέν ι­κα­νο­ποιεί πο­τέ τήν υ­πο­ψί­α που αρνεί­ται παρʼ ό­λες τίς δια­βε­βαιώ­σεις νʼ α­πο­συρ­θεί- μέ κά­ποιο πε­ρί­ερ­γο άλ­μα με­τα­φέ­ρε­ται πί­σω απʼ ό­λα αυ­τά κι ε­ξα­κο­λου­θεί -α­ναλ­λοί­ω­το τό ί­διο- νά πα­ρα­τη­ρεί τήν και­νούρ­για κα­τά­στα­ση τού πα­λιού ε­αυ­τού του… Έτσι ό­πως εί­ναι ό­μως τώ­ρα ο άν­θρω­πος, εί­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νά συ­γκρί­νει. Κι αυ­τό, για­τί πά­ντα α­φί­νει κά­τι πί­σω του. Πο­τέ δέν α­πορ­ρο­φά­ται από τήν και­νούρ­για του με­τα­βο­λή ε­ντε­λώς. Αυ­τή τή σύ­γκρι­ση τήν λέ­ει μνή­μη, κι αυ­τή εί­ναι που τόν υ­πο­χρε­ώ­νει νά δί­νει στήν ευ­τυ­χί­α έ­να τέ­τοιο περιε­χό­με­νο. Άν δέν υ­πήρ­χε η α­ντι­λη­πτι­κή α­δρά­νεια, άν δη­λα­δή τόν α­πορ­ρο­φού­σε η και­νούρ­για με­τα­βο­λή τής κά­θε φο­ράς, χω­ρίς νʼ α­φί­νει τί­πο­τα πί­σω του, ώ­στε αυ­τός νά εί­ναι πιά αυ­τή η ί­δια η με­ταβο­λή, τό­τε δέν θά υ­πήρ­χε μνή­μη. Δη­λα­δή δέν θά υ­πήρ­χε λό­γος νά γί­νει καμ­μιά σύ­γκρι­ση. Καί τό­τε η ελ­πί­δα δέν θά εί­χε κα­νέ­να νό­η­μα. Ε­πει­δή τί­πο­τα δέν θά ή­θε­λε ε­κεί­νος νά δια­τη­ρη­θεί, δέν θά προ­λά­βαι­νε κάν νά τό ε­πι­θυ­μή­σει, α­φού η με­τα­βο­λή εί­ναι συ­νε­χής, ο χρό­νος έ­χει ε­ξαφα­νι­στεί, η ευ­τυ­χί­α κα­θώς καί κά­θε τι αν­θρώ­πι­νο έ­χει α­φε­θεί πρό πολ­λού σάν μιά ά­χρη­στη α­πο­σκευ­ή στό δρό­μο καί ή­δη έ­χου­με αρ­χί­σει νά μι­λά­με γιά κά­τι άλ­λο, πέ­ρα απʼ τό ό­ριο που μάς ε­πι­τρέ­πε­ται καί που τό το­πί­ο πί­σω του μό­νο νά τό υ­πο­πτευ­θού­με μπο­ρού­με σάν τό α­πο­τέ­λε­σμα μιάς α­τέ­λειω­της ε­ξέ­γερ­σης που μή­τε σʼ αυ­τό τής μέλ­λε­ται νʼ α­να­παυ­θεί, ό­πως άλ­λω­στε δέν α­να­παύ­θη­κε σέ κα­νέ­να προ­η­γού­με­νο, καί φαί­νε­ται νʼ α­δια­φο­ρεί γιά ό­λα ε­κτός απʼ τή συ­νέ­χι­σή της που αρ­νεί­ται μέ πείσμα νά στα­μα­τή­σει ε­μπρός σʼ ο­ποιο­δή­πο­τε τέρ­μα.
(25)
1975
Η «Με­τα­βο­λή» δέν υ­πάρ­χει πα­ρά μό­νο γιά ʽ­μέ­να. Στήν ου­σί­α υ­πάρ­χει μιά α­στα­μά­τη­τη βρο­χή ε­ρε­θι­σμών ε­πά­νω μου -έ­νας κα­ται­γι­σμός δη­λαδή ε­ξω­τε­ρι­κών ε­πι­δρά­σε­ων- που φαί­νε­ται νά έ­χει σκα­λο­πά­τια, νά κό­βεται, ό­ταν α­ντι­λαμ­βά­νο­μαι με­τά α­πό και­ρό τήν αλ­λα­γή που μού έ­χουν ε­πι­φέ­ρει. Ζώ λοι­πόν συ­νε­χώς στό πα­ρελ­θόν μιά κι η α­ντι­λη­πτι­κή μου α­δρά­νεια δέν μʼ α­φί­νει νά πα­ρα­κο­λου­θή­σω τήν α­κα­ριαί­α με­τα­βο­λή που υ­φί­στα­μαι σάν σύ­νο­λο α­πό τόν τυ­χό­ντα ε­ρε­θι­σμό. Απʼ αυ­τό τό σύ­νολο, ε­γώ δέν α­ντι­λαμ­βά­νο­μαι πα­ρά έ­να ά­γνω­στο πό­σο μι­κρό κομ­μά­τι νά μού το­νί­ζει μέ διά­φο­ρους τρό­πους τήν πα­ρου­σί­α του. Αυ­τού τού κομ­μα­τιού υπο­τί­θε­ται μέ κά­ποιον πε­ρί­ερ­γο τρό­πο -που τού εί­ναι τε­λεί­ως α­διά­φο­ρο άν δέν τόν δέ­χο­νται κι εξ άλ­λου κα­νείς δέν σκέ­φτη­κε πο­τέ σο­βα­ρά νά τόν αμ­φι­σβη­τή­σει- πως ε­γώ εί­μαι ο κά­το­χός του, χω­ρίς ω­στό­σο νά φαί­νεται πως τά ό­ριά μου ε­πε­κτεί­νο­νται καί πέ­ρα απʼ αυ­τό. Τό ό­τι τό α­ντιλαμ­βά­νο­μαι μέ το­πο­θε­τεί στή θέ­ση τού πα­ρα­τη­ρη­τή, ά­ρα, μέ κά­ποιον α­νε­ξήγη­το τρό­πο, έ­ξω απʼ αυ­τό. Κι αυ­τή η θέ­ση τού πα­ρα­τη­ρη­τή εί­ναι πέ­ρα από κά­θε αμ­φι­σβή­τη­ση, για­τί ό­σο πί­σω κι άν γυ­ρί­σω δέν βλέ­πω νά στέ­κε­ται στήν θέ­ση τή δι­κιά μου πα­ρά αυ­τή η αί­σθη­ση, τό ό­τι δη­λα­δή πα­ρα­τη­ρώ κάποιον καί κά­τω απʼ αυ­τήν α­να­κά­λυ­ψα τόν ε­αυ­τό μου­· μά­λι­στα δέν μπορώ κα­θό­λου νά πώ ό­τι α­να­κά­λυ­ψα τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο απʼ αυ­τή, που κοι­τώντας γύ­ρω της δέν έ­βλε­πε κα­νέ­να. Αυ­τό α­κρι­βώς, τό ό­τι δη­λα­δή δέν φαί­νεται νά κρα­τά­ω στά χέ­ρια μου πα­ρά αυ­τή τήν αί­σθη­ση -που η ί­δια, μιά καί δέν νοιώ­θει πα­ρά νά πα­ρα­τη­ρεί, δέν έ­χει έ­τσι κα­νέ­να στή­ριγ­μα, ού­τε φαί­νε­ται άλ­λω­στε νά τήν α­πα­σχο­λεί κά­τι τέ­τοιο- μέ κά­νει νά υ­πο­πτεύ­ο­μαι πως πίσω απʼ ό­λα αυ­τά κρύ­βε­ται έ­να α­πέ­ρα­ντο σύ­νο­λο που μού δια­φεύ­γει καί που προ­η­γεί­ται διαρ­κώς α­πό ʽ­μέ­να. Ό­μως εί­ναι τώ­ρα ε­δώ καί αρ­κε­τόν και­ρό που αυ­τό τό σύ­νο­λο έ­χει πά­ψει πιά νά μʼ εν­δια­φέ­ρει. Ε­κεί­νο που τώρα μέ α­πα­σχο­λεί εί­ναι αυ­τή α­κρι­βώς η ί­δια η υ­πο­ψί­α. Σʼ αυ­τήν ο­φεί­λω τό ό­τι έ­πα­ψα νά εί­μαι έ­νας α­πλός πα­ρα­τη­ρη­τής. Ε­πει­δή αυτή δέν ήρ­θε κα­θό­λου σάν έ­να λο­γι­κό συ­μπέ­ρα­σμα που μού υ­πα­γό­ρευ­σαν οι πα­ρα­τη­ρή­σεις μου. Α­ντί­θε­τα φαί­νε­ται ό­τι τά κά­θε εί­δους συ­μπε­ρά­σματα κα­θό­λου δέν τήν α­φο­ρούν. Μά­λι­στα, μιά καί δέν προ­έ­κυ­ψε α­πό κα­νέ­να απʼ αυ­τά δέν φο­βά­ται μή­πως βρε­θεί κα­νέ­να νά τήν βλά­ψει. Κά­θε­ται λοι­πόν ε­κεί καί μέ κοι­τά­ζει ει­ρω­νι­κά κα­θώς προ­σπα­θώ νά τα­κτο­ποι­ή­σω τούς συλ­λο­γι­σμούς μου κά­νο­ντας τά­χα πως δέν τήν προ­σέ­χω, ε­νώ ε­κεί­νης τά καυ­τερά της μά­τια μού τρυ­πούν τήν πλά­τη, καί φαί­νε­ται νά δια­σκε­δά­ζει αρ­κε­τά μέ τίς ά­χρη­στες συ­ντα­γές που σπρώ­χνω ε­πί­τη­δες πρός τό μέ­ρος της κά­θε φο­ρά γιά νά τίς δεί, ε­νώ ε­γώ, πε­ρι­μέ­νο­ντας μέ α­γω­νί­α τή γνώ­μη της που συ­νή­θως δέν εί­ναι πα­ρά έ­να σαρ­κα­στι­κό γέ­λιο, έ­χω ρι­χτεί κιό­λας πρός μιάν άλ­λη κα­τεύ­θυν­ση χω­ρίς κάν νά γυ­ρί­ζω νά κοι­τά­ξω τήν πα­λιά, τήν ο­ποί­α τώ­ρα αυ­τή, α­φού γέ­λα­σε κα­λά μα­ζύ της, πα­ρα­τη­ρεί προ­σε­κτι­κά α­πό πί­σω μου… Αυ­τό λοι­πόν που μέ βα­σα­νί­ζει εί­ναι αυ­τή η ί­δια η υ­πο­ψί­α. Γιά κά­ποιο λό­γο τό πε­ριε­χό­με­νό της μού εί­ναι τώ­ρα σχε­δόν τε­λεί­ως ά­χρη­στο, δέν θά εί­χε με­γά­λη δια­φο­ρά άν α­ντί νά λέ­ει αυ­τό έ­λε­γε κά­τι άλ­λο -άλ­λω­στε δέν μπο­ρεί τί­πο­τα νά μού υ­πο­δεί­ξει, συ­νταγ­μέ­νο ό­πως εί­ναι σέ μιά γλώσ­σα νε­κρή ε­δώ καί τό­σον και­ρό ώ­στε νά μή μού θυ­μί­ζει πιά τί­πο­τα­· έ­χω ή­δη παραι­τη­θεί α­πό κά­θε προ­σπά­θεια νά τό α­πο­κρυ­πτο­γρα­φί­σω­· κι άν α­κό­μα τά κα­τά­φερ­να πώς θά μπο­ρού­σα α­λή­θεια νʼ α­ντέ­ξω έ­να τέ­τοιο μή­νυ­μα;-, καί δέν κά­νω τί­πο­τα πιά απʼ τό νʼ α­να­ρω­τιέ­μαι πώς τής ε­πε­τρά­πει νά εμ­φα­νι­στεί, τί εί­δους μυ­στη­ριώ­δεις συ­γκυ­ρί­ες έ­δω­σαν τήν ευ­και­ρί­α σέ α­πα­γο­ρευ­μέ­νες τό­σο προ­σε­κτι­κά -ό­πως φαί­νε­ται εκ τών υ­στέ­ρων με­τά τήν εμ­φά­νη­σή της α­φού τό­σες καί τέ­τοιες πα­ρα­τη­ρή­σεις δέν στά­θη­κε δυνα­τόν νά α­πο­μο­νώ­σουν πο­τέ μιά τέ­τοιου εί­δους πε­ριο­χή- δυ­να­τό­τη­τες νά στεί­λουν έ­να μή­νυ­μα πρός τά έ­ξω, ό­χι γιά τήν ύ­παρ­ξή τους μά γιά τό δι­καί­ω­μα νά τίς κα­τέ­χουν, γιά τό δι­καί­ω­μα νά τίς με­τα­χει­ρί­ζο­νται. Καί ί­σως αυ­τά τά δι­καιώ­μα­τα εί­ναι ε­κεί­να που εί­χαν ε­ντε­λώς ξε­χα­στεί -η πα­ρου­σί­α τών δυ­να­το­τή­των με­τά α­πό έ­να τέ­τοιο ξέ­χα­σμα τί νό­η­μα θά μπο­ρού­σε νά δώσει σέ ο,τι­δή­πο­τε;-. Φαί­νε­ται α­κό­μα ό­μως πως εί­ναι γιά ά­γνω­στους λόγους τε­λεί­ως α­δύ­να­τον νά ε­ξα­φα­νι­στεί έ­στω καί μιά ο­ποια­δή­πο­τε δυνα­τό­τη­τα. Φαί­νε­ται πως δέν έ­χουν που νά τίς πε­τά­ξουν, α­κό­μα κι Ε­κεί­νος: καί μά­λι­στα αυ­τός πε­ρισ­σό­τε­ρο απʼ τούς άλ­λους, για­τί πώς εί­ναι δυ­νατόν νά έ­χει «έ­ξω­» έ­νας που κα­τέ­χει τά πά­ντα; Α­κό­μα κι η Α­νυ­παρ­ξί­α, άν εί­χε κά­ποιο νό­η­μα, θά τού α­νή­κε. (Τό ό­τι εί­ναι έ­νας τέ­τοιος δέν ση­μαίνει πως εί­χε κά­πο­τε μιά αρ­χή -τό τέ­λος του εί­ναι σί­γου­ρο πως εί­ναι α­νίκα­νος νά τό κερ­δί­σει-, ε­πει­δή άν τήν εί­χε, μιά στιγ­μή πρίν δέν θά υ­πήρχε­· κι ε­πει­δή αυ­τή η αρ­χή έ­χει τήν α­νά­γκη τού δια­χω­ρι­σμού απʼ ό,τι υ­πήρ­ξε μέ­χρι τό­τε -για­τί πώς αλ­λοιώς το­νί­ζε­ται η πα­ρου­σί­α του άν ό­χι μʼ αυ­τόν τόν δια­χω­ρι­σμό;- δέν τού α­νή­κει, δέν τήν κα­τέ­χει ολο­κλη­ρω­τι­κά­· άν λοι­πόν γιά νά εί­ναι έ­νας τέ­τοιος δέν έ­χει μιάν αρ­χή, τότε βρί­σκε­ται καί βρι­σκό­ταν α­πό πά­ντα στή μέ­ση!).
Υ­πάρ­χει λοι­πόν μιά συ­νω­μο­σί­α σέ βά­ρος μου α­πό τή μιά -για­τί γιά ποιόν άλ­λον μπο­ρεί νά έ­χει στα­λεί αυ­τό τό μή­νυ­μα;-, κι απʼ τήν άλ­λη μιά α­ντί­στα­ση σʼ αυ­τή τή συ­νω­μο­σί­α, μιά ε­πα­νά­στα­ση που γί­νε­ται α­πό κά­ποιους γιά λο­γα­ρια­σμό μου. Ό­μως ό­λα αυ­τά πο­λύ λί­γο μʼ εν­δια­φέ­ρουν καί τʼ αφί­νω νά τρα­βή­ξουν τόν δρό­μο τους. Τί έ­χει μεί­νει ό­μως με­τά απʼ ό­λα αυ­τά γιά νά εί­μαι ε­γώ; Γύ­ρω απʼ αυ­τό που έ­χει μεί­νει μά­χο­νται σάν τά σκυ­λιά οι α­ντί­πα­λοι. Ο κα­θέ­νας τό θέ­λει γιά λο­γα­ρια­σμό του μέ κά­ποιον τρό­πο που τόν ευ­χα­ρι­στεί. Ώ, Τρω­ϊ­κέ Πό­λε­με, μή­πως ε­κεί σή­μα­νε τό τέ­λος τών αν­θρώ­πων; Μή­πως ε­σύ ή­σουν η στερ­νή φο­ρά που πο­λέ­μη­σαν μέ τούς Θε­ούς, τά τε­ρα­τώ­δι­κα αυ­τά πρό­τυ­πά τους που ε­πει­δή ξέ­πε­σαν κρε­μά­στη­καν από πά­νω τους, σκο­τώ­νο­ντας ό­ταν διά­βα­ζαν τήν πε­ρι­φρό­νη­ση στά πρό­σω­πα που τούς κοι­τού­σαν γε­μά­τα δέ­ος τρό­μο καί θαυ­μα­σμό ό­πως α­κρι­βώς τά­θε­λαν; Μή­πως ε­κεί έ­σβυ­σε τό γέ­νος τών αν­θρώ­πων κι α­πά­νω στά πτώ­μα­τά τους λυσ­σο­μα­νά τώ­ρα καί τό­σον και­ρό α­πό τό­τε η μά­χη τών Θε­ών; Μή­πως υ­πάρχου­με έ­τσι για­τί η α­θα­να­σί­α ε­κεί­νων τούς ε­μπο­δί­ζει νά σκο­τώ­σουν ή νά νι­κη­θούν απʼ τούς ο­μοί­ους τους; (Μή­πως τά­χα δέν θά­χουν α­γωνι­στεί νά χά­σουν τήν α­θα­να­σί­α τους γιά νά μάς κερ­δί­σουν;)… Ό­πως καί νά­χει τό πράγ­μα, φαί­νε­ται πως ε­γώ δέν εί­μαι πα­ρά έ­νας α­πλός πα­ρα­τη­ρη­τής. Γύ­ρω απʼ τό πτώ­μα μου μαί­νε­ται η μά­χη που μού έ­χει α­πα­γο­ρευ­τεί νά μʼ εν­δια­φέ­ρει. Μιά μά­χη ξέ­νων. Μιά μά­χη τής ο­ποί­ας δέν μπο­ρώ πα­ρά νά είμαι καί μό­νο πα­ρα­τη­ρη­τής. Ε­πει­δή φαί­νε­ται πως σέ έ­να πτώ­μα, ε­κτός από ο­ρι­σμέ­νες υ­πο­ψί­ες που δέν ή­ταν δυ­να­τόν νά ε­μπο­δι­στούν, τό μόνο που τού ε­πι­τρέ­πε­ται εί­ναι νά πα­ρα­τη­ρεί τό το­πί­ο. Νο­σταλ­γώ­ντας μιά μορφή που εί­χα άλ­λο­τε α­γα­πή­σει καί μού α­φαι­ρέ­θη­κε, ί­σως βά­ναυ­σα καί προ­δο­τι­κά, α­πό ε­κεί­νους που αλ­λοιώς θά θε­ω­ρού­σα ευ­ερ­γέ­τες μου, προσπα­θώ νά α­παρ­νη­θώ τε­λεί­ως τήν εκ­δί­κη­ση που μέ έ­τρε­φε α­κό­μα καί μέχρι τόν κο­ντι­νό και­ρό ό­που ε­ξα­κο­λου­θού­σα νά ο­νει­ρεύ­ο­μαι. Άν καί δέν θά­πρε­πε νά­χω καμ­μιάν ελ­πί­δα, κρα­τιέ­μαι ω­στό­σο γε­ρά α­πό τίς υ­ποψί­ες μου. Μʼ αυ­τές στό χέ­ρι στρέ­φο­μαι στούς δι­πλα­νούς μου που έ­χω μά­θει κι αυ­τούς πιά νά τούς α­γα­πώ καί νά τούς μι­σώ χω­ρίς ελ­πί­δα. Δέν κά­νω ε­δώ καί αρ­κε­τόν και­ρό τίποτʼ άλ­λο. Μό­νο στρέ­φο­μαι. Πρός αυ­τούς! Στρέ­φο­μαι…
(Εκ­θέ­το­ντας έ­τσι τίς με­τα­βο­λές που μού προ­κα­λεί η πα­ρα­τή­ρη­ση τού τοπί­ου. Με­τα­βο­λές που δέν μπο­ρώ νά τίς α­πο­φύ­γω, για­τί πώς εί­ναι δυ­να­τόν νά πά­ψω νά πα­ρα­τη­ρώ; Κά­θε εί­δους μέ­ρι­μνα έ­χει λη­φθεί ώ­στε νά μή μπο­ρώ νά κάνω αλ­λοιώς. Καί παρʼ ό­λο που μιά με­τα­βο­λή δέν έ­χει τί­πο­τα δε­λε­α­στι­κό νά πα­ρου­σιά­σει ώ­στε νά προ­σελ­κύ­σει ό,τι έ­χει σχη­μα­τι­στεί α­πό τίς προ­η­γού­με­νές της -που έ­χουν κιό­λας συ­νη­θί­σει καί αρ­κού­νται σʼ ό,τι φτιά­χτη­κε απʼ αυ­τές καί καμ­μιά δύ­να­μη δέν φαί­νε­ται πως θά τίς έ­κα­νε μέ τή θέ­λη­σή τους νά πα­ραι­τη­θούν απʼ αυ­τό- ω­στό­σο έ­χει κιό­λας α­πα­γο­ρευ­θεί κάθε κί­νη­ση που θά μπο­ρού­σε νά τήν προ­λά­βει).
(26)
1975
Προ­έρ­χο­μαι α­πό μιά γε­νιά δού­λων. Τό χρώ­μα που μέ έ­πει­σαν ό­τι έ­χει τό πετσί μου εί­ναι κα­τώ­τε­ρο α­πό ε­κεί­νων που διευ­θύ­νουν. Εί­ναι τό α­να­γνω­ρι­στι­κό ση­μεί­ο τής δια­φο­ράς που κρα­τά­ει αυ­τούς ε­κεί πά­νω κι ε­μέ­να ε­δώ κά­τω. Φο­ρώ­ντας το, εί­μαι ε­γώ ο ί­διος η δια­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή που μού α­πα­γο­ρεύ­ει νά τούς α­τε­νί­σω, νά τούς κα­τα­λά­βω, νά τούς α­πορ­ρί­ψω ή ό­χι, καί νά τούς φτά­σω. Κρα­τούν στά χέ­ρια τους ό,τι ε­μέ­να μού α­παγο­ρεύ­ε­ται. Κι ε­γώ τούς δί­νω μέ τήν θέ­λη­σή μου, που ε­κεί­νοι δη­μιούρ­γησαν, ό,τι τούς χρειά­ζε­ται γιά νά διαιω­νί­ζουν τήν δου­λεί­α μου. Ζώ απʼ τήν ε­λε­η­μο­σύ­νη τους που εί­ναι ό,τι τούς πε­ρισ­σεύ­ει α­πό τήν χρη­σι­μο­ποί­η­ση τής δι­κιάς μου προ­σφο­ράς. Έ­χουν φτά­σει στό ση­μεί­ο, με­τά απʼ ό­λα αυ­τά, όχι νά ζη­τούν, αλ­λά α­πλά νά παίρ­νουν ό,τι τούς δί­νε­ται α­πό μέ­να που προ­σφέ­ρω μέ ευ­γνω­μο­σύ­νη…
Δέν α­νή­κω που­θε­νά -μέ­χρι τώ­ρα προ­σπα­θού­σα, κι α­κό­μα προ­σπα­θώ, νά πά­ψω νά α­νή­κω στίς δια­δο­χι­κές θέ­σεις που α­νε­κά­λυ­πτα το­πο­θε­τη­μέ­νο τόν ε­αυ­τό μου κά­θε φο­ρά που τόν κοί­τα­ζα-, καί γιʼ αυ­τό, έ­ξω απʼ αυ­τόν τόν α­γώ­να, δέν μπο­ρώ νά α­να­γνω­ρί­σω στόν ο­ρί­ζο­ντα τό α­ντι­κεί­με­νο που γιά χά­ρη του θά πά­λευα μέ ό,τι θά πε­ριέ­βαλ­λε έ­χθρι­κά τή θέ­ση που μέ­σα απʼ αυ­τή θά τό διέ­κρι­να. Ό­που κι άν στρέ­ψω τό βλέμ­μα δέν βλέ­πω πα­ρά τήν σκόπι­μη κα­τα­πί­ε­ση που μέ έ­χει -καί προ­σπα­θεί πά­ντα νά τό κά­νει- δια­μορ­φώ­σει κατά στρώ­μα­τα έ­τσι ώ­στε, τό έ­να πο­λε­μώ­ντας α­διά­κο­πα τό άλ­λο, νά κρα­τά τόν πό­λε­μο στό ε­σω­τε­ρι­κό μου, ε­νώ ε­κεί­νη θά συ­νε­χί­ζει α­νε­νό­χλη­τη τό έρ­γο της. Ό­μως αυ­τή τήν κα­τα­πί­ε­ση δέν τήν βλέ­πω πα­ρά μέ­σα απʼ αυ­τόν τόν πό­λε­μο, καί μʼ έ­ναν πε­ρί­ερ­γο τρό­πο, που φαί­νε­ται νά ξε­φεύ­γει α­πό τούς υ­πο­λο­γι­σμούς της καί που εί­ναι πι­θα­νόν νά ο­φεί­λε­ται στήν προ­δο­σί­α τού κομ­μα­τιού ε­κεί­νου α­πό ε­μέ­να που χρειά­στη­κε νά συ­νερ­γα­στεί μαζύ του στήν αρ­χή, ό­ταν α­κό­μα προ­σπα­θού­σε νά ε­πι­βάλ­λει τήν κυ­ριαρ­χί­α της πλά­θο­ντας τό ά­μορ­φο υ­λι­κό που μέ α­πο­τε­λού­σε, καί που ξαφ­νι­κά γιά κά­ποιον ά­γνω­στο λό­γο α­πο­φά­σι­σε νά μέ κα­τα­κτή­σει ο­λο­κλη­ρω­τι­κά καί νά τήν διώ­ξει απʼ τόν θρό­νο που μέ τήν βο­ή­θειά του α­πό­κτη­σε­· καί γιʼ αυ­τό βάλ­θη­κε νά μέ στρέ­ψει ε­να­ντί­ον της, α­πο­κα­λύ­πτο­ντάς μου ό­λη τήν έ­κτα­ση τής συ­νω­μο­σί­ας που εί­χε γί­νει σέ βά­ρος μου, α­φί­νο­ντάς την εντε­λώς α­κά­λυ­πτη στά άρ­ρω­στα μά­τια μου, που α­κρι­βώς εξ αι­τί­ας αυτής τής μα­κρυάς αρ­ρώ­στιας που τούς εί­χαν με­τα­δώ­σει, εί­χαν γί­νει ε­ξαι­ρε­τι­κά ευ­αί­σθη­τα καί στήν πιό ε­λά­χι­στη α­κτί­να φω­τός, ώ­στε νά μή μπορούν κα­θό­λου νά α­ντι­λη­φθούν τό σκο­τά­δι.
