(51)
Δε­κέμ­βρης 1975
Στή Σαπ­φώ

Νά λοι­πόν που έρ­χε­σαι α­πό κο­ντά κι ε­σύ μα­ζύ μʼ ε­μέ­να μι­κρό μου
κα­θώς σέρ­νω πί­σω μου σά σκυ­λί τήν κα­τε­στραμ­μέ­νη μου ευ­αι­σθη­σί­α καί σέ α­κο­λου­θώ.
Ντίν ντάν θά χτυ­πά­νε οι κα­μπά­νες τώ­ρα μέ­σα σου, ντίν ντάν.
Ε­γώ κοι­τά­ζο­ντας έ­ξω απʼ τό πα­ρά­θυ­ρο δέν εί­δα πα­ρά τό λο­ξό πέ­ταγ­μα ε­νός που­λιού α­νά­με­σα στά δυό μπαλ­κό­νια.
Α­πό πού μέ πε­ρι­μά­ζε­ψαν.
Στήν τόλ­μη τής ά­γνοιας στη­ρί­χτη­κε κά­θε πρά­ξη μου.
Ό­σο περ­νά­ει ο και­ρός οι πρά­ξεις μου λι­γο­στεύ­ουν.
Ντίν ντάν, οι δι­κές σου κα­μπά­νες, ντίν ντάν.
Τό φώς ε­νός κό­σμου τρε­μο­παί­ζει μέ­σα μου κα­θώς μέ βλέ­πεις
α­πλώ­νεις τά χε­ρά­κια σου νά τόν πά­ρεις: τί πιό α­πλό­· για­τί θά­πρε­πε άρα­γε νʼ α­να­ρω­τη­θείς γιʼ αυ­τή τήν κί­νη­ση.
Μά τόν έ­χω ό­μως αυ­τόν τόν κό­σμο;
Τί α­φί­νω νά φαί­νε­ται α­πό μέ­σα μου;
Εί­ναι κό­σμος αυ­τά τά ε­ρεί­πια;
Αυ­τή η σει­ρά α­πό παι­δι­κές η­λι­κί­ες που καμ­μιά τους δέν ω­ρί­μα­σε;
-Περ­νά­ω κι ε­γώ μιά απʼ τίς παι­δι­κές μου η­λι­κί­ες-
Σέ μιά στά­ση πα­ρό­μοια, μέ τά χέ­ρια α­πλω­μέ­να έ­χω στα­μα­τή­σει.
Ο κό­σμος που τρε­μό­φεγ­γε μέ­σα τους ε­πέ­ζη­σε­· ε­κεί­νοι έ­χουν α­ποσυρ­θεί πιά α­πό τό­τε…
Σέ ξε­γε­λώ. Σέ ε­ξα­πα­τώ μέ τά φι­λιά στόν τρυ­φε­ρό λαι­μό σου, ό­ταν ση­κώ­νε­σαι απʼ τόν ύ­πνο καί μέ α­να­κα­λύ­πτεις κά­θε φο­ρά.
Σού κλη­ρο­νο­μώ κι ε­γώ τήν μο­να­δι­κή μου κλη­ρο­νο­μιά. Η ει­λι­κρί­νειά μου α­πέ­να­ντί σου, η αυ­θόρ­μη­τη λα­χτά­ρα μου εί­ναι μιά α­πά­τη. Αλ­λά δέν α­φο­ρά στούς δυό μας. Α­νά­με­σά μας υ­πάρ­χει αυ­τή η ει­λι­κρί­νεια. Τήν κρα­τά­με. Εί­ναι δι­κιά μας. Με­τα­φέ­ρει τήν α­πά­τη, ναί, αλ­λά μάς έ­χει κιό­λας ε­πι­τρέ­ψει νά πλη­σιά­σου­με ο έ­νας τόν άλ­λον καί νά συμ­μα­χίσου­με ε­να­ντί­ον της. Η α­πά­τη δέν εί­ναι α­νά­με­σα σʼ ε­μέ­να καί σʼ ε­σέ­να. Εί­ναι α­νά­με­σα σʼ ε­σέ­να καί σʼ ε­μάς. Εί­ναι α­νά­με­σα σʼ εμέ­να καί σʼ ε­μάς. Εί­ναι α­νά­με­σα σʼ ε­μάς καί σʼ ε­μάς. Έ­τσι εί­μα­στε σύμ­μα­χοι. Δέν σʼ έ­χω προ­δώ­σει ό­πως βλέ­πεις. Έ­χω συμ­μα­χί­σει μα­ζύ σου ενα­ντί­ον μου. Έ­χω συμ­μα­χί­σει μα­ζύ σου ε­να­ντί­ον σου. Έ­χω συμ­μα­χί­σει μα­ζύ σου ε­να­ντί­ον μας. Εί­ναι μιά συμ­μα­χί­α που οι άλ­λοι δέν μπο­ρούν νά τήν α­πα­γο­ρεύ­σου­ν· ε­πει­δή απʼ ό,τι ε­πι­βάλ­λουν γιά τό δι­κό τους τό συμφέ­ρον προ­έρ­χε­ται.
Σέ μιά α­πό τίς παι­δι­κές σου η­λι­κί­ες σέ συ­να­ντώ.
Στήν τε­λευ­ταί­α παι­δι­κή μου η­λι­κί­α μέ συ­να­ντάς.
Εί­μα­στε τό­σο μι­κροί, τό­σο παι­διά, σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κοι.
Μό­νο που ε­σύ έ­χεις αυ­τές τίς κα­μπά­νες μέ­σα σου.
-Ε­μέ­να έ­χουν πρα­σι­νί­σει. Εί­μαι στήν παι­δι­κή η­λι­κί­α τής σκου­ριάς. Όχι δέν έ­χει σκου­ριά­σει η παι­δι­κή μου η­λι­κί­α. Μή μού τό πείς. Δέν θά τό δε­χτώ. Εί­ναι κι αυ­τό μέσʼ στήν α­πά­τη. Α­νά­με­σά μας δέν έ­χει θέ­ση-.
Εί­σαι στήν παι­δι­κή η­λι­κί­α τής α­φής. Γιά νά μέ α­να­κα­λύ­πτεις γί­νο­μαι α­φή. Η γλώσ­σα μας εί­ναι η ε­πα­φή. Σού ζη­τώ συ­γνώ­μη που αρ­γώ. Κόντευα νά τήν ξε­χά­σω. Πρέ­πει νά τήν θυ­μη­θώ ξα­νά. Πρέ­πει νά ε­πι­στρέ­ψω κι ε­γώ. Η ε­πι­δε­ξιό­τη­τα εί­ναι θέ­μα ε­πι­στρο­φής. Α­κό­μα δέν τό έ­χω κατα­φέ­ρει κα­λά, γιʼ αυ­τό εί­μαι α­δέ­ξιος.
Τί ο­λο­κλη­ρω­μέ­νο εί­ναι τό πα­ρόν που έ­χεις!
Εί­σαι στήν πε­ρί­ο­δο τού πα­ρό­ντος. Δέν έ­χεις ό­νει­ρα. Δέν έ­χεις μέλ­λον. Τό παρελ­θόν τό ε­γκα­τα­λεί­πεις πί­σω σου σάν τό παι­χνί­δι που βα­ρέ­θη­κες.
Ντίν ντάν, οι κα­μπά­νες μέ­σα σου, ντίν ντάν. Αυ­τές έ­χεις. More...
(52)
15-2-1976
Θέ­λω νά μι­λή­σω γιά τά πράγ­μα­τα α­πό­ψε. Γιά τά πράγ­μα­τα που ευ­γε­νι­κά, κά­νοντας τά λί­γα βή­μα­τα που έ­χουν α­πο­μεί­νει, ση­κώ­νο­νται στίς μύ­τες τών δακτύ­λων κι α­φί­νουν τήν τε­λευ­ταί­α τους κραυ­γή. Ευ­γε­νι­κά­· καί μέ χά­ρη­· μά ω­στό­σο μέ μιάν α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα καί μέ μιά θλι­μέ­νη τόλ­μη­· σπρώ­χνοντας τά χέ­ρια πρός τά κά­τω, σφι­χτά στούς γο­φούς, τε­ντώ­νο­ντας τόν λαι­μό, μέ τήν ε­πί­γνω­ση πως έ­χουν ή­δη ε­γκα­τα­λη­φθεί, πως έ­χουν κιό­λας τε­λειώ­σει αυ­τό που η ά­κρη τού δια­ζώ­μα­τος σχε­δόν πά­ντα προ­κα­λεί, μέ τήν εκ­κίνη­ση. Μέ μιάν εκ­κί­νη­ση ε­σω­τε­ρι­κή, προ­σφέ­ρο­ντας προ­τι­μό­τε­ρα τόν ε­αυ­τό τους.
“Τό ό­τι μού έ­χει α­πα­γο­ρευ­θεί η ε­πα­φή”, εί­πα, “τό ό­τι μού έ­χει α­παγο­ρευ­θεί η ε­πα­φή εί­ναι ί­σως πο­λύ προ­τι­μό­τε­ρο. Για­τί εί­νʼ α­λή­θεια πως σʼ αυ­τή τήν άρ­νη­ση στη­ρί­ζω ό­λες μου τίς ελ­πί­δες. Κοί­τα­ξε πό­σο έ­ντονα, παρʼ ό­λα αυ­τά, φτά­νουν στʼ αυ­τιά μας οι α­δύ­να­τες φω­νές που τό­σο πολύ σέ συ­γκι­νούν. Μʼ έ­να μι­κρό ξυ­λά­κι θά τίς καρ­φώ­σω γιά τό χα­τί­ρι σου. Άν καί πά­ντα ξε­κι­νάς ό­ταν τό θέ­μα έ­χει κιό­λας ε­ξα­ντλη­θεί καί με­τα­νοιω­μέ­νος πιά έ­χω γυ­ρί­σει τό κε­φά­λι, άν καί προ­βάλ­λεις σχε­δόν πά­ντα μέ τήν με­λέ­τη μιάς βί­αι­ης χει­ρο­νο­μί­ας στό κέ­ντρο σου, δέν μπο­ρώ πα­ρά νά σέ δε­χτώ. Γιά μιά λοι­πόν α­κό­μα φο­ρά σού εύ­χο­μαι τό κα­λώς ό­ρι­σες.
5-4-1976
Κι έ­τσι κα­τέ­λη­ξε τώ­ρα ε­δώ, σʼ αυ­τή τήν ή­συ­χη γω­νιά τής γής, ό­που τί­πο­τα καί κα­νείς δέν έρ­χε­ται νά τα­ρά­ξει τήν γα­λή­νη που έ­χει α­πο­σπά­σει απʼ τό πε­ρι­βάλ­λον της. Γα­λή­νη αλ­λοί­μο­νο ο­ρι­στι­κή. Πλη­ρω­μέ­νη α­κρι­βά μέ τό τί­μη­μα τής ε­γκα­τά­λει­ψης α­πό τόν νό­μο. Τόν νό­μο που ί­σως α­κό­μα ελ­πί­ζει, καί που μέ πα­τρι­κή φρο­ντί­δα δια­τη­ρεί ε­κεί­νο, τού ο­ποί­ου αυτός έ­χει αρ­νη­θεί α­πό πα­λιά μʼ έ­ναν τρό­πο α­πό­το­μο σάν νά τόν συ­νε­πήρε μιά τυ­φλή ορ­γή τήν συγ­γέ­νεια, κά­τω απʼ τίς στορ­γι­κές του φτε­ρού­γες· στα­θε­ρό κι ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νο, μʼ έ­να ρυθ­μό κα­θώς ε­κεί­νος ο­ρί­ζει, καί που τήν ο­μορ­φιά του αυ­τός προ­τί­μη­σε νά χά­σει γιά νά κερ­δί­σει τήν α­νε­ξαρ­τη­σί­α του. Μιάν α­νε­ξαρ­τη­σί­α γιά ό­λους ύ­που­λη, σάν τήν α­νε­ξαρτη­σί­α τής λε­πρής πλη­γής απʼ τό υ­πό­λοι­πο δέρ­μα. Γιά ό­λους ε­κτός απʼ αυ­τόν. Ε­πει­δή αυ­τός εί­ναι κιό­λας πιά α­πό και­ρό η ί­δια η πλη­γή. Ε­πει­δή γιʼ αυ­τόν ο κίν­δυ­νος έ­χει πε­ρά­σει. Ε­πει­δή η α­πειλή τής σή­ψης ή­δη βρί­σκε­ται πί­σω του­· μιά α­νά­μνη­ση ε­νός σφάλ­μα­τός που α­φο­μοιώ­θη­κε­· κά­ποια ί­χνη ε­νο­χής γιά μιά πα­λιά ε­γκα­τά­λει­ψη στήν έλ­ξη μιάς κα­κής λει­τουρ­γί­α­ς· με­ρι­κές α­να­λα­μπές μιάς νο­σταλ­γί­ας απʼ τήν ε­κλε­κτή τρυ­φε­ρό­τη­τα ε­νός σπά­νιου α­πο­χαι­ρε­τι­σμού­· καί ί­σως ί­σως, κά­ποιες ύ­πο­πτες τύ­ψεις, ε­πί­τη­δες με­γα­λω­μέ­νες, γιά κά­ποιο α­συμπλή­ρω­το κε­νό που α­πό­μει­νε με­τά τήν φυ­γή, γιά τήν ο­δύ­νη ε­νός συ­νόλου που υ­πο­φέ­ρει τήν ε­πι­κίν­δυ­νη α­που­σί­α ε­νός α­κρι­βού του στοι­χεί­ου, τώ­ρα πιά ο­ρι­στι­κά χα­μέ­νου.
(53)
1976
“Μά τί θέ­λεις ε­πι­τέ­λους α­πό μέ­να;”, ξέ­σπα­σε καί στα­μά­τη­σε νά βα­δί­ζει γυρί­ζο­ντας α­πό­το­μα πρός τά πί­σω. “Εί­ναι τώ­ρα τό­σος και­ρός που μέ βα­σα­νί­ζεις κι ε­γώ εί­μαι α­να­γκα­σμέ­νος νά σέ α­νέ­χο­μαι καί νά σέ α­κού­ω. Γιά ποιόν λοι­πόν στʼ α­λή­θεια δου­λεύ­εις; Για­τί δέν θά πει­σθώ πο­τέ πως αυ­τή η τυ­ραν­νι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά εί­ναι δι­κιά σου πρω­το­βου­λί­α. Έ­χει φα­νεί πιά ξε­κά­θα­ρα πως δέν έ­χεις κα­θό­λου δι­κές σου προ­θέ­σεις, μά­λι­στα αμ­φι­βάλ­λω άν αυ­τό σέ προ­βλη­μα­τί­ζει κάν. Ό­μως έ­χω κου­ρα­στεί καί νά σέ μαλ­λώ­νω α­κόμα. Άς κά­τσου­με λί­γο σέ πα­ρα­κα­λώ. Βλέπω ε­κεί κά­τι τρα­πε­ζά­κια. Έ­λα, άς γίνου­με λί­γο ευ­γε­νι­κοί ο έ­νας στόν άλ­λον. Θέ­λω νά σού μι­λή­σω…
Έ­χω κα­θή­σει κι έ­χω σκε­φτεί πολ­λές φο­ρές γιά λο­γα­ρια­σμό σου, άν θά μπο­ρούσε νά ει­πω­θεί πο­τέ κά­τι τέ­τοιο”, εί­πε κου­νώ­ντας τό κε­φά­λι μέ μιά ξαφ­νι­κή θλί­ψη. “Καί κά­θε φο­ρά κα­τέ­λη­γα στό ί­διο συ­μπέ­ρα­σμα, άν καί ό­ταν ξε­κι­νού­σα ευ­χό­μουν ε­ντε­λώς τό α­ντί­θε­το κι ή­μουν έ­τσι α­να­γκα­σμέ­νος νά πα­λεύω καί μέ τίς δι­κές μου ε­πι­θυ­μί­ες. Δυ­σκο­λευό­μουν ε­ξαι­ρε­τι­κά στήν αρχή νά προσ­διο­ρί­σω τά κί­νη­τρά σου. Πί­στευα πως βα­σα­νί­ζε­σαι κι ε­σύ απʼ αυ­τά κι αυ­τός ή­ταν ο σπου­δαιό­τε­ρος απʼ τούς λό­γους γιά τούς ο­ποίους εί­χες κερ­δί­σει τή συ­μπά­θειά μου…”.
(54)
1976
“Νά λοι­πόν”, μού εί­πε καί μέ έ­πια­σε σφι­χτά απʼ τό μπρά­τσο ο­δη­γώ­ντας με. “Ε­δώ εί­ναι η μι­κρή κόγ­χη γιά τήν ο­ποί­α σού έ­χω μι­λή­σει τό­σες φορές. Εί­ναι μιά θαυ­μά­σια κρυ­ψώ­να! Πο­λύ λί­γοι υ­πο­ψιά­ζο­νται τήν ύ­παρ­ξή της. Κι άν ε­σύ τώ­ρα τήν μα­θαί­νεις εί­ναι για­τί στό ση­μεί­ο που έ­χεις φτά­σει, ο κίν­δυ­νος που θά μπο­ρού­σε νά εμ­φα­νι­στεί απʼ τήν δι­κιά σου με­ριά δέν μπο­ρεί πιά νά μέ φο­βί­σει. Δύ­σκο­λα ό­μως θά τήν α­πε­κά­λυ­πτα σέ κά­ποιον άλ­λον -αυ­τό τό ο­μο­λο­γώ-, ε­πει­δή έ­νας άλ­λος μπο­ρεί νά έ­χει α­κό­μα ελ­πί­δες, καί τό­τε η σύ­γκρου­σή του μα­ζύ μου θά ή­ταν α­να­πό­φευ­κτη. Άλ­λωστε τό βλέ­πεις καί μό­νος πως αυ­τή η κόγ­χη δέν ο­φεί­λει κα­θό­λου τήν ύπαρ­ξή της στήν τύ­χη, ί­σα ί­σα, καί μά­λι­στα αυ­τό έ­να κα­λά ε­ξα­σκη­μέ­νο μά­τι μπο­ρεί νά τό δεί μέ τό πρώ­το βλέμ­μα­· τό ό­τι δη­λα­δή αυ­τή εί­χε προ­βλε­φθεί μέ ε­ξαι­ρε­τι­κή ε­πι­μέ­λεια, μά­λι­στα τό ε­σω­τε­ρι­κό τού σπι­τιού έ­χει αρκε­τά βλα­φτεί σέ ο­ρι­σμέ­νες λε­πτο­μέ­ρειες γιά τό χα­τή­ρι της, καί θά έ­πρεπε νά τήν εί­χαν ε­ξα­φα­νί­σει σέ κά­ποια απʼ τίς συ­χνές ε­πι­σκευές τού κτι­ρί­ου άν δέν εί­χε συ­στη­θεί στούς ι­διο­κτή­τες, α­πό τόν ί­διο τόν αρχι­τέ­κτο­να, η σπου­δαί­α α­να­γκαιό­τη­τα τής ύ­παρ­ξής της που μέ κά­ποιον πε­ρί­ερ­γο τρό­πο προ­σφέ­ρει σέ ʽκεί­νους α­κρι­βώς που η ι­διο­συ­γκρα­σί­α τους θά τούς έ­στρε­φε ε­να­ντί­ον τής οι­κο­δο­μής καί θά τούς έ­κα­νε νά τήν μι­σή­σουν, έ­να τέ­τοιο ε­ξαι­ρε­τι­κό κά­λυμ­μα, μιά τό­σο έ­ξο­χη κρυ­ψώ­να απʼ ό­που μπο­ρούν νά πα­ρα­τη­ρούν σχε­δόν τά πά­ντα χω­ρίς κα­θό­λου νά φαί­νο­νται, ώστε νά κα­τα­ντούν νά ευ­γνω­μο­νούν αυ­τόν τόν φι­λό­ξε­νο ό­γκο που φαί­νε­ται νά έ­χει προ­νο­ή­σει γιά μιά ση­μα­ντι­κή τους α­νά­γκη καί νά λη­σμο­νούν τό μί­σος που ο­φεί­λουν στό ε­σω­τε­ρι­κό του. Μέ κά­πως α­νά­λο­γα συ­ναι­σθή­μα­τα λειτουρ­γώ κι ε­γώ, παρʼ ό­λο που α­πό και­ρό πιά έ­χει α­πο­κα­λυ­φθεί ε­ντελώς η σκο­πι­μό­τη­τα τής κα­τα­σκευ­ής της κι ε­πει­δή σέ ξέ­ρω αρ­κε­τά κα­λά ώ­στε νά μπο­ρώ νά προ­ε­ξο­φλή­σω ο­ρι­σμέ­να βα­σι­κά σου κί­νη­τρα, λο­γα­ριά­ζω πως θά α­ντι­δρά­σεις μέ κά­ποιον πα­ρό­μοιο τρό­πο. Τί λές λοι­πόν γιά ό­λα αυτά;”.
