Θανάσης Κωσταβάρας, Ο Φόβος του Ακροβάτη και η Ευφορία του Αναγνώστη (μια Συζήτηση με τον Στάθη Κουτσούνη)
13Σεπ
(Περιοδικό ΟΡΟΠΕΔΙΟ #1, Αύγουστος 2006)
Μια συζήτηση του ποιητή Θανάση Κωσταβάρα με τον Στάθη Κουτσούνη
Η συζήτηση που ακολουθεί έγινε τον Δεκέμβριο του 1995 στη Σχολή Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, στο πλαίσιο του Λογοτεχνικού Εργαστηρίου, το οποίο είχε συγκροτήσει με μαθητές του Λυκείου ο ποιητής και διδάσκων στη Σχολή Στάθης Κουτσούνης. Οι μαθητές ανέγνωσαν την ποιητική συλλογή Ο φόβος του ακροβάτη, ανίχνευσαν με τη συμβολή του καθηγητή τους τις βασικές συνισταμένες της ποίησης και της ποιητικής του Θανάση Κωσταβάρα και εν συνεχεία προσκάλεσαν τον ποιητή στο Σχολείο, προκειμένου να συζητήσουν μαζί του για το βιβλίο και γενικά για την ποίηση.
Σ. Κουτσούνης: Κύριε Κωσταβάρα, σας καλωσορίζουμε! Όπως βλέπετε, οι μαθητές μου κι εγώ είμαστε μια μικρή συντροφιά που αγαπάμε τη λογοτεχνία. Στο πλαίσιο του Λογοτεχνικού Εργαστηρίου, που έχουμε συστήσει στο Λύκειο της Σχολής μας, διαβάσαμε το βιβλίο σας Ο φόβος του ακροβάτη και αισθανόμαστε ιδιαίτερη χαρά που έχουμε σήμερα μαζί μας τον δημιουργό του. Μας είναι γνωστό ότι οι εποχές είναι δύσκολες για την τέχνη του λόγου, το αναγνωστικό κοινό έχει στραφεί προς μια μορφή υποβαθμισμένης, εύπεπτης «λογοτεχνίας», παραλογοτεχνίας ενίοτε, και βέβαια έχουμε την αίσθηση ότι οι αναγνώστες της ποίησης περιορίζονται ολοένα και περισσότερο. Εσείς τι θα λέγατε για όλα αυτά; Είναι έτσι τα πράγματα;
Θ. Κωσταβάρας: Ποτέ βέβαια η ποίηση δεν είχε ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό. Πολύ χειρότερα είναι τα πράγματα στην εποχή μας, όπου με τη μεγάλη ανάπτυξη της τεχνολογίας έχει πολύ στενέψει ο κύκλος των τρόπων επικοινωνίας του ποιητή με τους αναγνώστες. Αλλά, το να βρίσκει κανείς μέσα στη νεολαία και έναν στους χίλιους, ας πούμε, που να έχει ενδιαφέρον για την ποίηση είναι πολύ σημαντικό. Ας μην ξεχνάμε ότι, ακριβώς επειδή βρισκόμαστε σε μια εποχή, όπως την είπαμε προηγουμένως, τεχνοκρατούμενη, θα πρέπει να έχουμε υπόψη τι είναι η τέχνη γενικά και από τι μας προφυλάσσει. Μια εποχή η οποία θα είναι χωρίς τέχνη έχω την εντύπωση ότι θα σημάνει μια έκπτωση του ανθρώπινου πολιτισμού –ο πολιτισμός θα εκπέσει σε μια εποχή βαρβαρότητας. Η οποία τέχνη δεν είναι μόνο ικανή να διαμορφώνει και να εξελίσσει την αισθητική μας, το γούστο μας, αλλά είναι και ένας τρόπος επιμέτρησης των σχέσεων και της θέσης που έχει ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο. Ένας τρόπος αυτογνωσίας, θα έλεγα, διότι γνωρίζοντας το περιβάλλον του φτάνει στο σημείο να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του. Μπορούμε να φανταστούμε πώς θα ήταν η σημερινή εποχή, εάν δεν υπήρχε πριν από την εποχή μας ο Όμηρος, αν δεν υπήρχε ο Αισχύλος, αν δεν υπήρχε ο Ντοστογιέφσκι, αν δεν υπήρχε ο Σολωμός; Τι θα ήταν η εποχή η σημερινή; Είναι ένας κίνδυνος τον οποίον αντιμετωπίζει σήμερα ο σκεπτόμενος άνθρωπος, και από αυτής της απόψεως λέω ότι είναι ενθαρρυντικό, είναι παρήγορο και κολακευτικό, μπορεί να πει κανείς, το να βρίσκεται κάποιος απέναντι σε καμιά δεκαπενταριά ανθρώπους, νέους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν αγνοήσει, για λίγο έστω, το ποδόσφαιρο· όχι ότι πρέπει κανείς κι αυτό να το αποκλείει βέβαια, αλλά να διατηρεί, ας πούμε, νησίδες επιβιώσεως, αισθητικής επιβιώσεως, πέρα από την τηλεόραση, πέρα απʼ το ποδόσφαιρο, πέρα απʼ τη ντισκοτέκ, όπου κι εκεί φυσικά θα πηγαίνει, αλλά παράλληλα πρέπει να εξελίσσει το πνεύμα του, να εξελίσσει το γούστο του, να εξελίσσει το αίσθημά του μέσα από την τέχνη.
Αυτά σαν πρόλογος. Εάν θέλετε να κουβεντιάσουμε για το βιβλίο και γενικότερα για την ποίηση, ευχαρίστως να κάνουμε ένα διάλογο.