Τώ­ρα στέ­κο­μαι καί τρέμω μπρο­στά στήν τύ­φλω­σή μου. Τρέμω μπρο­στά στό μέ­γεθος αυ­τής τής α­πά­της καί τρέμω για­τί υ­πο­ψιά­ζο­μαι πως εί­ναι πο­λύ μεγα­λύ­τε­ρη απʼ ό,τι χρειά­ζε­ται γιά νά ι­κα­νο­ποιεί κά­θε φο­ρά τά συμ­φέ­ροντα που τήν δια­τη­ρούν καί τήν τρέ­φουν. Για­τί φαί­νε­ται πως α­πό και­ρό έ­χει πιά ξε­φύ­γει α­πό τόν έ­λεγ­χο τών δη­μιουρ­γών της καί πλα­νιέ­ται α­δέ­σπο­τη, αυ­τε­ξού­σια, μιά φρι­χτή μά­ζα που διο­γκώ­νε­ται χω­ρίς στα­μα­τη­μό. Εί­ναι πιά αυ­τή που κυ­βερ­νά, α­κό­μα κι ε­κεί­νους που τήν χρη­σι­μο­ποί­η­σαν κά­ποτε σάν μέ­σο γιά νά ε­ξα­σφα­λί­σουν τήν δι­κιά τους ε­ξου­σί­α καί φαί­νε­ται πως αυ­τή θά σφρα­γί­σει τά τε­λευ­ταί­α α­πο­μει­νά­ρια μας άν δέν μπο­ρέ­σου­με νά τήν στα­μα­τή­σου­με.
Ώ, ποιός θά μού τό­λε­γε τό­τε πως ή­μουν τυ­φλός για­τί δέν μπο­ρού­σα νά δώ πα­ρά μό­νο τό φώς ή πως ή­μουν έ­νας δού­λος τής υ­πο­κρι­σί­ας για­τί εί­χα τα­χθεί νά υ­πη­ρε­τώ τήν α­λή­θεια! Ή­μουν άρ­ρω­στος για­τί μπο­ρού­σα νά δώ μό­νο ό,τι ή­ταν φω­τι­σμέ­νο, κι αυ­τή εί­χε φρο­ντί­σει νά φω­τί­σει τά πά­ντα, κι ή­μουν δούλος για­τί τό μέ­τρο μου ή­ταν η α­λή­θεια.
Καί πώς λοι­πόν δέν ή­ταν γε­ρά στε­ριω­μέ­νος ο κό­σμος ό­ταν υ­πήρ­χε ά­φθο­νο φώς γιά νά φω­τί­σει ο,τι­δή­πο­τε! Καί πώς δέν ή­μουν ε­λεύ­θε­ρος ό­ταν ο μό­νος μου α­φέ­ντης ή­ταν η α­λή­θεια! Τώ­ρα που ο τρό­πος χρή­σης τους προ­δό­θη­κε, ό­λη η α­δυ­να­μί­α έ­πε­σε πά­νω στά μέ­σα καί τά σύ­ντρι­ψε. Ε­πει­δή τώ­ρα πιά αρ­χί­ζω νά νοιώ­θω τήν συγ­γέ­νειά μου μʼ ε­κεί­να που ε­κτεί­νο­νται πέ­ρα απʼ τό φώς, ε­πει­δή τό φώς δέν μέ κα­λύ­πτει καί ό,τι γιά χά­ρη του ει­πώ­θη­κε σκο­τά­δι δέν μπο­ρεί πιά νά μού α­πα­γο­ρευ­τεί. Επει­δή καί η α­λή­θεια α­πο­σύ­ρε­ται, για­τί γιά τήν ύ­παρ­ξή της χρειά­ζεται έ­να κε­νό, ε­νώ ε­δώ α­να­κτά τή θέ­ση που τής αρ­μό­ζει η α­διάκο­πη συ­νέ­χεια τής με­τα­βο­λής τών πραγ­μά­των… Η α­λή­θεια ή­ταν μιά στά­ση, έ­να έ­ντε­χνο πα­ρα­πέ­τα­σμα που έ­κρυ­βε ε­πι­δέ­ξια πί­σω του τήν κύ­ρια ι­διό­τη­τα αυ­τού τό ο­ποί­ο εί­χε χρη­σι­μο­ποι­ή­σει γιά νά ε­πι­βάλ­λει τόν πλασμα­τι­κό καί ε­γκλη­μα­τι­κό ε­αυ­τό τη­ς· τό α­νε­πί­δε­κτο δια­κο­πής στήν τά­ση γιά ει­λι­κρί­νεια… Δέν εί­χαν κά­θε φο­ρά πα­ρά νά δια­κό­ψουν στό ση­μεί­ο που τούς ά­ρε­σε αυ­τή τήν τά­ση. Καί νά η α­λή­θεια: μιά ει­λι­κρί­νεια που εί­χε κιό­λας γί­νει πα­ρελ­θόν, που εί­χε κιό­λας ξε­πε­ρα­στεί απʼ τή συ­νέ­χειά της η ο­ποί­α ε­ξα­κο­λου­θού­σε τόν δρό­μο της χω­ρίς τί­πο­τα νά έ­χει χάσει. (Η συ­νέ­χεια τής ζω­ής τών αν­θρώ­πων μπο­ρεί νά δια­κο­πεί μέ τόν θά­νατο γιά έ­ναν ή γιά ό­λους ή μέ τόν πνευ­μα­τι­κό θά­να­το, αλ­λά καί στίς δυό περι­πτώ­σεις θά μεί­νουν ε­κεί­νοι που θά τό έ­χουν α­πο­φα­σί­σει καί θά τό ε­κτε­λέ­σουν γιά τούς άλ­λους -άν μεί­νουν-, κι αυ­τοί θά εί­ναι τό­τε ε­κεί­νοι που πά­νω τους αυ­τή η τά­ση θά συ­νε­χι­στεί.).
“Καί τί ε­στί η Α­λή­θεια; Α­μήν α­μήν λέ­γω υ­μίν: Σχή­μα Κε­νόν εστί η Α­λή­θεια. Α­μήν α­μήν λέ­γω υ­μίν: Ει­λι­κρι­νεί­τε!
Ά­πει­ρος ε­στί ο κα­θείς εξ υ­μών εν τή φύ­σει αυ­τού καί μό­νον εν τή δυ­νά­μει αυ­τού υ­στε­ρεί. Α­μήν α­μήν λέ­γω υ­μίν: εκ­θέ­τε­τε εκά­στην πρωΐ­αν τήν με­τα­βο­λήν υ­μών εις τούς α­δελ­φούς υ­μών. Αμήν α­μήν λέ­γω υ­μίν: πά­σα πε­ρι­γρα­φή τής με­τα­βο­λής αν­θρώ­που τι­νός υ­φʼ ε­τέ­ρου, λό­γος ε­στί πε­ρι­γρά­φον τήν τού ε­τέ­ρου με­τα­βο­λήν. Πά­σα πε­ρι­γρα­φή, με­τα­βο­λήν πε­ρι­γρά­φει τού λέ­γο­ντος. Α­μήν α­μήν λέ­γω υ­μίν: προ­λά­βα­τε τάς με­τα­βο­λάς υ­μών. Σπεύ­σα­τε κα­τό­πιν τών με­τα­βο­λών υ­μών έ­ως τού ταυ­το­χρό­νου. Διό­τι αι με­τα­βο­λαί υ­μών προ­η­γού­νται υ­μών καί υ­μείς έ­πε­σθε τών με­τα­βο­λών υ­μών εις τό α­ντι­λαμ­βάνε­σθε αυ­τάς. Άν­θρω­πος μή ει­σέ­τι α­ντι­λη­φθείς τήν με­τα­βο­λήν αυ­τού εν τώ Πα­ρελ­θόν ζεί κα­τά τήν συ­νεί­δη­σην αυ­τού, καί τό σώ­μα αυ­τού εν τώ Πα­ρόν ζεί με­τα­βαλ­λό­με­νον α­κα­ριαί­ως, καί αι με­τα­βο­λαί τού σώ­μα­τος αυ­τού Μέλ­λον ει­σί διά τήν συ­νεί­δη­σην αυ­τού. Α­μήν α­μήν λέ­γω υ­μίν: ε­ξαλεί­ψα­τε τό Πα­ρελ­θόν ε­ξα­λεί­φο­ντες εν ταυ­τώ καί τό Μέλ­λον. Διό­τι αυ­τός ού­τος ο Χρό­νος α­πά­τη ε­στί καί υ­μείς δέ­σμιοι ε­στέ τού Χρό­νου καί η μορ­φή υ­μών γέν­νη­μα ε­στί τής α­πά­της. Α­μήν α­μήν λέ­γω υ­μίν: ε­λέγ­ξα­τε τάς δυ­να­τό­τη­τας υ­μών καί προ­φθά­σα­τε τάς με­τα­βο­λάς υ­μών. Νέ­αν μορ­φή θέ­λε­τε λά­βει πέ­ραν τού ο­ρί­ου τού­του καί τό αν­θρώ­πι­νον γέ­νος ού­τω τε­λευ­τόν διά θα­νά­του κα­λού, κλη­ρο­νο­μί­αν θέ­λει κα­τα­λείπει πέ­ραν ε­μού, καί έ­ως τού Α­γνώ­στου Αυ­τε­ξου­σί­ου Α­ναρ­χου­μέ­νου απο­γό­νου, ό­στις θά λύ­ει αυ­θαι­ρέ­τως κα­τά τήν Κρί­σιν Αυ­τού!”.
(27)
1975
Εί­ναι η ώ­ρα που α­να­ζη­τιέ­ται μά­ταια ο ε­χθρός. Τό σχοι­νί τής κρεμά­λας μέ­νει με­τέ­ω­ρο γιά μιά στιγ­μή. Μιά φρί­κη γε­μί­ζει τίς καρ­διές. Για­τί ο ε­χθρός εί­ναι ε­δώ, τό ξέ­ρου­με, α­ό­ρα­τος, μά καί γιʼ αυ­τό πε­ρισ­σότε­ρο υ­παρ­κτός. Χω­ρίς τί­πο­τα νά υ­πο­δη­λώ­νει τήν ύ­παρ­ξή του ε­κτός απʼ τήν α­που­σί­α του. Κι αυ­τό εί­ναι που μάς α­νη­συ­χεί. Του­λά­χι­στον εμάς που κα­τα­λα­βαί­νου­με. Που ξέ­ρου­με α­πό άλ­λες πε­ρα­σμέ­νες φο­ρές. Α­πό άλλες πα­λιό­τε­ρες α­που­σί­ες. Εί­ναι δυ­να­τόν νά α­φε­θή­κα­με νά φτά­σου­με ώς ε­κεί; Εί­ναι δυ­να­τόν νά πα­ρα­συρ­θή­κα­με ώς τήν ο­λο­κλη­ρω­τι­κή του κατα­στρο­φή; Ό­χι, δέν μπο­ρεί νά έ­γι­νε τέ­τοιο λά­θος! Έ­νας ε­χθρός εί­ναι δε­κτός, εί­ναι μα­λι­στα α­πα­ραί­τη­τος γιά τήν κα­λή λει­τουρ­γί­α, γιά τήν ί­δια τήν ύ­παρ­ξη τού συ­στή­μα­τος, κι ε­μείς εί­μα­στε τό­σο ε­ξοι­κειω­μέ­νοι μέ τήν πα­ρου­σί­α του α­νά­με­σά μας, μέ τά ε­πι­κίν­δυ­να τερ­τί­πια του που πολ­λές φορές στοι­χί­ζουν τή ζω­ή αρ­κε­τών α­πό μάς, μέ τήν ευ­έ­λι­κτη καί πρω­τό­τυ­πη τα­κτι­κή του γε­μά­τη ε­φευ­ρε­τι­κό­τη­τα, συ­χνά ό­χι συ­νη­θι­σμέ­νη, που πά­ντα, όταν πε­ρά­σει η κρί­σι­μη στιγ­μή καί μπο­ρέ­σου­με νά α­τε­νί­σου­με τά πράγ­μα­τα μέ έ­να πιό ψύ­χραι­μο βλέμ­μα, α­πο­τε­λού­σε έ­να ι­διαί­τε­ρο α­ντι­κείμε­νο με­λέ­της μέ καρ­πο­φό­ρα α­πο­τε­λέ­σμα­τα γιά μάς -ερ­χό­μα­στε πά­ντο­τε δεύ­τε­ροι εί­νʼ η α­λή­θεια με­τά απʼ αυ­τόν καί τό μό­νο που έ­πρε­πε πιά νά κά­νου­με, α­φού εί­χα­με κα­τα­λά­βει κα­λά τή μέ­θο­δό του, τόν τρό­πο που εί­χε λει­τουρ­γή­σει, τά πράγ­μα­τα που εύ­χο­νταν έ­τσι νά ε­πι­τύ­χει, ή­ταν νά τού α­πα­γο­ρεύ­σου­με νά ε­νερ­γή­σει μέ τόν ί­διο τρό­πο ξα­νά καί νά προ­σπα­θή­σουμε νά προ­βλέ­ψου­με τήν ε­πό­με­νη κί­νη­σή του-, καί πα­ρά τήν φαι­νο­με­νι­κή από­στα­ση με­τα­ξύ μας, παρʼ ό­λο τό χά­σμα που γιά τά μά­τια ε­νός τρί­του, ενός α­διά­φο­ρου δια­βά­τη, υ­πήρ­χε α­νά­με­σά μας, ό­μως εί­μα­στε σί­γου­ροι -καί σπά­νια εί­νʼ α­λή­θεια δια­ψευ­σθή­κα­με σʼ αυ­τή μας τήν πε­ποί­θη­ση- πως τά αι­σθή­μα­τά του γιά μάς, ε­κτός απʼ τίς στιγ­μές τής ο­ξύ­τη­τας καί τού πά­θους που συ­νή­θως λη­σμο­νά κα­νείς εύ­κο­λα τή βα­θύ­τε­ρη ε­πι­θυ­μί­α συμ­φι­λιώ­σε­ως που κρύ­βε­ται πί­σω απʼ τήν α­να­μο­νή τού α­ντι­πά­λου, ή­ταν σχε­δόν τε­λεί­ως α­νά­λο­γα μέ τά δι­κά μας, πράγ­μα που κά­νει τήν α­νη­συ­χί­α μας α­κό­μα με­γα­λύ­τε­ρη καί τήν α­που­σί­α του νά κρέ­με­ται σάν μιά σκο­τει­νή ύ­που­λη α­πει­λή στόν άλ­λο­τε τό­σο γνώ­ρι­μο ου­ρα­νό μας. Για­τί κι αυ­τός πο­τέ μά πο­τέ δέν θά μάς ε­γκα­τέ­λει­πε. Κι άλ­λω­στε πώς θά μπο­ρού­σε; Ε­δώ χρειάστη­κε τό­σος και­ρός γιά νά φτά­σου­με σʼ αυ­τό τό ση­μεί­ο, που έ­χει κά­νει τόν ένα α­να­ντι­κα­τά­στα­το γιά τόν άλ­λον! Καί στό κά­τω κά­τω, φέ­ρει κι αυ­τός μιάν ευ­θύ­νη γιά μάς, γιά τό μέλ­λον που τώ­ρα, α­πό δώ καί πέ­ρα, ά­γνω­στο καί έ­χθρικό εξ αι­τί­ας του, ί­σως νά μάς πε­ρι­μέ­νει τόν κα­θέ­να χω­ρι­στά.
(28)
1975

Ε­πει­δή τώ­ρα πιά τό πλοί­ο έ­χει ή­δη ση­κώ­σει τή σκά­λα. Πί­σω απʼ τά σκού­ρα τζά­μια τής γέ­φυ­ρας ά­γρυ­πνα μά­τια πα­ρα­κο­λου­θούν τίς τε­λευ­ταί­ες ε­τοι­μα­σί­ες, οι ναύ­τες δια­σχί­ζουν τό κα­τά­στρω­μα πρός όλες τίς διευ­θύν­σεις μέ με­γά­λα α­νυ­πό­μο­να βή­μα­τα -έ­χουν κου­ρα­στεί κι αυτοί απʼ τήν α­να­μο­νή που τούς έ­χει ε­πι­βλη­θεί-, κά­που κά­που ση­κώ­νουν τό κε­φά­λι πρός τή με­ριά τής γέ­φυ­ρας, α­κούν προ­σε­κτι­κά τίς δια­τα­γές που τούς α­πευ­θύ­νουν τά με­γά­φω­να, κι α­μέ­σως διευ­θύ­νο­νται πρός τό μέ­ρος που τούς έ­χει υ­πο­δει­χθεί α­πο­φεύ­γο­ντας μέ ευ­ε­λι­ξί­α τίς στι­βαγ­μέ­νες ε­δώ κι ε­κεί α­πο­σκευές, ε­νώ τό πλοί­ο έ­χει κιό­λας στρα­φεί α­πό τά ρεύ­μα­τα τού λι­μα­νιού καί πλά­ϊ στό χο­ντρό σί­δε­ρο που εί­ναι δε­μέ­νο τό τε­λευ­ταί­ο σχοι­νί που τό συ­γκρα­τεί, έ­νας γε­ρο­δε­μέ­νος συ­νά­δελ­φός τους έ­χει κιό­λας ε­γκα­τα­στα­θεί -δέν πρέ­πει νά χα­θεί ού­τε λε­πτό- μέ τό τσε­κού­ρι του υ­ψω­μέ­νο. Δυό φί­λοι του τόν υ­πο­βα­στά­ζουν που καί που ό­ταν κου­ρά­ζε­ται, τό φαΐ τού τό δί­νουν λί­γο λί­γο οι ί­διοι καί τό βρά­δυ ή ό­ταν βρέ­χει, τόν σκε­πά­ζουν μέ έ­να με­γά­λο α­ντί­σκη­νο μέ μιά τρύ­πα γιά νά περ­νά τό σχοι­νί -έ­χει ε­ξα­σκη­θεί ώ­στε οι σω­μα­τι­κές του α­νά­γκες νά εί­ναι πο­λύ πε­ριο­ρι­σμέ­νες, μά­λι­στα κά­θε φο­ρά που τό πλοί­ο στρί­βει ώ­στε αυ­τός νά μπο­ρεί νά βλέ­πει τήν προ­κυ­μαί­α κα­τε­βαί­νουν καί διώ­χνουν τίς κο­πέλ­λες, που ό­πως τόσος κό­σμος έ­χουν έρ­θει κι αυ­τές νά δούν τήν α­να­χώ­ρη­ση, γιά νά μήν τού α­πο­σπούν τήν προ­σο­χή (εί­ναι κοι­νό μυ­στι­κό τό πό­σο πο­λύ τόν συ­γκι­νεί τό γυναι­κεί­ο σώ­μα)-, στό λαι­μό του έ­χουν δέ­σει έ­να μα­κρύ κορ­δό­νι που ε­νώ­νε­ται απʼ ευ­θεί­ας μέ τή γέ­φυ­ρα α­φού α­νε­βαί­νει πρώ­τα ψη­λά στό κα­τάρ­τι ώστε έ­να με­γά­λο ύ­ψος νά τό χω­ρί­ζει απʼ αυ­τά που συμ­βαί­νουν κά­τω γιά τήν πε­ρί­πτω­ση α­τυ­χή­μα­τος ή γιά κα­νέ­να ξαφ­νι­κό σα­μπο­τάζ -στά με­γά­φω­να δέν υ­πάρ­χει ε­μπι­στο­σύ­νη για­τί η α­κο­ή του ή­δη πρέ­πει νά έ­χει ε­ξασθε­νή­σει πο­λύ κι άλ­λω­στε ό­λη του η προ­σο­χή εί­ναι συ­γκε­ντρω­μέ­νη στά χέ­ρια του που κρα­τούν τό τσε­κού­ρι καί δέν έ­χει και­ρό γιά νʼ α­κού­ει- ώ­στε η δια­τα­γή νά με­τα­βιβα­στεί α­μέ­σως σʼ αυ­τόν τόν ί­διο, ε­πει­δή μέ τό σύν­θη­μα υ­πάρ­χει πά­ντα τό εν­δε­χό­με­νο νά προ­κλη­θεί κά­ποιος μι­κρός πανι­κός στό πλή­ρω­μα που συ­νή­θως τά χά­νει σέ τέ­τοιες στιγ­μές, πράγ­μα που μπορεί νά τόν ε­πη­ρε­ά­σει ώ­στε νά μήν κο­πεί μέ τό πρώ­το χτύ­πη­μα τό σχοι­νί. Μπρο­στά του σέ έ­να μι­κρό βά­θρο βρί­σκε­ται η α­μοι­βή του στε­ρε­ω­μέ­νη γε­ρά μέ σταυ­ρω­τούς ι­μά­ντες, ε­πει­δή πολ­λές φο­ρές πιά­νει δυ­να­τός α­έ­ρας, ώ­στε νά μπο­ρεί νά τή βλέ­πει χω­ρίς νά χρειά­ζε­ται νά με­τα­κι­νεί τό βλέμ­μα του που εί­ναι διαρ­κώς προ­ση­λω­μέ­νο πά­νω στό σχοι­νί, ε­νώ λί­γο μα­κρύ­τε­ρα ένα φο­ρεί­ο εί­ναι έ­τοι­μο κι ο νο­σο­κό­μος, που αλ­λά­ζει μέ βάρ­διες, δια­τηρεί έ­τοι­μα τά φάρ­μα­κα, καί τίς το­νω­τι­κές ε­νέ­σεις που εί­ναι σχε­δόν βέ­βαιο ό­τι θά χρεια­στούν.