“Βρί­σκω τή θέ­ση ε­ξαι­ρε­τι­κά κα­λή στό σύ­νο­λό της”, εί­πα, “άν καί η θέ­α από δώ εί­ναι αρ­κε­τά πε­ριο­ρι­σμέ­νη­· δέν βλέπω πα­ρά έ­να κομ­μά­τι πε­ζο­δρόμιο καί μά­λι­στα πρέ­πει νά σέ σπρώ­ξω γιά νά τό δώ”.
“Αυ­τή εί­ναι ί­σως η σπου­δαιό­τε­ρή της ι­διό­τη­τα”, εί­πε ε­κεί­νος καί χα­μο­γέ­λα­σε φι­λι­κά. “Καί μά­λι­στα ί­σως πο­λύ πιό σπου­δαί­α απʼ ό­,τι μπο­ρείς νά φα­ντα­στείς. Για­τί α­πό δώ, ό­ταν τό­πο­θε­τη­θεί τό τρα­πε­ζά­κι τού κα­φε­νείου στό πε­ζο­δρό­μιο, δέν μπο­ρεί κα­νείς νά δεί πα­ρά μό­νο τήν ε­πι­φά­νειά του καί ό,τι εί­ναι πά­νω σʼ αυ­τή. Θέ­α κα­θό­λου φτω­χή, ό­πως ί­σως σού φά­νη­κε στήν αρ­χή, κι εί­νʼ α­λή­θεια πως μέ έ­χει α­πο­ζη­μιώ­σει αρ­κε­τές φο­ρές. Αυτό άλ­λω­στε δεί­χνει η ε­πι­μο­νή μου νά σέ φέ­ρω σή­με­ρα ε­δώ. Άς κά­νου­με ό­μως λί­γη υ­πο­μο­νή. Ό­που νά­ναι θά στρώ­σουν τό τρα­πέ­ζι”.
(55)
5-4-1976
Κα­θώς περ­νά­ει ο και­ρός, α­να­κα­λύ­πτω με ο­λο­έ­να καί πε­ρισ­σό­τε­ρη σιγου­ριά, πως άν καί στήν αρ­χή δέν τήν εί­χα α­ντι­με­τω­πί­σει πα­ρά σάν μιά αυ­θαί­ρε­τη υ­πο­ψί­α που εμ­φα­νί­στη­κε μέ­σα μου ξαφ­νι­κά χω­ρίς τί­πο­τα νά τήν δι­καιο­λο­γεί, ω­στό­σο τώ­ρα, ύ­στε­ρα α­πό ε­πί­μο­νες αρ­νή­σεις, ύστε­ρα α­πό κου­ρα­στι­κές α­να­ζη­τή­σεις μιάς βε­βαιό­τη­τας ή έ­στω καί μιάς διαί­σθη­σης α­κό­μα που θά τής α­ντι­στέ­κο­νταν στα­θε­ρά καί μέ θέρ­μη, έ­χω ε­γκα­τα­λει­φθεί ο­λό­κλη­ρος πιά στά χέ­ρια τη­ς· καί μά­λι­στα έ­χω ε­γκατα­λει­φθεί ό­χι α­φί­νο­ντας τόν ε­αυ­τό μου νά πέ­σει α­πο­κα­μω­μέ­νος ανα­στε­νά­ζο­ντας μέ α­να­κού­φι­ση για­τί ε­πί τέ­λους α­παλ­λά­χτη­κε α­πό έ­ναν μά­ταιο κό­πο, αλ­λά α­ντί­θε­τα μέ ευ­γνω­μο­σύ­νη, μέ τήν θέ­λη­σή μου που δέν υ­πέ­φε­ρε ού­τε μιά στιγ­μή τήν ώ­ρα τής πα­ρά­δο­σης, α­να­θέ­το­ντας σʼ αυ­τήν, α­πό δώ καί πέ­ρα, μέ ε­μπι­στο­σύ­νη τό δύ­σκο­λο έρ­γο τής α­να­κά­λυ­ψης τών μι­κρών της α­δελ­φών, ευ­αί­σθη­των κά­τω απʼ τό φι­λι­κό γνέ­ψι­μο που μό­νο μιά συγ­γέ­νεια ι­διαί­τε­ρη θά μπο­ρού­σε νά ε­πι­τρέ­ψει, καί τής ε­ξασφά­λι­σης τής ευ­γε­νι­κής τους συ­νερ­γα­σί­ας
(Κά­θο­μαι λοι­πόν καί τό συλ­λο­γί­ζο­μαι κα­λά. Τό συλ­λο­γί­ζο­μαι προ­σε­κτι­κά, α­φί­νο­ντας κά­θε φο­ρά έ­να μι­κρό μό­νο κομ­μά­τι τού ε­αυ­τού μου νά ρι­ψο­κιν­δυ­νέ­ψει. Καί εί­ναι α­λή­θεια πως έ­χω ε­ξα­σκη­θεί κα­λά. Ναί. Τώ­ρα τό βλέ­πω­· τώ­ρα μπο­ρώ νά τό δια­πι­στώ­σω. Χρη­σι­μο­ποιώ τά ί­δια ό­πλα που τό­σον και­ρό ήσαν στραμ­μέ­να ε­να­ντί­ον μου. Καί μά­λι­στα εί­μαι ε­γώ ε­κεί­νος που τά α­νά­γκα­σα νά μέ χτυ­πή­σου­ν· που τά έ­βγα­λα α­πό τήν πα­θη­τι­κή α­πει­λη­τι­κή τους ε­τοι­μό­τη­τα. Χρειά­στη­κε, είνʼ α­λή­θεια, μιά πε­ρί­ο­δος μα­κρυά καί δύ­σκο­λη γιʼ αυ­τό. Ε­πει­δή τό­σον και­ρό δέν έ­κα­να τί­πο­τε άλ­λο απʼ τό νά προ­σπα­θώ νά τά α­πο­φύ­γω. Δέν έ­κα­να τί­πο­τε άλ­λο απʼ τό νά προ­σπα­θώ νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σω, κά­θε φο­ρά καί πιό σω­στά, τίς με­θό­δους που τό­σο ε­πί­μο­να είχα δι­δα­χτεί ί­σα­με τό­τε, γιά νά τά ξε­γε­λά­σω, γιά νά τά πεί­σω πως δέν ή­μουν ε­γώ ο στό­χος τους. Μιά προ­σπά­θεια α­πελ­πι­σμέ­νη, κα­τα­δι­κα­σμέ­νη κιό­λας απʼ τήν αρ­χή, μά ω­στό­σο α­να­γκαί­α, α­πα­ραί­τη­τη γιά τήν ύ­παρ­ξή μου. Ε­πει­δή αυ­τή ή­ταν η δι­καί­ω­σή της. Ε­πει­δή αυ­τή ή­ταν η ελ­πίδα τής συ­νέ­χι­σής της που εί­χα κα­τα­δι­κα­στεί νά υ­πη­ρε­τώ). Κά­θο­μαι λοι­πόν καί συλ­λο­γί­ζο­μαι κα­λά, τίς φο­ρές που δέν μέ α­πα­σχο­λεί τό πε­ριε­χό­με­νό της αλ­λά αυ­τή η ί­δια, καί βρί­σκω πως δέν φαί­νε­ται νά εί­ναι τίποτʼ άλλο απʼ αυ­τό α­κρι­βώς: μιά αυ­θαί­ρε­τη υ­πο­ψί­α που εμ­φα­νί­στη­κε μέ­σα μου ξαφ­νι­κά χω­ρίς τί­πο­τα νά τήν δι­καιο­λο­γεί. Α­φού λοι­πόν ο δι­κός της χα­ρα­κτή­ρας δέν έ­χει αλ­λά­ξει, ε­κεί­νος που έ­χει με­τα­βλη­θεί πρέ­πει νά εί­μαι ε­γώ ο ί­διος. Ό,τι πρίν μέ α­πω­θού­σε σʼ αυ­τήν, εί­ναι τώ­ρα ε­κεί­νο που πά­νω του στη­ρί­ζω ό­λες μου τίς ελ­πί­δες. Ε­πει­δή ε­κεί­νη φαί­νεται πως εί­χε δί­κιο: τό σύ­μπαν εί­ναι α­νί­κα­νο νά συλ­λά­βει τό νό­η­μα μιάς βί­αι­ης χει­ρο­νο­μί­ας. Εί­ναι α­νί­κα­νο νά α­ντι­λη­φθεί τήν ύ­παρ­ξή της.
“Ε­σύ”, μού εί­πε, ε­σύ δέν εί­σαι πα­ρά έ­νας α­πο­δέ­κτης. Αυ­τή εί­ναι η κύ­ρια ι­διό­τη­τά σου. Αυ­τό εί­ναι που σέ δια­χω­ρί­ζει α­πό τό πε­ρι­βάλ­λον σου. Έ­χεις προι­κι­σθεί μέ αι­σθή­σεις έ­τσι που νά μπο­ρεί κα­νείς νά πεί πως αυ­τή η πε­λώ­ρια καί πο­λύ­πλο­κη ο­ντό­τη­τα που σέ πε­ρι­βάλ­λει σέ δη­μιούρ­γη­σε γιά νά μπο­ρεί νʼ α­δειά­ζει κά­που τά α­πορ­ρίμ­μα­τά της. Αλ­λά α­κόμα κι έ­τσι, έ­στω κι άν α­κό­μα σέ έ­χει φτιά­ξει αυ­τή, δέν εί­σαι τέ­λειος. Επει­δή πώς εί­ναι δυ­να­τόν νά σού ε­πέ­τρε­ψε νά μπο­ρείς νά υ­πο­ψιά­ζε­σαι τίς προ­θέ­σεις της; Αυ­τό σέ δια­χω­ρί­ζει μʼ έ­ναν άλ­λον τρό­πο α­πό ε­κεί­νη, που δέν εί­ναι δυ­να­τόν νά τόν ε­πι­θυ­μεί. Σέ μπά­ζει στά δι­κά της τά μυ­στι­κά, έ­στω κι άν οι αι­σθή­σεις σου δέ σέ βο­η­θούν κα­θό­λου σʼ αυ­τό -ί­σα ί­σα σέ ε­μπο­δί­ζουν-, καί μοιά­ζεις σά νά εί­σαι τό μπα­στού­νι στά χέ­ρια ε­νός τυ­φλού που προ­σπα­θεί νά α­ντι­λη­φθεί κι αυ­τό τί βλέ­πουν τά μά­τια τού αφέ­ντη του. Φαί­νε­ται λοι­πόν πως ε­δώ έ­χει γί­νει έ­να ση­μα­ντι­κό λά­θος. Μιά ου­σιώ­δης πα­ρά­λει­ψη, μιά κί­νη­ση τό­σο ε­πι­πό­λαι­η καί τό­σο γε­λοί­α, ό­πως η έκ­πλη­ξη αυ­τού που βγά­ζει τά πρό­σω­πα λι­γό­τε­ρα σέ μιάν αί­θου­σα για­τί λησμο­νεί νά με­τρή­σει τόν ε­αυ­τό του. Φαί­νε­ται πως ε­κεί­νο που σέ έ­φτια­ξε γιά τήν δι­κιά του δια­σκέ­δα­ση, γέ­μι­ζε τά πά­ντα τό­σο α­σφι­κτι­κά, ή­ταν τό­σο α­δύ­να­τον νά εμ­φα­νι­θεί ο,τι­δή­πο­τε καί νά μήν πε­ριέ­χε­ται κιό­λας μέσα του, ώ­στε παρʼ ό­λη τή δια­σκε­δα­στι­κή, αλ­λά ποιός ξέ­ρει; ί­σως ί­σως καί πα­θια­σμέ­νη, πρό­θε­σή του νά φτιά­ξει κά­τι έ­ξω απʼ αυ­τό τό ί­διο -πρό­θε­ση που μπο­ρεί νά εί­χε κα­τα­ντή­σει τό μό­νο του εν­δια­φέ­ρον πιά-, στό τέ­λος απέ­τυ­χε ό­πως πά­ντα, καί τό μό­νο που κα­τά­φε­ρε ή­ταν νά δη­μιουρ­γή­σει έ­ναν ό­γκο, έ­να καρ­κί­νω­μα που, παρʼ ό­λο που φαί­νε­ται σάν ξέ­νο, υ­πάρ­χο­ντας μʼ έ­ναν δι­κό του νό­μο, α­πο­τε­λεί­ται ω­στό­σο απʼ ό,τι τό σώ­μα που τό φι­λο­ξενεί τού πα­ρα­χω­ρεί μέ ευ­γέ­νεια. Εί­σαι λοι­πόν κι ε­σύ κά­τι απʼ αυ­τό. Η κα­τα­δί­κη σου, που βα­ραί­νει καί τό ί­διο, εί­ναι ό­τι : ό,τι σού έ­χει α­πα­γο­ρευθεί νά εί­σαι, εί­ναι ε­κεί­νο απʼ τό ο­ποί­ο πη­γά­ζει αυ­τή η α­πα­γόρευ­ση. Ε­σύ λοι­πόν δέν μπο­ρεί νά εί­σαι πα­ρά αυ­τή η α­πα­γό­ρευ­ση, γιατί τίποτʼ άλ­λο δέν πε­ρισ­σεύ­ει. Άν καί προ­σπά­θη­σε ώ­στε νά εί­σαι έ­νας ε­ντε­λώς ξέ­νος γιʼ αυ­τό, ω­στό­σο δέν πε­ρισ­σεύ­ει χώ­ρος γιά νά ε­ξο­ρι­στείς. Έ­τσι πα­ρα­μέ­νεις πά­ντα μέ­σα του καί παρʼ ό­λο που σέ με­τα­χει­ρί­ζε­ται σάν τό δο­χεί­ο τών σκου­πι­διών του, φαί­νε­ται πως δέν μπο­ρεί νά γλυ­τώ­σει απʼ τήν υ­πο­ψί­α πως τά σκου­πί­δια που α­πορ­ρο­φάς τά κα­τα­πί­νει αυ­τό τό ί­διο. Θά πρέ­πει νά αι­σθά­νε­ται ε­νο­χλή­σεις ό­ταν συμ­βαί­νει αυ­τό καί τό­τε ί­σως θά σέ σπρώ­χνει πιό μα­κρυά, αλ­λά ή­δη η μό­λυν­ση έ­χει προ­χω­ρή­σει, ε­πει­δή ό­σο κι άν τό θέ­λει δέν μπο­ρεί νά α­παλ­λα­γεί α­πό σέ­να, ού­τε νά ε­ξαφα­νί­σει τή σπου­δαί­α σου ι­διό­τη­τα, τό νʼ α­νι­χνεύ­εις δη­λα­δή μέ μο­να­δική ε­πι­δε­ξιό­τη­τα τά σκου­πί­δια κι έ­τσι αυ­τή η υ­πο­ψί­α κα­τα­ντά νά τού εί­ναι ά­χρη­στη, α­φού δέν μπο­ρεί νά τό βο­η­θή­σει νʼ αλ­λά­ξει καί τήν πε­τά. Καί πού αλ­λού θά τήν πε­τά­ξει άν ό­χι σέ σέ­να; Τό υ­πο­πτεύ­ε­σαι λοι­πόν κι ε­σύ αυ­τό κι έ­χεις δί­κιο, για­τί μά τόν με­γά­λο μας η­ρω­ϊ­κό νε­κρό, τήν α­λή­θεια, έ­χει αρ­χί­σει νά μυ­ρί­ζει πο­λύ ά­σχη­μα ε­κεί­νη η σε­πτή γωνιά ό­που σάν σύμ­βο­λα μα­γι­κά, σάν χάρ­τες που σέ διευ­θύ­νουν καί σέ προ­κα­λούν, α­πο­θέ­τεις ευ­λα­βι­κά τά σπά­νια καί μο­να­δι­κά κομ­μά­τια τής συλ­λο­γής σου”.