(29)
1975
Εί­ναι ε­δώ καί κά­μπο­σος και­ρός τώ­ρα που έ­χω νοι­κιά­σει αυ­τό τό μι­κρό διαμέ­ρι­σμα μέ αυ­λή. Ε­δώ κου­βά­λη­σα σι­γά σι­γά τά πράγ­μα­τά μου, τά σώ­ρια­σα σέ μιά γω­νιά ώ­σπου στοι­βά­χτη­καν μέ­χρι τό τα­βά­νι καί με­τά άρ­χι­σα νά με­λε­τώ τόν χώ­ρο. Τό­σες φο­ρές έ­χω σκε­φτεί νά χτί­σω έ­να σπί­τι δι­κό μου, έ­χω κά­νει ό­νει­ρα καί ό­νει­ρα κου­λου­ρια­σμέ­νος σφι­χτά κά­τω απʼ τίς κου­βέρ­τες ώ­στε νά μήν μπαί­νει ού­τε τό πα­ρα­μι­κρό ί­χνος φω­τός καί πα­ρα­μορ­φώ­νει τά σχέ­δια που κα­τα­σκευά­ζω, κά­θε φο­ρά διορ­θώ­νο­ντας τήν αρ­χι­κή ι­δέ­α, α­φαι­ρώ­ντας κά­τι α­πό ε­δώ, προ­σθέ­το­ντας έ­να και­νούρ­γιο δω­μά­τιο, αλ­λά­ζο­ντας τήν δια­ρύθ­μη­ση τών ε­πί­πλων ώ­στε νά σχη­μα­τι­σθεί έ­νας α­κό­μη διά­δρο­μος, με­τα­κι­νώ­ντας μιά ε­σω­τε­ρι­κή σκά­λα α­νά­λο­γα μέ τίς α­παι­τή­σεις τού νέου συ­νό­λου… ώ­στε ό­ταν βρε­θώ κά­που έ­χω α­μέ­σως μιά αί­σθη­ση τού χώ­ρου, μιάν ά­με­ση α­ντί­λη­ψη -σάν έ­να στο­μά­χι που α­να­γνω­ρί­ζει τό εί­δος τής τροφής που πρό­κει­ται νά χω­νέ­ψει καί προ­ε­τοι­μά­ζε­ται α­νά­λο­γα κα­νο­νί­ζο­ντας τό πο­σό τών εκ­κρί­σε­ων, τόν χρό­νο πα­ρα­μο­νής της σʼ αυ­τό ή σʼ ε­κεί­νο τό τμή­μα- τών κε­νών που δη­μιουρ­γεί η ι­διαί­τε­ρη διά­τα­ξη τών τοί­χων, τών κου­φω­μά­των, τών δο­κα­ριών, τού ύ­ψους τής στέ­γης, κ.λ.
31/5/1975
Στρα­τιώ­τη, στρα­τιώ­τη… Τό­τε ε­σύ α­κου­μπάς τό κε­φά­λι στό τζά­μι τού πα­ραθύ­ρου καί κα­θώς τό τραί­νο τρέ­χει α­φί­νε­σαι νά σέ πά­ρει ο ύ­πνος. Ε­νώ ε­σύ που δέν εί­σαι πα­ρά έ­νας α­πέ­να­ντί μου στρα­τιώ­της, έ­νας α­γρό­της στρα­τιώ­της, έ­νας α­γρό­της που τόν κα­τά­ντη­σαν στρα­τιώ­τη, έ­νας στρα­τιώτης που αρ­νεί­ται τόν α­γρό­τη, έ­νας α­γρό­της που, έ­χο­ντας α­πέ­να­ντί μου αρ­νη­θεί ό­λους τούς στρα­τιώ­τες, α­φί­νε­σαι τώ­ρα νά σέ πά­ρει ο ύ­πνος πά­νω στό τζά­μι… Τώ­ρα, τήν καλ­λί­τε­ρη στιγ­μή, α­φού κρα­τή­θη­κες μέ­χρι νάρ­θει κι ε­νώ μπο­ρεί τώ­ρα πιά καί μιά μά­να α­κό­μα νά χα­μο­γε­λά­ει καί νά σέ δέ­χε­ται ό­πως έ­χεις πα­ρα­κα­λέ­σει τό­σες φο­ρές πρίν κοι­μη­θείς, ενώ ε­κεί­νη, που, τό­σο ω­ραί­α δέν εί­ναι μά­να, εί­ναι τώ­ρα, που, τό­σο ευ­τυ­χώς, μπο­ρεί νά εί­ναι καί μιά ω­ραί­α μά­να α­κό­μη, ό­πως ή­θε­λες… Ό­πως θά ή­θε­λε καί έ­νας ο­ποιοσ­δή­πο­τε α­πέ­να­ντι, χω­ρίς τόν δι­κό του στρα­τιώ­τη, που α­φέ­θη­κε τώ­ρα, τήν καλ­λί­τε­ρη στιγ­μή, ε­νώ κρα­τή­θη­κε μέχρι νάρ­θει, νά τόν πά­ρει ο ύ­πνος πά­νω στό τζά­μι τού πα­ρα­θύ­ρου, κα­θώς τό τραί­νο τρέ­χει κι ε­σύ, έ­νας α­γρό­της στρα­τιώ­της, τρέ­χεις α­πέ­να­ντί του.
(30)
1975(1985)
ΠΡΟ­ΤΑ­ΣΗ:
Ε­κεί­νο που εν­δια­φέ­ρει δέν εί­ναι η Ζω­ή
αλ­λά η ζω­τι­κό­τη­τα.
ΝΙ­ΤΣΕ

Α­ΝΤΙ­ΠΡΟ­ΤΑΣΗ :
Ε­κεί­νο που εν­δια­φέ­ρει δέν εί­ναι η Ζω­ή, ό­χι μό­νο ε­πει­δή αυ­τό που εί­μα­στε τήν προ­ϋ­πο­θέ­τει καί σάν τέ­τοια κα­θο­ρι­στι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση μπο­ρεί νά πα­ρα­λει­φθεί ό­ταν συ­ζη­τιέ­ται αυ­τό που τήν κα­τέ­χει, {ε­πει­δή ε­κείνο, εί­τε τό θέ­λει εί­τε ό­χι, κου­βα­λά μα­ζύ του ο­λό­κλη­ρη τή ση­μα­σί­α της που χα­ρά­ζει τά ό­ριά του -έ­ξω απʼ αυ­τά θα ή­ταν κά­τι δια­φο­ρε­τι­κό, θά εί­χε κιόλας α­παι­τή­σει μιά δια­φο­ρε­τι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση καί τό μό­νο γιά τό ο­ποί­ο δέν θά­χε νό­η­μα νά συ­ζη­τά εί­ναι αυ­τή η ί­δια η προ­ϋ­πό­θε­σή του γιά ό­σον και­ρό μέ­νει κά­τω απʼ τήν σκιά της (ε­κτός κι άν σκο­πεύ­ει νά τής ε­πιτε­θεί) καί μό­νον οι με­τα­βο­λές του μέ­σα της θά μπο­ρού­σαν νά εί­χαν κά­ποιο νό­η­μα}, αλ­λά καί ε­πει­δή ο θά­να­τος αρ­γά ή γρή­γο­ρα, φαί­νε­ται ό­τι θά ξε­πε­ρα­στεί, α­κό­μα καί γιά τό ί­διο τό συ­γκε­κρι­μέ­νο ά­το­μο, κα­θώς α­ντιλαμ­βα­νό­μα­στε ο­λο­έ­να καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ό­τι τέ­τοιου εί­δους α­πό­λυ­τοι δια­χω­ρι­σμοί α­νά­με­σα σʼ αυ­τές τίς βα­σι­κές κα­τα­στά­σεις, έ­χουν γί­νει πιά αρ­κε­τά ύ­πο­πτοι κι ό­τι η ι­σχύς τους μέ­σα μας ή­ταν γιά κά­θε πε­ρί­ο­δο, α­ντι­στρό­φως α­νά­λο­γη τής ευ­ρύ­τη­τας τής συ­νει­δη­τό­τη­τάς μας σέ ό,τι α­φο­ρού­σε στόν Κό­σμο καί στίς σχέ­σεις ε­κεί­νου που, ε­πί­σης κά­θε φο­ρά, νο­μί­ζα­με ό­τι εί­ναι ο ε­αυ­τός μας, μʼ αυ­τόν κι ό­τι α­κό­μα, α­πό τήν άλλη με­ριά, μέ κά­ποιον πε­ρί­ερ­γο καί τρο­μα­κτι­κό τρό­πο, η ί­δια μας η συνεί­δη­ση φαί­νε­ται νά ε­πεμ­βαί­νει, προ­βάλ­λο­ντας τό εν­νοιο­λο­γι­κό της πε­ριε­χό­με­νο καί α­παι­τώ­ντας α­πό τόν Κό­σμο νά ε­ξαρ­τή­σει τήν λει­τουργί­α του α­πό ε­κεί­νο, σʼ αυ­τήν α­κρι­βώς τήν ί­δια τήν α­ντι­κει­με­νι­κή” ι­σχύ μέ τήν ο­ποί­α οι βα­σι­κές αυ­τές κα­τα­στά­σεις μάς ε­ξου­σιά­ζουν.
Α­κό­μα, δέν εν­δια­φέ­ρει, σέ τε­λευ­ταί­α α­νά­λυ­ση, ού­τε η ζω­τι­κό­τη­τα. Ε­πει­δή αυ­τή θά εί­ναι κά­θε φο­ρά, α­νά­λο­γη μέ τήν έ­ντα­ση τού πά­θους, (((καί πά­θος, ε­δώ, ση­μαί­νει τήν δύ­να­μη που, συ­γκε­ντρώ­νο­ντας τό δυ­να­μι­κό τής Ζωής σέ κά­ποιο στό­χο, ξε­περ­νά τά συ­νη­θι­σμέ­να ε­πί­πε­δα τής ε­σω­τε­ρι­κής α­δρά­νειας πα­ρα­σύ­ρο­ντας στόν δρό­μο της τό σύ­νο­λο αυ­τού τού πλά­σμα­τος που ευ­τύ­χη­σε νά τήν νοιώ­σει νά γεν­νιέ­ται α­πό τήν ί­δια του τήν σάρ­κα καί η ο­ποί­α α­δια­φο­ρεί άν αυ­τός ο δρό­μος τό κα­τα­στρέ­ψει τε­λι­κά -πράγ­μα που μάς κά­νει νά υ­πο­πτευό­μα­στε ό­τι η ζω­τι­κό­τη­τα, α­πό κά­ποιον βαθ­μό έ­ντα­σης καί πέ­ρα, θά μπο­ρού­σε συ­νει­δη­τά νά στρα­φεί ε­να­ντί­ον τής Ζω­ής, δια­χω­ρί­ζο­ντας έ­τσι τε­λεί­ως τόν φο­ρέ­α της α­πό τήν α­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­σή του καί που α­κό­μα, άν θε­λή­σου­με πιό τολ­μη­ρά νά μπού­με σέ χώ­ρους ό­που η λο­γι­κή τρο­μαγ­μέ­νη ε­τοι­μά­ζε­ται νά τό βά­λει στά πό­δια, μάς προ­σκα­λεί κα­τα­φέρ­νο­ντας νʼ α­νοί­ξει ξα­νά τά παι­δι­κά μά­τια τής καρ­διάς μας, (η ο­ποί­α παρʼ ό­λα ό­σα πι­στεύ­ου­με, πο­τέ, πο­τέ δέν πα­ρα­δό­θη­κε στίς με­γα­λο­φυείς με­θό­δους τών τε­χνη­τών ω­ρι­μάν­σε­ων που, έ­τσι συ­γκι­νη­τι­κά, μέ τήν, τό­σο α­φά­ντα­στα χο­ντρο­κομ­μέ­νη καί ταυ­τό­χρο­να μό­λις προ­λα­βαί­νοντας, εκ­πλη­κτι­κά α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή ε­πι­δε­ξιό­τη­τά του νά ι­σορ­ρο­πεί τήν δυ­στυ­χι­σμέ­νη η­λί­θια ύ­λη του, προ­σπα­θεί, σέ ό­λη τή διάρ­κεια τών υπό­λοι­πων χρό­νων ε­κτός απʼ αυ­τές τίς σύ­ντο­μες ω­ραί­ες λι­πο­θυ­μί­ες του νά τήν σύ­ρει, τό μυα­λό μας), στίς πα­νέ­μορ­φες ε­κεί­νες α­στρα­πιαί­ες ει­κό­νες, γε­μά­τες απʼ τήν τρυ­φε­ρή γο­η­τεί­α τών κό­σμων που ο κα­θέ­νας α­πό μάς σέ τέ­τοιες ε­ρω­τι­κές στιγ­μές ο­νει­ρεύ­τη­κε νά προ­σφέ­ρει σʼ αυ­τό τό βα­σα­νι­σμέ­νο γέ­νος, σʼ έ­να τα­ξί­δι πά­νω στά φτε­ρά ε­νός πά­θους που μπο­ρεί, ποιός ξέ­ρει, νά εί­ναι ε­κεί­νο τό ί­διο τό Πά­θος ό­που προ­σπα­θεί τόσο ά­δι­κα μέ­χρι τώ­ρα, κλαί­γο­ντας συ­νε­χώς τά χα­μέ­να της παι­διά, νά μάς α­νυψώ­σει ώ­στε ε­πι­τέ­λους νά α­παλ­λα­γεί απʼ τά δε­σμά τής δι­κιάς της απα­ραί­τη­της προ­ϋ­πό­θε­σης κι α­πό τή φρί­κη που τήν έ­χει καρ­φώ­σει γιά τό­σον α­βά­στα­χτο και­ρό σʼ αυ­τό τό ά­θλιο συ­νοι­κια­κό χα­σά­πι­κο, η ί­δια η Ζω­ή))), που τήν προ­κα­λεί, μιά ε­ντε­λώς ι­διω­τι­κή υ­πό­θε­ση δη­λα­δή -για­τί πώς εί­ναι δυ­να­τόν νά έ­χει ση­μα­σί­α γιά τό ί­διο τό ά­το­μο, μιά ζω­τι­κό­τη­τα δοσμέ­νη απʼ έ­ξω, χω­ρίς ε­κεί­νο νά μπο­ρεί νά νοιώ­σει τήν έ­ντα­ση τής με­ταβο­λής στό πά­θος που τό κι­νεί κά­θε φο­ρά;-, καί γιʼ αυ­τό θά υ­πάρ­χει πά­ντα η δυ­να­τό­τη­τα νά ξε­πε­ρα­στεί κά­πο­τε ο προ­η­γού­με­νος βαθ­μός της: έ­νας λό­γος αρ­κε­τά ι­σχυ­ρός ώ­στε νά πα­ραι­τη­θεί κα­νείς ο­ρι­στι­κά α­πό τήν προ­σπά­θεια γιά μιά ο­λο­έ­να καί πιό έ­ντο­νη ζω­τι­κό­τη­τα. Ε­πει­δή, τί α­ξί­α έ­χει νʼ α­γω­νί­ζε­σαι γιά κά­τι που εί­ναι δυ­να­τόν νά ξε­πε­ρα­στεί, όταν η βα­θύ­τε­ρη αι­τί­α που μπο­ρεί νά σέ κά­νει νά ξε­κι­νάς έ­ναν τέ­τοιο α­γώ­να δέν εί­ναι α­πλά η σύ­γκρι­ση α­νά­με­σα σέ ʽ­κεί­νο που έ­χεις καί σέ ʽ­κεί­νο που θά πο­θού­σες νά φτά­σεις, {μιά καί τό πι­κρό χα­μό­γε­λο ε­νός διαρ­κώς νι­κη­μέ­νου, μέ τήν ει­ρω­νί­α που τού ε­πι­τρέ­πε­ται νά στρέ­ψει, σάν εκ­δί­κη­ση, στό ά­τυ­χο α­πο­τέ­λε­σμα τής προ­σπά­θειας, κα­θώς κλεί­νο­ντας τά κου­ρα­σμέ­να μά­τια του α­φί­νε­ται νά πα­ρα­συρ­θεί α­πό τήν αί­σθη­ση τής δυνα­τό­τη­τας ε­νός νι­κη­τή που γιά κά­ποιον λό­γο γνω­στόν α­πο­κλει­στι­κά καί μό­νο σέ ʽκεί­νον, δέν προ­σπα­θεί πιά -δο­κι­μα­σμέ­νο α­πό άλ­λες φο­ρές-, ξέρου­με πως δέν μάς πα­ρη­γο­ρεί}, αλ­λά η θέ­λη­ση νά φτά­σεις τόν μο­να­δι­κό, τόν υ­ψη­λό­τε­ρο βαθ­μό, σέ σχέ­ση μέ τά ε­πι­τεύγ­μα­τα τών άλ­λων, αυ­τού τού ποσού καί νά τόν δια­τη­ρή­σεις α­πό ʽκεί καί πέ­ρα στήν κορ­φή; Μιά θέ­λη­ση αλ­λοί­μο­νο θλι­βε­ρή, α­φού η συ­νε­χής σύ­γκρι­ση που θά τήν δι­καί­ω­νε εί­ναι ε­κεί­νη που τήν κα­τα­δι­κά­ζει, ε­κεί­νη που τής α­φαι­ρεί τώ­ρα τό νό­η­μά της -α­κό­μα καί σέ μιά ζω­ή αιώ­νια καί μά­λι­στα πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο σέ μιά τέτοια- πρίν κάν ξε­κι­νή­σει τό πρώ­το της βή­μα καί τήν α­να­γκά­ζει νά α­πο­συντί­θε­ται α­φί­νο­ντας στήν θέ­ση της μιά ευ­ερ­γε­τι­κή α­δια­φο­ρί­α: στήν κατά­στα­ση μιάς συ­νε­χούς συ­νει­δη­τής με­τα­βο­λής γιά έ­να ά­το­μο, τί νό­η­μα θά είχε τί βρί­σκο­νταν κά­θε φο­ρά πλά­ϊ στήν με­τα­βο­λή τής κά­θε φο­ράς; Η και­νούργια με­τα­βο­λή δέν θά ά­φι­νε νά πε­ρισ­σέ­ψει τί­πο­τα α­πό τήν προ­η­γού­με­νή της καί έ­χο­ντας α­πορ­ρο­φή­σει ο­λό­κλη­ρο τό ά­το­μο μέ­σα της, θά εί­ναι αυ­τή καί μό­νο τώ­ρα ό­λη η ύ­παρ­ξή του, α­φί­νο­ντας τήν μέ ο­ποιο­δή­πο­τε μέτρο σύ­γκρι­ση θά μπο­ρού­σε νά ζη­τη­θεί α­νά­με­σά τους, μιά πρά­ξη με­τέ­ω­ρη, κατα­δι­κα­σμέ­νη νά ι­σορ­ρο­πεί σέ έ­να μο­νά­χα σκέ­λος κι α­να­ζη­τώ­ντας μά­ταια μέ α­γω­νί­α τό άλ­λο ώ­στε νά μπο­ρέ­σει νά ε­κτε­λε­στεί.
Ε­κεί­νο που εν­δια­φέ­ρει λοι­πόν, εί­ναι η Μο­να­δι­κό­τη­τα, η α­πο­κλει­στι­κή κα­το­χή καί διά­θε­ση α­πό τό ά­το­μο τού ε­αυ­τού του, η αί­σθηση τής αυ­θαί­ρε­της ύ­παρ­ξης τής δυ­να­τό­τη­τας διά­κρι­σης τού ε­νός α­πό τόν άλ­λον, ε­πει­δή αυ­τή εί­ναι που διαρ­κώς κιν­δυ­νεύ­ει.
(31)
Σά­μος 1975

(31)Σά­μος 1975 “Τί θά προ­τι­μού­σες, μιά ζω­ή πε­ρισ­σό­τε­ρη ή μιά ζω­ή λι­γό­τε­ρη;”.
“Μιά ζω­ή λι­γό­τε­ρη, ε­πει­δή τώ­ρα σʼ αυ­τήν ε­κτε­λώ τίς α­πο­φά­σεις που είχαν παρ­θεί στήν προ­η­γού­με­νη. Υ­πάρ­χει ε­δώ μιά υ­πο­χρέ­ω­ση α­πέ­ναντι σʼ αυ­τές. Αυ­τή η ζω­ή εί­ναι τό πε­δί­ο ό­που εκ­πλη­ρώ­νε­ται. Κι ε­δώ, ε­γώ, δέν εί­μαι πα­ρά τό ε­κτε­λε­στι­κό όρ­γα­νο αυ­τής τής εκ­πλή­ρω­σης. Άν καί έ­χω πιά ξε­χά­σει τόν λό­γο γιά τόν ο­ποί­ο πάρ­θη­καν αυ­τές οι α­πο­φάσεις, εί­μαι ω­στό­σο α­να­γκα­σμέ­νος νά τίς σε­βα­στώ… Αυ­τό, τό ό­τι δη­λα­δή μπο­ρώ καί τά νοιώ­θω ό­λα αυ­τά, εί­ναι ί­σως καί η αι­τί­α που μέ έ­κα­νε νά υ­πο­πτεύ­ο­μαι ό­τι η κα­τά­στα­σή μου δέν εί­ναι κα­θό­λου ευ­χά­ρι­στη, κι αυ­τή εί­ναι τώ­ρα μιά πε­ποί­θη­ση α­πό τήν ο­ποί­α δέν δέ­χο­μαι νά υ­πο­χωρή­σω ού­τε βή­μα, άν καί α­να­γνω­ρί­ζω πως εί­ναι στη­ριγ­μέ­νη στά κα­τά­λοι­πα μιάς α­πό πα­λιά λη­σμο­νη­μέ­νης σύ­γκρι­σης, κλη­ρο­νο­μη­μέ­νης μέ πεί­σμα ί­σα­με μέ­να, α­κο­λου­θώ­ντας με σʼ ό­λες μου τίς με­τα­βο­λές, που ό­μως τήν ύ­παρ­ξή της, παρʼ ό­λες τίς ύ­πο­πτες προ­κλή­σεις που τήν αμ­φι­σβη­τούν, δέν έ­νοιω­σα τήν α­νά­γκη νά δι­καιο­λο­γή­σω πο­τέ. Για­τί άν καί εί­μαι σί­γου­ρος πως δέν α­φέθη­κε τί­πο­τα στήν τύ­χη, πως ό­λα προ­γραμ­μα­τί­στη­καν μέ τήν με­γα­λύ­τε­ρη προσο­χή, πως καί η τε­λευ­ταί­α λε­πτο­μέ­ρεια ε­λέγ­θη­κε μέ ι­διαί­τε­ρη φρο­ντί­δα ώ­στε νά α­πο­κο­πώ τε­λεί­ως α­πό τή ζω­ή ε­κεί­νη τών α­πο­φά­σε­ων, χωρίς πο­τέ νά μπο­ρέ­σω νά διεκ­δι­κή­σω αυ­τά που ί­σως σέ μιά δια­φο­ρε­τι­κή πε­ρί­πτω­ση θά εί­χα τό δι­καί­ω­μα νά α­παι­τώ, έ­χω ω­στό­σο α­πό και­ρό α­να­κα­λύψει μέ­σα μου καί τό κρα­τώ σάν τό πο­λυ­τι­μό­τε­ρο α­πό­κτη­μά μου, ε­κεί­νο που, δια­περ­νώ­ντας ό­λα αυ­τά τά ε­μπό­δια, έ­φτα­σε μέ­χρις ε­μέ­να: τήν αί­σθηση τής συ­νέ­χειας που δέν μέ ε­γκα­τα­λεί­πει πο­τέ.
(32)
Σά­μος 1975
Κα­θώς γερ­νά­ω ό και­ρός μου γί­νε­ται ο­λο­έ­να καί πε­ρισ­σό­τε­ρο πο­λύ­τι­μος. Ω­στό­σο, μʼ έ­ναν α­νε­ξή­γη­το τρό­πο, βιά­ζο­μαι νά κερ­δί­σω τίς α­να­μνή­σεις τών χρό­νων μου. Έ­τσι, ε­νώ ο χρό­νος που πρό­κει­ται νά ζή­σω εί­ναι ακό­μα μπρο­στά μου, έ­χω κιό­λας με­τα­φερ­θεί α­πό πί­σω του, ε­κεί ό­που μέ μιά ε­πι­δε­ξιό­τη­τα α­πα­ρά­μιλ­λη, πα­ρα­κά­μπτο­ντας ό­λες τίς δυ­σκο­λί­ες, έ­χει κα­τα­σκευα­στεί ο χώ­ρος γιά τό πε­ριε­χό­με­νό του. Θο­λός, μά καί γιʼ αυ­τό μέ μιά ε­ξαι­ρε­τι­κή χω­ρη­τι­κό­τη­τα, ό­που οι ε­πι­θυ­μί­ες μου μπο­ρούν ευ­αίσθη­τα νά ε­κτι­μη­θούν, σʼ ό­λη τήν έ­κτα­ση τής ευ­γε­νι­κιάς τους κα­τα­γω­γής, α­πό τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που πρό­κει­ται νά συ­να­ντή­σω καί που άν καί εκεί­νες στό τέ­λος εί­ναι σχε­δόν βέ­βαιο πως δέν θά γλυ­τώ­σουν απʼ αυ­τήν, ω­στό­σο ε­δώ τούς δί­νε­ται η ευ­και­ρί­α νά α­ντι­στα­θούν, καί μά­λι­στα ε­δώ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό ο­που­δή­πο­τε αλ­λού­· ε­πει­δή σʼ αυ­τόν τόν χώ­ρο η συμ­βί­ω­ση εί­ναι αρ­μο­νι­κή καί τό θύ­μα, άν καί γνω­ρί­ζει πως στό τέ­λος θά δο­λο­φο­νη­θεί, ε­γκα­τα­λεί­πε­ται ω­στό­σο μʼ ε­μπι­στο­σύ­νη στά χέ­ρια τού δο­λο­φό­νου του, που έ­χο­ντας α­πο­δεί­ξει α­πό πα­λιά πως ξέ­ρει νά ι­κα­νο­ποιεί τίς δύ­σκο­λες α­παι­τή­σεις του, τού ε­πι­τρέ­πει νά α­να­πτύξει ό­λην ε­κεί­νη τήν ευ­ε­λι­ξί­α που μό­νον υ­πάρ­ξεις κα­θη­συ­χα­σμέ­νες από έ­να σί­γου­ρο τέ­λος μπο­ρούν νά φτά­σουν καί που άν καί α­πο­μα­κρύ­νει είνʼ η α­λή­θεια τίς τε­λευ­ταί­ες στιγ­μές, τίς πλου­τί­ζει ό­μως καί γιά τούς δυό μέ μιά γο­η­τεί­α μο­να­δι­κή.
Ε­κεί λοι­πόν έ­χω πιά α­πό και­ρό ε­γκα­τα­στα­θεί. Βγαί­νω βέ­βαια αρ­κετά συ­χνά γιά νά α­να­ζη­τή­σω τήν τρο­φή μου στό πα­ρόν, ό­μως αυ­τό τό τε­λευ­ταί­ο εί­ναι τώ­ρα σχε­δόν ε­ντε­λώς α­κίν­δυ­νο, τή στιγ­μή που βγαί­νω τό έ­χω κιόλας ξε­πε­ρά­σει, αλ­λά α­κό­μα κι άν ή­ταν α­δύ­να­τον νά συμ­βεί αυ­τό ε­πει­δή θά μέ εί­χε αρ­πά­ξει γε­ρά α­πό τίς ά­κρες μου που διαρ­κώς πε­ρισ­σεύουν, δέν θά εί­χα πα­ρά νά με­τα­θέ­σω τόν χώ­ρο μου λί­γο πιό μπρο­στά. Τό­τε αυ­τός που ε­γκα­τα­λεί­πε­ται πια­σμέ­νος ε­δώ, δέν έ­χει πιά καμ­μιά σχέ­ση μʼ ε­μένα. Εί­ναι έ­νας ξέ­νος καί σάν τέ­τοιος δέν έ­χει κα­θό­λου δι­καιώ­μα­τα ε­πά­νω μου. Μπο­ρεί νά φω­νά­ζει ό­σο θέ­λει, νά πα­ρα­κα­λεί, α­κό­μα καί νά α­παι­τεί αυ­τά που κα­τά τή γνώ­μη του τού α­νή­κουν, νά ε­πι­κα­λεί­ται τή σο­βα­ρό­τη­τα τής α­πό­φα­σης που α­πό τήν αρ­χή έ­χει ε­πι­κυ­ρώ­σει τήν ι­διο­κτη­σί­α του. Τά κα­τέ­χει ό­λα, ό­λα α­να­λο­γούν πρός αυ­τόν καί κά­θε εί­δους ε­ξου­σί­α εί­ναι πρό­θυ­μη νά τόν συν­δρά­μει -μά­λι­στα γιʼ αυ­τόν α­κρι­βώς τόν σκο­πό έχει δη­μιουρ­γη­θεί κα­θε μιά απʼ αυ­τές-, αλ­λά πώς εί­ναι δυ­να­τόν νά συλ­ληφθεί έ­στω καί έ­νας ο­ποιοσ­δή­πο­τε δρα­πέ­της; Η ε­ξου­σί­α έ­χει στά χέρια της τό πα­ρόν, ε­νώ ο δρα­πέ­της, παρʼ ό­λο που εί­ναι έ­νας ά­με­σος καί διαρ­κής κίν­δυ­νος γιά τό μέλ­λον, εί­ναι κιό­λας α­πό και­ρό μιά α­νά­μνη­ση.
(33)
Σά­μος 1975
Ο φό­βος μου εί­ναι πιά τό­σο με­γά­λος ώ­στε εί­ναι πο­λύ αρ­γά, η στιγ­μή τού κιν­δύ­νου έ­χει α­πό ώ­ρα κιό­λας ξε­πε­ρα­στεί καί σχε­δόν ή­ρε­μοι τώ­ρα τόν α­να­πο­λού­με. Ο κα­θέ­νας έ­χει καί κά­τι ξε­χω­ρι­στό πά­ρει απʼ αυ­τόν που τό κρά­τη­σε τό­τε μό­νο γιά μιά στιγ­μή εξʼ αι­τί­ας τής τρο­με­ρής του βια­σύ­νης, κα­θώς προ­σπα­θού­σε νά τόν α­πο­φύ­γει. Τώ­ρα προ­σπα­θεί νά ε­πε­κτείνει αυ­τή τή στιγ­μή ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ρεί, ε­κεί α­κρι­βώς πη­γαι­νο­έρ­χεται ο­λο­έ­να, μπρός καί πί­σω απʼ τόν κε­ντρι­κό της πυ­ρή­να, α­να­κα­λύ­πτοντας σι­γά σι­γά τίς στά­σεις που εί­χε πά­ρει τό­τε ο ε­αυ­τός του καί πλου­τί­ζο­ντάς την μʼ αυ­τές. Τό πε­ρι­βάλ­λον ό­μως έ­χει ση­μα­ντι­κά δια­τα­ρα­χθεί. Η στιγ­μή πα­ρέ­συ­ρε μα­ζύ της τό κομ­μά­τι τού χώ­ρου που μέ­σα του εί­χε λειτουρ­γή­σει καί μέ­σα σʼ αυ­τό εί­ναι πε­ριο­ρι­σμέ­νος μέ τήν δι­κιά του θέ­λη­ση ο α­να­πο­λη­τής, ε­πει­δή μό­νον ε­δώ μπο­ρεί νά συ­να­ντή­σει ξα­νά τήν η­δο­νή που τό­σο λί­γο κρά­τη­σε ε­νώ στό κε­νό που αυ­τό τό κομ­μά­τι ά­φι­σε πί­σω του ό­ταν α­πο­σπά­στη­κε, ό κίν­δυ­νος έ­χει κιό­λας ορ­μή­σει καί τό κατα­κτά μέ χα­ρά -σʼ αυ­τή τή φω­λιά τί­πο­τα πιά δέν τόν α­πει­λεί-, καί γνέ­φει τώρα πά­λι α­πό μα­κρυά, έ­χο­ντας α­πο­κτή­σει έ­να ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κό, σχεδόν φι­λι­κό βλέμ­μα, απʼ τήν α­πό­στα­ση… Εί­ναι λοι­πόν πιά πο­λύ αρ­γά γιά νά λο­γα­ριά­σω τόν φό­βο τών άλ­λων. Μπο­ρώ νά τόν λο­γα­ριά­σω τώ­ρα, αλλά τώ­ρα κα­νείς δέν ε­ξαρ­τά­ται α­πό ʽ­μέ­να, ο κα­θέ­νας βλέ­πει τόν ρό­λο του στήν διάρ­κεια τού κιν­δύ­νου σάν κά­τι ε­ντε­λώς δι­κό του, δέν νοιώ­θει κα­θό­λου νά χρω­στά­ει που­θε­νά τί­πο­τα κι έ­τσι χά­θη­κε μιά σπά­νια ευ­και­ρί­α. Για­τί τό­τε, τήν στιγ­μή τής α­δυ­να­μί­ας εί­χα­με έρ­θει το­σο κο­ντά, ώ­στε λί­γο έλλει­ψε νά γί­νου­με έ­να, άν ο κα­θέ­νας μας δέν φο­βό­ταν πιό πο­λύ απʼ τούς άλ­λους -μά­λι­στα ο δι­κός του φό­βος ξε­περ­νού­σε τόν φό­βο ό­λων τών άλ­λων μα­ζύ-, καί μπο­ρού­σε νά συλ­λά­βει τόν φό­βο τού δι­πλα­νού του… Μιά σπά­νια ευ­και­ρί­α, για­τί ό­πως καί κά­θε άλ­λη φο­ρά, αυ­τή τήν ώ­ρα τής α­νά­παυ­λας α­πο­μακρυ­νό­μα­στε­· ε­πει­δή τώ­ρα ο φό­βος έ­χει κρα­τή­σει τόν δρό­μο του α­νοιχτό, κιό­λας έ­χει α­πο­κτή­σει καί κά­ποια κυ­ριό­τη­τα ε­πά­νω μας, α­φού ξέρει πιά κα­λά, καί εί­ναι και­ρός τώ­ρα που κά­θε μέ­ρα α­να­κα­λύ­πτει ο­λο­ένα καί πε­ρισ­σό­τε­ρο, πως ού­τε μιά γω­νιά απʼ τόν ε­αυ­τό μας δέν εί­ναι κλει­στή σʼ αυ­τό­ν· ί­σα ί­σα­· κά­θε και­νούρ­για γω­νιά που α­να­κα­λύ­πτου­με μέ­σα μας τού τήν πα­ρα­χω­ρού­με α­μέ­σως για­τί καί πώς θά μπο­ρού­σα­με νά κά­να­με χω­ρίς αυ­τόν; Εί­ναι τό μό­νο που μάς πλη­σιά­ζει τό­σο κο­ντά τόν έ­να στόν άλ­λον -σχε­δόν λί­γο λεί­πει γιά νά γί­νου­με έ­να-, κι άν ε­κεί­νος μάς αρ­νιώ­ταν τήν φι­λί­α του ε­μείς πά­λι θά τόν φω­νά­ζα­με, ε­πει­δή χω­ρίς αυ­τόν, που τό­σο ήμε­ρα έ­χου­με ε­ξοι­κιω­θεί πιά μα­ζύ του, ο φό­βος μας εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρος.
(34)
Σά­μος 1975
Δο­κι­μά­ζω συ­χνά τήν αί­σθη­ση πως προ­ε­κτεί­νο­μαι πρός ό­λες τίς κα­τευ­θύν­σεις. Α­γκα­λιά­ζω έ­τσι σάν μιά τε­ρά­στια ε­πι­φά­νεια τό σύ­μπαν. Μιά ε­πι­φάνεια που εί­ναι τό σύ­νο­λο τών πραγ­μά­των που υ­πήρ­ξαν υ­πάρ­χουν καί θά υ­πάρ­ξουν καί που δέν δια­κό­πτε­ται α­πό τίς με­τα­βο­λές τους, μά­λι­στα τίς πε­ριέ­χει κι αυ­τές. Τό σύ­στη­μα τής α­να­φο­ράς μου τό­τε πε­ριέ­χει καί τό α­δύ­να­το. Καί σʼ αυ­τό α­κρι­βώς στη­ρί­ζε­ται. Ό­χι α­πλώς σέ μιά α­πει­ρί­α δυ­να­το­τή­των, αλ­λά στήν α­πει­ρί­α ό­λων τών δυ­να­το­τή­των, στήν α­πει­ρί­α ό­λων τών δια­στά­σε­ων, στήν α­δυ­να­μί­α τού νά υ­πάρ­ξει κά­τι που νά μή μπορεί νά α­να­φερ­θεί σχε­τι­κά μέ αυ­τό. Αυ­τής τής ε­πι­φά­νειας εί­μαι ο κάτο­χος. Καί α­κρι­βώς αυ­τό εί­ναι που δη­μιουρ­γεί τήν α­ση­μα­ντό­τη­τά μου. Δέν εί­μαι, αυ­τή η ε­πι­φά­νεια. Εί­μαι ο κά­το­χός της. Καί μά­λιστα ού­τε κι αυ­τό. Ο κά­το­χος μιάς αί­σθη­σης γιά τήν κα­το­χή της. Έ­νας φτω­χός πα­γι­δευ­μέ­νος ι­διο­κτή­της. Η ι­διο­κτη­σί­α του εί­ναι μιά πρό­κλη­ση, σάν κά­τι που προ­σφέ­ρε­ται νά κα­τα­κτη­θεί. Ό­μως κα­νείς δέν τόν έ­χει προ­ει­δοποι­ή­σει. Κι ό­ταν κά­πο­τε τό α­να­κα­λύ­ψει εί­ναι ή­δη πο­λύ αρ­γά. Για­τί διαπι­στώ­νει α­μέ­σως πως ό­λη η προ­σπά­θεια γιʼ αυ­τή τήν κα­τά­κτη­ση τόν έ­χει συ­μπυ­κνώ­σει τόν ί­διο, πε­ριο­ρί­ζο­ντάς τον μέ­σα στά ό­ρια ε­νός α­σή­μαντου πυ­ρή­να που μπο­ρεί νά δε­χτεί καί νά δώ­σει ί­σως τά πά­ντα, αλ­λά που δέν μπο­ρεί πιά νά εί­ναι. Κι αυ­τή η σχέ­ση α­νά­με­σα σʼ αυ­τόν καί τήν ι­διο­κτη­σί­α του, εί­ναι μιά σχέ­ση α­νε­πί­στρε­πτη. Ο ί­διος δρό­μος δέν μπο­ρεί πιά νά δια­νυ­θεί πρός τά πί­σω. Κά­θε βή­μα πρός τά μπρός ή­ταν κι έ­νας μι­κρός σφε­τε­ρι­στής τής ε­πι­στρο­φής. Ο δρό­μος ό­μως πρός τά μπρός δέν φαί­νε­ται νά κλεί­νε­ται α­πό που­θε­νά. Μέ­σα σʼ αυ­τόν τόν πυ­ρή­να ε­μπε­ριέχε­ται η υ­πό­σχε­ση τού α­γνώ­στου. “Ε­γώ, ε­γώ”, α­κού­γε­ται καί ση­μαί­νει ί­σως τήν αί­σθη­ση τού α­νε­πα­νά­λη­πτου που φαί­νε­ται ό­τι τόν συ­νέ­χει. Τήν ε­πι­θυ­μί­α αυ­τό τό ε­γώ νά εκ­προ­σω­πεί τόν συ­ντε­λε­στή τού α­γνώστου, τήν στα­θε­ρά που υ­πει­σέρ­χε­ται πα­ντού καί η ο­ποί­α θέ­λει νά έχει έ­να μό­νο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό: τό ό­τι δέν μπο­ρεί νά προσ­διο­ρι­σθεί, τό ό­τι δέν υ­πάρ­χει σύ­στη­μα α­να­φο­ράς μέ βά­ση τό ο­ποί­ο νά με­τρη­θεί, ώ­στε νά μέ­νει μο­να­δι­κή κι α­νε­πα­νά­λη­πτη. Ε­πει­δή ό,τι μπο­ρεί νά με­τρη­θεί μέ­σα στίς δια­στά­σεις ε­νός ο­ποιου­δή­πο­τε συ­στή­μα­τος α­να­φο­ράς, μπο­ρεί νά κα­τα­σκευα­στεί καί μπο­ρεί νά κα­τα­σκευα­στεί πολ­λές φο­ρές. Ο άν­θρω­πος δέν α­πέ­χει πο­λύ απʼ τό νά τό κα­τορ­θώ­σει. Ή­δη κι άλ­λοι πρίν απʼ αυτόν τό κα­τόρ­θω­σαν. Δέν α­πέ­χει πο­λύ απʼ τό νά τό κα­τορ­θώ­σει γιά τήν οποια­δή­πο­τε ύ­παρ­ξη. Ί­σως δέν εί­ναι μα­κρυά η στιγ­μή ό­που τά ι­διαί­τερα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ε­νός πλά­σμα­τος, α­διά­φο­ρο πό­τε έ­ζη­σε ή άν ζεί, θά μπο­ρούν νά α­να­κλη­θούν κι αυ­τό τό πλά­σμα -τό σώ­μα ή η μορ­φή δέν εν­διαφέ­ρουν ε­δώ- θά μπο­ρεί νά υ­πάρ­ξει ξα­νά. Ό­λα του τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ό,τι τό προσ­διο­ρί­ζει, θά μπο­ρούν ί­σως νά ε­πα­να­λη­φθούν ά­πει­ρες φο­ρές ε­κτός α­πό έ­να: α­πό τήν α­προσ­διό­ρι­στη αυ­τή στα­θε­ρά. Αυ­τή που άν λεί­πει δέν θά μπο­ρεί νά συ­μπλη­ρω­θεί τό συ­γκε­κρι­μέ­νο ε­κεί­νο πλά­σμα -θά μπο­ρεί ί­σως κα­νείς νά τήν κα­λέ­σει μέ κά­ποιον τρό­πο, νά τήν χρη­σι­μο­ποι­ή­σει, αλ­λά πά­ντα σάν έ­να ά­γνω­στο σύ­νο­λο που κά­νει αυ­τό τό συ­γκε­κρι­μέ­νο πλά­σμα μονα­δι­κό κι α­νε­πα­νά­λη­πτο. Ι­κα­νό ί­σως νά ξα­να­ϋ­πάρ­ξει, αλ­λά μό­νον ό­ντας τό ί­διο. Ξα­να­ϋ­πάρ­χει χω­ρίς νά ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται.
Κι αυ­τά γιά τή χρή­ση αυ­τής τής στα­θε­ράς καί γιά τίποτʼ άλ­λο, του­λά­χι­στον γιά ό­σον και­ρό ο άν­θρω­πος δια­τη­ρεί­ται μʼ αυ­τήν τή μορ­φή.
(35)(36)
Σά­μος 1975
“Καί τί ε­στίν άν­θρω­πος;”.
Φω­να­σκί­αι εξ α­ντα­να­κλά­σε­ως ε­στίν άν­θρω­πος, πο­ρευό­με­ναι είς α­να­ζή­τη­σην ω­τός.
Κά­θε φο­ρά, ό­ταν εί­μαι ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος, μού φαί­νε­ται πως έ­χω α­πο­σπά­σει τόν ε­αυ­τό μου α­πό κά­τι, πως τόν έ­χω κερ­δί­σει γιά ʽκεί­νη τή στιγ­μή τρα­βώντας τον α­πό τά χέ­ρια κά­ποιου που τόν κρα­τά κα­θη­λω­μέ­νο μέ τό ζό­ρι στήν δι­κιά του πε­ριο­χή, δια­λέ­γο­ντας κά­θε φο­ρά γιά νά τόν δέ­σει ε­κεί καί μιά συγκε­κρι­μέ­νη κα­τά­στα­ση που τού τήν φο­ρά σάν ρού­χο… Έ­να ρού­χο πε­ρί­ερ­γο, που τό πί­σω του μέ­ρος έ­χει σχε­δόν α­φο­μοιω­θεί ε­δώ καί πο­λύν και­ρό, κά­θε φορά, μέ τόν τοί­χο που πά­νω του ε­κεί­νος α­να­κα­λύ­πτει μέ έκ­πλη­ξη πως, σέ κά­θε συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ό­ταν δέν τού περ­νά κα­θό­λου απʼ τό μυα­λό νά δρα­πε­τεύ­σει αλ­λά ί­σα ί­σα έ­χει πε­ρά­σει κιό­λας στήν ε­πί­θε­ση, έ­χει στη­ρί­ξει μέ ε­μπι­στο­σύ­νη καί μέ α­να­κού­φι­ση τήν πλά­τη του.
(37)
Σά­μος 1975
Υ­πάρ­χει μιά μι­κρή πα­ρα­λί­α μέ βό­τσα­λα. Έ­να με­γά­λο φεγ­γά­ρι μέ ευ­διά­κριτα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τήν φω­τί­ζει μιά ώ­ρα νύ­χτας. Νύ­χτας παν­σέ­λη­νου… Σκο­τεινοί αλ­λά ό­χι ε­πί­φο­βοι, δια­γρά­φο­νται πά­νω στήν ά­σπρη α­κτή οι ό­γκοι τών βρα­δυ­νών κο­λυμ­βη­τών. Η θά­λασ­σα φου­σκώ­νει, ξε­τυ­λί­γο­ντας μέ απα­λούς φλοί­σβους. Τί­πο­τα καί κα­νείς δέν α­νη­συ­χεί… Ω­στό­σο νά που στά ρη­χά διά­φα­να νε­ρά, νε­α­ρά μι­κρά ψά­ρια παί­ζουν χα­ρού­με­να α­νά­με­σα στίς πέτρες. Γλαυ­κός, φρι­χτός καί α­θώ­ος, ί­σως κά­που βα­θύ­τε­ρα, τα­νύ­ει τό α­δυ­σώπη­το πτε­ρύ­γιό του ο καρ­χα­ρί­ας, α­γνο­ώ­ντας τό μί­σος που σι­γά σι­γά έ­χει συσ­σω­ρευ­τεί γιʼ αυ­τόν στίς πα­ροι­κί­ες τών αν­θρώ­πων… Ό­μως τά μι­κρά χαρού­με­να ψά­ρια τών ρη­χών νε­ρών δέν κιν­δυ­νεύ­ουν απʼ αυ­τόν. Μέ­σα στή δι­κιά τους πε­ριο­χή, ή­συ­χα, σχε­δόν α­σφα­λι­σμέ­να, χτυ­πούν κά­που κά­που μέ τʼ αση­μέ­νια πλευ­ρά τους τό φώς. Ο κίν­δυ­νος εί­μαι ε­γώ! Τό απʼ τήν κλη­ρο­νομι­κή υ­στε­ρί­α αιχ­μα­λω­τι­σμέ­νο στο­μά­χι τού ό­ντος που χορ­τα­σμέ­νο γιά τήν ώ­ρα καί α­νύ­πο­πτο γιά τήν πρω­ϊ­νή του προ­δο­σί­α, τά θαυ­μά­ζει καί χαί­ρεται μα­ζύ τους. Ο κίν­δυ­νος γιʼ αυ­τά έρ­χε­ται α­πό έ­ναν άλ­λο κό­σμο. Ό­σα σω­θούν απʼ τό δίχτυ θά ε­πιρ­ρί­ψουν πι­θα­νόν τή σκλη­ρή στρο­φή τής μοί­ρας τών υ­πο­λοί­πων στήν δυ­σμέ­νεια τής παν­σέ­λη­νου. Α­δι­καιο­λό­γη­τα! Γιατί δέν εί­ναι Αύ­γου­στος! Εί­ναι μό­λις Ιού­λιος! Καί για­τί, πε­ρισ­σό­τε­ρο απʼ ό­λα, υ­πάρ­χει τό Όν που γνω­ρί­ζει. Που μπο­ρεί νά ε­ξη­γή­σει. Έ­να όν μέ τήν ι­κα­νό­τη­τα τής σύν­θε­της σκέ­ψης, πα­ντο­δύ­να­μο, που χαί­ρε­ται ξα­πλω­μένο στήν αμ­μου­διά μέ τό κε­φά­λι πρός τή θά­λασ­σα, νά τά βλέ­πει νά παί­ζουν. Αλ­λά μέ έ­ναν πε­ρί­ερ­γο τρό­πο καί ε­ντε­λώς α­δύ­να­μο. Καί ε­ντε­λώς πε­ριο­ρι­σμέ­νο. Προι­κι­σμέ­νο μό­νο μέ τήν δυ­να­τό­τη­τα τής υ­πο­ψί­ας καί μέ τήν ι­κα­νό­τη­τα τής υ­πό­θε­σης. Αλ­λά καί γιʼ αυ­τό καί μέ πλή­ρη γνώ­ση τής γυ­μνό­τη­τάς του. Μέ πλή­ρη ε­πί­γνω­ση τής ε­γκα­τά­λη­ψής του. Μέ τήν αί­σθη­ση ό­τι πα­ρα­κο­λου­θεί­ται. Α­κό­μα καί γιά ʽ­κεί­νο, ο κίν­δυ­νος ε­γκυ­μο­νείται σʼ έ­ναν άλ­λον κό­σμο. Ό­μως ό­χι καί γιʼ αυ­τό υ­πο­χρε­ω­τι­κά μα­κρυ­νό. Ί­σως ε­κεί κο­ντά, δί­πλα ή α­πό πά­νω, σέ κά­ποιαν αλ­λοιώ­τι­κη αμ­μου­διά που μʼ έ­ναν δι­πλά πε­ρί­ερ­γο μά έ­ξο­χα ω­ραί­ο, γιά μιάν α­σύλ­λη­πτη αι­σθητι­κή, τρό­πο, πε­ριέ­χει σάν λε­πτο­μέ­ρεια κι αυ­τή τή γνω­στή πιά α­πό τό­σα βράδια αμ­μου­διά που τό­σο η­δο­νι­κά τώ­ρα προ­σφέ­ρε­ται σέ ʽ­κεί­νο. Σάν λε­πτομέ­ρεια ευ­αί­σθη­τη, που πο­λύ πι­θα­νόν θά προ­δο­θεί ξαφ­νι­κά μέ μιά συ­μπε­ρι­φορά α­νά­λο­γη μέ τήν δι­κή του. Μά καί γιʼ αυ­τό κα­θό­λου α­πορ­ρι­πτέ­α. Έ­νας βρα­δυ­νός αι­σθη­τι­κός θαυ­μα­στής τού πε­ρι­βάλ­λο­ντος που με­τα­βάλ­λε­ται σέ πρω­ϊ­νό ψα­ρά, εί­ναι γε­νι­κά, γιά ο­ποιον­δή­πο­τε κό­σμο, έ­να πο­λύ συ­νη­θι­σμένο φαι­νό­με­νο.