(56)
14-4-1976
“Ε­πει­δή”, εί­πε καί τόν έ­σπρω­ξε ά­γρια, ε­πει­δή ε­σύ εί­σαι αυ­τός που μέ έ­χει προ­δώ­σει. Που μά­λι­στα δέν έ­χει στα­μα­τή­σει κα­θό­λου νά μέ προ­δί­δει -α­πό τό­τε σχε­δόν που θυ­μά­μαι τόν ε­αυ­τό μου δέν έ­χει στα­μα­τή­σει ού­τε λεπτό αυ­τό τό βιο­λί-. Ε­δώ καί μή­νες τώ­ρα μέ τυ­ραν­νάς μʼ αυ­τή τήν ύ­που­λη τακτι­κή σου. Ο χρό­νος μου φεύ­γει ε­ντε­λώς στά χα­μέ­να κι ε­γώ πρέ­πει νά κά­θο­μαι καί νά σέ πα­ρα­κο­λου­θώ, λές καί δέν γεν­νή­θη­κα πα­ρά μό­νο γιʼ αυ­τόν τόν σκο­πό που είνʼ α­λή­θεια πως έ­χεις κα­τα­φέ­ρει νά μʼ α­πορ­ρο­φή­σει ολό­κλη­ρο. Έ­χω χά­σει τά ί­χνη μου τε­λεί­ως μέ τό νʼ α­κο­λου­θώ τά δι­κά σου καί φο­βά­μαι πως πο­τέ δέν μού δό­θη­κε η ευ­και­ρί­α νʼ α­φί­σω ί­σα­με τώ­ρα δι­κά μου -αμ­φι­βάλ­λω άν τό σύ­μπαν έ­χει κάν αί­σθη­ση τής ύ­παρ­ξής μου-, έ­τσι που πολ­λές φο­ρές κά­θο­μαι κι α­να­ρω­τιέ­μαι τί εί­ναι αυ­τό που έ­χει φτά­σει τώρα ί­σα­με δώ. Φαί­νε­ται πως κι ό­ταν α­κό­μα λέ­ω «ε­γώ­», δέν κά­νω τί­πο­τα πα­ρά ε­πα­να­λαμ­βά­νω τʼ ό­νο­μά σου, τό τό­σο μι­ση­τό, έ­να σύ­μπλεγ­μα δη­λα­δή α­πό ή­χους τών ο­ποί­ων τήν πα­τρό­τη­τα εί­σαι πρώ­τος καί καλ­λί­τε­ρος ε­ντε­λώς α­νί­κα­νος νά α­ντι­λη­φθείς καί νά κα­θο­ρί­σεις καί τε­λι­κά τό μό­νο που φαί­νε­ται πως υ­πο­φέ­ρει γιʼ αυ­τή τήν ά­δι­κη μοί­ρα εί­ναι αυ­τή η υ­ποψί­α, που πα­ρά τήν ε­πί­μο­νη θέ­λη­σή σου νά τήν αρ­νεί­σαι, πα­ρά τίς έ­ντο­νες καί ύ­πο­πτες δια­μαρ­τυ­ρί­ες σου, ε­ξα­κο­λου­θώ νά νοιώ­θω καί που άν καί πο­τέ δέν μπό­ρε­σα νά ε­ξα­κρι­βώ­σω τί κρύ­βε­ται πί­σω της καί γιά ποιό λό­γο εμ­φα­νί­στη­κε έ­τσι ξαφ­νι­κά αμ­φι­σβη­τώ­ντας τήν κυ­ριαρ­χί­α σου, ω­στό­σο έ­χω συ­νε­χώς στραμ­μέ­νη τήν προ­σο­χή μου ε­πά­νω της ε­πει­δή έ­χω πιά βε­βαιω­θεί -καί κυ­ρί­ως απʼ τίς α­ντι­δρά­σεις σου- πως σέ ό,τι αυ­τή α­να­φέ­ρε­ται, πως ε­κεί­νο α­κρι­βώς που κα­τόρ­θω­σε νά ε­ρε­θι­στεί -παρʼ ό­λο που κι αυ­τό θά τό­χεις πα­ρα­μορ­φώ­σει ό­πως καί κά­θε τι μέ­σα μου καί θά τό­χεις α­κρω­τηριά­σει μʼ ε­κεί­νη τήν α­ξιέ­παι­νη σκλη­ρά­δα σου που σέ ε­ξα­σφα­λί­ζει, ώστε νά στέ­κε­ται μα­ρα­μέ­νο σέ κά­ποια ά­κρη- α­πό τήν α­δύ­να­μη φω­νή της, που η πη­γή της φαί­νε­ται πως ξε­περ­νού­σε τά ό­ριά σου, αυ­τό εί­ναι ε­κεί­νο που ί­σως μέ ε­λευ­θε­ρώ­σει α­πό τήν τυ­ραν­νί­α σου. Καί φαί­νε­ται πως εί­ναι τόσο ι­σχυ­ρό κι ε­σύ τό­σο α­νί­κα­νος νά τό υ­πο­τά­ξεις, ώ­στε αρ­κού­σε η πα­ρου­σί­α του, έ­στω καί σέ τέ­τοια χά­λια, ό­πως θά τό­χες κα­τα­ντή­σει, έ­στω καί μέ­σα σέ έ­να έ­τσι κα­τε­στραμ­μέ­νο καί πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο σύ­νο­λο σάν κι εμέ­να, τό θύ­μα σου, γιά νά σέ α­πο­κα­λύ­ψει στά μά­τια μου, γιά νά ξε­θά­ψει απʼ αυ­τόν τόν σω­ρό που ή­μου­να, καί που ποιός ξέ­ρει σέ τί σέ ε­ξυ­πη­ρε­τού­σε, τά υ­πο­λείμ­μα­τα μιάς α­νά­μνη­σης που σέ ξε­περ­νού­σε, α­πό καλ­λί­τε­ρη καί πιό αρ­χαί­α γε­νιά, καί νά δυ­να­μώ­σει έ­να μί­σος που νό­μι­ζες πως εί­χε πιά ξε­χα­στεί. Σʼ αυ­τό τό μί­σος έ­χω τώ­ρα λοι­πόν α­πο­θέ­σει ό­λες μου τίς ελ­πίδες. Αυ­τό μέ στη­ρί­ζει ώ­στε νά μπο­ρώ νʼ αρ­νιέ­μαι τήν ε­ξου­σί­α σου ε­πάνω μου που μέ τέ­τοια ά­νε­ση χαι­ρό­σουν πα­λιό­τε­ρα μυ­στι­κά καί νά ξέ­ρω πιά καλά πως α­πό σέ­να δέν έ­χω νά πε­ρι­μέ­νω τί­πο­τα. Ί­σα ί­σα, ό­σο πιό πο­λύ σέ απο­μυ­θο­ποιώ, τό­σο καλ­λί­τε­ρα δια­κρί­νω τό μέ­γε­θος τής α­πά­της που πί­σω της μέ τό­ση ε­πι­μέ­λεια κρυ­βό­σουν καί χλεύ­α­ζες τήν κα­τά­ντια μου που σέ ω­φελού­σε ποιός ξέ­ρει σέ τί. Κι έ­τσι θά συ­νε­χί­σω ώ­σπου νά μεί­νεις τε­λεί­ως γυμνός. Καί τό­τε πιά θά σʼ α­φί­σω. Για­τί τό­τε ε­σύ θά έ­χεις χά­σει τήν ι­κανό­τη­τα νά με­τα­βάλ­λε­σαι κι ε­γώ θά έ­χω κερ­δί­σει τίς με­τα­βο­λές μου. Τό­τε κά­θε με­τα­βο­λή μου θά μού α­νή­κει κι ε­πει­δή αυ­τή τή φο­ρά δέν θά ε­γκα­ταλεί­πω τί­πο­τα πί­σω μου αλ­λά θά μπαί­νω ο­λό­κλη­ρος μέ­σα σʼ αυ­τές, θά μπορείς πιά νά χαί­ρε­σαι τόν χρό­νο σάν κά­τι που θά σού α­νή­κει ο­λο­κλη­ρω­τικά. Αυ­τός άλ­λω­στε εί­ναι καί η φυ­λα­κή σου κι έ­χεις υ­πο­χρέ­ω­ση νά τήν φρο­ντί­ζεις ε­πει­δή εί­ναι η ι­διο­κτη­σί­α σου, η μό­νη που θά σού έ­χει α­πο­μεί­νει πιά, α­φού ε­γώ θά μπο­ρώ νά πώ «ε­γώ­» χω­ρίς τό φό­βο πως τό ε­πό­με­νο βή­μα θά εί­ναι μιά με­τα­βο­λή που αυ­τό τό «ε­γώ» θά τήν δε­σμεύ­ει.
(57)
Α­πρί­λης 1976
“Φαί­νε­ται λοι­πόν πως δέν μπο­ρεί νά α­πο­κλει­στεί ού­τε καί μιά α­δέ­ξια χει­ρο­νο­μί­α α­κό­μα… Μή­πως α­λή­θεια κι αυ­τή δέν εί­ναι κλει­σμέ­νη στόν ε­αυ­τό της χω­ρίς τί­πο­τα νά πε­ρισ­σεύ­ει; Μή­πως δέν αιω­ρεί­ται κι αυ­τή μέ τήν ί­δια θλί­ψη στό ση­μεί­ο που ο φο­ρέ­ας της τήν ε­γκα­τέ­λει­ψε; Καί μά­λι­στα ό­ταν αυ­τή έ­χει ε­γκα­τα­λει­φθεί βια­στι­κά, μέ α­πέ­χθεια, μέ α­δια­φο­ρία, σχε­δόν πε­τά­χτη­κε μέ μί­σος -(μιά μοί­ρα σκλη­ρή που τήν συ­νο­δεύ­ει ε­χθρικά, μιά δυ­να­τό­τη­τα εκ­δί­κη­σης, συμ­φω­νη­μέ­νης ί­σως α­πό πρίν, που προ­σφέρε­ται μέ τήν εμ­φά­νι­σή της α­πό τήν ί­δια τήν πα­νι­κό­βλη­τη, για­τί παρʼ ό­λα αυ­τά έ­στω καί τυ­χαί­α τόλ­μη­σε, φύ­ση της, σάν μιά δου­λι­κή χει­ρο­νο­μί­α γιά ε­ξι­λέ­ω­ση, σάν τήν κί­νη­ση τού υ­πη­ρέ­τη που, μέ τήν ξαφ­νι­κή κι α­δι­καιολό­γη­τη εμ­φά­νι­σή του, διέ­συ­ρε μέ τό πρό­στυ­χό του βλέμ­μα τήν α­πα­γο­ρευ­μένη γυ­μνό­τη­τα που εί­χε τα­χθεί νά υ­πε­ρα­σπί­ζει, καί τώ­ρα, συ­ντριμ­μέ­νος απʼ τήν ο­δύ­νη μπρο­στά στήν α­σύλ­λη­πτη έ­κτα­ση τού α­νο­σιουρ­γή­ματός του, έκ­θαμ­βος μπρο­στά στόν και­νούρ­γιο κό­σμο που τού α­νοί­χτη­κε, ανή­μπο­ρος νʼ α­ντέ­ξει τήν ε­νο­χή απʼ τήν εκ­πλή­ρω­ση μιάς τό­σο βα­θειά κρυμ­μέ­νης ε­πι­θυ­μί­ας που η συ­χνή υ­πεν­θύ­μη­ση τής θα­νά­σι­μης α­παγό­ρευ­σής της, τό αυ­στη­ρό πρω­τό­κολ­λο, η ε­πι­με­λη­μέ­νη διευ­θέ­τη­ση γιʼ αυ­τό τών ε­πί­πλων στούς α­πέ­ρα­ντους δια­δρό­μους, τήν έ­κα­ναν ο­ρι­σμένες φο­ρές καί μά­λι­στα α­κό­μα κι ό­ταν δέν ή­ταν ε­ντε­λώς μό­νος, τό­σο έ­ντονη, ώ­στε νά προ­τι­μά νά ε­γκα­τα­λεί­πε­ται στίς κρί­σεις τής ε­πι­λη­ψί­ας που τού προ­κα­λού­σε καί που, παρʼ ό­λο που τόν ε­ξέ­θε­τε, ω­στό­σο κρα­τού­σε ε­κεί­νη κρυμ­μέ­νη κα­λά, γο­να­τί­ζει μέ τό πρό­σω­πο βυ­θι­σμέ­νο στό πα­χύ χα­λί που πί­νει τά ευ­τυ­χι­σμέ­να του δά­κρυα καί βγά­ζο­ντας α­πό τή μέ­ση του τό όπλο που τού έ­χουν ε­μπι­στευ­θεί χω­ρίς νά τό με­τα­νοιώ­σουν τό­σον και­ρό, τό βά­ζει ο ί­διος στά χέ­ρια που έ­χουν προ­σβλη­θεί, πα­ρα­με­ρί­ζει τά πυ­κνά μαλλιά του καί γυ­μνώ­νει τόν κρό­τα­φό του που έ­νας φο­βε­ρός σφυγ­μός τόν ξε­σχίζει…-, ε­πει­δή ί­σως συ­νέ­βει νά εκ­θέ­σει κά­ποιον σέ μιά στιγ­μή α­κα­τάλ­λη­λη, ό­ταν η προ­σο­χή ό­λων ή­ταν στραμ­μέ­νη ε­πά­νω του καί τώ­ρα πιά εί­ναι δύ­σκο­λο νʼ αρ­χί­σει απʼ τήν αρ­χή, στρέ­φει λοι­πόν τό πρό­σω­πό του καί τήν α­παρ­νιέ­ται σάν κά­τι που πο­τέ δέν βγή­κε απʼ αυ­τόν, που τόν α­νάγκα­σαν μέ τό ζό­ρι νά τήν δεί νά ε­κτε­λεί­ται σάν α­πά­ντη­ση σέ μιά ξαφ­νι­κή προ­στα­γή δο­σμέ­νη μέ κα­κί­α πί­σω απʼ τήν πλά­τη του στό ί­διο του τό σώ­μα καί που, αλ­λοί­μο­νο, κα­νείς δέν τήν ά­κου­σε ώ­στε νά μήν κα­τη­γο­ρη­θεί αυ­τός γιά ό,τι ε­κεί­νη προ­κά­λε­σε, ώ­στε νά υ­πάρ­ξει μιά ι­κα­νο­ποι­η­τι­κή δικαιο­λο­γί­α, μιά α­να­γνώ­ρι­ση τής α­κού­σιας δια­στρο­φής τής πρό­θε­σής του, που θά τόν α­να­κού­φι­ζε καί θά τού έ­δι­νε θάρ­ρος νά προ­σπα­θή­σει ξα­νά.
Εί­ναι τώ­ρα κά­μπο­σος και­ρός που μέ βα­σα­νί­ζει η θλί­ψη τών χει­ρο­νο­μιών που ε­γκα­τα­λεί­φθη­καν. Εί­ναι η αί­σθη­ση ε­νός χρέ­ους που πο­τέ α­πό κα­νέ­ναν δέν ζη­τή­θη­κε, που είνʼ α­λή­θεια πως πο­τέ δέν ζή­τη­σε νά τό λο­γα­ριάσουν σάν τέ­τοιο, μά που το­νί­ζει τήν πα­ρου­σί­α του, ί­σως χω­ρίς τό ί­διο νά τό ε­πι­θυ­μεί, μέσʼ απʼ τίς λί­γες νό­τες που κα­τα­φέρ­νουν νʼ α­κου­στούν α­πό και­ρό σέ και­ρό ό­ταν πέ­φτει ο α­ντί­θε­τος ά­νε­μος κι οι α­δύ­ναμοι ή­χοι τής κα­μπα­νού­λας τής ε­ξώ­πορ­τας μπο­ρούν ε­πι­τέ­λους νʼ α­πλωθούν ώς ε­μάς, εί­ναι λοι­πόν η αί­σθη­ση αυ­τού τού μι­κρού χρέ­ους, τίς πρό­τε­λευ­ταί­ες πά­ντα α­να­λα­μπές τής α­νά­μνη­σης μιάς α­νε­παί­σθη­της συγγέ­νειας, που μέ κά­νει νά ε­πι­σκέ­πτο­μαι ο­ρι­σμέ­να ση­μεί­α τού κοι­μη­τηρί­ου ό­που α­να­παύ­ο­νται. Για­τί μή­πως κι ε­γώ δέν εί­μαι μιά χει­ρο­νο­μί­α που έ­χει ε­γκα­τα­λει­φθεί; Μή­πως κι ε­γώ δέν α­να­παύ­ο­μαι στό δι­πλα­νό κοιμη­τή­ριο; Έ­χω κα­θή­σει κι έ­χω α­να­λο­γι­σθεί αρ­κε­τές φο­ρές τώ­ρα, ποιά νά ή­ταν ά­ρα­γε η αι­τί­α, ποιός σο­βα­ρός λό­γος πα­ρου­σιά­στη­κε ξαφ­νι­κά καί α­πέ­σπα­σε τήν προ­σο­χή, πιά α­πό­το­μη με­τα­βο­λή τής διά­θε­σης γιά μιάν από­φα­ση παρ­μέ­νη μέ θέρ­μη διέ­κο­ψε τήν στο­χα­στι­κή προ­σαρ­μο­γή που εί­χε συμ­φω­νη­θεί, ε­πι­κα­λού­με­νη τή μα­ταιό­τη­τα ε­νός ζή­λου γνω­στού πι­θα­νόν από πα­λιό­τε­ρες φο­ρές, ώ­στε νά ε­γκα­τα­λει­φθεί -ί­σως πο­λύ αρ­γά γιά νά επι­στρέ­ψει ό­πως άλ­λο­τε- ε­πι­πλέ­ο­ντας στήν ε­πι­φά­νεια ε­νός α­βέ­βαιου ο­ρί­ζο­ντα, η αρ­χι­κή πρό­θε­ση­· μέ τήν ε­πι­κίν­δυ­νη ευ­αι­σθη­σί­α μιάς η­μι­τε­λούς κα­τα­σκευ­ής νά τήν φέρ­νει σέ ε­πα­φή μέ τό πε­ρι­βάλ­λον, μέ μιάν α­κά­θε­κτη τά­ση στό ε­σω­τε­ρι­κό της νά έρ­θει σέ πέ­ρας, μέ τήν α­τέλειω­τη α­να­μο­νή τής συ­νέ­χι­σής της νά ε­μπο­δί­ζει τήν πα­ρα­κο­λού­θη­ση τών με­τα­βο­λών που τό­σο ευ­ερ­γε­τι­κά τής ε­πι­βάλ­λο­νται…”.
(58)
Μά­ϊ­ος 1976-85
Στή­θη­κε σω­στά ε­πι­τέ­λους η Γρα­φο­μη­χα­νή! Αυ­τή ή­ταν μιά ε­πι­θυ­μί­α που προ­κα­λού­σε διαρ­κώς η ύ­παρ­ξή Της στό ση­μεί­ο αυ­τό τού χώ­ρου ό­που εί­χε προ­σω­ρι­νά το­πο­θε­τη­θεί τό­σο ά­βο­λα, ό­χι μό­νο ό­ταν τό βλέμ­μα τύ­χαι­νε νά πέσει ε­πά­νω Της, αλ­λά καί στά δια­στή­μα­τα που πα­ρεμ­βάλ­λο­νταν α­νά­με­σα στό προ­η­γού­με­νο καί τό τε­λευ­ταί­ο α­πό αυ­τά­· δια­στή­μα­τα ό­που δέν Τής ή­ταν δυ­να­τόν νά προ­κα­λέ­σει κά­ποιον ά­με­σο ε­ρε­θι­σμό, μά που ω­στό­σο μπο­ρού­σε, γιά ό­σο κρα­τού­σαν, νά στη­ρι­χτεί μέ αρ­κε­τή ε­μπι­στο­σύ­νη στήν μι­κρή ε­νο­χλη­τι­κή αί­σθη­ση κά­ποιας α­πό­φα­σης παρ­μέ­νης α­πό και­ρό, γιά τήν διευ­θέ­τη­ση, σύμ­φω­να μέ μιά ύ­πο­πτη πά­ντα αι­σθη­τι­κή, ε­κεί­νου τού κομ­μα­τιού τού χώ­ρου ό­που μέ­σα του Αυ­τή έ­παι­ζε έ­ναν κυ­ριαρ­χι­κό ρό­λο καί η ο­ποί­α (α­πό­φα­ση) α­πό τήν πρώ­τη το­πο­θέ­τη­ση τών πραγ­μά­των, (((α­κό­μα κι έ­πει­τα απʼ τίς τυ­χαί­ες αλ­λα­γές που πα­ρα­χω­ρή­θη­καν ε­ντε­λώς συ­μπτω­μα­τι­κά -στήν διάρ­κεια τών συ­χνών συ­γκρού­σε­ων α­νά­με­σα στήν ευ­ε­λη­ξί­α που πα­λιό­τε­ρες δύ­σκο­λες δια­δρο­μές εί­χαν ε­πι­τρέ­ψει νʼ α­να­πτυ­χθεί καί σʼ ε­κεί­νη που μιά και­νούρ­για, ό­πως καί κά­θε άλ­λη άλ­λω­στε που εμ­φανί­ζο­νταν γιά πρώ­τη φο­ρά, πε­ρί­πτω­ση α­παι­τού­σε- σʼ αυ­τήν τήν μέ μιά πε­ρί­εργη ε­πί­μο­νη άρ­νη­ση νά ε­πι­τρέ­ψει -κά­νο­ντας χρή­ση τής ε­ξαι­ρε­τι­κής α­δρά­νειας που τήν πε­ριέ­βαλ­λε- μιά ε­πι­τέ­λους κα­τά­λη­ξη σέ μιά κί­νη­ση ο­ρι­στι­κής στό μέλ­λον α­πόρ­ρι­ψης τών α­να­βο­λών που ή­ταν ε­ντε­λώς σίγου­ρο ό­τι θά προ­τεί­νο­νταν ξα­νά ώ­στε νά τήν δια­τη­ρή­σουν, ί­δια, πρώ­τη το­ποθέ­τη­ση τών πραγ­μά­των))), δέν εί­χε πά­ψει πο­τέ νά εκ­κρε­μεί.