(38)
Σά­μος κι Α­θή­να 1975
Ε­κεί­νος δέν συμ­φω­νεί κα­θό­λου πως έ­τσι πρέ­πει νά γί­νε­ται…
Α­βρές, χα­ρι­τω­μέ­νες υ­πάρ­ξεις, πλα­νιώ­νται νω­χε­λι­κά καί φι­λή­δο­να στά σκιε­ρά άλ­ση, ε­νώ ψη­λά στούς λό­φους πο­λυά­ριθ­μες ορ­δές βάρ­βα­ρων ζω­ών γε­μά­τες σφρι­γη­λούς χυ­μούς κα­τη­φο­ρί­ζουν κιό­λας μέ μιά θαυ­μα­στή ό­ρε­ξη κι ο χώ­ρος ε­τοι­μά­ζε­ται νά δε­χτεί τή σφα­γή α­δια­φο­ρώ­ντας γιά τήν αχα­ρι­στί­α που μιά εύ­θραυ­στη ι­διο­συ­γκρα­σί­α, έ­χο­ντας υ­πο­φέ­ρει α­νυπό­μο­να γιά ώ­ρες καί ώ­ρες τήν τό­σο υ­περ­βο­λι­κή γιά τά τε­ντω­μέ­να νεύ­ρα της προ­ε­τοι­μα­σί­α κά­τω απʼ τόν καυ­τό ή­λιο σέ μιά θέ­ση δια­λεγ­μέ­νη σω­στά ώστε τί­πο­τα νά μήν ξε­φεύ­γει α­πό έ­να μά­τι συ­νη­θι­σμέ­νο νά πα­ρα­τη­ρεί, εί­ναι σχε­δόν βέ­βαιο ό­τι θά τού δεί­ξει. Εί­ναι σχε­δόν βέ­βαιο ό­τι θά τού δεί­ξει μιά α­χα­ρι­στί­α -τό­σο συ­νη­θι­σμέ­νη στίς μέ­ρες μας ώ­στε φαί­νε­ται πιά νά μήν τού στοι­χί­ζει πο­λύ-, α­φού χα­ρεί πρώ­τα κα­λά τό θαυ­μά­σιο άν καί ό­χι τό­σο σπά­νιο θέ­α­μα, μέ τήν θλί­ψη της πρός τό τέ­λος τής τρα­γω­δί­ας. (Θλί­ψη μά­νας που, έ­χο­ντας α­γκα­λιά­σει ό­λες ε­κεί­νες τίς μι­κρές θλί­ψεις τών η­θο­ποιών, εί­ναι ι­κα­νή νά συ­γκι­νή­σει έ­ναν τυ­χαί­ο ευ­αί­σθη­το δια­βά­τη πο­λύ περισ­σό­τε­ρο απʼ αυ­τές). Μιά θλί­ψη ω­στό­σο που γρή­γο­ρα πα­ρα­χω­ρεί τή θέ­ση της στήν ή­ρε­μη ε­να­τέ­νι­ση ε­νός καλ­λί­τε­ρου καί πιό με­στού μέλ­λο­ντος, που εί­ναι σί­γου­ρο -ποιός α­λή­θεια θά ή­ταν τό­σο σα­δι­στι­κά κα­κός γιά νά τό αρ­νη­θεί, ό­ταν ε­δώ, σʼ αυ­τό α­κρι­βώς τό ση­μεί­ο έ­χουν στη­ρι­χτεί, ναί έχουν στη­ρι­χτεί τό­σοι καί τό­σοι πο­λι­τι­σμοί, η πε­ρη­φά­νεια μας, η ί­δια η δι­καί­ω­ση τής ύ­παρ­ξής μας ως πο­λι­τι­σμέ­νων ό­ντων- πως η αλ­ληλου­χί­α τέ­τοιου εί­δους α­να­νε­ω­τι­κών α­να­γκαιο­τή­των θά προ­σφέ­ρει στόν φαι­νο­με­νι­κά καί στιγ­μιαί­α α­δι­κη­μέ­νο χώ­ρο.
Ό­μως παρʼ ό­λα αυ­τά, ε­κεί­νος δέν συμ­φω­νεί κα­θό­λου πως έ­τσι πρέ­πει νά γίνε­ται.
Για­τί νά κιό­λας, στό πιό με­θυ­στι­κό ση­μεί­ο τής αι­μα­το­χυ­σί­ας ξε­σπά­ει η προ­δο­σί­α.
Μπο­ρεί νά δεί κα­νείς νι­κη­τές νά περ­πα­τούν πα­ρά­με­ρα μέ τό κε­φά­λι σκυ­φτό, ε­νώ στά σταυ­ρω­μέ­να πί­σω χέ­ρια κρέ­με­ται στά­ζο­ντας στή γή τό κόκ­κι­νο σπαθί. Μέ ευ­γε­νι­κές κι­νή­σεις ση­κώ­νουν τά γο­να­τι­σμέ­να θύ­μα­τα που ε­κλι­πα­ρούν έ­να γρή­γο­ρο τέ­λος… Δέν εί­ναι μή­πως α­λή­θεια φα­νε­ρό πως ο­ρα­μα­τί­ζονται τίς έ­ξο­χες δυ­να­τό­τη­τες, τήν α­να­νέ­ω­ση τών γε­ρα­σμέ­νων τρό­πων που α­νοί­γει αυ­τή η ει­σβο­λή; Ό­μως ό­χι, ό­χι! Νά κιό­λας που με­ρι­κοί απʼ αυ­τούς πλη­σιά­ζουν τόν αρ­χη­γό που ε­πι­θε­ω­ρεί μέ ι­κα­νο­ποί­η­ση τό έργο τών α­φο­σιω­μέ­νων του καί μέ υ­πο­μο­νή – ε­κεί­νος πιά εί­ναι δύ­σκο­λο νά κα­τα­λά­βει, σχε­δόν εί­ναι τώ­ρα πο­λύ αρ­γά γιʼ αυ­τόν- τού α­να­κοι­νώ­νουν τήν πα­ραί­τη­σή τους. Στίς πα­ρα­κλή­σεις καί τίς α­πει­λές που α­κο­λου­θούν α­μέ­σως -τέ­τοιους πο­λύ­τι­μους συ­νερ­γά­τες καί βο­η­θούς δύ­σκο­λα κα­νείς τούς α­πο­χω­ρί­ζε­ται- δη­λώ­νουν στα­θε­ρά πως στό εξής αρ­νού­νται νά πά­ρουν μέ­ρος σʼ ο­ποια­δή­πο­τε ε­πι­χεί­ρη­ση. Μέ κά­ποιο πε­ρί­ερ­γο τρό­πο, υπο­στη­ρί­ζουν, κά­θε φο­ρά η ε­πι­χεί­ρη­ση τούς ξε­περ­νού­σε. Ε­κεί­νοι, ακό­μα κι αυ­τός που εί­ναι αρ­χη­γός, εί­ναι α­δύ­να­τον νά πά­ψουν νά εί­ναι ε­κτε­λε­στι­κά όρ­γα­να. Καμ­μιά τέ­τοια προ­ο­πτι­κή, α­κό­μα καί γιά τούς πιό ι­κα­νούς καί πιό φι­λό­δο­ξους α­νά­με­σά τους, δέ φαί­νε­ται νά υ­πάρ­χει. Πολ­λοί έ­χουν φτά­σει στό ση­μεί­ο νά υ­πο­πτεύ­ο­νται πως α­κό­μα κι αυ­τή η χα­ρά τής σφα­γής, ή ε­κεί­νη που απʼ τό χτί­ση­μο μιάς και­νούρ­γιας κοι­νω­νί­ας προ­σφέ­ρε­ται στούς δη­μιουρ­γούς, δέν εί­ναι πα­ρά μιά α­σή­μα­ντη λεπτο­μέ­ρεια στήν ό­λη υ­πό­θε­ση. Ε­ξευ­τε­λι­στι­κά ψί­χου­λα που έ­χουν ε­πιδέ­ξια πε­τα­χτεί γιά νά τούς η­συ­χά­σουν, ε­νώ ε­κεί­νοι ε­ξυ­πη­ρε­τούν σκο­πούς που τούς έ­χουν α­πο­κρυ­βεί καί που, άν καί κα­νείς δέν θά ή­ξε­ρε νά πε­ρι­γρά­ψει πώς α­κρι­βώς, οι πιό πολ­λοί νοιώ­θουν νά εί­ναι ε­ντε­λώς ξέ­νοι μʼ αυ­τόν που τούς έ­χει. Μά­λι­στα τώ­ρα τε­λευ­ταί­α έ­χει δια­δο­θεί πλα­τειά η υ­πο­ψί­α πως πί­σω απʼ αυ­τούς δέν κρύ­βε­ται κα­νέ­να­ς· οι σκο­ποί πε­ρι­φέ­ρο­νται ε­λεύ­θε­ροι κι α­να­ζη­τούν υ­πη­ρέ­τες… Αλ­λά κι άν α­κό­μα ή­θε­λε κα­νείς, ε­πι­μέ­νουν -κι αυ­τό εί­ναι έ­να συ­μπέ­ρα­σμα αυ­θαί­ρε­το εί­νʼ η α­λή­θεια, μά που ε­κεί­νοι πά­νω σʼ αυ­τό δέν δέ­χο­νται μέ τί­πο­τα νά υ­πο­χω­ρή­σουν-, φαί­νε­ται πως δέν θά μπο­ρού­σε πο­τέ, ο,τι­δή­πο­τε κι άν έ­κα­νε, νά πά­ψει νά εί­ναι έ­νας υ­πη­ρέ­της κά­ποιου σκο­πού.
Έ­τσι λοι­πόν, κι αυ­τοί αρ­νού­νται στό εξής νά προ­σπα­θούν, πο­λύ πε­ρισ­σότε­ρο τώ­ρα πα­ρά πο­τέ. Καί βλέ­πουν τή δι­κιά τους ει­σβο­λή που μό­λις πρίν α­πό λί­γο τέ­λειω­σε, σάν μιά ε­πί­θε­ση ε­να­ντί­ον τού ί­διου τους τού ε­αυ­τού, α­φού τώ­ρα έ­χουν πιά σχε­δόν ταυ­τι­στεί μέ τά θύ­μα­τά τους καί νο­σταλγούν κιό­λας τή ζω­ή ε­κεί­νων στήν ο­ποί­α θά μπο­ρού­σαν νά εί­χαν πά­ρει μέ­ρος χω­ρίς νά τήν κα­τα­στρέ­ψουν… Για­τί καί τί θά μπο­ρού­σε α­πό δώ καί μπρός, έ­τσι ό­πως έ­χουν γί­νει τώ­ρα αυ­τοί, με­τά α­πό τό­σους α­γώ­νες ό­που η ζω­ή τους κιν­δύ­νε­ψε νά χα­θεί μό­νο καί μό­νο γιά νά δη­μιουρ­γή­σουν, ι­κανο­ποιώ­ντας τόν προ­η­γού­με­νο, έ­ναν και­νούρ­γιο σκο­πό που τούς ζη­τού­σε νά τήν ξο­δέ­ψουν τώ­ρα πιά γιά τό χα­τή­ρι του, νά ε­πι­θυ­μή­σει κα­νείς πε­ρισ­σό­τερο απʼ τό νά ζή­σει χω­ρίς νʼ α­να­ζη­τά δι­καιο­λο­γί­α γιʼ αυ­τό, μιά κι έ­τσι θά α­να­γκα­ζό­ταν νά τήν υ­πη­ρε­τεί πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας τή ζω­ή του, καί νά μή χα­λά πιά έ­τοι­μες ευ­τυ­χί­ες, ί­σα ί­σα νά ζη­τά συμ­με­το­χή σʼ αυ­τές που πρό­θυ­μα γιά νά μή τίς μι­σή­σει εί­ναι σί­γου­ρο ό­τι θά τού πα­ρα­χω­ρού­σαν οι άλ­λοι. Οι άλ­λοι που η ευ­τυ­χί­α τους τούς έ­χει κά­νει πιά αρ­κε­τά σο­φούς, ώστε στό πρό­σω­πό του νά κα­λο­σω­ρί­σουν τόν ερ­χο­μό ε­νός και­νούρ­γιου η­δο­νι­κού συ­ντρό­φου… Καί που τώ­ρα που έ­γι­νε δι­κός τους, γιά τό χα­τή­ρι του, γιά τήν κοι­νή τους η­δο­νή, δέν θά δι­στά­σουν ού­τε στιγ­μή, παί­ζο­ντας, νά κατα­στρέ­ψουν τήν ευ­τυ­χί­α τους.
(39)
Σά­μος κι Α­θή­να 1975
“Αρ­νού­μαι νά σέ πι­στέ­ψω”, εί­πα, λές κι ή­ταν δυ­να­τόν πο­τέ νά ει­πω­θεί έ­να ψέμ­μα.
“Νά κά­τι που γιά δυ­στυ­χί­α μας δέν μπό­ρε­σε νά υ­πάρ­ξει”, εί­πε ε­κεί­νος, ε­νώ τήν ί­δια στιγ­μή χι­λιά­δες μι­κρά ψέμ­μα­τα γέ­μι­σαν τόν α­έ­ρα μέ προσμο­νή. “Ε­δώ έ­χει γί­νει έ­νας με­γά­λος α­γώ­νας, μιά ά­νι­ση πά­λη, ό­που τά ευγε­νέ­στε­ρα πνεύ­μα­τα ξο­δεύ­τη­καν, ό­που οι πιό ευ­αί­σθη­τες φύ­σεις βρέ­θη­καν στό τέ­λος προ­δο­μέ­νες. Μιά η­ρω­ϊ­κή προ­σπά­θεια γιά έ­ξο­δο που ε­κεί­νοι α­να­λαμ­βά­νουν α­πό χρό­νια καί χρό­νια τώ­ρα στό ό­νο­μά μας γιά τή σω­τηρί­α αυ­τού τού γέ­νους που τό­σο σκλη­ρά προι­κί­στη­κε μέ α­νω­τε­ρό­τη­τα ώ­στε νά μπο­ρεί εύ­κο­λα νά υ­πο­κύ­ψει στούς σφε­τε­ρι­στές που τό δη­μιούρ­γη­σαν… Καί τώ­ρα κοί­το­νται ό­λοι τους θλι­βε­ρά συ­ντριμ­μέ­νοι α­πό τήν τρα­γι­κή ανα­κά­λυ­ψη, οι κα­λοί μας πο­λε­μι­στές… Δέν υ­πάρ­χει έ­ξο­δος, κα­νείς δέν μπο­ρεί νά δρα­πε­τεύ­σει. Ό­λα εί­ναι α­λή­θεια!
Ό­λα εί­ναι α­λή­θεια. Δέν βρί­σκε­ται χώ­ρος κε­νός α­νά­με­σά της, καμ­μιά ρωγμή δέν προ­σφέ­ρε­ται. Τί­πο­τα και­νούρ­γιο ί­σα­με τώ­ρα δέν μπό­ρε­σε νά ει­πωθεί ού­τε νά γί­νει. Μό­νο η ε­πι­θυ­μί­α υ­πάρ­χει μέ­σα μας καί μάς τυ­ραν­νά, μό­νο η πρό­θε­ση μάς σπρώ­χνει σέ προ­σπά­θειες α­πο­τυ­χη­μέ­νες, κα­τα­δι­κασμέ­νες κιό­λας απʼ τήν αρ­χή… Ώ, άν μπο­ρού­σε νά ει­πω­θεί έ­στω καί έ­να ο­ποιο­δή­πο­τε ψέμ­μα! Γυ­μνή καί παρ­θέ­να θά χα­μο­γε­λού­σε ε­πι­τέ­λους μπρο­στά μας η δυ­να­τό­τη­τα τής δη­μιουρ­γί­ας… Νά δη­μιουρ­γή­σει κα­νείς! Νά γεννή­σει α­πό μέ­σα του τό και­νούρ­γιο που μιά στιγ­μή πρίν δέν υ­πήρ­χε!… Ανα­μα­σή­μα­τα, φτη­νές α­πο­μιμ­μή­σεις, εμ­με­τι­κές και­νο­το­μί­ες, νά οι δημιουρ­γί­ες τού αν­θρώ­που. Νά τά πε­ρί­λα­μπρα κα­τορ­θώ­μα­τά του… Τό­σες χι­λιάδες χρό­νια καί μή­τε έ­να ψέμ­μα. Αυ­τήν τή μί­α καί μο­να­δι­κή ε­φεύ­ρε­ση, τό νυστέ­ρι που θά μάς έ­βγα­ζε α­πό τό φρι­χτό στο­μά­χι που μάς χω­νεύ­ει, κα­νείς μά κα­νείς δέν μπό­ρε­σε νά φτιά­ξει… Κι άν σάν έ­νας δρα­πέ­της τής α­λή­θειας σού φά­νη­κα κι ε­γώ γιά μιά στιγ­μή, μέ λύ­πη σού ζη­τώ νά πά­ρεις πί­σω αυ­τή τήν εύκο­λη ελ­πί­δα. Τής α­λή­θειας τής α­ρέ­σει νά ξε­γε­λά. Εί­ναι μιά κα­λή ηθο­ποιός. Στήν υ­πο­κρι­σί­α της εί­χα­με γιά και­ρό στη­ρι­χτεί, ό­μως τώ­ρα πιά έ­χου­με σχε­δόν ε­ντε­λώς γυ­μνω­θεί γιά νά μπο­ρεί νά παί­ξει μα­ζύ μας… Ώ, η φα­ντα­σί­α μας! Τό­σο ύ­που­λα μπο­λια­σμέ­νη, τό­σο πρό­στυ­χα δο­τή. Κι η ειλι­κρί­νειά μας, που τό­σο ε­πι­πό­λαια τήν χρη­σι­μο­ποιού­σα­με μέ­χρι τώ­ρα απʼ τήν α­νά­πο­δη ση­μα­δεύ­ο­ντας ε­μάς. Κι ό­μως αυ­τή, αυ­τή είνʼ η ελ­πίδα μας! Τώ­ρα που μά­θα­με, τώ­ρα που ξέ­ρου­με νά ε­κτι­μά­με, σχε­δόν λί­γος δρό­μος μάς μέ­νει α­κό­μα. Άς εί­μα­στε ό­σο πιό ει­λι­κρι­νείς μπο­ρού­με κα­λέ μου φί­λε! Άς ε­γκα­τα­λει­φθού­με σʼ αυ­τήν τήν α­δι­καιο­λό­γη­τη μά τό­σο ζω­ντα­νή μέ­σα μας αί­σθη­ση πως καμ­μιά α­λή­θεια δέν ά­ντε­ξε πο­τέ γιά πο­λύν και­ρό μπρο­στά σέ μιά ε­πί­μο­νη ε­γρη­γο­ρού­σα διαρ­κώς ει­λι­κρί­νεια. Κι αυ­τό ί­σως νά εί­ναι τό μό­νο ό­πλο που μπο­ρει νά σκο­τώ­σει τήν α­λή­θεια… Τό­τε, πί­σω απʼ τό πε­σμέ­νο πτώ­μα της, μέ­σα απʼ τʼ α­νοι­χτά γιά πρώ­τη φο­ρά πα­ρά­θυρα, μιά α­φά­ντα­στη θέ­α χω­ρίς το­πί­ο θά γο­η­τεύ­σει τήν αυ­θαί­ρε­τη αι­σθη­τική τών δυ­να­το­τή­των μας… Ώ, καί τί α­νή­κου­στου εί­δους πε­ριε­χό­με­να δέν θά μπο­ρού­σαν τά­χα­τες νά γεν­νη­θούν κά­τω απʼ τό α­ναρ­χι­κό φώς ε­νός τέτοιου ευ­γε­νι­κού έ­ρω­τα, διαρ­κώς νέ­ου, κρα­τη­μέ­νου στήν πιό τρυ­φε­ρή του ακμή απʼ τήν ε­ξαί­σια τρο­φή που ευ­αί­σθη­τα θά τού προ­σφέ­ρουν οι α­νενό­χλη­τες δυ­να­τό­τη­τές μας. Τί θε­ϊ­κιά εκ­δί­κη­ση γιά τίς τα­πει­νώ­σεις που απʼ τήν ά­δι­κη έ­παρ­ση τής α­λή­θειας έ­χου­με έ­τσι σκλη­ρά υ­πο­φέ­ρει.
Ό­μως έ­λα τώ­ρα κο­ντά μου, άς γυ­ρί­σου­με μέ πε­ρι­φρό­νη­ση τήν πλά­τη στήν μι­κρο­πρέ­πειά της καί μέ τήν υ­ψη­λή ε­πί­γνω­ση αλ­λά καί μέ τό πά­θος που πάντα μέ τήν λε­πτή του γο­η­τεί­α μάς συ­νέ­παιρ­νε, άς θυ­σιά­σου­με στά ε­ρει­πωμέ­να σκα­λο­πά­τια τού α­κρι­βού του να­ού τήν ση­με­ρι­νή μας συ­γκο­μι­δή τής πραγμα­τι­κό­τη­τας κι άς πού­με: Τι­μώ τήν ο­μορ­φιά καί τήν ευ­γε­νι­κιά κα­τα­γω­γή τού ψέμ­μα­τος. Άν καί γεν­νή­θη­κε νε­κρό, άν καί δέν έ­ζη­σε πα­ρά σάν αυ­τα­πά­τη, μάς χά­ρι­σε τίς πιό έ­ξο­χες η­δο­νές: τήν η­δο­νή τής ελ­πί­δας, τήν η­δονή τού ο­νεί­ρου, τήν ί­δια μας τή ζω­ή. Για­τί καί πώς θά μπο­ρού­σε η ζω­ή μας νά ζή­σει δί­χως έ­ναν τέ­τοιο νε­κρό; Άς εί­ναι πά­ντα ξε­χω­ρι­στοί α­νά­με­σά μας ε­κεί­νοι που τό τι­μούν ό­πως τού πρέ­πει κι α­νά­με­σά τους πιό ξε­χω­ριστά άς εί­ναι τά παι­διά, που τόν θά­να­τό του σι­γά σι­γά καί μέ προ­σο­χή γιά νά μήν τά πλη­γώ­σει, πρέ­πει νά μα­θαί­νουν. Μέ τήν φρο­ντί­δα τήν δι­κιά μας εί­θε νά γί­νουν δυ­να­τά ώ­στε νά α­ντέ­χουν τό σκλη­ρό τέ­λος τής χα­ράς καί τού παι­χνι­διού… Μέ­χρι τήν α­νά­στα­ση! Μέ­χρι τήν α­νά­στα­ση!
(40)
Σε­πτέμ­βρης 1975
Ε­πει­δή διώ­χνο­νταν α­πό πα­ντού, ή­ταν δη­λα­δή έ­νας δο­κι­μα­σμέ­νος ε­ξόρι­στος, τού ε­πε­τρά­πει γιά μιά μό­νο φο­ρά νά δια­λέ­ξει τόν τό­πο τής πα­ρα­μονής του. Τό­τε ε­κεί­νος εί­πε: “Κα­λά εί­μαι ε­δώ”, κι α­μέ­σως με­τά­νοιω­σε. Α­φού λοι­πόν με­τά­νοιω­σε, κι αυ­τός ο τό­πος έ­γι­νε τό­πος ε­ξο­ρί­ας. Ό­μως τώ­ρα δέν ή­ταν κα­νείς ε­δώ γιά νά τόν διώ­ξει. Έ­τσι έ­μει­νε ε­κεί. Μά ο τόπος πιά δέν τού προ­σφέ­ρε­ται, ε­νώ α­πό τούς άλ­λους έ­χει πα­ραι­τη­θεί. Ω­στό­σο πρέ­πει νά φύ­γει. Στέ­κε­ται λοι­πόν α­κό­μα ε­κεί. Έ­τοι­μος. Μέ τίς α­πο­σκευές του στόν ώ­μο. Σέ μιά στά­ση α­να­μο­νής. Στήν αρ­χή μιάς εκ­κίνη­σης, αλ­λοί­μο­νο, που τού έ­χει ή­δη ε­πι­στρα­φεί. Στόν μό­νο τό­πο που τού ε­πε­τρά­πει καί που αλ­λοί­μο­νο τόν α­πέρ­ρι­ψε, ε­πει­δή ί­σως τού έ­κοβε τόν δρό­μο, ε­πει­δή ή­ταν πι­θα­νόν πως ί­σως εί­χε τε­λειώ­σει ο δρό­μος του ε­νώ ε­κεί­νος δέν ή­θε­λε νά κου­ρα­στεί νά ε­πι­μέ­νει, ε­πει­δή πο­λύ πιθα­νόν με­τά α­πό τό­σους α­γώ­νες, με­τά α­πό τό­σες προ­σπά­θειες νά τούς πεί­σει, ε­κεί­νοι εί­χαν πει­στεί τήν στιγ­μή α­κρι­βώς που αυ­τός δια­πί­στωνε πως ε­κεί­νος ή­ταν που πά­λευε νά πει­στεί απʼ αυ­τούς, τούς α­γα­πη­μένους του συ­ντρό­φους που εί­χε τό­σο πα­ρε­ξη­γή­σει… Μά εί­ναι ή­δη πο­λύ αρ­γά. Τώ­ρα πιά ό­λα εί­ναι α­πα­γο­ρευ­μέ­να. Ε­νώ ε­κεί­νος εί­ναι α­νί­κα­νος νά πά­ψει νά ε­πι­θυ­μεί. Κι ε­νώ δέν έ­χει πού νά στη­ρι­χτεί πα­ρά στήν α­να­μονή που τόν δια­τρέ­χει. Στό μό­νο πράγ­μα που κα­τόρ­θω­σε νά εκ­μαιεύ­σει από τό πε­ρι­βάλ­λον του, στό μό­νο πράγ­μα που κα­τόρ­θω­σε νά δη­μιουρ­γή­σει κα­ταστρέ­φο­ντάς το.
Πώς τόν ζη­λεύ­ω! Πώς θά ε­πι­θυ­μού­σα νά εί­χα ε­κλε­γεί α­ντί γιά ʽ­κεί­νον… Για­τί ή­δη τώ­ρα με­τα­βάλ­λε­ται. Ε­πει­δή καμ­μιά διά­στα­ση δέν μπο­ρεί νά τόν α­νε­χτεί. Ε­πει­δή ό­λα τά συ­στή­μα­τα α­να­φο­ράς δια­κρι­τι­κά α­πο­σύ­ρονται. Κι αυ­τός δέν α­να­γνω­ρί­ζε­ται πα­ρά α­πό τήν με­τα­βο­λή του. Ε­κεί­νη εί­ναι μό­νο που μπο­ρεί νά τόν α­νι­χνεύ­σει. Για­τί αυ­τός εί­ναι κιό­λας από και­ρό η ί­δια του η με­τα­βο­λή. Για­τί κά­θε φο­ρά που με­τα­βάλ­λε­ται δέν α­φί­νει τί­πο­τα πί­σω του. Κά­θε φο­ρά δέν πε­ρισ­σεύ­ει τί­πο­τα καί πιά δέν έ­χω μέ­τρα νά τόν με­τρή­σω. Δέν έ­χω χρό­νο, ε­πει­δή ο χώ­ρος του α­να­μέ­νο­ντας τόν έ­χει α­φο­μοιώ­σει. Δέν έ­χω μή­τε χώ­ρο, ε­πει­δή ε­κεί­νου δέν τού α­πό­μει­νε πα­ρά ο χώ­ρος που έ­χει μέ­σα του, κι ε­γώ, αλ­λοί­μο­νο, μό­νο σάν ε­ξό­ρι­στο μπο­ρώ νά τόν συλ­λά­βω.
(41)
Σε­πτέμ­βρης 1975
Ε­πει­δή διώ­χνο­νταν α­πό πα­ντού, ή­ταν δη­λα­δή έ­νας δο­κι­μα­σμέ­νος ε­ξόρι­στος, τού ε­πε­τρά­πει γιά μιά μό­νο φο­ρά νά δια­λέ­ξει τόν τό­πο τής πα­ρα­μονής του. Τό­τε ε­κεί­νος κρέ­μα­σε ξα­νά τόν τα­ξι­διω­τι­κό του σάκ­κο στούς ώ­μους καί α­φού μέ ευ­γε­νι­κά λό­για ευ­χα­ρί­στη­σε γιά τήν ε­μπι­στο­σύ­νη μέ τήν ο­ποί­α τόν τι­μού­σαν, αρ­νή­θη­κε γιά τό χα­τή­ρι ε­νός α­βέ­βαιου πά­θους, πρός χά­ριν μιάς συ­γκε­χυ­μέ­νης υ­πο­ψί­ας, εξ αι­τί­ας ε­νός φό­βου που φαί­νο­νταν πως δέν ή­θε­λε νά ε­γκα­τα­λεί­ψει, νά ε­πω­μι­σθεί τόν ε­πικίν­δυ­νο ρό­λο τής ε­κλο­γής. Ε­πει­δή ό­μως εί­χαν ε­ξα­ντλη­θεί ό­λοι οι τό­ποι απʼ ό­που θά μπο­ρού­σε νά διω­χτεί, τόν ε­γκα­τέ­λει­ψαν… Κι ε­κεί μέ τό σακ­κί­διο στόν ώ­μο, τό πά­θος καί τήν υ­πο­ψί­α του, ε­νώ ο φό­βος α­πο­τε­λειώ­νει τίς τε­λευ­ταί­ες προ­ε­τοι­μα­σί­ες, βρί­σκε­ται α­κό­μα πε­ρι­μέ­νοντας νά τόν διώ­ξουν. (Μιά μοί­ρα κα­κιά τόν έ­χει συ­να­ντή­σει, για­τί ε­νώ θά μπο­ρού­σε νά εί­ναι έ­νας συ­νε­πής καί πι­στός ο­μο­ϊ­δε­ά­της, ε­νώ θά μπο­ρούσε νά εί­χε κα­τα­λά­βει μιάν α­πό τίς α­να­ρίθ­μη­τες θέ­σεις που διαρ­κώς καί ε­πί­μο­να προ­σφέ­ρο­νται ώ­στε νά μή μπο­ρεί νά στα­θεί κα­νέ­να πα­ρά­πο­νο, ε­κεί­νος α­νε­κά­λυ­ψε τόν ε­αυ­τό του στήν διάρ­κεια κά­ποιας α­νά­παυ­λας, ό­ταν πιά ό­λα εί­χαν α­πο­φα­σι­στεί κι άν καί πο­τέ δέν ρω­τή­θη­κε, ω­στό­σο δέν εί­χε πο­τέ α­ντι­τά­ξει μιά διά­θε­ση δια­φο­ρε­τι­κή -φαί­νο­νταν κα­θα­ρά πως α­πό και­ρό εί­χε πιά συ­νη­θί­σει-, έ­τσι που νά μπο­ρεί νά ει­πω­θεί πως ενώ κα­νείς δέν τού τό ζή­τη­σε, χω­ρίς μο­λο­ντού­το νά δεί­χνει πως τό ή­θε­λε ο ί­διος, εί­χε κιό­λας πε­ρά­σει αρ­κε­τός και­ρός α­πό τό­τε που γιά πρώ­τη φορά καί ε­ντε­λώς ξαφ­νι­κά εί­χε αρ­χί­σει νά ο­δη­γεί α­ντί νά ο­δη­γείται).
(42)
Σε­πτέμ­βρης 1975
Ε­πει­δή εί­χαν περ­πα­τή­σει πο­λύ στόν δρό­μο μα­ζύ, ε­κεί­νος ού­τε μιά στιγμή δέν αμ­φέ­βαλ­λε. Ό­ταν ό­μως γύ­ρι­σε τό κε­φά­λι, εί­δε δί­πλα του έ­ναν ξέ­νο. Κά­θη­σε τό­τε κι α­να­λο­γί­στη­κε τό μέ­γε­θος τής δι­κιάς τους ευ­θύ­νης γιʼ αυτό καί ζή­τη­σε α­μέ­σως νά τού πούν τί εί­χε κα­θυ­στε­ρή­σει τήν υ­πο­ψί­α καί δέν πρό­λα­βε, πιό ύ­που­λο χέ­ρι που υ­πο­λό­γι­ζε στήν κα­τα­στρο­φή του τόν είχε χτυ­πή­σει κα­θη­συ­χα­στι­κά στόν ώ­μο καί ε­κεί­νος συ­νέ­χι­ζε δυ­να­μώ­νο­ντας… Κι ό­ταν δέν μπό­ρε­σαν τί­πο­τα νά τού βρούν, ό­ταν ε­κεί­νος εί­χε κρε­μα­στεί α­πό τίς α­πα­ντή­σεις που δέν έρ­χο­νταν, η έ­ξο­χη αί­σθη­ση που τόν συνέ­παιρ­νε στόν δρό­μο ζή­τη­σε ευ­γε­νι­κά τό με­ρί­διό της, αυ­τό που ή­ταν ε­κείνος ό­ταν τής α­νή­κε καί που τώ­ρα αυ­τός τό εί­χε α­πα­γο­ρεύ­σει σέ κά­ποια γω­νιά του καί τό εί­χε σχε­δόν ε­ντε­λώς ξε­χά­σει άν καί ζη­τού­σε νά πλη­ρω­θεί γιά ό,τι ε­κεί­νο υ­πέ­φε­ρε. Ζή­τη­σε καί τό πή­ρε, για­τί πώς ή­ταν δυ­να­τόν νά γί­νει δια­φο­ρε­τι­κά; Ε­κεί­νου δέν τού ή­ταν πιά πα­ρά μιά πρό­φα­ση που κρυμμέ­νος πί­σω της πα­ρα­κα­λού­σε νά βλέ­πουν ε­κεί­νη κι ό­χι αυ­τόν -αυ­τός μπο­ρού­σε τά­χα έ­τσι νʼ α­πο­τρα­βη­χτεί στόν πό­νο του-, έ­να δύ­σκο­λο πρό­σχη­μα γιά τό ο­ποί­ο εί­χε ερ­γα­στεί σκλη­ρά, εί­χε χτυ­πή­σει προ­στα­τευ­τι­κά πλά­τες α­νύ­πο­πτων δια­βα­τών που πο­τέ τους δέν υ­πήρ­ξε λό­γος νʼ α­να­ρω­τη­θούν, γιά νά τούς με­τα­δώ­σει τήν υ­πο­ψί­α του… Α­κό­μη καί τώ­ρα, πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ, πα­ρα­κα­λεί νά τόν α­φί­σουν πιά μό­νο του γιά νά η­συ­χά­σει, νά τού ε­πι­τρέ­ψουν ευ­γε­νι­κά νά α­πο­συρ­θεί ώ­στε η ο­δύ­νη του νά μή μο­λύνει τούς νέ­ους. Ε­πει­δή τώ­ρα που ε­πι­τέ­λους κα­τά­φε­ρε νά κρυ­φτεί, τώ­ρα που τόν κα­λύ­πτει αυ­τό τό α­ρι­στούρ­γη­μα, τώ­ρα που θά μπο­ρού­σε ε­πι­τέ­λους νά τόν α­ντι­προ­σω­πεύ­σει α­πό δώ καί πέ­ρα αυ­τό -κλεί­νο­ντάς του αυ­στη­ρά, αλ­λά καί μέ κα­τα­νό­η­ση καί συ­μπά­θεια, τό πέ­ρα­σμα ό­ταν θά ορ­μού­σε νά κυ­λι­στεί μέ λύσ­σα στήν α­βά­στα­χτη α­γά­πη τών ο­μοί­ων του-, ο φό­βος τού έ­χει σκλη­ρά αρ­νη­θεί τήν προ­στα­σί­α του. Καί τώ­ρα που τόν έ­χει προ­δώ­σει α­κό­μα κι αυ­τός, ο καλ­λί­τε­ρος καί πιό στε­νός παι­δι­κός του φί­λος, νοιώ­θει νά κιν­δυ­νεύ­ει, για­τί τό δη­λη­τή­ριο έ­χει χά­σει πιά τήν δύ­να­μή του κι α­φού α­πέ­τυ­χε νά γί­νει θύ­μα, ό­πως πά­ντα πο­θού­σε στά πιό τρυ­φε­ρά του ό­νειρα, στήν καρ­διά του έ­χει αρ­χί­σει νά ξυ­πνά­ει ο κυ­νη­γός.
(43)
1975
Κι ε­γώ που ε­γκα­τα­λεί­φθη­κα στό κα­τώ­φλι μιάς σχέ­σης α­νε­πί­στρε­πτης, σάν μιά α­νύ­πο­πτη αμ­φι­βο­λί­α που έ­χει λη­σμο­νή­σει τίς δια­στά­σεις της, μιά νο­σταλ­γί­α τού σπά­νιου ε­να­γκα­λι­σμού δυό με­τα­βο­λών, μιά α­να­μο­νή στήν ά­κρη αυ­τού τού πε­λώ­ριου φυ­τού που ο­νει­ρεύ­ε­ται…
Παρʼ ό­λο που εί­χε α­πο­φα­σι­στεί πρίν α­πό πο­λύν και­ρό, η στιγ­μή που α­κρι­βώς θά συ­νέ­βαι­νε πρέ­πει νά ή­ταν μιά στιγ­μή ά­γνω­στη γιά ό­λους ό­σους εί­χαν ερ­γα­στεί μέ τίς μι­κρές ή με­γά­λες τους δυ­νά­μεις πά­νω σʼ αυ­τό τό θέ­μα, κι άν καί σάν μιά μι­κρή α­ντα­μοι­βή που τήν ά­ξι­ζαν μέ τό πα­ρα­πά­νω θά έ­πρε­πε νά τούς εί­χε ε­πι­τρα­πεί νά πα­ρευ­ρί­σκο­νται, ω­στό­σο φαί­νε­ται πως απʼ τήν εκ­πλή­ρω­ση αυ­τής τής α­πό­φα­σης δέν πε­ρίσ­σευε τί­πο­τα γιά τούς άλ­λους καί γί­νο­νταν τό­σο πο­λύ μιά ε­ντε­λώς ι­διω­τι­κή υ­πό­θε­ση, ώ­στε με­ρι­κοί απʼ αυ­τούς -ί­σως οι πιό κο­ντι­νοί-, κα­θώς έ­νοιω­θαν τό ανα­πό­φευ­κτο πλη­σί­α­σμα αυ­τού γιά τό ο­ποί­ο εί­χαν τό­σο ο­δυ­νη­ρά κο­πιάσει, έ­βλε­παν μα­ζύ αρ­κε­τά κα­θα­ρά καί τόν κίν­δυ­νο που τούς α­πει­λού­σε μέ τόν ερ­χο­μό του καί πα­νι­κό­βλη­τοι ζη­τού­σαν α­μέ­σως πί­σω ό,τι έ­δω­σαν ίσα­με τό­τε, που ό­μως αλ­λοί­μο­νο φαί­νο­νταν νά εί­χε κιό­λας χα­θεί γιά πά­ντα.
Έ­χει λοι­πόν γί­νει αρ­κε­τά φα­νε­ρό πως α­κό­μα κι απʼ τήν αρ­χή κα­νείς κα­τά βά­θος δέν ε­πι­θυ­μού­σε αυ­τόν τόν ερ­χο­μό, ί­σα ί­σα, έ­να τέ­τοιο ενδε­χό­με­νο ή­ταν α­πο­κρου­στι­κό, εί­χε κιό­λας κα­τα­δι­κα­στεί χω­ρίς νά χρεια­στεί καμ­μιά συ­ζή­τη­ση γιʼ αυ­τό, μά­λι­στα εί­χε α­πα­γο­ρευ­τεί ε­ντε­λώς νά συ­ζη­τιέ­ται κι ό­λοι εί­χαν σιω­πη­λά συμ­φω­νή­σει πως έ­νας τέ­τοιος φό­βος θάπρε­πε νʼ α­πο­κλει­στεί, ε­πει­δή πώς αλ­λοιώς θά μπο­ρού­σαν νά συ­νε­χί­σουν τίς προ­σπά­θειές τους; Ή­ταν σχε­δόν βέ­βαιο πως α­πό και­ρό θά τίς εί­χαν ε­γκα­τα­λεί­ψει -καί τό­τε ποιά δι­καιο­λο­γί­α θά στή­ρι­ζε ε­κεί­νο γιά τό ο­ποί­ο άν καί δέν θά δί­στα­ζαν νά δε­χτούν τήν ο­λο­κλη­ρω­τι­κή τους ευ­θύ­νη γιά λο­γα­ρια­σμό του, ω­στό­σο αυ­τό δέν ε­ξα­ντλού­σε κα­θό­λου τήν ευ­θύ­νη που τού α­να­λο­γού­σε καί που παρʼ ό­λο ό­τι δέν εί­χε κά­νει τί­πο­τα γιά νά τήν προ­κα­λέ­σει, φαί­νε­ται πως αυ­τή εί­χε κιό­λας ξε­χω­ρι­στεί μέ ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή πο­λύ πρίν απʼ τήν εμ­φά­νι­σή του καί τό πε­ρί­με­νε μέ υ­πο­μο­νή στή γω­νιά της γιά νά μήν τό α­φί­σει πιά πο­τέ, πι­στή στήν φρο­ντί­δα που τής ε­μπι­στεύ­τη­καν καί που η δι­κιά του διά­θε­ση δέν φαί­νο­νταν νά μπο­ρεί νά κλο­νί­σει-, άν βρί­σκο­νταν κά­ποιος νά τούς σι­γου­ρέ­ψει γιʼ αυ­τό.
(44)
1975
Μιά φο­ρά… νά μού δεί­ξουν καί ʽ­μέ­να ό­τι έ­χουν τήν α­νά­γκη μου! Για­τί τό­τε μπο­ρώ κι ε­γώ νά κα­τα­πιέ­σω. Ε­πι­τέ­λους! Μέ μι­κρές κι­νή­σεις, μέ χει­ρο­νομί­ες που κρύ­βουν μιά σχε­δόν α­διό­ρα­τη α­πει­λή ε­γκα­τά­λει­ψης, μέ λό­για δι­φο­ρού­με­να που νʼ α­φί­νουν νά φαί­νε­ται μιά υ­πο­ψί­α α­να­χώ­ρη­σης… Νά ξέ­ρεις πως σέ θέ­λουν κι ε­κεί­νοι! Ώ, τί γλυ­κειά εκ­δί­κη­ση. Κα­θι­σμέ­νος α­νέ­με­λα μέ τή συ­ναί­σθη­ση τής δι­καιω­μα­τι­κής μου ει­σό­δου στόν χώ­ρο! Μιά φω­νή βα­θειά, ευ­χα­ρι­στη­μέ­νη βγαί­νει απʼ τό λα­ρύγ­γι μου. Εί­μαι άν­θρω­πος! Τί θρά­σος! Ε­σύ που δέν τόλ­μα­γες… Τόν βλέ­πω νά κά­θε­ται στήν πο­λυ­θρό­να μέ τήν αί­σθη­ση τής α­που­σί­ας τού κιν­δύ­νου νά διω­χτεί, χα­μο­γε­λά­ει κα­θώς τό νοιώ­θει, κα­θώς α­φί­νει αυ­τή τή ζέ­στη νά κα­τρα­κυ­λά­ει στά πό­δια του. Εί­ναι έ­νας δε­κτός. Αυ­τός! Δε­κτός! Ου­ρα­νέ! Μπο­ρεί ε­πι­τέ­λους νά εκ­βιά­σει κι αυ­τός. Χα­μο­γε­λά­ει. Στήν αί­σθη­ση πως τόν θέ­λουν. Κοι­τά­ζει α­νά­με­σα στίς φρά­σεις τών άλ­λων νά α­να­δεύ­ο­νται α­πα­λά, η­δο­νι­κά, οι πλα­τειές φυλ­λω­σιές που ξε­πη­δούν α­πό α­νά­με­σά τους τού φυ­τού που ευ­ω­διά­ζει, οι πλα­τειές πα­λά­μες τής α­νά­γκης που τόν έ­χουν. Η­δο­νι­κές, αιώ­νιες, σπά­νιες στιγ­μές… Ώ, κι ο κό­σμος που πει­νά­ει, που υ­πο­φέ­ρει, που βα­σα­νίζε­ται, που μα­τώ­νει, πώς α­που­σιά­ζει! Έ­τσι! Θά τόν φέ­ρου­με α­νά­με­σά μας τώ­ρα. Θά πο­νέ­σου­με, αρ­γά, η­δο­νι­κά, θά δα­κρύ­σου­με, κα­τά πως τού ται­ριά­ζει… Οι ε­ρω­τή­σεις που μού έ­κα­νες, οι ε­ρω­τή­σεις που μού έ­κα­νες…
(45)
1975
Εί­ναι ε­δώ καί αρ­κε­τά χρό­νια -κι ό­σο περ­νά­ει ο και­ρός σι­γου­ρεύ­ο­μαι διαρ­κώς καί πε­ρισ­σό­τε­ρο, άν καί τώ­ρα μού έ­χει γί­νει σχε­δόν α­διά­φο­ρο πιά-, εί­ναι λοι­πόν ε­δώ καί αρ­κε­τά χρό­νια που υ­πο­πτεύ­ο­μαι πως η στιγ­μή που άρ­χι­σε νά κα­τα­σκευά­ζε­ται αυ­τό τό ερ­γα­στή­ριο θά μεί­νει γιά πά­ντα βυ­θι­σμέ­νη στό σκο­τά­δι. Καμ­μιά έν­δει­ξη που θά μπο­ρού­σε νά τήν πά­ρει κα­νείς στά σο­βα­ρά δέν κα­τόρ­θω­σα νά α­πο­μο­νώ­σω με­τά α­πό τό­σες έ­ρευ­νες γύ­ρω απʼ αυ­τό τό ση­μεί­ο, καί παρʼ ό­λο που, μέ κά­ποιον ά­με­σο τρό­πο, άν καί ό­χι τό­σο φα­νε­ρό, φαί­νε­ται πως αυ­τό τό ε­ρώ­τη­μα α­πα­σχο­λεί αρ­κε­τά καί τό ί­διο τό ερ­γα­στή­ριο, ω­στό­σο κά­θε φο­ρά ί­σα­με τώ­ρα, ό­ταν μού ε­πιτρέ­πο­νταν η εί­σο­δος στό ε­σω­τε­ρι­κό του, δέν εί­δα πά­νω σʼ αυ­τό τό θέ­μα νά έ­χουν πε­τύ­χει καμ­μιά ου­σια­στι­κή πρό­ο­δο. Έ­τσι ε­νώ αυ­τό τό πο­λύ ση­μα­ντι­κό ε­ρώ­τη­μα -ση­μα­ντι­κό για­τί μέ κά­ποια πε­ρί­ερ­γη καί ε­ντε­λώς α­δι­καιο­λό­γη­τη σι­γου­ριά τό θε­ω­ρού­με κι οι δυό (κι ε­γώ καί τό ερ­γα­στή­ριο) σάν κά­τι που πί­σω του κρύ­βε­ται έ­να εί­δος μυ­στι­κής συμ­φω­νί­ας α­νά­με­σα σέ κά­ποιες μυ­στη­ριώ­δεις ε­ξέ­χου­σες φυ­σιο­γνω­μί­ες που, ά­γνω­στο για­τί, κάνο­ντας χρή­ση τής α­πε­ριό­ρι­στης ό­πως φαί­νε­ται κυ­ριό­τη­τας που εί­χαν επά­νω μας, α­πο­φά­σι­σαν νά μάς συν­δέ­σουν μʼ αυ­τό τό πε­ρί­ερ­γο πλέγ­μα α­πό νό­μους καί συμ­φω­νί­ες που ε­ξα­κο­λου­θεί α­κό­μα νά κα­νο­νί­ζει τίς σχέ­σεις μας- δέν έ­χει χά­σει τί­πο­τα απʼ τή ση­μα­σί­α του, ω­στό­σο έ­χει πιά μέ τόν και­ρό, με­τά α­πό τό­σες καί τό­σες κο­πια­στι­κές καί μά­ταιες προ­σπά­θειες, σπρω­χτεί σι­γά σι­γά μέ δια­κρι­τι­κό­τη­τα σάν έ­να σπά­νιο κι α­νε­κτί­μη­το κειμή­λιο, σέ κά­ποια μα­κρι­νή γω­νιά, ό­που α­πό ε­κεί φα­ντά­ζει σάν έ­νας α­πρόσι­τος θη­σαυ­ρός, ε­πί­φο­βος καί μοι­ραί­ος, ε­νώ ε­μείς, κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι κά­τω απʼ τή σκιά του, γυρ­νά­με αλ­λού βια­στι­κά τά μά­τια ό­ταν πέ­σουν απά­νω του, σάν πι­στοί που άν καί δέν έ­χουν χά­σει ού­τε ί­χνος απʼ τήν ευ­σέ­βειά τους, έ­χουν ω­στό­σο α­πό και­ρό πιά συ­νη­θί­σει τό­σο πο­λύ τόν θε­ό τους που κι άν ε­κεί­νος χά­νο­νταν α­πό κά­ποια ξαφ­νι­κή αι­τί­α, οι ο­ρίζο­ντες θά συ­νέ­χι­ζαν α­νυ­πο­ψί­α­στοι κι α­νε­νό­χλη­τοι τόν δρό­μο τους.