Θά μπο­ρού­σε λοι­πόν νά πεί κα­νείς πως η Γρα­φο­μη­χα­νή, (((καί φαί­νε­ται πως αυ­τό δέν θά ή­ταν δυ­να­τόν νά τό εί­χε α­πο­φύ­γει -έ­τσι που τώ­ρα θά πρέ­πει νά τό α­ντι­με­τω­πί­ζει κι Αυ­τή σάν α­να­πό­φευ­κτη κα­τά­λη­ξη, μιά μοί­ρα που μοιά­ζει νά Τήν έ­χει ση­μα­δέ­ψει α­πό πα­λιά- πα­ρά μό­νο χά­ρις σέ κά­ποιο ε­ντελώς τυ­χαί­ο πε­ρι­στα­τι­κό που, έ­χο­ντας α­κο­λου­θή­σει μιά αλ­λο­πρό­σαλ­λη καί κα­θό­λου εύ­κο­λο νά πα­ρα­κο­λου­θή­σει κα­νείς τούς ε­λιγ­μούς, τά στρι­φο­γυρί­σμα­τα καί τίς συ­γκρού­σεις της μέ τίς ό­μοιές της που εί­χε ξε­κι­νή­σει κά­ποια άλ­λη στιγ­μή έ­νας άλ­λος ε­ρε­θι­σμός καί που τής έ­δι­ναν μιάν α­πό­κλιση ε­ντε­λώς α­πρό­βλε­πτη κα­θώς τήν συ­να­ντού­σαν τώ­ρα, πο­ρεί­α -άν εί­χε πράγμα­τι συμ­βεί έ­τσι, α­πό ε­δώ καί μπρός, με­τά τήν ε­πα­φή του μέ αυ­τό που τώ­ρα, εκ τών υ­στέ­ρων, α­φού πιά αυ­τή η πο­ρεί­α ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε, φαί­νε­ται σάν στό­χος, εί­ναι αυ­τή η ί­δια η πο­ρεί­α που χα­ρα­κτη­ρί­ζει πιά α­πο­κλει­στι­κά αυ­τό τό πε­ρι­στα­τι­κό καί δι­καιο­λο­γεί τήν εμ­φά­νι­σή του τήν κρί­ση­μη στιγ­μή τής ε­πα­φή­ς· ε­πα­φή που ε­πέ­τρε­ψε α­πό τήν άλ­λη με­ριά η ί­δια η εμ­φά­νι­ση τού στό­χου σʼ αυ­τόν τόν τό­πο καί μʼ αυ­τόν τόν τρό­πο-, θά μπο­ρού­σε νά εί­χε συ­να­ντή­σει τόν δέ­κτη τών ε­ρε­θι­σμών που ε­ξέ­πε­μπε Ε­κεί­νη -ό­ταν θά ή­ταν ί­σως δυ­να­τόν αυ­τός νά βρί­σκε­ται σέ έναν ε­ξαι­ρε­τι­κά υ­ψη­λό βαθ­μό ευ­αι­σθη­σί­ας σέ σχέ­ση μέ τόν χώ­ρο που μέ­σα του συμ­βαί­νουν ό­λα αυ­τά καί η δε­κτι­κό­τη­τά του γιά τούς δι­κούς Της ερε­θι­σμούς νά ή­ταν τό­σο σχε­δόν α­πό­λυ­τη, ώ­στε πιά νά εί­ναι τώ­ρα αυ­τοί οι ί­διοι οι ε­ρε­θι­σμοί της τό πε­δί­ο ό­που ε­πά­νω του θά μπο­ρού­σε νά α­ναρ­ρι­χη­θεί ο θό­ρυ­βος ε­νός ξέ­νου ε­ρε­θι­σμού, αγ­γί­ζο­ντάς τον εξ αι­τί­ας αυ­τής α­κρι­βώς τής ί­διας του, τήν στιγ­μή ε­κεί­νη, ε­ξαι­ρε­τι­κής ευ­αι­σθη­σί­ας- καί νά τόν εί­χε κα­τα­κτή­σει ο­λο­κλη­ρω­τι­κά, εκ­θέ­το­ντάς τον στήν γο­η­τεί­α ε­νός άλ­λου α­ντι­κει­μέ­νου καί α­πο­μα­κρύνο­ντάς Την α­πό τά εν­δια­φέ­ρο­ντά του γιά πά­ντα))), σʼ αυ­τόν τόν χώ­ρο εί­ναι ί­σως ο πιό σπου­δαί­ος έ­νοι­κός του, άν υ­πήρ­χε μιά, έ­στω καί μιά δυ­να­τότη­τα νά γί­νει μιά α­ξιο­λό­γη­ση, μιά ιε­ράρ­χη­ση -σύμ­φω­να μέ κά­ποιο μέ­τρο που θά μπο­ρού­σε, χά­ρις στήν ι­διαί­τε­ρη φύ­ση του, νά α­ντι­με­τω­πί­σει κάθε δί­και­η αμ­φι­σβή­τη­ση- τών ε­ρε­θι­σμών που εκ­πέ­μπο­νται α­πό τό πε­ριε­χό­με­νό του γιά νά συ­να­ντή­σουν τήν ευ­αί­σθη­τη ι­διο­συ­γκρα­σί­α που ε­δώ καί χρό­νια τώ­ρα τόν πε­ρι­δια­βαί­νει χρω­μα­τί­ζο­ντάς τον μέ τήν με­λαγ­χο­λι­κή αί­σθη­ση (((αί­σθη­ση που δυ­να­μώ­νει ξαφ­νι­κά ό­ταν μιά α­πρό­βλε­πτη δυ­σκο­λί­α ε­μπο­δί­ζει τήν ο­μα­λή κί­νη­ση μέ­σα του ή ό­ταν συμ­βαί­νει ε­κεί­νη νά έχει α­φαι­ρε­θεί, α­κο­λου­θώ­ντας έ­να ε­σω­τε­ρι­κό ό­ρα­μα που δέν τόν αφο­ρά, τή στιγ­μή α­κρι­βώς που ε­πι­στρέ­φει, ή, α­κό­μα, ό­ταν γλυ­στρώ­ντας μέ­σα απʼ τίς λε­πτές διό­δους που, παρʼ ό­λη τήν κα­λή του θέ­λη­ση ε­κεί­νος δέν κα­τόρ­θω­σε πο­τέ ί­σα­με τώ­ρα νά κα­λύ­ψει, με­ρι­κοί ε­πί­μο­νοι ψί­θυ­ροι τού ε­ξω­τε­ρι­κού εμ­φα­νί­ζο­νται προ­κλη­τι­κά τρα­βώ­ντας τήν προ­σο­χή μέ τήν φρε­σκά­δα που σχε­δόν πά­ντα τούς συ­νο­δεύ­ει καί που αυ­τός εί­ναι α­νί­κα­νος νά ε­μπο­δί­σει τό ά­ρω­μά τους νά α­πλω­θεί -σπά­νια η α­τμό­σφαι­ρά του εί­ναι τό­σο μο­λυ­σμέ­νη- καί νά προ­κα­λέ­σει α­κό­μα καί τίς πιό ευ­νο­ού­με­νές του γω­νιές, που πά­νω στήν ε­ξαι­ρε­τι­κή λει­τουρ­γί­α τους ε­κεί­νος έ­χει στη­ρι­χθεί, σέ μιά ε­πι­κίν­δυ­νη σύ­γκρι­ση))) τής α­να­πό­φευ­κτης αιχ­μα­λω­σί­ας της απʼ αυ­τόν (((α­κό­μα κι α­πό κά­θε άλ­λον που θά μπο­ρού­σε νά δια­λέ­ξει στήν θέ­ση του, ό­ταν κά­που κά­που μιά τέ­τοια ευ­και­ρί­α τής προ­σφέ­ρε­ται απʼ τήν α­δυ­να­μί­α που έ­χει συ­να­ντη­θεί μέ­χρι τώ­ρα σέ κά­θε προ­σπά­θεια τών, παρʼ ό­λα αυ­τά ευ­κί­νη­των καί ε­κλε­κτών ε­ρευ­νη­τών νά προ­βλέ­ψουν, α­παλεί­φο­ντας μʼ έ­ναν τρό­πο ο­ρι­στι­κό κα­τό­πιν, τίς ε­νο­χλη­τι­κές προ­ϋ­ποθέ­σεις μιάς αρ­ρω­στη­μέ­νης φα­ντα­σί­ας καί απʼ τίς συ­χνές α­προ­σε­ξί­ες τών κα­τω­τέ­ρων ορ­γά­νων που η α­να­γκα­στι­κή ι­κα­νό­τη­τά τους νά παρα­τη­ρούν πρός μιά ο­ρι­σμέ­νη κα­τεύ­θυν­ση καί μά­λι­στα μέ τούς τρό­πους που έ­χουν α­πο­κλει­στι­κά υ­πο­δει­χτεί γιʼ αυ­τό, τά βρί­σκει συ­χνά α­προ­ετοί­μα­στα νά ερ­μη­νεύ­σουν σω­στά τίς α­πρό­βλε­πτες πα­ρα­δρο­μές που μιά τυ­χαί­α κα­κή χώ­νε­ψη ή μιά ε­πί­μο­νη ρω­μα­ντι­κή διά­θε­ση μπρο­στά σέ κά­ποιον α­να­πά­ντε­χο καί ε­ντε­λώς α­δι­καιο­λό­γη­το συν­δια­σμό πα­λιών καί με­μονω­μέ­να κα­τε­στραμ­μέ­νων ε­ντυ­πώ­σε­ων, θά μπο­ρού­σε νά προ­κα­λέ­σει))), μιά προσπά­θεια που αυ­τός ο ί­διος ο χώ­ρος έ­χει α­πό και­ρό ε­γκα­τα­λεί­ψει… Αλ­λά κι άν α­κό­μα δέν μπο­ρεί νά γί­νει αυ­τό, κι άν α­κό­μα η πα­ραί­τηση α­πό τήν, έ­στω καί ε­ντε­λώς γιά μιά στιγ­μή μό­νο, γο­η­τευ­τι­κή στήν σύλ­ληψή της α­πό­πει­ρα αυ­τής τής συ­ναι­σθη­μα­τι­κής ιε­ράρ­χη­σης, φαί­νε­ται νʼ α­πα­γο­ρεύ­ει έ­στω καί σέ μιά ο­ποια­δή­πο­τε λε­πτο­μέ­ρεια νά εί­ναι α­σήμα­ντη, ω­στό­σο φαί­νε­ται α­πό τήν άλ­λη με­ριά πως ο­ρι­σμέ­νες ε­πι­θυμί­ες έ­χουν κα­τα­φέ­ρει νά ε­γκα­τα­στα­θούν α­πό πα­λιά, ό­ταν α­κό­μα ή­ταν ο και­ρός τους καί εί­χαν αυ­τές τό πρό­σταγ­μα, σέ κά­τι α­νύ­πο­πτες πτυ­χές αυ­τής τής ι­διο­συ­γκρα­σί­ας καί α­πό ʽ­κεί προ­βάλ­λουν τώ­ρα τήν α­νά­μνη­σή τους που κα­λύ­πτει α­πό και­ρό σέ και­ρό μʼ έ­να στρώ­μα πά­χνης σάν πρω­ϊνή δρο­σιά τόν χώ­ρο καί κά­νει ο­ρι­σμέ­να στοι­χεί­α του νά α­πο­κτούν μιά ι­διαί­τε­ρη γο­η­τεί­α καί μι­σο­κρυμ­μέ­να νά εκ­πέ­μπουν ζω­η­ρά τήν αί­σθη­ση αυτής τής ί­διας τής εκ­κί­νη­σης που τό­σο α­νυ­πό­μο­να κά­πο­τε τήν πε­ρί­με­ναν· έ­να χα­μο­γε­λα­στό γνέ­ψι­μο, σάν κι αυ­τό που στέλ­νει δει­λά, πά­νω στό τρα­πέ­ζι, μέ­σα απʼ τά μαύ­ρα Της πλή­κτρα, Ε­κεί­νη.
(59)
Ιού­νιος 1976
Στήν Κα­τε­ρί­να Ι.
Θά μπο­ρού­σε νά εί­χε γρα­φεί:
“Τήν έ­κα­νε ευ­τυ­χι­σμέ­νη. Γρή­γο­ρα ό­μως η ευ­τυ­χί­α της άρ­χι­σε νά τόν ε­νοχλεί. Θά τού κό­στι­ζε άν χα­λού­σε. Καί γιʼ αυ­τό α­να­γκά­στη­κε νά τήν υ­πηρε­τεί. Δέν άρ­γη­σε νά τήν μι­σή­σει”.
Ω­στό­σο αυ­τό ε­κεί­νος δέν τό βλέ­πει πα­ρά σάν μιά γρή­γο­ρη προ­σπά­θεια συμ­βι­βα­σμού. Σάν μιά εύ­κο­λη ει­λι­κρί­νεια που τόν α­να­κου­φί­ζει είνʼ η α­λή­θεια καί τόν δι­καιο­λο­γεί, αλ­λά που απʼ τήν άλ­λη με­ριά, μʼ έ­ναν πε­ρί­ερ­γο τρό­πο, τόν κά­νει νά νοιώ­θει τήν συ­μπε­ρι­φο­ρά του που στη­ρί­ζε­ται πά­νω της καί τού ε­πι­τρέ­πει νά κι­νεί­ται μέ ά­νε­ση, σάν κά­τι που κά­θε φο­ρά τόν πα­ρα­μο­νεύ­ει­· έ­ναν χώ­ρο που πε­ρι­μέ­νει νά τόν δε­χτεί σί­γου­ρος πως, έ­τσι ό­πως έ­χει τώ­ρα φτια­χτεί ε­κεί­νος, δέν μπο­ρεί πα­ρά νά μπεί μέ­σα του, κι ό­που πιά ε­κεί θʼ α­φε­θεί μέ ε­μπι­στο­σύ­νη -ό­πως καί κά­θε φο­ρά άλ­λω­στε- νά πα­ρα­συρ­θεί α­πό τήν διευ­θέ­τη­ση τών πραγ­μά­των (που σχε­δόν πο­τέ δέν ε­πι­τρέ­πε­ται νά θι­γεί α­πό τήν δι­στα­κτι­κό­τη­τα που τόν κυ­ριεύ­ει α­πό και­ρό σέ και­ρό) που, ε­πι­βάλ­λο­ντάς του ε­κεί­νη τήν ι­διαί­τε­ρη, γνω­στή α­πό πα­λιά, ευ­ε­λι­ξί­α η ο­ποί­α κα­θο­ρί­ζε­ται μʼ ε­ναν μο­νο­σή­μα­ντο τρόπο α­πό τήν πα­ραλ­λα­γή της τής κά­θε φο­ράς, θά τόν ο­δη­γή­σει μέ α­σφά­λεια, χω­ρίς νά λα­βαί­νει κα­θό­λου υ­πʼ ό­ψιν της τόν άλ­λον, σʼ ε­κεί­νο τό σίγου­ρο τέρ­μα ό­που θά βρεί νά τόν πε­ρι­μέ­νει ό­πως πά­ντα η τρο­φή του.
Α­πο­φά­σι­σε λοι­πόν γιά μιά φο­ρά νά α­φί­σει νά ο­δη­γη­θεί α­πό τήν υ­πο­ψί­α που, κρυμ­μέ­νη σέ μιά γω­νιά του, ε­πέ­με­νε νά πα­ρα­τη­ρεί δύ­σπι­στα τήν ευ­τυ­χί­α ε­κεί­νης (γιά τήν ο­ποί­α αυ­τός δέν μπο­ρού­σε νά πά­ψει νά νοιώθει ε­κεί­νο τό ζε­στό αί­σθη­μα ι­διο­κτη­σί­ας που τό­σο τού ά­ρε­σε νά παί­ζει ε­πι­κίν­δυ­να μα­ζύ του)· ε­πει­δή, κά­τω απʼ τό δι­κό της βλέμ­μα, ή­ταν μιά ευ­τυ­χί­α αυ­τάρ­κης που, άν καί η δη­μιουρ­γί­α της κά­θε στιγ­μή ε­ξαρ­τιώταν απʼ αυ­τόν, α­μέ­σως με­τά α­πο­κό­βο­νταν απʼ ό,τι τήν δη­μιούρ­γη­σε κι υ­πήρ­χε μʼ έ­ναν δι­κό της τρό­πο, α­νε­ξάρ­τη­τη, μʼ έ­να φι­δί­σιο σώ­μα που τήν ε­ξαι­ρε­τι­κή ο­λι­σθη­ρό­τη­τά του αυ­τός δέν εί­χε κα­θό­λου μέ­χρι τώ­ρα α­ντι­λη­φθεί, για­τί οι αι­σθή­σεις του ή­σαν α­νί­κα­νες νά τόν προ­ειδο­ποι­ή­σουν ώ­στε νά ε­ξα­σκη­θεί νά α­να­γνω­ρί­ζει τό σύρ­σι­μό του μέ­σα από τά χέ­ρια του καί νά μήν εκ­πλήσ­σε­ται ό­ταν τού έ­γνε­φε ξαφ­νι­κά α­πό μακρυά… Ό­μως νά, που τώ­ρα δέν α­ντέ­χει κα­θό­λου νά τό δεί έ­τσι καί υ­πο­φέ­ρει για­τί τό­τε που μο­χθού­σε γιά τήν δη­μιουρ­γί­α της η προ­σο­χή του ή­ταν ε­ντε­λώς στραμ­μέ­νη σʼ αυ­τήν τήν ί­δια (((που, εξʼ αι­τί­ας τής βρα­δύ­τη­τας μέ τήν ο­ποί­α α­να­πτύσ­σο­νταν -προ­χω­ρώ­ντας μέ δυ­σκο­λί­α μέσʼ απʼ τίς πε­ριο­χές τού άλ­λου που α­ντι­στέ­κο­νταν μέ πεί­σμα προ­βάλ­λο­ντας ό,τι τίς γέ­μι­ζε μέ­χρι τό­τε καί μά­λι­στα ό­χι τό­σο σʼ αυ­τές, αλ­λά σʼ ε­κεί­νες που ί­σα­με τώ­ρα δέν εί­χαν γε­μί­σει πο­τέ μέ τί­πο­τα καί εί­χαν σφί­ξει τά τοι­χώ­ματά τους έ­χο­ντας σχε­δόν στραγ­γα­λι­στεί ώ­στε νʼ α­πο­φύ­γουν τό κε­νό καί που έ­ντρο­μες στίς προ­σπά­θειες ε­κεί­νου νά δια­πε­ρά­σει τόν παρ­θε­νι­κό τους υ­μέ­να έ­νοιω­θαν τίς πτυ­χές τους νά γε­μί­ζουν α­πό φρί­κη μπρο­στά στά παρα­μορ­φω­μέ­να σχή­μα­τα που οι συ­γκρού­σεις του μʼ αυ­τόν, κα­θώς έ­σπρω­χνε α­πελ­πι­σμέ­να, δη­μιουρ­γού­σαν στό ε­σω­τε­ρι­κό τους), εξ αι­τί­ας τών α­πό­το­μων με­τα­βο­λών καί τών ξαφ­νι­κών με­τα­πτώ­σε­ων τίς ο­ποί­ες έ­πρε­πε κά­θε φο­ρά νά προ­βλέ­πει, ό­σο τού ε­πέ­τρε­πε η με­λέ­τη τού πε­ρι­βάλ­λο­ντος, καί νά διαι­σθά­νε­ται, ό­ταν αυ­τή δέν κα­τά­φερ­νε νά σταθ­μί­σει μέ ι­κα­νο­ποιη­τι­κή προ­σέγ­γι­ση τίς προ­θέ­σεις του, ώ­στε νά εί­ναι έ­τοι­μος νά τίς α­ντιμε­τω­πί­σει, τόν α­πορ­ρο­φού­σε ο­λό­κλη­ρο))) καί εί­χε λη­σμο­νή­σει νά ε­ξετά­σει τό εί­δος τής δι­κιάς του φθο­ράς, ώ­στε νά πά­ρει τά μέ­τρα του καί νά ετοι­μά­σει τήν γρή­γο­ρη α­πο­χώ­ρη­σή του πρίν αρ­χί­σει νά πα­ρα­σύ­ρε­ται…
Ε­πει­δή τώ­ρα εί­ναι κιό­λας πο­λύ αρ­γά, καί τό ό­τι μπο­ρεί νά τά σκέ­φτε­ται ό­λα αυ­τά καί νά βλέ­πει σάν έ­νας ο­ποιοσ­δή­πο­τε α­διά­φο­ρος πα­ρα­τη­ρητής τήν κα­τά­στα­σή του, αυ­τό δέν τόν βο­η­θά κα­θό­λου. Για­τί δέν εί­ναι κα­θό­λου τά θε­μέ­λεια που τόν αρ­νού­νται, ί­σα ί­σα τόν προ­ϋ­πο­θέ­τουν καί θά μπο­ρούσε πά­ντα α­πα­ρα­τή­ρη­τος νά τρυ­πώ­νει κά­τω απʼ τή σκιά τους. Ε­κεί­νο που τόν αρ­νεί­ται, ε­κεί­νο που δέν μπο­ρεί κα­θό­λου νά α­ντι­λη­φθεί τήν παρου­σί­α του, εί­ναι τό έ­δα­φος.