(46)
1975
Έ­χω ε­πι­τέ­λους με­τά α­πό κο­πια­στι­κές προ­σπά­θειες κα­τα­φέ­ρει νά α­πομο­νώ­σω έ­ναν δι­κό μου χώ­ρο. Εί­ναι έ­νας χώ­ρος μέ πο­λύ πε­ρί­ερ­γες ι­διό­τη­τες καί εί­ναι αυ­τές οι ί­διες οι ι­διό­τη­τές του που μέ βο­ή­θη­σαν νά τόν α­να­γνω­ρί­σω στήν αρ­χή κι έ­πει­τα σι­γά σι­γά νά τόν ξε­χω­ρί­σω ο­λό­τελα απʼ ό,τι τόν συ­νο­ρεύ­ει. Συ­χνά, ό­ταν τά α­πο­γεύ­μα­τα βγαί­νω γιά βόλ­τα έξω στήν πό­λη, κι ε­νώ γύ­ρω μου ο κό­σμος ευ­γε­νι­κά α­δια­φο­ρεί, δια­λέ­γω προ­σε­κτι­κά έ­να ση­μεί­ο απʼ ό­που μπο­ρώ ά­νε­τα νά ξε­κι­νή­σω καί μπαί­νω μέσα του. Εί­ναι έ­νας χώ­ρος ό­πως εί­πα ι­διό­τρο­πος -φαί­νε­ται πως α­πό κά­που τό έ­χει αυ­τό τό δι­καί­ω­μα- μά καί γιʼ αυ­τό ε­ξαι­ρε­τι­κά ευ­αί­σθη­τος, μέ πε­ριο­χές που α­παι­τούν ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή κι έ­τσι αρ­κε­τά δύ­σκο­λος νά τόν με­τα­χει­ρι­στεί κα­νείς. Οι συ­μπο­λί­τες μου που η ευ­γέ­νειά τους εί­ναι κα­μω­μέ­νη α­πό έ­να εί­δος ε­λα­στι­κού -γιʼ αυ­τό άλ­λω­στε καί σπά­νια τούς τυ­χαί­νει νά μήν ξα­να­γυ­ρί­σει πί­σω στό χέ­ρι που τήν έ­ρι­ξε-, δέν δεί­χνουν καμμιά διά­θε­ση νά τόν προ­σέ­ξουν καί παρʼ ό­λο που αυ­τός εί­ναι ε­κεί μπρο­στά τους, μά­λι­στα μʼ έ­ναν πε­ρί­ερ­γο τρό­πο τούς πε­ριέ­χει κι άν ό­χι αυ­τούς πάντως κά­τι που τούς μοιά­ζει, κά­τι που ο­πωσ­δή­πο­τε έ­χει δια­τη­ρή­σει ο­ρισμέ­να στοι­χεί­α που χα­ρα­κτη­ρί­ζουν α­πο­κλει­στι­κά τόν κα­θέ­να τους κι ακό­μα παρʼ ό­λο που ε­γώ δέν έ­χω καμ­μιά δύ­να­μη ώ­στε νά τούς ε­μπο­δί­σω νά μπούν, ε­νώ δέν δι­στά­ζουν νά τό κά­νουν, μʼ α­φί­νουν ω­στό­σο νά τόν μετα­χει­ρί­ζο­μαι σχε­δόν ό­πως θέ­λω. Καί γιʼ αυ­τό δέν θά πά­ψω πο­τέ νά τούς ευ­γνωμο­νώ.
Ε­δώ πιά τί­πο­τε δέν φαί­νε­ται νά μέ α­πει­λεί. Μέ ε­ξαι­ρε­τι­κή ε­πι­μέ­λεια φρο­ντί­ζω τίς α­πο­σκευές μου κά­θε τέ­τοια φο­ρά, ώ­στε νά μήν μπο­ρεί ού­τε απʼ αυ­τές νά προ­έλ­θει ο πα­ρα­μι­κρός κίν­δυ­νος. Ε­πει­δή, κι αυ­τό μού δό­θη­κε αρ­κε­τές φο­ρές η ευ­και­ρί­α νά τό δια­πι­στώ­σω κι ό­χι πά­ντα α­νώδυ­να, αυ­τός ο χώ­ρος, ό­πως άλ­λω­στε εί­πα καί πρίν, εί­ναι έ­νας χώ­ρος ι­διότρο­πος που δέν συγ­χω­ρεί ού­τε ξε­χνά εύ­κο­λα…
(47)
1975
Μή­νες τώ­ρα τυ­ραν­νιέ­μαι α­πό μιάν ά­χρη­στη υ­γεί­α. Έ­χει ε­πι­μεί­νει γιά πο­λύν και­ρό. Σκο­τώ­νει τίς δι­καιο­λο­γί­ες μου. Λές καί τή ζή­τη­σε κα­νείς κι έ­χει δι­καιώ­μα­τα. Ε­γώ τί νά τήν κα­νω τήν υ­γεί­α, τί νά ση­μα­δέ­ψω μʼ αυ­τήν, πού νά τήν ρί­ξω! Στά χέ­ρια μου εί­ναι έ­να ά­χρη­στο ερ­γα­λεί­ο, έ­να ά­χρη­στο μέ­σον, μιά με­τέ­ω­ρη προ­ϋ­πό­θε­ση. Α­νή­κει κι αυ­τή στό πλαί­σιο κι ε­γώ τό πλαί­σιο τό­χω πιά α­πό και­ρό ε­γκα­τα­λεί­ψει. Ε­πει­δή άν καί στή διευ­θέτη­σή του σπα­τά­λη­σα ό­λη μου τή ζω­ή, ω­στό­σο τό πε­ριε­χό­με­νο πά­ντα μού ξέφευ­γε καί μά­λι­στα μʼ έ­ναν τρό­πο ε­ντε­λώς προ­δο­τι­κό, για­τί ε­νώ αυ­τό ή­ταν κά­τι που ε­γώ ο ί­διος τό εί­χα το­πο­θε­τή­σει ε­κεί μέ ο­λο­έ­να καί με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή κά­θε φο­ρά ώ­στε νά δια­χω­ρί­ζε­ται τε­λεί­ως α­πό τό πλαίσιο που έ­πρε­πε νά υ­πάρ­χει μό­νο καί μό­νο γιά χά­ρη του, κά­θε φο­ρά α­να­κάλυ­πτα στή θέ­ση του τό ί­διο κε­νό που μέ συ­ντρο­φεύ­ει ό­λα αυ­τά τά χρό­νια καί μέ πα­ρα­κι­νεί, κι ε­κεί­νο εί­χε α­φε­θεί χω­ρίς κα­θό­λου σχε­δόν α­ντί­σταση νά α­πορ­ρο­φη­θεί απʼ τό πλαί­σιο, τού ο­ποί­ου τώ­ρα α­πο­τε­λεί έ­να α­κό­μα πο­λύ­τι­μο στοι­χεί­ο κι ό­που ό­πως φαί­νε­ται η θέ­ση του έ­πρε­πε νά ή­ταν ε­κεί α­πό τήν αρ­χή.
(48)
1975
“Ά­κου­σέ με λοι­πόν!”, εί­πε καί μού­δω­σε μιά μέ τόν α­γκώ­να στά πλευ­ρά που μʼ έ­κα­νε νά δι­πλω­θώ απʼ τόν πό­νο. “Έ­χει α­η­διά­σει τό­σο πο­λύ απʼ ό­λα, έ­χει σι­χα­θεί τό­σο πο­λύ τά πά­ντα, ώ­στε τώ­ρα ό­ταν ι­κα­νο­ποιού­νται οι ανά­γκες του αυ­τό τόν κου­ρά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο, μά­λι­στα τόν α­νη­συ­χεί πε­ρισ­σό­τε­ρο άν τό θέ­λεις, έ­τσι που νά εί­ναι έ­νας άν­θρω­πος που έ­χει με­τα­νοιώ­σει κιό­λας μό­λις μιά α­νά­γκη του ι­κα­νο­ποι­η­θεί καί που έ­χει φτά­σει ό­ταν οι συν­θή­κες α­πό μό­νες τους δέν ε­μπο­δί­ζουν, ο­πό­τε φρο­ντί­ζει νά μή τίς βιά­ζει κα­θό­λου, αλ­λά α­ντί­θε­τα ευ­νο­ούν μιά τέ­τοια ι­κα­νο­ποίη­ση, νά προ­σπα­θεί νά τίς ε­πη­ρε­ά­σει μʼ έ­ναν τρό­πο α­ντί­θε­το πρός τό φανε­ρό του συμ­φέ­ρον. Πολ­λές φο­ρές τόν έ­χω πιά­σει νά προ­σπα­θεί νά ε­πι­βρα­δύνει μιά τέ­τοια εκ­πλή­ρω­ση καί νʼ α­φί­νει τήν α­νά­γκη του νά τρι­γυρ­νά ό­πως τό α­δέ­σπο­το σκυ­λί γύ­ρω α­πό έ­να κομ­μά­τι κρέ­ας που, ε­κτε­θει­μένο σέ μιά τό­σο εμ­φα­νή με­ριά -μιά λεί­α τό­σο εύ­κο­λη γιά μιά τέ­τοια πεί­να, ώστε νά κά­νει α­βά­στα­χτη καί τήν πιό δι­καιο­λο­γη­μέ­νη α­να­μο­νή-, θά εί­χε κλο­νί­σει τό έν­στι­κτο α­κό­μα κι ε­νός προι­κι­σμέ­νου α­λή­τη ο ο­ποίος, πί­σω α­πό κά­θε ευ­γε­νι­κή προ­σφο­ρά, καί πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­κό­μα πί­σω απʼ αυ­τές τής ί­διας τής τύ­χης, έ­χει μά­θει νά δια­κρί­νει τό ύ­που­λο δη­λητή­ριο που ε­νε­δρεύ­ει… Έ­τσι τώ­ρα πι­στεύ­ει πως πί­σω α­πό μιά σει­ρά α­πό α­τέ­λειω­τες α­να­μο­νές που συ­νε­χώς προ­κα­λεί προ­σε­κτι­κά καί μέ τέ­χνη, θά κα­τά­φερ­νε νά δρα­πε­τεύ­σει έ­στω καί γιά λί­γο πρός μιά πε­ριο­χή, αλ­λοί­μονο, πλή­ξης (για­τί καί τί άλ­λο πιά πε­ρισ­σεύ­ει;) που ε­πι­τέ­λους θά τού α­νήκε, χω­ρίς νά λο­γα­ριά­ζει άν θά τόν α­κο­λου­θού­σε ο υ­πό­λοι­πος ε­αυτός του­· άν καί στό τέ­λος σχε­δόν πά­ντα θά βρε­θεί η ά­κρη τού φο­ρέ­μα­τος κά­ποιας ελ­πί­δας που κά­νει τήν βόλ­τα της ε­κεί κο­ντά καί που συ­νή­θως μέ μιάν ύ­πο­πτη παρ­θε­νι­κή α­να­με­λιά α­φί­νει νά λυ­θεί η ζώ­νη της (ό­ταν ε­κεί­νος έ­χει σχε­δόν τε­λεί­ως ε­πι­βλη­θεί κι ό­λη η συ­ντρο­φιά, γο­η­τευμέ­νη α­πό τά ε­πι­χει­ρή­μα­τα τής πε­νί­ας του, α­να­κα­λύ­πτει ξαφ­νι­κά πως δέν τής μέ­νει πιά τί­πο­τα νά χά­σει, κι αυ­τός, έ­χο­ντας έ­τσι α­πα­γο­ρεύ­σει νά τόν α­κο­λου­θούν αρ­χί­ζει κιό­λας νά α­πο­σύ­ρε­ται) ώ­στε νά τόν πα­ρα­σύρει… Αλ­λά ό­πως κι άν έ­χει τό πράγ­μα δέν μπο­ρώ πα­ρά νά τόν συγ­χω­ρώ, για­τί σάν ύ­παρ­ξη φλο­γε­ρή που εί­ναι έ­χει α­πο­φα­σί­σει νά δια­φθα­ρεί ί­σα­με τό τέλος, άν καί δέν εί­ναι ού­τε καί τώ­ρα, με­τά α­πό τό­σες προ­σπά­θειες κα­θό­λου μυ­η­μέ­νος στή δια­φθο­ρά. Κι άν έ­χει α­πο­γο­η­τευ­θεί πολ­λές φο­ρές γιʼ αυ­τό, ω­στό­σο τόν προ­τρέπω νά συ­νε­χί­σει, ε­πει­δή ε­δώ καί τό­σον και­ρό πιά αυ­τός εί­ναι ο μό­νος λό­γος που ζού­με μα­ζύ, κι άν καί δέν φαί­νε­ται πως θά μπο­ρού­σα νά εί­χα δια­λέ­ξει άλ­λον σύ­ντρο­φο τήν ε­πο­χή ε­κεί­νη που παίρ­νο­νταν οι α­πο­φά­σεις, η πα­ρου­σί­α του δί­πλα μου εί­ναι α­βά­στα­χτη για­τί ε­κεί­νος εί­ναι που έ­χει μπο­λια­στεί μʼ αυ­τήν τήν κα­τα­στρε­πτι­κή α­γνό­τη­τα που τόν δια­χέ­ει ί­σα­με τό με­δού­λι τών κοκ­κά­λων του καί που είναι τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­πι­κίν­δυ­νη καί γιά τούς δυό μας ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο κι οι δυό α­να­γνω­ρί­ζου­με πως τί­πο­τα τό α­γνό δέν υ­πάρ­χει σʼ αυτόν τόν κό­σμο. (Α­φού καί τό νά δια­φθα­ρεί κα­νείς έ­χει κα­τα­ντή­σει στίς μέ­ρες μας τό­σο δύ­σκο­λο, ό­πως άλ­λω­στε καί κά­θε προ­νό­μιο που θά μπο­ρού­σε νά δώσει τήν δύ­να­μη τής ε­κλο­γής σέ πε­ριο­χές που αυ­στη­ρά α­πα­γο­ρεύ­ο­νται γιά λό­γους που μάς δια­φεύ­γουν).
Φαί­νε­ται λοι­πόν πως εί­μα­στε κι οι δυό θύ­μα­τα μιάς πε­ρί­ερ­γης α­πά­της. Καί τό ό­τι τήν έ­χου­με ε­δώ καί αρ­κε­τόν και­ρό α­ντι­λη­φθεί πιά καί σχε­δόν δέν έ­χει γιά μάς κα­νέ­να μυ­στι­κό ο τρό­πος που λει­τουρ­γεί, δέν μάς βο­η­θά κα­θό­λου. Για­τί άν καί δέν μάς λεί­πουν τά ό­πλα νά τήν πο­λε­μή­σου­με, άν καί μάς α­πο­κα­λύ­φθη­κε αρ­κε­τά νω­ρίς -εί­νʼ η α­λή­θεια πως πο­τέ της δέν έ­δω­σε με­γά­λη ση­μα­σί­α σʼ αυ­τά που θά μπο­ρού­σαν νά τήν κρύ­ψουν, ί­σα ί­σα μʼ έ­ναν ε­ντε­λώς α­δι­καιο­λό­γη­το τρό­πο φαί­νε­ται πως αυ­τό κα­θό­λου δέν τήν ε­νο­χλεί, μά­λι­στα ε­πι­διώ­κει σχε­δόν προ­κλητι­κά τήν α­να­κά­λυ­ψή της- ώ­στε νά μάς δο­θεί ο και­ρός νά προ­ε­τοι­μα­στούμε καί νά κα­ταρ­τί­σου­με τά πο­λε­μι­κά μας σχέ­δια, κι ο α­γώ­νας έ­χει αρ­χί­σει α­πό ε­πο­χές που δέν θυ­μό­μα­στε πιά, εί­ναι τώ­ρα αρ­κε­τός και­ρός που έ­χου­με ε­γκα­τα­λεί­ψει κά­θε ελ­πί­δα. Ε­πει­δή μιά καί μό­νο μέσʼ στήν α­γνό­τη­τα νοιώ­θου­με νά μάς χα­μο­γε­λούν οι ευ­τυ­χι­σμέ­νες ε­κεί­νες στιγ­μές που μάς υ­πο­σχέ­θη­καν, κι α­φού δέν εί­μα­στε φτιαγ­μέ­νοι πα­ρά γιʼ αυ­τήν, ξέ­ρου­με πιά κα­λά πως ο δρό­μος που ο­δη­γεί κο­ντά της εί­ναι ο δρό­μος τής δια­φθο­ράς, κι αυ­τή η ε­πί­γνω­ση εί­ναι ε­κεί­νο που μάς έχει συ­ντρί­ψει. Ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο δια­φθει­ρό­μα­στε, τό­σο τήν πλη­σιά­ζου­με, σχεδόν δέν μάς μέ­νει πα­ρά έ­να βή­μα γιά νά τήν φτά­σου­με κά­θε φο­ρά, αλ­λά καί τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­κεί­νη αρ­νεί­ται τώ­ρα νά μάς δε­χτεί. Για­τί καί πώς είναι δυ­να­τόν νά ε­πι­τρέ­ψει νά τήν μο­λύ­νουν μʼ έ­ναν τέ­τοιο τρό­πο; Αυ­τής τά χέ­ρια της εί­ναι πά­ντα κα­θα­ρά κι άν κι η α­γκα­λιά της έ­χει μεί­νει παρ­θέ­να πε­ρι­μέ­νο­ντάς μας, εί­ναι τώ­ρα που αρ­νεί­ται ό,τι μάς έ­φε­ρε κο­ντά της: τήν διε­φθαρ­μέ­νη συ­νεί­δη­σή μας, ό,τι δη­λα­δή ε­μείς δέν μπο­ρού­με ού­τε γιά μιά στιγ­μή νά ε­γκα­τα­λεί­ψου­με. Ε­πει­δή άν καί ε­κεί­νη θά μπο­ρού­σε νά μάς δε­χτεί χω­ρίς αυ­τήν -μά­λι­στα φαί­νε­ται νά τό ε­πι­θυ­μεί μέ ό­λο της τό εί­ναι-, ε­μείς χω­ρίς αυ­τή τή συ­νεί­δη­ση δέν θά μπο­ρού­σα­με κα­θό­λου νά τήν χαρού­με. Αυ­τή εί­ναι ό,τι πιό πο­λύ­τι­μο έ­χου­με, τό μέ­τρο τής δια­φθο­ράς της δικαιώ­νει σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τήν ύ­παρ­ξή μας καί πώς θά μπο­ρού­σα­με νά κά­νου­με χω­ρίς αυ­τήν; Άν καί προ­σπα­θή­σα­με νά τήν α­πο­κτή­σου­με γιά τό χα­τί­ρι καί μό­νο τής α­γνό­τη­τας -καί παρʼ ό­λο που εί­ναι α­λή­θεια πως πο­τέ καμ­μιά χει­ρο­πια­στή εγ­γύ­η­ση δέν μάς δό­θη­κε α­πό που­θε­νά, κα­νέ­νας ω­στό­σο δέν αμ­φέ­βαλ­λε, (μά­λι­στα στίς δύ­σκο­λες ώ­ρες του δέν δί­στα­ζε κα­θό­λου νά τήν ε­πι­κα­λε­στεί), γιά τήν σιω­πη­λή, μή­τε καί μείς δέν κά­να­με λό­γο πο­τέ γιʼ αυτή, προ­ϋ­πό­θε­ση που μάς κα­θη­σύ­χα­ζε καί μάς ε­ξα­σφά­λι­ζε έ­να σκο­πό α­πρόσβλη­το α­πό τά ο­ποια­δή­πο­τε μέ­σα του-, τώ­ρα φαί­νε­ται πως έ­χου­με πα­γι­δευ­τεί μέ­σα της μʼ έ­ναν τρό­πο που εί­ναι πο­λύ πι­θα­νό πως ή­ταν η μο­να­δι­κή μας ευ­και­ρί­α, τό μό­νο που θά μπο­ρού­σε νά μάς συν­δέ­σει καί που δέν ω­φε­λεί κα­θό­λου νά τού α­ντι­στε­κό­μα­στε. Ί­σα ί­σα φαί­νε­ται πως πρέ­πει μέ ο­λο­ένα καί πε­ρισ­σό­τε­ρη διά­θε­ση νά τόν υ­πη­ρε­τού­με. Για­τί ό­λα δεί­χνουν πως δέν έ­χου­με κα­νέ­ναν άλ­λο τρό­πο α­πό τό νά προ­σπα­θού­με νά εί­μα­στε συ­νε­χώς καί πε­ρισ­σό­τε­ρο, ο­λο­έ­να καί καλ­λί­τε­ρα θύ­μα­τα αυ­τής τής α­πά­της. Επει­δή γί­νε­ται ο­λο­έ­να καί πιό φα­νε­ρό πως ε­μείς δέν εί­μα­στε πα­ρά η εκ­δί­κη­ση που αυ­τό τό τε­ρα­τώ­δι­κο παι­χνί­δι βάλ­θη­κε νά ε­πι­στρέ­ψει σέ ʽκεί­νους που τό έ­χουν σκα­ρώ­σει καί πως άν θά μπο­ρού­σε πο­τέ νά εμ­φα­νι­στεί κά­ποια σο­βα­ρή ελ­πί­δα γιά μάς, αυ­τή θά προ­έρ­χο­νταν μέ­σα απʼ αυ­τή τήν ίδια τήν α­πά­τη, α­φού μέ­χρι τώ­ρα ό­σο προ­σε­κτι­κά κι άν ψά­ξα­με δέν βρή­καμε νά υ­πάρ­χει τίποτʼ άλ­λο στόν κό­σμο ε­κτός απʼ αυ­τή.
Γιά ό­λα αυ­τά λοι­πόν πρέ­πει καί σύ νά υ­πο­φέ­ρεις μα­ζύ μέ μάς, ό­πως κι εμείς υ­πο­φέ­ρου­με γιά σέ­να, καί μα­λι­στα ε­σύ πε­ρισ­σό­τε­ρο καί πιό ο­δυνη­ρά. Για­τί σʼ ό­λο αυ­τό τό διά­στη­μα τής δο­κι­μα­σί­ας η εκ­δί­κη­ση εί­ναι τό μό­νο που μπο­ρεί νά γλυ­κά­νει τίς στιγ­μές μας, καί κα­θώς οι δη­μιουρ­γοί σου μάς δια­φεύ­γουν, δέν α­πό­μει­νες πα­ρά μο­νά­χα ε­σύ γιά νά ε­πω­μι­σθείς τή δι­κιά τους ευ­θύ­νη. Α­λή­θεια τί­πο­τα δέν μπο­ρεί νά σέ α­να­κου­φί­σει. Ε­πει­δή ε­κεί­νοι σʼ ε­γκα­τέ­λει­ψαν φεύ­γο­ντας μʼ αυ­τόν τόν ε­παί­σχυ­ντο τρό­πο που σέ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τώ­ρα ο­λό­κλη­ρο. Μέ τό ε­ξευ­τε­λι­στι­κό ση­μεί­ο τής δια­κο­πής που σέ στιγ­μα­τί­ζει, μέ τήν προ­δο­τι­κή κα­τα­δί­κη σου ώ­στε νά μήν μπο­ρείς νά α­κο­λου­θείς έ­στω καί ση­μα­δε­μέ­νος μʼ αυ­τό παρʼ ό­λο που θά σέ υ­πο­χρέ­ω­νε νά δια­τη­ρείς τήν α­πό­στα­ση, τί ά­ρα­γε καλ­λί­τε­ρο θά μπο­ρού­σες νά ευ­χη­θείς; Ε­κεί­νοι α­πεί­λη­σαν τίς αμ­φι­βο­λί­ες που σάς συγγέ­νευαν καί που δέν μπο­ρού­σαν νά α­πο­σπά­σουν α­πό πά­νω σου καί σού κλη­ρο­νό­μη­σαν έ­τσι βε­βαιό­τη­τες μέ τήν ε­ντο­λή νά πα­ρα­μορ­φώ­νου­ν· αυ­τοί έχουν λυ­γί­σει ύ­που­λα τούς δρό­μους που τώ­ρα μάς πα­ρα­πλα­νούν. Ί­σως νά χρειάζε­ται νά πε­ρά­σου­με α­πό μέ­σα σου, ί­σως χρεια­στεί νά σέ στα­μα­τή­σου­με εντε­λώς, καί νά­σαι σί­γου­ρος πως δέν θά δι­στά­σου­με νά τό κά­νου­με. Εί­σαι τό μονα­δι­κό πα­ρά­θυ­ρο που μάς α­πο­μέ­νει με­τά α­πό τό­σες καί τό­σες α­πορ­ρίψεις καί δέν μπο­ρείς νά τό κρα­τάς κλει­στό, έ­στω κι άν αυ­τό γί­νε­ται πα­ρά τή θέ­λη­σή σου. Καί θά­ταν καί γιά σέ­να μιά α­να­κού­φι­ση, α­κό­μα καί μιά χα­ρά, νά α­νοι­χτεί διά­πλα­τα αυ­τό τό τε­λευ­ταί­ο α­πό­στη­μα”.
(49)
1975
“Κοί­τα­ξε λοι­πόν”, μού εί­πε κι έ­σκυ­ψε προ­σε­κτι­κά πά­νω απʼ τό με­γά­λο τραπέ­ζι. “Α­κο­λού­θη­σα πι­στά τίς ο­δη­γί­ες σου. Τί­πο­τα δέν ά­φι­σα νά γί­νει στήν τύ­χη, κι αυ­τό στά­θη­κε τό­σο δύ­σκο­λο ώ­στε στʼ α­λή­θεια δέν μπο­ρώ νά σέ βεβαιώ­σω πα­ρά μό­νο γιά τήν πρό­θε­σή μου. Ε­δώ εί­ναι κρα­τη­μέ­νες ό­λες οι ση­μειώ­σεις που μού χρειά­στη­καν, κα­θώς καί οι δι­κές σου υ­πο­δεί­ξεις που τίς έ­χω φυ­λά­ξει ό­πως μπο­ρείς νά δείς μέ προ­σο­χή. Ε­πει­δή η δου­λειά μου τε­λειώ­νει πιά ε­δώ κι ε­πει­δή ε­γώ έ­πρε­πε νά έ­χω κιό­λας φύ­γει, σέ φώ­να­ξα γιά νʼ α­κού­σω τίς τε­λευ­ταί­ες σου πα­ρα­τη­ρή­σεις.