Εί­ναι τό έ­δα­φος που ή­ταν ξέ­νο απʼ τήν αρ­χή, που ο­ποια­δή­πο­τε καλ­λιέρ­γεια κι άν γί­νο­νταν ε­πά­νω του δέν τό πλη­σί­α­ζε κα­θό­λου σʼ αυ­τόν, δέν τού έ­φερ­νε κα­νέ­ναν τί­τλο κυ­ριό­τη­τας, ε­πέ­με­νε νά α­πο­σιω­πά μέ πεί­σμα τό εν­δε­χό­με­νο μιάς ξαφ­νι­κής α­πο­μά­κρυν­σης, μιά στιγ­μή που η δι­κιά του ε­πί­βλε­ψη θά εί­χε α­δυ­να­τί­σει, ό­ταν α­κρι­βώς νό­μι­ζε ό­τι τό κα­τεί­χε τώ­ρα ι­κα­νο­ποι­η­τι­κά καί κου­ρα­σμέ­νος θά εί­χε γεί­ρει μιά στιγ­μή, γνέ­φοντάς του μʼ έ­να η­συ­χα­σμέ­νο χα­μό­γε­λο νά τόν πε­ρι­μέ­νει γιά λί­γο ώ­σπου νά ξα­να­βρεί τήν χα­μέ­νη του α­νά­σα, ώ­σπου νά δυ­να­μώ­σει ξα­νά ώ­στε νά μπο­ρέ­σει τώ­ρα νά τό ευ­χα­ρι­στη­θεί, νά μπο­ρέ­σει νά α­πο­λαύ­σει ό,τι ο ί­διος ο τρό­πος τής δη­μιουρ­γί­ας του τού εί­χε υ­πο­σχε­θεί α­πό πα­λιά, ό­ταν εί­χε ξε­κι­νή­σει αυ­τόν τόν δρό­μο που τό­σο τόν εν­διέ­φε­ρε καί σάν ό­νει­ρο τό­τε, τίς πρώ­τες στιγ­μές με­τά τό δύ­σκο­λο ξε­κί­νη­μα, ό­ταν έ­στρε­φε κά­που κά­που τό κε­φά­λι, ζού­σε αυ­τό που συ­νέ­βαι­νε τώ­ρα­· αυ­τήν α­κρι­βώς τή μι­κρή στιγ­μή τής α­νά­παυ­λας, λί­γο πρίν α­πλώ­σει τά χέ­ρια καί ε­γκα­τα­λει­φθεί στήν ε­ξου­σί­α τού δη­μιουρ­γή­μα­τός του… Εί­ναι τό έ­δα­φος λοι­πόν που α­πο­μα­κρύνε­ται. Εί­ναι τό έ­δα­φος που δέν τού α­νή­κε πο­τέ καί που τώ­ρα α­πο­σύ­ρε­ται στήν δι­κή του γω­νιά, χω­νεύ­ο­ντας μέ μι­σό­κλει­στα μά­τια τήν τρο­φή του καί α­γνο­ώ­ντας τον… Αυ­τός δέν εί­ναι πιά πα­ρά έ­νας μα­κρυ­νός συγ­γε­νής. Έ­νας φτωχός ε­νο­χλη­τι­κός ε­παί­της, που δέν έ­χει σέ τίποτʼ άλ­λο νά ελ­πί­ζει παρά σʼ αυ­τήν τήν α­να­γνώ­ρι­ση τής συγ­γέ­νεια­ς· έ­να προ­νό­μιο που έ­χει φτάσει τώ­ρα νά τό ζη­τά­ει μʼ ε­πι­μο­νή, που κρέ­με­ται μʼ α­πελ­πι­σί­α ε­πά­νω του, μέ μιά πι­κρή γεύ­ση νά τού ξε­ραί­νει τά χεί­λια, μέ μιά στε­γνή γλώσ­σα νά τραυ­μα­τί­ζε­ται α­γω­νιώ­ντας στήν στυ­φή της κοι­λό­τη­τα, μέ τήν α­σφυ­κτι­κή αίσθη­ση τής ο­δυ­νη­ρής δια­στο­λής τών πνευ­μο­νι­κών του κυ­ψε­λί­δων που α­δυνα­τούν νά συ­γκρα­τή­σουν τόν α­έ­ρα, μέ δυό ξαφ­νι­κές τσε­κου­ριές στά γό­να­τα… Αυ­τός! Που πρίν κοι­τού­σε χα­μο­γε­λώ­ντας τήν ε­ρη­μί­α τού χώ­ρου (μιά ύ­λη α­σχη­μά­τι­στη, πα­ρα­κλη­τι­κιά στά φλο­γε­ρά του χέ­ρια, έ­να έ­ντρο­μο βλέμ­μα που τό κέ­ντρο του σπαρ­τα­ρού­σε, κά­τι ά­το­νες φλέ­βες που τίς δο­νού­σε σι­γά σιγά ο δι­κός του σφιγ­μός), που α­νί­χνευε σέ μα­κρυ­νούς πε­ρι­πά­τους στό εσω­τε­ρι­κό του τήν α­πορ­ρο­φη­τι­κό­τη­τά του πρίν απʼ τήν δι­κιά του εκ­πομπή, μέ τήν αί­σθη­ση πως μπο­ρού­σε νά τού αρ­νη­θεί σέ ο­ποια­δή­πο­τε στιγμή, γιά έ­να μι­κρό κα­πρί­τσιο τής καρ­διάς του, τήν ε­πα­φή, πως αυ­τό εί­χε προσκλη­θεί σʼ έ­να παι­χνί­δι, κερ­δι­σμέ­νο κιό­λας απʼ αυ­τόν, μέ τούς μι­κρούς του πό­θους που τούς κυο­φο­ρού­σε α­νύ­πο­πτο, πως ό,τι τού προ­σφέ­ρο­νταν τώ­ρα α­πό αυ­τό τού α­νή­κε γιά πά­ντα για­τί καί τί θά μπο­ρού­σε νά κά­νει ε­κείνο χω­ρίς αυ­τόν; Χω­ρίς αυ­τόν ή­ταν έ­να το­πί­ο χω­ρίς θέ­α, τό πε­ριε­χό­με­νό του τό κρα­τού­σε αυ­τός στά χέ­ρια του καί τό μό­νο που εί­χε δώ­σει, τό μό­νο που εί­χε δώ­σει ή­ταν μιά εκ­κί­νη­ση, μιά μι­κρή ώ­θη­ση, που φαί­νο­νταν τό­τε τό­σο α­θώα, τό­σο α­δύ­να­μη νά κά­νει τά πρώ­τα της βή­μα­τα, μά που ό­μως ξαφ­νι­κά, ε­δώ καί λί­γον και­ρό, αρ­νιώ­ταν ε­πί­μο­να νά ε­γκα­τα­λεί­ψει τήν αρ­χι­κή της τα­χύ­τη­τα, η ο­ποί­α αυ­τόν, τώ­ρα πιά αλ­λοί­μο­νο, εί­χε πά­ψει νά τόν χρειά­ζε­ται­· μά­λι­στα ού­τε κάν σάν α­νά­μνη­ση δέν τόν πε­ριεί­χε πιά.
Με­τά απʼ ό­λα αυ­τά, τό εν­δε­χό­με­νο νά εί­χε γρα­φεί έ­τσι, α­πο­κλεί­στη­κε ε­ντε­λώς.
(60)
Τέ­λη 1976
Αυ­τόν τόν και­ρό… περ­νά­ει τήν χει­ρό­τε­ρη πε­ρί­ο­δο τής ζω­ής του.
Κά­που κά­που, σέ μιά α­πό ʽ­κεί­νες τίς στιγ­μές τής πα­ρα­μορ­φω­μέ­νης καί ύ­ποπτης γα­λή­νης που στή διάρ­κεια μιάς α­να­πά­ντε­χης α­νά­παυ­λας εί­ναι πιθα­νόν νά εμ­φα­νι­στεί -ό­σο κρα­τά, μέ­σα απʼ τούς χα­μη­λω­μέ­νους ξαφ­νι­κά θορύ­βους, μπο­ρεί νʼ α­κού­σει στή­νο­ντας προ­σε­κτι­κά τό αυ­τί του τό αρ­γό σούρ­σι­μο τού πα­λιού στο­μω­μέ­νου μα­χαι­ριού που α­γω­νί­ζε­ται νά κό­ψει τά τεντω­μέ­να του στοι­χεί­α-, προ­σπα­θεί νά ε­κτι­μή­σει τήν κα­τά­στα­σή του προ­τείνο­ντας αυ­τό ή τό άλ­λο μέ­τρο γιά σύ­γκρι­ση, μά χω­ρίς πά­θος, μέ κά­ποια μι­κρή α­δια­φο­ρί­α γιά τό συ­μπέ­ρα­σμα τής κά­θε φο­ράς, σάν νά πρό­κει­ται γιά μιά ε­ντε­λώς α­σή­μα­ντη υ­πό­θε­ση που δέν τόν α­φο­ρά πα­ρά έμ­με­σα, σάν νά α­νέ­λα­βε γιά χά­ρη μιάς και­νούρ­γιας φι­λί­ας νά ε­ρευ­νή­σει τά αί­τια κά­ποιας α­κα­θό­ρι­στης συ­μπε­ρι­φο­ράς ε­νός ε­νο­χλη­τι­κού με­σά­ζο­ντος που φοβί­ζει τόν άλ­λον τό­σο ώ­στε νά τού ζη­τή­σει αυ­τή τή χά­ρη γιά λο­γα­ρια­σμό του καί που αυ­τός δέν εί­χε βρεί τήν δύ­να­μη νά τήν αρ­νη­θεί. Ε­πει­δή αυ­τή η φι­λί­α, ό­πως καί κά­θε άλ­λη άλ­λω­στε, που μό­λις άρ­χι­ζε, [[[σχε­δόν δέν ε­πι­τρέπο­νταν πα­ρά μιά μι­κρή ε­πα­φή καί μά­λι­στα ό­χι έ­τσι α­πλά ό­πως πλη­σιάζει κα­νείς κά­τι γνω­στό α­πό πα­λιά που τήν προ­σω­πι­κό­τη­τά του τήν έ­χει μάθει αρ­κε­τά κα­λά ώ­στε μέ λί­γες ε­πι­δέ­ξιες κι­νή­σεις (που τίς κά­νει μʼ έναν α­έ­ρα σι­γου­ριάς σάν νά κρα­τά κιό­λας στά χέ­ρια του τό α­πο­τέ­λε­σμα τής προ­σέγ­γι­σης) δια­σχί­ζει τώ­ρα ξα­νά, έ­χο­ντας πιά στό πλά­ϊ του έ­ναν κα­τα­κτη­μέ­νο χα­μο­γε­λα­στό σύ­ντρο­φο, απʼ τήν αρ­χή αρ­γά αρ­γά τόν ί­διο δρόμο ώς αυ­τόν γιά νά τόν δια­σκε­δά­σει, αλ­λά μέ με­γά­λη προ­σο­χή, ε­πει­δή η ευ­αι­σθη­σί­α τού άλ­λου στίς πε­ριο­χές που ε­πρό­κει­το νά θι­γούν ή­ταν ά­γνω­στη καί υ­πήρ­χε κίν­δυ­νος η ε­πι­δε­ξιό­τη­τα που εί­χε α­πο­κτη­θεί α­πό πα­λιό­τε­ρες φο­ρές νά γί­νει αυ­τή α­κρι­βώς (((για­τί μιά ε­πι­δε­ξιό­τητα που έ­χει κερ­δι­θεί μέ κό­πο, μέ ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νες προ­σπά­θειες, μέ τήν προ­σε­κτι­κή συ­γκέ­ντρω­ση ό­λων τών προ­η­γού­με­νων ε­μπει­ριών καί μέ τήν ε­πί­μο­νη συ­μπύ­κνω­σή τους μιά στιγ­μή πρίν ε­πι­χει­ρη­θεί η και­νούρ­για κί­νη­ση, ώ­στε νά μήν ε­πα­να­λη­φθούν πα­λιό­τε­ρα σφάλ­μα­τα, πολ­λές φο­ρές μέ τήν ο­δυ­νη­ρή πα­ρα­μέ­λη­ση άλ­λων ε­πι­τα­κτι­κών αι­τη­μά­των που α­γω­νιούν υ­πο­μέ­νο­ντάς την εξ αι­τί­ας τής, ί­σως ό­χι ε­κτι­μη­μέ­νης τε­λειωτι­κά μά ω­στό­σο προ­σω­ρι­νά του­λά­χι­στον, τα­πει­νό­τε­ρης κα­τα­γω­γής τους, μιά λοι­πόν τέ­τοιου εί­δους ε­πι­δε­ξιό­τη­τα έ­χει μιά δι­κιά της κε­κτη­μέ­νη ταχύ­τη­τα, έ­ναν δι­κό της τρό­πο συ­μπε­ρι­φο­ράς που ό­σο κι άν έ­χει πλη­ρω­θεί ακρι­βά είνʼ η α­λή­θεια, ω­στό­σο ε­δώ θά έ­πρε­πε νά υ­πο­χω­ρή­σει όπως καί άλ­λες πρίν απʼ αυ­τήν πα­λιό­τε­ρα, τό­τε που υ­πήρ­χαν α­κό­μα περιο­χές ά­γνω­στες μέ μιάν έ­ντο­νη παρ­θε­νι­κό­τη­τα που προ­κα­λού­σε, εί­χαν πα­ραχω­ρή­σει τήν θέ­ση τους γιά νά σχη­μα­τι­σθεί η και­νούρ­για. Παρʼ ό­λα αυ­τά μιά τέ­τοιου βαθ­μού ε­πι­δε­ξιό­τη­τα έ­χο­ντας πί­σω της έ­ναν φο­ρέ­α μέ μιά μακρυά σει­ρά με­τα­μορ­φώ­σε­ων νά τόν χα­ρα­κτη­ρί­ζει κι α­κό­μα έ­χο­ντας σο­βα­ρές ελ­πί­δες νά εί­ναι τό προ­ϊ­όν μιάς α­πό τίς τε­λευ­ταί­ες ή του­λά­χι­στον τίς πρό­τε­λευ­ταί­ες α­πό ε­κεί­νες που αυ­τός έ­χει τήν α­ντο­χή νά προ­σπαθή­σει α­κό­μη, εί­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο άν ό­χι ε­ντε­λώς α­δύ­να­το νά πα­ρα­καμ­φθεί))) ε­κεί­νη που θά κα­τέ­στρε­φε τήν προ­σπα­θεια]]], πρό­βαλ­λε μι­σο­κλεί­νο­ντας η­δο­νι­κά τά μά­τια τίς υ­πο­σχέ­σεις της, σα­γη­νευ­τι­κή, γνω­ρί­ζο­ντας τήν γο­η­τεί­α που τής χά­ρι­ζε η α­που­σί­α τού πα­ρελ­θό­ντος της που μπο­ρούσε γιά τήν ώ­ρα νά μή τό φο­βά­ται -α­κό­μα τό μπρο­στι­νό του μέ­ρος σχε­δόν δέν εί­χε φτά­σει, ε­νώ τό υ­πό­λοι­πο έ­με­νε κα­λά κρυμ­μέ­νο α­πό τά μά­τια ό­λων καί πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­κεί­νου-, καί τό­τε τή στιγ­μή τής αί­τη­σης ε­κεί­νος βιά­στη­κε νά δε­χτεί, ε­πει­δή πώς θά μπο­ρού­σε κα­νείς νά α­δια­φο­ρή­σει γιά τέ­τοιες υ­πο­σχέ­σεις; Ε­νώ τώ­ρα που η πρό­θε­ση τής εκ­κί­νη­σης έχει πιά μο­λυν­θεί α­πό τήν ε­πα­φή μα­ζύ της, τώ­ρα που αυ­τή η αί­τη­ση έ­χει κα­τα­χω­ρη­θεί στό πα­ρελ­θόν της -έ­να μι­κρό ε­μπό­διο που πι­θα­νόν δέν εί­χε τήν πρό­θε­ση νά εμ­φα­νι­σθεί σάν τέ­τοιο μά που δέν μπο­ρεί νά α­πο­φύ­γει νά εί­ναι-, η προ­σπά­θεια φαί­νε­ται κου­ρα­στι­κή. Προ­τι­μά κα­νείς νά ο­νει­ροπο­λεί τήν ε­ξέ­λι­ξη αυ­τής τής φι­λί­ας. Νά ε­φευ­ρί­σκει, πα­ρά νά κά­νει.
(61)
Τέ­λη 1976
Ο άν­θρω­πος έπε­ται τού ε­αυ­τού του. Ζεί δη­λα­δή στό πα­ρελ­θόν. Γιʼ αυ­τό μπο­ρεί πά­ντα νά προ­σβλη­θεί τό μέλ­λον του α­πό κα­τευ­θυ­νό­με­νες ε­πι­δράσεις κι έ­τσι νά προ­κα­τα­σκευα­στεί η ζω­ή του.
Απʼ αυ­τή τήν ά­πο­ψη, ο κό­σμος τού Χάξ­λεϋ εί­ναι πιό προ­χω­ρη­μέ­νος από τόν κό­σμο τού Όρ­γουελ… Σή­με­ρα ό­ταν γεν­νιέ­ται έ­νας άν­θρω­πος, έ­χει λί­γο ή πο­λύ έ­να μέλ­λον προ­κα­θο­ρι­σμέ­νο. Ό­ταν α­να­κα­λύ­ψει τόν ε­αυ­τό του στρέ­φε­ται συ­νή­θως ε­να­ντί­ον τού πα­ρελ­θό­ντος του, ε­νώ θά έ­πρε­πε νά στρέφε­ται ε­να­ντί­ον τού μέλ­λο­ντός του.
“Άν τό μέλ­λον ε­ξαρ­τιώ­ταν απʼ τό πα­ρελ­θόν θά τό­χα­με κερ­δί­σει χτές”, έγρα­φε ο τοί­χος.
Ε­κεί­νο ό­μως που δια­μόρ­φω­σε τό πα­ρελ­θόν εί­ναι τό μή ε­πι­θυ­μη­τό από τήν ε­ξου­σί­α μέλ­λον.
Πράγ­μα­τι λοι­πόν. Αυ­τό που στέ­κε­ται ε­μπό­διο στό δρό­μο δέν εί­ναι τό κακό πα­ρελ­θόν αλ­λά τό α­νε­πι­θύ­μη­το μέλ­λον.
Γιʼ αυ­τό καί ό­σο υ­πάρ­χει ε­ξου­σί­α τό μέλ­λον δέν θά κερ­δι­θεί πο­τέ.
“Οι άν­θρω­ποι δέν εί­ναι ί­σοι με­τα­ξύ τους”.
Αυ­τό εί­ναι α­λή­θεια, κι αυ­τή η φρά­ση θά μπο­ρού­σε νά κρε­μα­στεί σʼ έναν ο­ποιον­δή­πο­τε τοί­χο.
Θά ή­ταν δυ­να­τόν ό­μως νά συ­μπλη­ρω­θεί α­πό κά­ποιον πε­ρα­στι­κό:
“Ό­ποιος ό­μως προ­τεί­νει έ­να ο­ποιο­δή­πο­τε μέ­τρο σύ­γκρι­σης εί­ναι ύ­ποπτος!”.
Θά μπο­ρού­σε νά γρα­φεί:
“Ο κά­θε άν­θρω­πος χω­ρι­στά, θά μπο­ρού­σε τά πά­ντα άν δέν ε­μπο­δί­ζο­νταν”.
(Άν θά τά μπο­ρού­σε ή ό­χι δέν μάς εν­δια­φέ­ρει. Ε­κεί­νο που μάς εν­διαφέ­ρει εί­ναι νά μήν ε­μπο­δί­ζε­ται.)
Ω­στό­σο σή­με­ρα οι άν­θρω­ποι εί­ναι ά­νι­σοι!
Ώ­στε ε­κεί­να που δί­νουν πε­ριε­χό­με­νο σʼ αυ­τήν τήν α­νι­σό­τη­τα εί­ναι:
Η πο­σό­τη­τα τών α­πα­γο­ρεύ­σε­ων που συ­νά­ντη­σε κα­νείς στόν δρό­μο του καί η έ­ντα­ση καί η διάρ­κεια μέ τήν ο­ποί­α ε­ξα­σκή­θη­κε ε­πά­νω του κά­θε μιά απʼ αυ­τές.
(62)
29-10-1978
“Ε­κεί­νο που πε­ρισ­σό­τε­ρο απʼ ό­λα μʼ ε­νο­χλεί σέ ʽ­σέ­να”, εί­πε, “εί­ναι η α­διά­κο­πη τά­ση σου νά ε­πα­να­λαμ­βά­νεις. Γί­νε­σαι τό­σο ά­σχη­μος κά­θε φο­ρά που υ­πο­κύ­πτεις στίς ε­πι­κλή­σεις της καί μέ­χρι τώ­ρα, σέ ό­λο αυ­τό τό μα­κρύ διά­στη­μα που γνω­ρι­ζό­μα­στε, δέν έ­χω κα­τα­φέ­ρει νά α­πο­μο­νώ­σω, έστω καί μιά στιγ­μή, κά­τι απʼ τήν συ­μπε­ρι­φο­ρά σου που νά μήν εί­ναι δι­κό της δη­μιούρ­γη­μα. Φαί­νε­ται νά τής α­νή­κεις ο­λο­κλη­ρω­τι­κά­· οι κι­νή­σεις σου, οι εκ­φρά­σεις σου, α­κό­μα καί τά συ­ναι­σθή­μα­τα που σού γεν­νούν οι ξαφ­νι­κές με­τα­βο­λές τής στά­σης κά­ποιου α­γα­πη­μέ­νου προ­σώ­που απέ­να­ντί σου, κα­θο­ρί­ζο­νται απʼ αυ­τήν σέ τέ­τοιο βαθ­μό, ώ­στε νά μήν πε­ρισ­σεύ­ει τί­πο­τε γιά ʽκεί­νο τό ι­διαί­τε­ρο κομ­μά­τι τού ε­αυ­τού σου γιά τό ο­ποί­ο ε­ξα­κο­λου­θείς νά τρέ­φεις παρʼ ό­λα αυ­τά καί νά συ­ντη­ρείς τήν αυ­ταπά­τη τής ι­διο­κτη­σί­ας. Τό­σο μέ έ­χει εκ­πλή­ξει αυ­τή η κα­το­χή -δέν φαίνε­ται κα­νείς νά κου­ρά­στη­κε πο­τέ γιά τήν πραγ­μα­το­ποί­η­σή της, μά­λι­στα αμφι­βάλ­λω άν έ­γι­νε πο­τέ καμ­μιά προ­σπά­θεια που νά σέ α­φο­ρά ι­διαί­τε­ρα-, τό­σο κα­λός συ­νερ­γά­της της έ­χεις στα­θεί μέ­χρι τώ­ρα, ώ­στε έ­χω αρ­χι­σει νά α­να­ρω­τιέ­μαι σο­βα­ρά μή­πως κι ε­σύ δέν εί­σαι, ο­λό­κλη­ρος, μʼ ό,τι σʼ έχει μέ­χρι τώ­ρα χα­ρα­κτη­ρή­σει καί σʼ έ­χει δια­χω­ρή­σει απʼ τούς υ­πό­λοιπους, μιά α­κό­μα ε­πα­νά­λη­ψη γνω­στών ή­δη α­πό και­ρό καί κα­θη­συ­χα­σμέ­νων σέ κά­ποια γω­νιά τού σύ­μπα­ντος δια­μορ­φώ­σε­ων που α­παυ­δι­σμέ­νες α­πό ποιός ξέ­ρει πό­σους αιώ­νες α­νί­ας καί α­να­μο­νής καί υ­πα­κού­ο­ντας στήν ί­δια πα­ρόρ­μη­ση, συ­γκέ­ντρω­σαν τίς σκόρ­πιες προ­ε­κτά­σεις τους καί σού έ­δω­σαν μορ­φή ε­πα­να­λαμ­βά­νο­ντας τόν ε­αυ­τό τους… Τί θλι­βε­ρή που εί­ναι α­λή­θεια μιά τέ­τοια προ­ο­πτι­κή. Καί τί ά­θλια μι­σο­φαί­νε­ται πί­σω της κρυμμέ­νος ο πε­ρί­φη­μος μύ­θος τής μο­να­δι­κό­τη­τάς σου… Νά συ­γκρα­τή­σει­ς· νά με­τα­δώ­σει­ς· τί ά­χρη­στες πα­ρορ­μή­σεις. Κι ε­κεί­νος ο ε­πι­θα­νά­τιος ρόγ­χος: “Νά ε­πι­κοι­νω­νή­σω!Νά ε­πι­κοι­νω­νή­σω! Ό­χι νά μι­μη­θώ!”.
(63)
1978
“Πρέ­πει νά εί­σαι πο­λύ τρυ­φε­ρός μʼ αυ­τά τά κομ­μά­τια”, εί­πε, α­πο­τρα­βηγ­μένος στό βά­θος, ώ­στε νά μή βλέπω τή χυ­δαιό­τη­τα τού α­σή­μα­ντου προ­σώ­που του. “Α­κό­μα κι έ­νας τό­σο μι­κρός κα­θρέ­φτης εί­ναι κά­τι δύ­σκο­λο, άν ό­χι α­δύνα­το νά προσ­διο­ρι­στεί ε­ντε­λώς. Η δι­κιά μου φα­ντα­σί­α, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, εί­ναι πραγ­μα­τι­κά α­νί­κα­νη νά συλ­λά­βει πώς εί­ναι δυ­να­τόν νά συ­γκεντρώ­νε­ται ταυ­τό­χρο­να στήν ε­πι­φά­νειά του τό εί­δω­λο τού μι­σού σύ­μπα­ντος· καί μά­λι­στα ό­χι μό­νο αυ­τό, αλ­λά, άν λά­βει κα­νείς υ­πʼ ό­ψιν του καί τήν σχε­δόν σί­γου­ρη πι­θα­νό­τη­τα πως κά­που α­πέ­να­ντί του βρί­σκο­νται κι άλ­λοι κα­θρέ­φτες που τόν α­ντι­κρί­ζουν μέ δια­φο­ρε­τι­κή γω­νί­α ο κα­θέ­νας, καί τό υ­πό­λοι­πο μι­σό. Καί ί­σως ό­χι μό­νά­χα αυ­τό. Αλ­λά, άν θε­λή­σει κα­νείς νά γί­νει πιό τολ­μη­ρός, αυ­τό τό μι­κρό κομ­μα­τά­κι ε­παρ­γυ­ρω­μέ­νο γυα­λί φαίνε­ται νά πε­ριέ­χει στό α­νύ­παρ­κτο ε­σω­τε­ρι­κό του, δυ­να­τό­τη­τες που πο­τέ κα­νείς δέν ο­νει­ρεύ­τη­κε. Ε­πει­δή οι ά­πει­ρες ο­πτι­κές γω­νί­ες απʼ ό­που ξε­κι­νούν οι πα­ρα­στά­σεις που ορ­μούν μέ χα­ρά γιά νά πε­ρά­σουν μέ­σα απʼ τή μι­κρή πορ­τού­λα τής ε­πι­φά­νειάς του στόν θαυ­μά­σιο κό­σμο που τούς α­νοί­γε­ται στό βά­θος, προ­σθέ­τουν η κά­θε μιά τήν αιφ­νι­δια­στική πα­ρα­δο­ξό­τη­τά της στό σύ­νο­λο, δί­νο­ντάς του μιά τέ­τοια ποι­κι­λί­α, ώ­στε είμαι σχε­δόν σί­γου­ρος πως άν σʼ αυ­τόν τόν κό­σμο υ­πήρ­ξε κά­πο­τε έ­νας θε­ός, δέν μπο­ρεί πα­ρά, σέ κά­ποια α­νύ­πο­πτη στιγ­μή, η α­νταύ­γεια απʼ τή συγκέ­ντρω­σή του σέ κά­ποιο ι­διαί­τε­ρο ση­μεί­ο τού χώ­ρου, ή η ε­ντε­λώς ξε­χω­ρι­στή διευ­θέ­τη­ση τού πε­ρι­βάλ­λο­ντος ώ­στε νά υ­πο­δε­χτεί τά στοι­χεία που τόν συ­νο­δεύ­ουν, η μο­να­δι­κό­τη­τα τέ­λος αυ­τής τής συ­γκε­κρι­μέ­νης στιγ­μής, νά έ­χουν συλ­λη­φθεί α­πό κά­ποιον κα­θρέ­φτη στραμ­μέ­νον τυ­χαί­α πρός αυ­τήν τήν κα­τεύ­θυν­ση.
Ε­κεί λοι­πόν, στό ε­σω­τε­ρι­κό του, κά­που α­νά­με­σα σʼ ό­λες αυ­τές τίς πράξεις βί­ας που έ­χουν κα­τα­γρα­φεί, πε­ρι­φέ­ρε­ται ί­σως α­κό­μα, πα­ρα­μορ­φω­μένη πι­θα­νόν α­πό τήν κο­ντι­νή τους πα­ρου­σί­α, κι αυ­τή η έ­ξο­χη σύ­μπτω­ση. Ίσως κά­πο­τε μπο­ρέ­σεις νά μπείς μέ­σα του καί μά­θεις νά α­πο­κρυ­πτο­γρα­φείς. Αλ­λά μήν πα­ρα­λεί­πεις μέ­χρι τό­τε νά κοι­τάς κά­που κά­που τούς μι­κρούς καθρέ­φτες που μάς πε­ρι­βάλ­λουν. Ί­σως μά­λι­στα δέν θά­πρε­πε νά α­πο­φεύ­γεις νά κοι­τάς τό πρό­σω­πό σου, ό­πως σʼ έ­χω δεί νά κά­νεις τό­σες φο­ρές στό πα­ρελ­θόν. Μή­πως κι αυ­τό δέν εί­ναι μιά πρά­ξη βί­ας που έ­χει ε­πι­βλη­θεί στό πε­ρι­βάλ­λον που α­πο­τε­λεί τόν ι­διαί­τε­ρο χώ­ρο τής ύ­παρ­ξής σου; Εί­ναι πο­λύ πι­θανόν λοι­πόν ό­τι κά­τι κρύ­βε­ται πί­σω του. Κά­τι ί­σως φρι­χτό­τε­ρο απʼ αυ­τό τό ί­διο, αλ­λά ό­μως μή­πως καί γιʼ αυ­τό λι­γό­τε­ρο ά­ξιο νά γί­νει δε­κτό μέ τρυφε­ρό­τη­τα; Δέν έ­χου­με μά­θει α­κό­μα νά α­πο­κρυ­πτο­γρα­φού­με. Η μο­να­δι­κή μας ι­κα­νό­τη­τα, τό μό­νο στοι­χεί­ο απʼ αυ­τά που κου­βα­λά­με μέ­σα μας, που κα­τόρ­θω­σε νά ε­ξε­λι­χθεί σέ λε­πτό­τε­ρες καί πιό ευ­γε­νι­κές βαθ­μί­δες στή διάρ­κεια ό­λων αυ­τών τών χι­λιά­δων θλι­βε­ρών χρό­νων τής ε­ξο­ρί­ας, εί­ναι η ι­κα­νό­τη­τά μας νά υ­πο­ψια­ζό­μα­στε. Καί σʼ αυ­τήν πρέ­πει νά στη­ριχτού­με. Ε­πει­δή μό­νον έ­τσι υ­πάρ­χει η δυ­να­τό­τη­τα νά α­να­κα­λύ­ψουμε κά­πο­τε τήν ευ­γε­νι­κιά μας κα­τα­γω­γή. Καί εί­ναι πο­λύ πι­θα­νόν, εί­ναι πο­λύ πι­θα­νόν τό­τε νά αλ­λά­ξουν ε­ντε­λώς οι βα­σι­κές μας ι­διό­τη­τες. Ό­σα μάς φαί­νο­νται σή­με­ρα ξέ­να, προ­ο­ρι­σμέ­να νά μάς υ­πη­ρε­τούν, ά­ξια κά­θε περι­φρό­νη­σης ό­ταν δέν εκ­πλη­ρώ­νουν κα­λά αυ­τή τή φαι­νο­με­νι­κή α­πο­στο­λή τους, ί­σως τό­τε α­πο­δει­χτούν οι πιό στε­νοί μας συγ­γε­νείς, οι πιό α­νε­ξί­κα­κοι καί υ­πο­μο­νε­τι­κοί φί­λοι, που, χά­ρις στήν ε­πί­γνω­ση τής επερ­χό­με­νης έ­νω­σης, χά­ρις στίς α­νε­παί­σθη­τες υ­πο­μνή­σεις πα­λιών λησμο­νη­μέ­νων η­δο­νι­κών ε­πα­φών, ε­ξα­κο­λου­θούν νά υ­πο­μέ­νουν τήν αδέ­ξια συ­μπε­ρι­φο­ρά καί τήν α­πο­τυ­χη­μέ­νη ευ­αι­σθη­σί­α που χα­ρα­κτη­ρί­ζει τό εί­δος μας”.
(64)
1978
Με­ση­μέ­ρι… νη­στι­κός… ντρο­πια­σμέ­νος… Μπρο­στά μου τό χά­ος, πί­σω μου τό χά­ος, μέ­σα μου, αλ­λοί­μο­νο, τά γε­λοί­α α­πο­τε­λέ­σμα­τα τής τα­κτι­κής ε­κτέ­λε­σης τών κα­θη­με­ρι­νών προ­γραμ­μα­τι­σμών που πο­τέ δέν τούς θέ­λη­σα, α­κό­μα κι όταν πε­ρί­με­να μέ α­γω­νί­α νά ε­ξε­λι­χθούν…
Ώ λε­πτές με­λαγ­χο­λι­κές α­πο­χρώ­σεις τών μι­κρών η­δο­νών που ε­γκα­ταλεί­φθη­καν βια­στι­κά στή μέ­ση. Ώ ευ­τυ­χι­σμέ­νοι καί σείς που α­κό­μα μέ­σα σας δο­νεί­ται η ευ­αί­σθη­τη χορ­δή, ώ­στε νά προ­λα­βαί­νε­τε τήν τε­λευ­ταί­α πνο­ή απʼ τό τρυ­φε­ρό τους ά­ρω­μα ό­ταν, κα­θώς ση­κώ­νου­με τό κε­φά­λι, η ύ­πο­πτη η­συ­χί­α μάς ο­δη­γεί βια­στι­κά απʼ τούς στε­νούς δια­δρό­μους στίς τερά­στιες α­γα­πη­μέ­νες πόρ­τες καί φέρ­νει ξαφ­νι­κά τήν α­νή­συ­χη μα­τιά μας, πρό­σω­πο μέ πρό­σω­πο μέ τήν τυ­χαί­α α­τα­ξί­α τών παι­δι­κών δω­μα­τί­ων…
Προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νος… προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νος. Προ­κα­θο­ρι­σμέ­νος. Χω­ρίς ελ­πίδα… Ποιός έ­γρα­ψε: “Δέν φο­βά­μαι τί­πο­τα, δέν ελ­πί­ζω τί­πο­τα, εί­μαι ε­λεύ­θερος!”; Ή­ταν λά­θος! Έ­πρε­πε νά γρά­ψει: “Δέν φο­βά­μαι τί­πο­τα, δέν πε­ρι­μέ­νω τί­πο­τα, εί­μαι προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νος!”