Ό,τι μάς συν­δέ­ει, δη­λα­δή η κα­τα­σκευ­ή ε­νός πε­ριε­χο­μέ­νου ι­κα­νού νά α­ντι­στα­θεί σʼ αυ­τό τό πλαί­σιο που α­πορ­ρο­φά διαρ­κώς ό,τι πε­ριέ­χει, έχει χά­σει πιά τό νό­η­μά του α­φού κι οι δυό κα­τα­λα­βαί­νου­με τή μα­ταιό­τητα αυ­τής τής προ­σπά­θειας, κι έ­χει έρ­θει ο και­ρός νά χω­ρί­σου­με. Πρέ­πει νά φύ­γω καί τό ξέ­ρεις κα­λά πως δέν μπο­ρείς νά μέ κρα­τή­σεις. Η διά­θε­σή σου, έ­τσι που έ­χου­με γε­λα­στεί κι οι δυό, δέν μπο­ρεί πιά νά μέ συ­γκι­νή­σει -τήν δι­κιά μου τήν έ­χω κιό­λας ε­ντε­λώς πα­ρα­με­ρί­σει-, κι α­πο­φά­σι­σα νά δε­χτώ ε­κεί­νο που δέν μπο­ρώ νʼ αλ­λά­ξω. Θά φύ­γω λοι­πόν, α­φού ό­μως σού ζη­τήσω νά κα­τα­στρέ­ψου­με μα­ζύ ό,τι έ­χου­με δη­μιουρ­γή­σει ί­σα­με τώ­ρα. Α­πό ʽκεί καί πέ­ρα εί­σαι ε­λεύ­θε­ρος νά κά­νεις ό,τι νο­μί­ζεις. Ό­σο γιά μέ­να δέν πρόκει­ται νά δε­χτώ πο­τέ ξα­νά μιά σχέ­ση που ό,τι κι άν δη­μιουρ­γεί, έ­χει α­να­λάβει α­πό πρίν σιω­πη­λά τήν υ­πο­χρέ­ω­ση νά ε­πι­τρέ­πει νά τής ε­πι­βάλ­λε­ται, α­πό νό­μους που έ­χουν α­παι­τή­σει νά γί­νει δε­κτή η ι­σχύς τους πρώ­τα καί με­τά α­να­κοι­νώ­νουν συ­νή­θως τό πε­ριε­χό­με­νό τους που φαί­νε­ται νά ε­ξυ­πη­ρε­τεί συμ­φέ­ρο­ντα που μάς α­πο­κρύ­βο­νται μέ πεί­σμα”. Τώ­ρα η φω­νή του εί­χε πά­ρει έ­ναν τό­νο ορ­γής κι α­πό­φευ­γε στα­θε­ρά νά μέ κοι­τάξει. “Θά μπο­ρού­σα νά προ­σπα­θή­σω γιά μιά α­κό­μα φο­ρά, πρίν α­πό λί­γο τό­ ʽχα κιό­λας σχε­δόν α­πο­φα­σί­σει πως θά κα­τά­φερ­ναν εύ­κο­λα νά μέ πεί­σουν τά λόγια σου, αλ­λά δέν έ­χει νό­η­μα, δέν έ­χει νό­η­μα”, φώ­να­ξε ξαφ­νι­κά χτυ­πώ­ντας τή γρο­θιά του. “Εί­σαι κι ε­σύ τε­λεί­ως δη­λη­τη­ρια­σμέ­νος. Η μό­λυν­ση δέν είναι κά­τι που πε­ρι­μέ­νει νά τήν συ­να­ντή­σου­με στό δρό­μο μας. Εί­ναι ε­κεί­νη που έ­χει ε­ξα­πο­λυ­θεί σʼ έ­να α­νε­λέ­η­το κυ­νη­γη­τό στά ί­χνη μας. Κι άν ακό­μα τό­θε­λες δέν μπο­ρεί νά τής έ­χεις ξε­φύ­γει. Άλ­λω­στε τήν ώ­ρα που πλη­ρο­φορή­θη­κες γιά τήν ύ­παρ­ξή της, τό­τε που συ­να­ντη­θή­κα­με γιά πρώ­τη φο­ρά, ε­κείνη εί­χε πά­ψει κιό­λας α­πό και­ρό νά εί­ναι έ­νας κίν­δυ­νος. Εί­χε διεισ­δύ­σει πιά ο­λο­κλη­ρω­τι­κά σέ ό,τι μάς πε­ριέ­βαλ­λε, α­κό­μη κι ε­μείς, κοι­τά­ζοντας ο έ­νας τόν άλ­λον, βλέ­πα­με νά δια­χέ­ε­ται α­πό μέ­σα μας καί δέν χρειά­στη­κε πα­ρά μιά στιγ­μή γιά νά δια­πι­στώ­σου­με πως αυ­τή ή­ταν ο κοι­νός μας πα­ρο­νο­μα­στής, τό ση­μεί­ο α­να­γνω­ρί­σε­ως που μάς ε­πέ­τρε­ψε νά πλη­σιά­σου­με ο έ­νας τόν άλ­λον. Καί νά τό α­πο­τέ­λε­σμα. Νά ό,τι κα­τά­φε­ρε νά πε­ρισ­σέ­ψει α­πό τή σχέ­ση μιάς ο­λό­κλη­ρης ζω­ής”.
“Ά­κου­σέ με”, εί­πα καί τόν έ­πια­σα ε­λα­φριά απʼ τό μπρά­τσο. “Έ­χου­με τό­σον και­ρό νά συ­να­ντη­θού­με. Καί κά­θε φο­ρά φεύ­γο­ντας, παρʼ ό­λο που δέν τό ο­μολο­γού­σα­με, μάς βα­σά­νι­ζε τό εν­δε­χό­με­νο μιάς και­νούρ­γιας συ­νά­ντη­σης που φαί­νο­νταν πως δέν θά μπο­ρού­σα­με νά α­πο­φύ­γου­με. Κά­θε φο­ρά, ο­λο­έ­να καί μέ με­γα­λύ­τε­ρη ευ­κο­λί­α, δια­κρί­να­με τό α­να­πό­φευ­κτο τέ­λος που, παρʼ όλες μας τίς προ­σπά­θειες, παρʼ ό­λη τήν προ­στα­σί­α που τού εί­χα­με υ­πο­σχεθεί, φαί­νο­νταν νά πε­ρι­μέ­νει ε­κεί­νο που εί­χα­με δια­λέ­ξει γιά πε­ριε­χό­μενο, έ­τσι που εί­χα α­να­ρω­τη­θεί συ­χνά μή­πως εί­χα­με πιά χά­σει τήν ι­κα­νότη­τα νά δια­χω­ρί­ζου­με τά μέ­σα α­πό τόν σκο­πό, ή μή­πως -κι αυ­τό ή­ταν μιά ακό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο ο­δυ­νη­ρή υ­πο­ψί­α- ε­κεί­νο που έ­φται­γε δέν ή­ταν παρά η αρ­χι­κή μας πλά­νη νά δε­χτού­με ό­τι θά εί­μα­σταν ι­κα­νοί κά­πο­τε νά τό πε­τύ­χου­με, ό­ταν μά­λι­στα δέν υ­πήρ­χε τί­πο­τα που νά δι­καιο­λο­γεί μιά τέ­τοια ελ­πί­δα­· συ­να­ντη­θή­κα­με στή διάρ­κεια τής πρώ­της α­να­γνώ­ρι­σης αυ­τής τής αυ­τα­πά­της που μέ­σα της εί­χαν κα­τα­φέ­ρει τό­σο ω­ραί­α νά μάς βολέ­ψουν, ό­πως εί­πες καί σύ, καί που α­πό τό­τε τό μό­νο που άλ­λα­ξε ή­ταν τό ότι τώ­ρα συ­νο­δεύ­ο­νταν α­πό τήν ε­πί­γνω­σή μας γιʼ αυ­τήν, πράγ­μα που δέν φαί­νε­ται ε­δώ καί τό­σον και­ρό νά έ­χει έ­στω καί στό ε­λά­χι­στο κλο­νί­σει τή θέ­ση της. Εί­ναι πιά αρ­κε­τός και­ρός που έ­χω συμ­φω­νή­σει μα­ζύ σου πως έ­χει κα­τα­στρα­φεί κά­θε νό­η­μα γύ­ρω απʼ αυ­τήν τήν ι­στο­ρί­α, πως δέν δια­κρίνε­ται πιά που­θε­νά έ­στω καί η πιό α­σή­μα­ντη ελ­πί­δα, αλ­λά παρʼ ό­λα αυ­τά ε­γώ δέν δέ­χο­μαι νά α­πο­γο­η­τευ­θώ. Ξέ­ρω πο­λύ κα­λά ό­τι α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό κα­θε μου προ­σπά­θεια θά ε­ξα­κο­λου­θή­σω νά λει­τουρ­γώ ό­πως πά­ντα, υ­πα­κού­ο­ντας δη­λα­δή στόν φό­βο τού με­γα­λύ­τε­ρου κιν­δύ­νου τής κά­θε φο­ράς κι ό­τι εί­ναι πιά πο­λύ αρ­γά, σχε­δόν δέν μπο­ρώ κα­θό­λου νά φα­ντα­στώ πώς θά ήταν δυ­να­τό νά κι­νη­θώ χω­ρίς νά υ­πα­κού­ω σέ κά­ποιον φό­βο -μιά τέ­τοια κί­νηση μού εί­ναι ε­ντε­λώς α­δύ­να­το νά τήν συλ­λά­βω-, αλ­λά α­πό τήν άλ­λη μεριά ξέ­ρω τό ί­διο κα­λά πως δέν θά πά­ψω πο­τέ νά ο­ρα­μα­τί­ζο­μαι μιά λει­τουργί­α ε­ντε­λώς α­παλ­λαγ­μέ­νη απʼ αυ­τόν, που α­κρι­βώς τό ό­τι θά εί­ναι ε­πι­τέ­λους αυ­θαί­ρε­τη θά μού ε­ξα­σφα­λί­σει έ­να πε­ριε­χό­με­νο που τό πλαίσιο θά εί­ναι α­νί­κα­νο νά α­πορ­ρο­φή­σει. Δέν έ­χω στʼ α­λή­θεια τί­πο­τα που νά μέ σι­γου­ρεύ­ει πως κά­πο­τε θά γί­νει αυ­τό -πά­νω σʼ αυ­τό τό θέ­μα δέν χρειάζε­ται νά ε­πι­μέ­νεις- καί δέν μέ­νει τί­πο­τα γιά νά μέ κρα­τά σʼ αυ­τήν τήν απα­γο­ρευ­μέ­νη πε­ριο­χή ε­κτός α­πό τήν άρ­νη­σή μου νά δε­χτώ ό,τι μού α­παγο­ρεύ­ε­ται νʼ α­πο­φύ­γω. Δέν ε­ξε­τά­ζω κα­θό­λου άν έ­χω τό δι­καί­ω­μα νά αρνού­μαι ή άν αυ­τό θά μπο­ρού­σε νά ω­φε­λή­σει σέ τί­πο­τα έ­τσι που έ­χουν φτάσει τά πράγ­μα­τα -καί τί ά­ρα­γε θά μπο­ρού­σε νά εί­χε ε­μπο­δί­σει μιά τέ­τοια κα­τά­λη­ξη!-, ε­κεί­νο που έ­χει γιά μέ­να ση­μα­σί­α, αυ­τό που δέν μπο­ρούν νά μού πά­ρουν ό­σο ύ­που­λες κι άν εί­ναι οι μέ­θο­δοι που χρη­σι­μο­ποιούν, εί­ναι αυτή η αυ­θαι­ρε­σί­α, η μο­να­δι­κή μου ι­διο­κτη­σί­α που έ­ξω α­πό κά­θε πρόβλε­ψη α­να­κά­λυ­ψα πως κα­τεί­χα μʼ έ­ναν α­νε­ξή­γη­το α­κό­μη καί γιʼ αυ­τούς τρό­πο καί που παρʼ ό­λο ό­τι εί­ναι αυ­τή που πά­νω της συ­γκε­ντρώ­θη­καν ό­λες οι λυσ­σα­σμέ­νες τους προ­σπά­θειες, ό­λη η συ­ντρι­πτι­κή υ­πε­ρο­χή τών ε­πι­θε­τι­κών τους δυ­να­το­τή­των, ω­στό­σο φαί­νε­ται ό­τι τί­πο­τα δέν μπο­ρεί νά τήν κλο­νί­σει, τί­πο­τα δέν μπο­ρεί νά μέ κά­νει νά τήν λη­σμο­νή­σω -άν καί συχνά κα­τά­φε­ραν γιά με­γά­λα δια­στή­μα­τα νά τήν σκε­πά­σουν μέ ο­λό­κλη­ρα στρώ­μα­τα α­πό προ­σε­κτι­κές δι­καιο­λο­γί­ες καί ε­πι­δέ­ξια δια­λεγ­μέ­να προ­σχήμα­τα έ­τσι που νά μήν φαί­νε­ται σχε­δόν κα­θό­λου-. Μέ κά­ποιον τρό­πο αυ­τή κι ο ε­αυ­τός μου ταυ­τί­ζο­νται καί γιʼ αυ­τόν α­κρι­βώς τόν λό­γο, πα­ρά τίς τόσες ελ­πί­δες που δια­ψεύ­σθη­καν καί τή μα­κρυά σει­ρά τών α­πο­τυ­χη­μέ­νων προ­σπα­θειών που ά­φι­σε πί­σω της η ζω­ή μου, ε­ξα­κο­λου­θώ νά ε­πι­μέ­νω. Γιʼ αυ­τό κι άν α­κό­μα ε­σύ έ­χεις α­πο­φα­σί­σει έ­τσι α­με­τά­κλη­τα νά φύ­γεις εί­μαι σί­γου­ρος ό­τι θά σέ συ­να­ντή­σω ξα­νά. Για­τί έ­στω κι άν δε­χτώ σάν μιά σπον­δή στόν χω­ρι­σμό μας νά κα­τα­στρα­φεί αυ­τό τό πλαί­σιο που έ­χει α­πορρο­φή­σει μέ­σα του τό­σους κό­πους καί θυ­σί­ες, τό­ση ζω­ή που ξο­δεύ­τη­κε στήν προ­σπά­θεια νά τού δώ­σει κά­ποιο πε­ριε­χό­με­νο που δέν θά κλο­νι­ζό­ταν ύ­στε­ρα α­πό λί­γο καί δέν θά αυ­το­μο­λού­σε έ­τσι προ­δο­τι­κά στόν έ­χθρό γιά νά γί­νει έ­να α­κό­μα πε­ρί­τε­χνο στο­λί­δι στήν πρό­σο­ψή του, δέν θά μπο­ρέ­σω πο­τέ νʼ α­παλ­λα­γώ α­πό τά συ­ντρίμ­μια του -ού­τε άλ­λω­στε κι ε­σύ θά μπο­ρού­σες νά έχεις μιά τέ­τοια εύ­κο­λη ελ­πί­δα-, καί εί­ναι αυ­τά που μέ­σα τους α­πό ʽ­δώ καί πέ­ρα θά υ­πο­χρε­ω­θώ νά κι­νού­μαι. Δέν μού ε­πι­τρέ­πε­ται νά ζώ χω­ρίς κάποιο πε­ριε­χό­με­νο -ού­τε κι ε­σύ άλ­λω­στε εί­σαι κα­τα­σκευα­σμέ­νος δια­φο­ρετι­κά-, κι έ­να ο­ποιο­δή­πο­τε πε­ριε­χό­με­νο πρίν δε­χτεί κάν νά ε­πι­τρέ­ψει νά τό συ­ζη­τή­σουν α­παι­τεί τήν πα­ρου­σί­α ε­νός πλαι­σί­ου, έ­στω κι άν αυ­τό εί­ναι έ­νας σω­ρός α­πό συ­ντρίμ­μια ό­που κά­τω τους θά­βε­ται μέ­ρα μέ τή μέ­ρα υ­ψώ­νο­ντάς τον θριαμ­βευ­τι­κά μιά ζω­ή που φεύ­γει υ­πά­κουα κυ­νη­γη­μέ­νη σά σκυ­λί απʼ τά χέ­ρια μου που μά­ταια προ­σπα­θούν νά τήν συ­γκρα­τή­σουν. Δέχο­μαι λοι­πόν ο,τι­δή­πο­τε ε­σύ ε­πι­θυ­μείς καί θά κά­νω άν τό θέ­λεις πρώ­τος ε­γώ την αρ­χή γιά τήν κα­τα­στρο­φή τού πλαι­σί­ου, προ­σφέ­ρο­ντάς του τό τε­λευ­ταί­ο μας πε­ριε­χό­με­νο”.
“Ε­πι­θυ­μώ έ­να πε­ριε­χό­με­νο χω­ρίς πλαί­σιο”, εί­πε καί στό ση­κω­μέ­νο χέ­ρι του που κρα­τού­σε τό σφυ­ρί δέν υ­πήρ­χε ί­χνος δι­σταγ­μού. Έ­να πε­ριε­χό­με­νο που θά α­πορ­ρο­φά ο,τι­δή­πο­τε ε­πι­χει­ρή­σει νά τό πε­ρι­βάλ­λει καί που ο­δη­γώ­ντας με ο­λό­κλη­ρον σέ κά­θε με­τα­βο­λή μου χω­ρίς τί­πο­τα νά μού πε­ρισσεύ­ει, θά α­πα­ντά δί­χως φό­βο στίς πρω­ϊ­νές κα­λη­μέ­ρες τών δι­πλα­νών μου εκ­θέ­το­ντάς με στήν κοι­νή θέ­α πρός α­να­γνώ­ρι­ση”. Εί­πε καί χτύ­πη­σε.
(50)
1975
Πέ­ρα­σε ο και­ρός ό­που ή­ταν δύ­σκο­λο, σχε­δόν α­δύ­να­το, κι ό­που λί­γοι, πολύ λί­γοι μπο­ρού­σαν νά ε­κτι­μή­σουν μιά κα­κή πρά­ξη. Χρειά­στη­κε κό­πος, προσπά­θειες που στοί­χι­σαν ό,τι πιό ευ­γε­νι­κό υ­πήρ­χε α­νά­με­σά μας, ώ­σπου νά τολ­μή­σου­με νά α­φε­θού­με, ώ­σπου νά δε­χτού­με νά δι­δα­χτού­με απʼ τό κακό. Τό­σα χρό­νια η μέ­θο­δος τού παι­χνι­διού που παί­ζο­νταν σέ βά­ρος μας ήταν ε­κεί μπρο­στά μας χω­ρίς σχε­δόν τί­πο­τα νά τήν κρύ­βει κι ό­μως κα­νείς δέν ή­θε­λε νά τήν δεί, ό­λοι κρα­τού­σαν σφι­χτά κλει­στά τά μά­τια τους ε­πι­μέ­νοντας νά μέ­νουν πι­στοί στούς κα­νό­νες, προ­τι­μώ­ντας τόν γε­μά­το αί­γλη θά­νατο ε­νός τί­μιου παί­χτη α­πό μιάν ά­τι­μη νί­κη. Ναί. Μεί­να­με γιά πά­ρα πο­λύν και­ρό κα­λοί. Γιά πά­ρα πο­λύν και­ρό θύ­μα­τα τού κα­κού ώ­σπου νʼ αρ­χί­σου­με μά τό ε­κτι­μά­με… Μή­πως έ­να τέ­τοιο θύ­μα δέν εί­σαι σχε­δόν μέ­χρι τώ­ρα κι εσύ; Εί­σαι κα­λός καί τό κα­λό εί­ναι δη­μιουρ­γί­α τού κα­κού, έ­να τέ­λειο πρό­σχημα, τό α­ρι­στούρ­γη­μά του, μιά θαυ­μά­σια δι­καιο­λο­γί­α που τό στή­ρι­ξε, που τό έ­θρε­ψε μέ τό αί­μα μας, μέ τίς κα­τε­στραμ­μέ­νες ζω­ές μας καί που πί­σω του έ­κρυ­ψε τό πρό­σω­πό του α­φί­νο­ντάς μας νά α­γω­νι­ζό­μα­στε ε­νά­ντια σʼ έ­να φά­ντα­σμα γιά τό χα­τή­ρι ε­νός άλ­λου φα­ντά­σμα­τος. Τό κα­λό ε­νά­ντια στό κα­κό! Τί κρύ­βε­ται πί­σω απʼ αυ­τή τήν πε­λώ­ρια α­πά­τη που α­κό­μα στέ­κει σάν τό με­γα­λύ­τε­ρο ε­μπό­διο α­νά­με­σά μας; Ποιό με­γά­λο συμ­φέ­ρον, ποιό πάθος α­φά­ντα­στο ι­κα­νο­ποιού­σε;… Τό ί­διο τό κα­κό εί­χε α­να­λά­βει τήν δυσφή­μη­ση τού ε­αυ­τού του. Υ­πο­στή­ρι­ζε μέ πα­ρα­φο­ρά τήν α­νω­τε­ρό­τη­τα τού κα­λού, τήν ευ­γε­νι­κιά του φύ­ση, τό χά­ος που τό χώ­ρι­ζε απʼ τήν δι­κιά του κα­τω­τε­ρό­τη­τα, τήν τι­μιό­τη­τά του ε­νά­ντια στήν δι­κιά του πο­τα­πή α­τι­μία, τήν λάμ­ψη που τό τύ­λι­γε ε­νά­ντια στό δι­κό του ζο­φε­ρό σκο­τά­δι, τήν υψη­λή ι­κα­νο­ποί­η­ση που προ­σέ­φε­ρε ε­κεί­νο στούς ε­κλε­κτούς του ε­νάντια στήν τα­πεί­νω­ση καί τήν γε­νι­κή πε­ρι­φρό­νη­ση που έ­δι­νε αυ­τό στούς δικούς του πι­στούς. Έ­βγαι­νε στούς δρό­μους καί τίς πλα­τεί­ες φω­νά­ζο­ντας: κοιτάξ­τε τί τέ­ρας που εί­μαι ε­γώ καί πό­σο ό­μορ­φο εί­ναι ε­κεί­νο! Στέ­κο­νταν στά σταυ­ρο­δρό­μια, έ­μπαι­νε ξαφ­νι­κά στίς αυ­λές προ­τεί­νο­ντας τά γλοιώ­δη του α­πο­στή­μα­τα, τίς φρι­χτές του πλη­γές καί τα­πει­νά μπρο­στά στά μά­τια τών νοι­κο­κυ­ραί­ων έ­πια­νε τά πα­νέ­μορ­φα χέ­ρια ε­κεί­νου καί τά φι­λού­σε μέ συντρι­βή… Πό­σο μάς εί­χε πλα­νέ­ψει! Πό­σο μάς εί­χε κά­νει στρα­τιώ­τες σʼ έ­ναν αγώ­να που εί­χε σχε­διά­σει καί διεύ­θυ­νε αυ­τό. Στρα­τιώ­τες που μέ αν­δρεί­α μέ τόλ­μη καί ευ­θύ­τη­τα α­γω­νί­ζο­νταν τί­μια ε­να­ντί­ον του, ε­νώ ε­κεί­νο δέν ζη­τού­σε πα­ρά μιά στιγ­μή: τή στιγ­μή τής προ­δο­σί­ας. Καί τήν εί­χε ή­δη εντε­λώς δι­κιά του για­τί καί ποιός άλ­λος ε­κτός α­πό ε­κεί­νο με­τά απʼ ό­λα αυ­τά θά τολ­μού­σε νά τήν εκ­με­ταλ­λευ­τεί; Ε­κεί­νο, έ­χο­ντας α­πο­κλεί­σει κά­θε άλ­λον διεκ­δι­κη­τή, τήν κρα­τού­σε πε­ρι­μέ­νο­ντας καί ό­ταν α­ποφά­σι­ζε, μέ μιά μό­νο κί­νη­ση, α­νέ­τρε­πε τήν ι­σορ­ρο­πί­α τών δυ­νά­με­ων, πε­ριφρο­νού­σε τούς κα­νό­νες κι ε­νώ ε­μείς μέ­νο­ντας πι­στοί σʼ αυ­τούς α­γω­νιζό­μα­στε σω­στά, ε­κεί­νο χτυ­πού­σε πι­σώ­πλα­τα καί μάς νι­κού­σε. Καί τί νι­κητής ή­ταν! Μέ δά­κρυα, μέ κο­πε­τούς, μέ λυσ­σα­σμέ­νο μί­σος κα­τα­ριώ­ταν τήν ά­τι­μη νί­κη του ε­λε­ϊ­νο­λο­γώ­ντας τόν ε­αυ­τό του, έ­στελ­νε πά­ντα στε­φά­νια πιό με­γά­λα καί πιό πλού­σια α­πό μάς στούς νε­κρούς μας. Κι έ­τσι μάς ε­τοί­μαζε γιά τήν ε­πό­με­νη ήτ­τα. Για­τί ο­λο­έ­να καί μέ με­γα­λύ­τε­ρο πά­θος στε­κόμα­σταν πι­στοί στούς κα­νό­νες. Έ­τοι­μα θύ­μα­τα που δέν εί­χε πα­ρά νʼ α­πλώ­σει τό χέ­ρι του γιά νʼ αρ­πά­ξει. Έ­λε­γε πά­ντα τήν α­λή­θεια. Στήν α­λή­θεια στη­ρί­ζο­νταν κι απʼ τήν α­λή­θεια του έ­βγαι­νε τό κα­λό που τό­σο ύ­που­λα χω­ρίς νά τό θέ­λει μάς πα­γί­δευε.