Γρά­φω ε­δώ τά α­πό­το­μα τι­νάγ­μα­τα τού κε­φα­λιού, τήν α­λα­φια­σμέ­νη ανά­σα, τίς ξαφ­νι­κές στρο­φές πά­νω στίς φτέρ­νες, τά γρή­γο­ρα κλει­σί­μα­τα τής πόρτας, τά δά­χτυ­λα που ψη­λα­φούν α­πελ­πι­σμέ­να τόν τοί­χο γιά νά βρούν τόν δια­κό­πτη, τόν πα­νι­κό τού τε­λευ­ταί­ου σκα­λο­πα­τιού, τήν α­γω­νί­α τών μι­κρών ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νων πό­νων τής νύ­χτας, τή με­γά­λη πα­χύ­ρευ­στη αί­σθη­ση τού λά­θους που ευ­θύ­νε­ται γιά τόν τρό­πο τής ύ­παρ­ξής μου καί γιά τήν ά­θλια ικα­νο­ποί­η­ση τού δι­καιώ­μα­τος που νοιώ­θω ό­τι έ­χω νά τό ε­πι­κα­λού­μαι…
Γρά­φω ε­δώ τήν αί­σθη­ση τής ε­ρη­μί­ας μέ­σα στούς πο­λυ­σύ­χνα­στους δρό­μους, ό­ταν ε­κτε­λού­με δύ­σκο­λες δια­δρο­μές γε­μά­τες μι­κρές ο­δυ­νη­ρές αλλα­γές, γε­μά­τες α­νε­παί­σθη­τους ε­λιγ­μούς που πα­ρα­τάσ­σο­νται στόν χώ­ρο σέ μιά μα­κρυά κυ­μα­τι­στή ου­ρά που μάς α­κο­λου­θεί με­γα­λώ­νο­ντας διαρ­κώς, κα­θώς προ­σπα­θού­με νά α­πο­φύ­γου­με τά πρό­σω­πα μέ τίς ζω­γρα­φι­σμέ­νες κα­τευθύν­σεις στό μέ­τω­πο καί τήν σκλη­ρή α­πό­φα­ση στά μά­τια που έρ­χο­νται κατʼ α­πά­νω μας… Τής ε­ρη­μί­ας που μάς δη­μιουρ­γεί η αί­σθη­ση πως ο καθέ­νας μας έ­χει τήν δι­κιά του μι­κρή ι­διο­κτη­σί­α, που μέ τή σει­ρά της τόν περιο­ρί­ζει καί τόν κα­τέ­χει ε­ντε­λώς, α­πα­γο­ρεύ­ο­ντας στούς ξέ­νους νά τήν δια­πε­ρά­σουν, α­πλώ­νο­ντας τήν δια­χω­ρι­στι­κή της μεμ­βρά­νη μέ ε­ξαι­ρε­τική ε­πι­μέ­λεια ώ­στε νά κα­λύ­πτο­νται καί οι πιό α­σή­μα­ντες προ­ε­κτά­σεις καί που κά­θε φο­ρά τόν κα­λεί νά θαυ­μά­σει τό έρ­γο της, ό­ταν τε­λειώ­νει κάποια ε­πι­σκευ­ή σʼ έ­να ρήγ­μα, ό­ταν έ­χει α­πο­κό­ψει ο­ρι­στι­κά πιά τήν αιχ­μή μιάς έ­ντο­νης διείσ­δυ­σης που τήν δια­πέ­ρα­σε προ­σω­ρι­νά κι έ­χει αφο­μοιώ­σει ό,τι α­πέ­μει­νε απʼ αυ­τήν στά τοι­χώ­μα­τά της…
Κλεί­νω τά μά­τια κι α­πλώ­νω τό χέ­ρι στό σκο­τά­δι. Υ­πάρ­χουν κρυμ­μέ­να πράγ­μα­τα σʼ αυ­τόν τόν κό­σμο. Α­νά­με­σά τους κυ­μα­τί­ζουν σάν κου­ρέ­λια που πέ­φτουν οι δια­δο­χι­κές πα­ρα­μορ­φώ­σεις τής ύ­παρ­ξής μου. Ε­γκα­τα­λεί­πω τά υ­πό­λοι­πα κου­ρέ­λια μου. Μα­ζεύ­ο­μαι σάν χλια­ρή α­να­μο­νή τών ε­περ­χό­με­νων ε­πα­φών στίς ρό­γες τών ε­ρε­θι­σμέ­νων μου δα­κτύ­λων…
(65)
1978
Ιοκ. Οι­δί­πο­δα τί πά­θα­νε καί για­τί γαυ­γί­ζουν έ­τσι αυ­τά τά σκυ­λιά;
Οιδ. Μή βγαί­νεις στό πα­ρά­θυ­ρο. Κα­νείς δέν συγ­χώ­ρε­σε μιάν η­δο­νή στήν ο­ποί­α δέν μπό­ρε­σε νά πά­ρει μέ­ρος. Ε­γώ δέν τό­κα­να πο­τέ. Κι άν ή­μουν ένας απʼ αυ­τούς δέν θά­χα­να τήν ευ­και­ρί­α νά εκ­δι­κη­θώ. Έ­χει κά­τι μα­νά­δες ε­κεί κά­τω λυσ­σα­σμέ­νες γιά τούς γιούς τους, κά­τι πα­τε­ρά­δες που βιά­ζουν τίς κό­ρες τους στά ό­νει­ρά τους κά­θε βρά­δυ­· κά­τι α­δέρ­φια που τά χώ­ρι­σαν απʼ τίς α­δερ­φές τους ό­ταν πλη­σί­α­ζε η στιγ­μή νά γί­νει τό παι­χνίδι έ­ρω­τας γιά με­γά­λους, χω­ρίς νά τούς ε­ξη­γή­σουν πο­τέ για­τί. Άν μάς πε­τροβο­λού­σαν μέ τίς ε­νο­χές τους θά γκρέ­μι­ζαν τό σπί­τι καί θά βού­λια­ζε ο τό­πος.
Ιοκ. Καί τό­τε για­τί βγή­κες καί τούς τό­πες!
Οιδ. Για­τί λο­γά­ρια­ζα νά γκρε­μί­σω τόν τοί­χο μέ μιά κα­τα­κε­φα­λιά στή μέση­· λές καί υ­πάρ­χει κα­νέ­νας τοί­χος! Αυ­τοί τόν εί­χαν βά­λει στήν κω­λό­τσεπη, ό­σο έ­με­ναν ο κα­θέ­νας μό­νος του, καί τόν έ­βγα­ζαν ό­ταν ή­ταν μπρο­στά οι άλ­λοι. Ά! η κα­τα­ρα­μέ­νη φά­ρα­· πα­πα­δα­ριό, αρ­χό­ντοι, τσι­φλι­κά­δες, τσι­ρά­κια μέ πέν­νες καί φτε­ρά κι α­πό πί­σω ε­κεί­νο τό ρη­μαγ­μέ­νο σκυ­λολό­ϊ που δα­γκώ­νει στό λαι­μό τά παι­διά του ό­ταν τού λέ­νε τήν α­λή­θεια. Τούς έ­χω σι­χα­θεί. Βα­ρέ­θη­κα.
Ιοκ. Α­γά­πη μου!Α­γά­πη μου! Τό ξέ­ρεις πως δέ σέ φί­λη­σα ού­τε μιά φο­ρά σή­με­ρα; Α­γά­πη μου!
Οιδ. Ό­ταν μιά ζω­ή ο­λό­κλη­ρη αρ­πά­ζουν τό ευ­γε­νι­κό πά­θος που ξε­χύνε­ται σάν κα­ταρ­ρά­χτης απʼ τούς αν­θρώ­πους καί τούς βά­ζουν μέ τό ζό­ρι νά τό θά­ψουν κά­τω απʼ τήν α­ξί­να τους, νά τό κομ­μα­τιά­σουν μέ τά ερ­γαλεί­α τους, πώς μπο­ρεί νά πα­ρα­συρ­θεί κα­νείς μέ μιά τέ­τοια α­πλο­ϊ­κιά ευ­κολί­α, σάν ε­μέ­να, καί νά πι­στέ­ψει πως υ­πήρ­χε έ­στω καί μιά μι­κρή πι­θα­νό­τητα νʼ α­κού­σουν τήν καρ­διά τους καί νά κά­νουν ε­πι­τέ­λους γιά μιά φο­ρά ε­με­τό τίς α­η­δια­στι­κές σάλ­τσες που δη­λη­τη­ριά­ζουν τήν φω­νή της, άν τούς ά­φι­νε νά δούν τή δι­κή του γυ­μνή! Πώς δέν σκέ­φτη­κα ό­τι τό μό­νο που ε­κτιμούν εί­ναι η γύ­μνια τών α­γαλ­μά­των; Πα­νά­θε­μα τούς καλ­λι­τέ­χνε­ς· συ­νήθη­σαν τόν κό­σμο νά κλαί­γε­ται γιά ό,τι τού έ­χουν αρ­πά­ξει. Εί­μαι πε­ζός, στε­γνό­ς· μού λεί­πει τό άλ­λο μου μι­σό. Πρίν σέ γνω­ρί­σω ή­μουν α­φυ­δα­τω­μέ­νος, οι κλει­δώ­σεις μου τρι­βό­ντου­σαν, έ­τρι­ζα σάν σκου­ρια­σμέ­νη πόρ­τα. Καί τώ­ρα δέν έ­πα­ψα νά εί­μαι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος, τό ξέ­ρω, αλ­λά τώ­ρα τό πά­θος μου εί­ναι σάν μω­ρό στήν α­γκα­λιά σου. Σάν ε­λιά έ­χω ρι­ζώ­σει μέ­σα σου. Τό κορμί μου α­να­ζη­τά συ­νε­χώς τήν ε­πα­φή τού δι­κού σου. Ό­πως στέ­κε­σαι τώ­ρα γυμνή μπρο­στά στόν κα­θρέ­φτη τά κύτ­τα­ρά μου περ­νούν μέ­σα α­πό τά μά­τια μου καί ρου­φά­νε τούς ώ­μους σου σάν χεί­λια. Δέν μού χρειά­ζε­ται νά δι­καιο­λο­γήσω τί­πο­τα. Δέν μού χρειά­ζε­ται κα­νέ­να πρό­σχη­μα. Η δι­κιά τους στέ­ρη­ση κάνει τό κορ­μί μου νά φου­σκώ­νει α­πό πό­θο γιά ό,τι έ­χει α­πα­γο­ρευ­τεί γιά τούς η­λί­θιους δού­λους. Νοιώ­θω νά α­πλώ­νο­μαι πά­νω σʼ ό­λα. Οι ά­γνω­στες δυ­να­τό­τη­τες που μέ σπρώ­χνουν πέ­ρα απʼ τήν κο­ντό­φθαλ­μη χυ­δαιό­τη­τα τών ο­μοί­ων μου α­να­δεύ­ο­νται α­νυ­πό­μο­να μέ­σα μου. Ή­σουν η κλει­στή πύ­λη που τής ε­πέ­τρε­παν νʼ α­νοί­γει μιά φο­ρά γιά νά πε­τά­ξουν σʼ έ­να κελί τόν ε­πι­κίν­δυ­νο φο­ρέ­α τους. Μά ε­γώ θά βγώ, θά βγώ γιά νά ξα­να­κερ­δί­σω τήν χα­μέ­νη μου κλη­ρο­νο­μιά. Α­κό­μα κι αυ­τοί οι α­χρεί­οι τό διαι­σθά­νονται. Τούς έ­χουν κα­τα­ντή­σει σκου­λί­κια κι ό­μως η αρ­χαί­α φλό­γα δέν λέ­ει νά πε­θά­νει μέ­σα τους. Τό πα­θος μου γιά σέ­να γυ­ναί­κα εί­ναι πά­θος γιά τή λευ­τε­ριά. Τόν τοί­χο, ό­πως κι άν εί­ναι, τόν χτύ­πη­σα κα­τα­κέ­φα­λα στή μέ­ση. Ρά­ϊ­σε κιό­λας. Κά­πο­τε θά πέ­σει.
Ιοκ. Ή­θε­λα νά­μουν α­θά­να­τη. Θά γέν­να­γα τούς ε­ρα­στές μου ε­γώ η ί­δια.
Οιδ. Πό­σο εί­ναι δύ­σκο­λο γιά μιά γυ­ναί­κα νά δεί έ­ξω απʼ τήν α­γκα­λιά της! Κι άν τό κα­τα­φέ­ρει χά­νει τά νε­ρά της. Ό­χι. Τό ό­πλο εί­ναι ο ά­ντρας. Η εκ­δί­κη­ση τί­μη­σε τήν δι­κιά σας φύ­ση­· τό α­να­γνω­ρί­ζω. Μπή­κε μέ­σα σας. Σάς έ­βα­λε νά γεν­νά­τε συ­νε­χώς τό χέ­ρι που θά τήν δι­καιώ­σει. Καί τά κα­τά­φερε τό­σο κα­λά που τό χέ­ρι τήν ξε­πέ­ρα­σε καί τήν ί­δια. Αλ­λά χω­ρίς ε­σέ­να δέν μπο­ρώ νά κά­νω τί­πο­τα. Πρέ­πει νά πε­ρά­σω α­πό μέ­σα σου. Μό­νο που δέν θά στα­μα­τή­σω στήν εκ­δί­κη­ση. Συγ­γε­νεύ­ω καί μέ κά­τι που τήν ξε­περ­νά. Ε­γώ δέν θέ­λω νά εκ­δι­κη­θώ μο­νά­χα. Θέ­λω τήν κλη­ρο­νο­μιά μου.
Ιοκ. Νά τήν πά­ρεις α­γά­πη μου. Αλ­λά περ­νώ­ντας μέ­σα μου. Μήν τό ξε­χνάς. Ε­γώ ε­δώ στέ­κο­μαι γυ­μνή νά στό θυ­μί­ζω.
Οιδ. Αυ­τή η γύ­μνια είνʼ η α­θα­να­σί­α σου. Αυ­τή γιά­τρε­ψε τίς άρ­ρωστες αι­σθή­σεις μου τίς δη­λη­τη­ρια­σμέ­νες απʼ τίς αι­σθη­τι­κές που τίς πρό­σβαλ­λαν ύ­που­λα ό­ταν δέν μπο­ρού­σαν νά α­μυν­θούν. Θά μέ α­κο­λου­θήσεις ό­ταν ό­λα θʼ αλ­λά­ξουν;
Ιοκ. Ό­χι, παι­δί μου. Ό­χι. Σάν γιός μου δρα­πέ­τευ­σες α­πό πά­νω μου χω­ρίς ε­γώ νά μπο­ρώ νά σέ κρα­τή­σω. Σάν ε­ρα­στής μου θέ­λεις νά μέ πε­ρά­σεις γιά κά­τι περ­βό­λια που δέν μπο­ρώ νά φα­ντα­στώ. Πά­ντα έ­φευ­γες. Ε­γώ εί­μαι τό χώμα που μέ­νει. Άν αυ­τό εί­ναι μιά κα­τα­δί­κη, τό­τε εί­μαι ευ­τυ­χι­σμέ­νη που πρό­σεξαν ώ­στε νά ε­κτε­λε­στεί σω­στά. Η ρί­ζα σου εί­ναι βα­θειά χω­μέ­νη μέ­σα μου. Ό­ταν φύ­γεις, τού­τη τή φο­ρά, θά χα­θού­με κι οι δυό, κι ε­γώ κι αυ­τή. Δέν θά μάς χρειά­ζε­σαι πιά. Ό­μως ού­τε κι ε­μείς θά σέ χρεια­ζό­μα­στε. Μά τώ­ρα σέ θέ­λω. Α­γά­πη μου, τό ξέ­ρεις πως δέ σέ φί­λη­σα ού­τε μιά φο­ρά σή­με­ρα; Α­γά­πη μου!
(66)
1978
Έ­τσι που μιά μέ­ρα νά πούν:
“Αυ­τός ο άν­θρω­πος θέ­λη­σε κά­πο­τε νʼ αυ­το­κτο­νί­σει­· αρ­νιώ­ταν τίς μετα­βο­λές του!”.
Εί­μα­στε κά­τι που πέ­φτει πρός τά πράγ­μα­τα;
Ί­σως ό­χι! Αλ­λοί­μο­νο.
Ί­σως εί­μα­στε κά­τι που πέ­φτει α­πό τά τά πράγ­μα­τα.
Η πο­ρεί­α μας α­δερ­φέ μου… κι αυ­τό τό «α­δερ­φέ μου» εί­ναι η θλί­ψη μου.
Κρυμ­μέ­νος πί­σω απʼ τή γω­νιά, σάν τόν χα­φιέ τόν σύ­ντρο­φό μου σέ πα­ρα­φύ­λαξα μι­κρέ μου α­δερ­φέ.
Τέ­τοιες στιγ­μές α­λή­θεια εί­ναι πα­ρά­ξε­νες καί δύ­σκο­λες έ­τσι που θά­λεγε κα­νείς:
“Λί­γο πιό πρίν ο πιό στε­νός μου φί­λος ή­ταν η καρ­διά μου. Τώ­ρα που τήν α­κού­ω μʼ ε­νο­χλεί”.
Τήν ώ­ρα που εί­χες ξε­χα­στεί καί δέ φο­βό­σουν…
σί­γου­ρος πως τήν πο­ρεί­α μας κά­ποιος τήν πα­ρα­κο­λου­θεί μέ με­γά­λο εν­διαφέ­ρον…
Ό­χι! σάν τήν τρο­χιά τής λέ­ρας α­πό τά νύ­χια μιάς ό­μορ­φης ξε­τσί­πω­της πα­ραδου­λεύ­τρας, που α­φού τήν έ­ξυ­σε καί τήν στρογ­γύ­λε­ψε στά δά­χτυ­λά της τήν πέ­τα­ξε στό πά­τω­μα κι έ­πει­τα μέ μιά κλω­τσιά τήν έ­σπρω­ξε κά­τω απʼ τό χα­λί… Νά η πο­ρεί­α μας! Έ­τσι μάς πε­τά­ξα­νε! Κι α­πό πά­νω μας σω­ριά­στη­κε τό χαλί… Τήν πα­ρα­δου­λεύ­τρα! Τήν πα­ρα­δου­λεύ­τρα έ­χει στόν νού του Ε­κεί­νος!
(67)
1978
Μού χά­ρι­σαν έ­να σπί­τι καί μού εί­παν: “Ε­δώ θά μεί­νεις”. Μά ε­γώ εί­μαι τυφλός. Καί τό σπί­τι αλ­λά­ζει τή διαρ­ρύθ­μι­σή του χω­ρίς νά μπο­ρώ νά τό συ­γκρατή­σω. Ε­δώ ή­ταν πρώ­τα σκα­λιά καί τώ­ρα εί­ναι ί­σιω­μα. Ψη­λα­φώ γιά τά κά­γκελα καί πιά­νω τόν ώ­μο σου. Ώ­στε υ­πάρ­χουν κι άλ­λοι συ­γκά­τοι­κοι! Κι εί­ναι τό ί­διο τυ­φλοί; Μι­λώ κι ε­σύ δέ μʼ α­κούς. Ί­σως εί­σαι κου­φός. Ί­σως ε­σένα σού χά­ρι­σαν μιά μου­σι­κή.
Ί­σως η ύ­παρ­ξή μας δέν εί­ναι πα­ρά έ­να ε­πί­γραμ­μα σέ κά­ποιον οι­κο­γενεια­κό τά­φο.
Μή­πως μπή­κα­με σπί­τι του τήν ώ­ρα που ε­κεί­νος έ­λει­πε;
Τά πα­λιά πα­ρα­μύ­θια λέ­νε πως εί­ναι α­πέ­ρα­ντος
πως τα­ξι­δεύ­ει γιά μή­νες καί χρό­νια μέ­σα στόν ε­αυ­τό του πως έ­χει χά­σει τόν δρό­μο πολ­λές φο­ρές.
Μή­πως μάς έ­χουν στεί­λει νά τόν βρού­με;
Νά τόν ξα­να­φέ­ρου­με πί­σω;
Κι άν ε­κεί­νος ζή­τη­σε μό­νος του τήν γα­λή­νη;
Κι άν ή­ταν κυ­νη­γη­μέ­νος καί κου­ρά­στη­κε;
Τό­τε ε­μείς λοι­πόν τόν σπρώ­ξα­με σʼ αυ­τό!
Πώς ά­ντε­ξε τό­σον και­ρό νά μάς α­κού­ει α­πό πί­σω του;
(68)
1978
Κι άν εί­ναι νά χτί­σω έ­να βω­μό σέ κά­ποιον
στήν προ­ε­τοι­μα­σί­α θά τόν χτί­σω.
Στήν «α­ντι­κει­με­νι­κή α­να­γκαιό­τη­τα τής ω­ρί­μαν­σης».
Ε­πει­δή ί­σως η εμ­φά­νι­σή μου νά μήν εί­χε προ­βλε­φθεί.
Ε­πει­δή ί­σως σέ κά­ποια σκο­τει­νή γω­νιά, στή διάρ­κεια μιάς γιορ­τής
ό­που η αυ­στη­ρή ε­πι­τή­ρη­ση έ­γι­νε γεν­ναιό­δω­ρη ε­γκα­τά­λει­ψη
-μιάς Ά­νοι­ξης που δέν ε­πι­τρέ­πε­ται κα­νείς νά ο­νει­ρευ­τεί κι αυ­τό α­φί­νει μιά έ­ντο­νη υ­πο­ψί­α-
ό­ταν κά­τι ε­ξαί­σια πλά­σμα­τα, μή βρί­σκο­ντας πιό πρό­χει­ρο τό­πι ζού­πη­ξαν τόν χρό­νο σάν χιό­νι μα­λα­κό κι άρ­χι­σαν γε­λώ­ντας νά τόν πε­τούν τό έ­να στό άλλο, κα­θώς ε­κεί­νος βρέ­θη­κε κά­πο­τε α­κί­νη­τος, πρίν ε­πι­στρέ­ψει κά­ποιο τή μπα­λιά, σʼ έ­να τέ­τοιο κλά­σμα αυ­τής τής α­νύ­παρ­κτης στιγ­μής τό Χά­ος παί­ζο­ντας μέ μιά κα­κή σκέ­ψη μέ φα­νέ­ρω­σε… Ε­νώ τήν άλ­λη στιγ­μή, ό­ταν ο χρό­νος άρ­χι­σε πά­λι νά κι­νεί­ται, έ­γι­νε -αλ­λοί­μο­νο πο­λύ αρ­γά- η πρό­βλε­ψη τής εμ­φά­νι­σής μου κι α­μέ­σως η α­πα­γό­ρευ­ση που ε­κτο­ξεύ­τηκε α­να­ζη­τώ­ντας τά ί­χνη τής δυ­να­τό­τη­τάς της γιά νά τήν κα­ταρ­γή­σει έ­πε­σε ε­πά­νω μου. Κι αυ­τός εί­μαι ε­γώ! Μιά τέ­τοια σύ­γκρου­ση. Μʼ έ­χουν α­πα­γορεύ­σει κι ό­μως υ­πάρ­χω. Η α­πα­γό­ρευ­ση μού εν­σω­μα­τώ­θη­κε. Αυ­τή είναι η μοί­ρα μου.
Κι άν εί­ναι νά χτί­σω έ­ναν βω­μό σέ κά­ποιον
στήν προ­ε­τοι­μα­σί­α θά τόν χτί­σω.
Στήν «α­ντι­κει­με­νι­κή α­να­γκαιό­τη­τα τής ω­ρί­μαν­σης».
Ε­πει­δή μʼ έ­χουν μοι­ρά­νει αλ­λο­πρό­σαλ­λα
κι εί­μαι σάν έ­νας σπό­ρος που κόλ­λη­σε στήν ι­δρω­μέ­νη χού­φτα
στό τέ­λος μιάς κα­μπύ­λης δια­σπο­ράς
καί βρέ­θη­κε στήν τσέ­πη ε­νός σακ­κα­κιού, μέσʼ στά σκο­τά­δια
νά πνί­γε­ται γιά λί­γο α­έ­ρα
νά βα­σα­νί­ζε­ται α­πό κά­ποιαν α­νά­μνη­ση φω­τός
μέ μιάν α­βά­στα­χτη εγ­γυ­μο­σύ­νη
στό α­προσ­διό­ρι­στο μέ­ρος τής α­γέν­νη­της ρί­ζας του
που δέν μπο­ρεί νά στα­μα­τή­σει νά ε­πι­θυ­μεί:
“Δώ­σʼ μοι πά στώ! Δώ­σʼ μοι πά στώ! Καί τά γάν έ­τι! Καί τά γάν!”.
Κι άν εί­ναι νά χτί­σω έ­ναν βω­μό σέ κά­ποιον
στήν προ­ε­τοι­μα­σί­α θά τόν χτί­σω.
Στήν «α­ντι­κει­με­νι­κή α­να­γκαιό­τη­τα τής ω­ρί­μαν­σης».
Ε­πει­δή μού έ­χει α­πα­γο­ρευ­θεί η κλη­ρο­νο­μι­κή ευ­γέ­νεια τών πραγ­μά­των
που μέ ε­ξαι­ρε­τι­κή ε­πι­μέ­λεια δια­τη­ρούν τήν φθο­ρά τους
κι αρ­νού­νται πε­ρή­φα­να νά ε­πι­στρέ­ψουν
σέ μιά μορ­φή που έ­χει πιά βια­στεί.
Ε­πει­δή εί­μαι έ­νας άν­θρω­πος προ­δο­μέ­νος απʼ τόν ε­αυ­τό του:
“Ο ε­αυ­τός μου εί­ναι έ­να χέ­ρι που μέ ση­κώ­νει κά­θε φο­ρά που πέ­φτω στό έ­δα­φος”
που τόν α­να­γκά­ζει μέ πεί­σμα νά προ­σπα­θεί νά ε­πι­στρέ­ψει.
Ε­πει­δή ε­κεί­νος μού αρ­νεί­ται τή φθο­ρά μου που μέ με­τα­βάλ­λει
καί που ω­στό­σο αυ­τή γί­νε­ται πιά ό,τι εί­μαι ε­γώ κά­θε φο­ρά.
Κι έ­τσι έ­χω α­νά­γκη νά θυ­μά­μαι ποιός εί­ναι ο ε­χθρός μου.
Κι άν εί­ναι νά χτί­σω έ­ναν βω­μό σέ κά­ποιον…
Ε­πει­δή μού ε­πε­βλή­θη η ι­διο­κτη­σί­α καί μού α­πα­γο­ρεύ­τη­κε η χρή­ση. Μού α­πε­κρύ­βη­σαν οι τρό­ποι τής χρή­σης, η έ­κτα­ση καί τό εί­δος τής ι­διο­κτη­σί­ας. Καί κά­θο­μαι τώ­ρα ε­δώ καί χά­νω τόν και­ρό μου προ­σπαθώ­ντας νά μα­ντέ­ψω, νά ε­φεύ­ρω, νά δια­λύ­σω σέ μι­κρά κομ­μα­τά­κια καί νά φτιάξω απʼ τήν αρ­χή ό,τι εί­ναι ή­δη έ­τοι­μο, ή­δη στά χέ­ρια μου που δέν ξέ­ρουν, που δέν ε­πι­κοι­νω­νούν, μέ μιά ε­μπει­ρί­α κερ­δι­σμέ­νη κιό­λας α­πό πα­λιά μά σπρωγ­μέ­νη βα­θειά σέ πε­ριο­χές ό­που τό φώς εί­ναι λι­γο­στό, σχε­δόν α­νύπαρ­κτο, ό­που μό­νο τήν ό­σφρη­ση μπο­ρεί νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει κα­νείς, για­τί η α­φή εί­ναι α­πα­τη­λή καί ξε­γε­λά μέ τήν ε­πι­φά­νεια τών πραγ­μά­των καί στʼ αυ­τιά μου εί­ναι τό­σα χρό­νια τώ­ρα που α­πο­μα­κρύ­νε­ται χω­ρίς νά σβύ­νει πο­τέ ε­ντε­λώς τό κλά­μα ε­νός μω­ρού. Τήν ό­σφρη­ση τής καρ­διάς μου που ε­πι­μέ­νει πως εί­μαι ο ι­διο­κτή­της. Πως πρέ­πει νά ζη­τή­σω τά δι­καιώ­μα­τά μου!
(69)
1978
Υψώ­νω τήν καρ­διά μου πά­νω απʼ τίς κραυ­γές τών λου­λου­διών
αγ­γί­ζω τό χέ­ρι που χά­ρα­ξε τό σύ­μπα­ν·
μιά μο­νο­κο­ντυ­λιά στήν πλά­κα ε­νός α­δέ­ξιου παι­διού.
Κά­νω το­μές στά φύλ­λα τών τε­τρα­δί­ων τών ποι­η­τών
δια­κρί­νω μπρο­στά στό φώς τίς ί­νες, τά νεύ­ρα­·
μʼ έ­να λε­πτό ξυ­ρά­φι τίς α­πο­μο­νώ­νω.
Α­δειά­ζω προ­σε­κτι­κά σʼ έ­να κα­σκέ­το ναυ­τι­κό τή φύ­ση­·
έ­νας κου­βάς κα­του­ρη­μέ­νος, μιά σα­που­νά­δα α­πό πα­λιό­ρου­χα­·
μέ έ­ξυ­πνο εμ­με­τι­κό α­πο­σπώ τήν λυ­ρι­κό­τη­τα τών στοί­χων.
“Αυ­τές εί­ναι γραμ­μές γιά μου­σι­κή, γιά Σού­μπερ­τ
γιά μα­σκο­φό­ρους στρα­τευ­μέ­νους, γιά σπυ­ριά
σέ πρό­σω­πα αυ­να­νι­σμέ­νων κο­ρι­τσιών
αυ­τά εί­ναι συ­ντα­γές γιά λο­γι­κούς αν­θρώ­πους”.
Μέ ευ­γε­νι­κές κι­νή­σεις α­ναι­ρώ τήν αί­σθη­ση τής ο­μορ­φιάς απʼ ό­σους ξέ­ρουν.
Ξε­φλου­δί­ζω τό λε­πτό κλα­δί τής ε­λιάς που τό­σο α­πε­ρί­σκε­πτα
σω­ριά­ζε­ται τό βά­ρος τού α­νά­πη­ρου κό­σμου ε­πά­νω του
γιά νά ξε­σκί­σω τό ά­ντε­ρο τού α­νύ­πο­πτου λευ­κού τους τα­χυ­δρό­μου­·
“τό πε­ρι­στέ­ρι τής ει­ρή­νης κου­βα­λά­ει τή σού­βλα του στό στό­μα”
Α­φί­νω τίς φω­νές σας νά μέ προ­φτά­σου­ν·
ώ, ʽ­σείς α­θώ­οι. Εκ­δι­κη­θεί­τε με.
Στό στή­θος μου έ­χω τίς τρύ­πες που δέν στέ­ριω­σαν στό νε­ρό
Τά μά­τια μου τρέ­χουν σάν βρύ­σες τό ερ­μα­φρό­δι­το γεν­νη­τι­κό σας υ­γρό·
ώ, άν α­κού­γα­τε τά βά­σα­νά του!
Α­λυ­χτά­ει σάν τό δαρ­μέ­νο σκυ­λί η α­πα­γό­ρευ­ση στούς τοί­χους
“σώ­στε τούς τοί­χους, σώ­στε τούς τοί­χους!”.
Μέ κα­λο­γραμ­μέ­νες πλά­κες έ­χουν σκε­πα­στεί οι τά­φοι τών ε­πι­θυ­μιών
καί οι διώ­κτες τους πε­ρι­φέ­ρο­νται μέ­ρα με­ση­μέ­ρι α­νά­με­σά σας στούς δρό­μους
μέ γυ­μνα­σμέ­νους κρο­κο­δεί­λους νά ι­χνη­λα­τούν τίς δί­πλες τών ρού­χων σας.
Στό έ­λε­ος ποιών ε­γκα­τα­λεί­πε­τε κά­θε πρωΐ τούς α­γα­πη­μέ­νους σας;
Υ­ψώ­νω τήν καρ­διά μου πά­νω απʼ τίς κραυ­γές τών λου­λου­διών
αγ­γί­ζω τό χέ­ρι που χά­ρα­ξε τόν κό­σμο­·
μιά μο­νο­κο­ντυ­λιά στήν πλά­κα ε­νός α­δύ­να­μου παι­διού.
Μέ μπρά­τσα α­πό εύ­θραυ­στο γυα­λί. Μέ δά­χτυ­λα σάν βού­τυ­ρο.
Μʼ έ­να κο­ντύ­λι καρ­φω­μέ­νο πέ­ρα πέ­ρα στήν πα­λά­μη.
-Μιά α­νά­σα καυ­τε­ρή ξε­ραί­νει τά χλω­ρά του τά μαλ­λιά πί­σω στό σβέρ­κο-
Τό χέ­ρι που τʼ ο­δή­γη­σε, τό χέ­ρι που τʼ ο­δή­γη­σε
τό χέ­ρι που τʼ ο­δή­γη­σε θέ­λω νά δα­γκώ­σω!
(70)
1978
“Ε­σύ θά ή­σουν ο χα­μέ­νος”, μού εί­πε, καί διέ­κρι­να κα­λά στή φω­νή του εκεί­νον τόν τό­νο τής υ­πο­τα­γής σέ κά­τι πο­λύ πα­λιό κι α­να­πό­φευ­κτο που φαί­νο­νταν νά τόν βα­σα­νί­ζει ε­δώ καί πολ­λά χρό­νια καί που έ­χο­ντας χά­σει κάθε ελ­πί­δα ό­τι κά­πο­τε θά τού ξέ­φευ­γε, σχε­δόν εί­χε α­παλ­λα­γεί απʼ αυτό.
Σή­κω­σε τό χέ­ρι του: “Δέν έ­χεις πα­ρά νά κοι­τά­ξεις γύ­ρω σου γιά νά τό κα­τα­λάβεις. Ε­δώ που εί­μα­στε. Τί κι άν σʼ ά­φι­ναν μέ μιάς ό­λοι οι φό­βοι σου; Τί κι άν μέ μιά μα­γι­κή λέ­ξη τούς έ­διω­χνες μα­κρυά; Κι ό­χι μό­νο τούς πά­νω πά­νω φόβους που σέ κα­λύ­πτουν ό­πως τό δέρ­μα πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας μέ τήν ε­ξαι­ρε­τι­κή ε­λα­στι­κό­τη­τα τής ε­πι­φά­νειάς τους καί τόν πιό έ­ξυ­πνο ε­λιγ­μό που η στρα­τη­γι­κή τών υ­πο­χω­ρή­σε­ών σου -μιά τέ­χνη που πρέ­πει νά πα­ρα­δε­χτώ τίς υ­ψη­λές ε­πι­δό­σεις που έ­χει κα­τα­κτή­σει στό πρό­σω­πό σου- έ­χει ε­πι­νο­ή­σει μέ­χρι σή­με­ρα, αλ­λά κι αυ­τούς που κρύ­βο­νται πί­σω τους καί μόλις τούς υ­πο­ψιά­ζε­σαι, κι έ­πει­τα αυ­τούς που βρί­σκο­νται πιό βα­θειά καί πε­ρι­μέ­νουν μʼ α­νυ­πο­μο­νη­σί­α τή σει­ρά τους γιά νά εμ­φα­νι­στούν, κι ύ­στερα τούς άλ­λους που χά­νο­νται πιά στά σκο­τά­δια καί τούς ο­ποί­ους κι εγώ α­κό­μα δέν τολ­μώ νά α­να­στα­τώ­σω έ­στω καί μέ τή σκέ­ψη μου, καί που άν καί η ύ­παρ­ξη τών αλ­λε­πάλ­λη­λων στρω­μά­των που δη­μιουρ­γούν, άν καί οι αυ­στη­ρά ιε­ραρ­χη­μέ­νες τους στρώ­σεις εί­ναι μιά αί­σθη­ση που έ­χει με­ταφερ­θεί μέ­χρις ε­μέ­να καί έ­χει ε­πι­ζή­σει -καί που τώ­ρα στή με­τα­βι­βά­ζω μέ τή σει­ρά μου-, ω­στό­σο η συ­νε­χής τους α­νά­δευ­ση, οι ε­σω­τε­ρι­κοί τους κυ­μα­τι­σμοί, τούς ε­πα­να­δια­θέ­τουν καί τούς ε­πα­να­κα­τα­τάσ­σουν διαρ­κώς, ώ­στε νά μήν μπο­ρώ νά σού προ­τεί­νω κά­ποια ο­πτι­κή γω­νί­α ή έ­στω ένα ση­μεί­ο πα­ρα­τή­ρη­σης.
Κι αυ­τό ε­πει­δή αυ­τή η ιε­ράρ­χι­ση που μό­λις μιά στιγ­μή πρίν ί­σχυε, δέν ε­ξυ­πη­ρε­τεί πιά, τήν α­μέ­σως ε­πό­με­νη, τό και­νούρ­γιο πλά­σμα που έ­χει νά α­ντι­με­τω­πί­σει, εξ αι­τί­ας τών με­τα­βο­λών που απʼ έ­ξω πρός τά μέ­σα αλ­λά καί α­πό μέ­σα πρός τά έ­ξω, α­πό δε­ξιά πρός τά α­ρι­στε­ρά αλ­λά καί α­πό τʼ α­ρι­στε­ρά πρός τά δε­ξιά, καί δια­γω­νί­ως, καί α­ντι­στρό­φως, καί μέ ό­ποια γε­νι­κά διά­τα­ξη κι­νή­σε­ως μπο­ρεί κα­νείς νά σκε­φτεί, ακο­λου­θούν σάν λα­γω­νι­κά τίς εν­δεί­ξεις γιά τό πού εί­ναι πι­θα­νόν νά σχημα­τι­στεί έ­να κέ­ντρο­· τό κέ­ντρο τού πι­θα­νού προ­η­γού­με­νου πλά­σμα­τος που σού έ­λε­γα­· μιά προ­σπά­θεια κα­τα­δι­κα­σμέ­νη εκ τών προ­τέ­ρων, ό­πως α­ντι­λαμβά­νε­σαι κι ε­σύ, α­φού εξ αι­τί­ας αυ­τών α­κρι­βώς τών κι­νή­σε­ων αυτό τό πι­θα­νό πλά­σμα έ­χει ή­δη ξε­πε­ρα­στεί καί η αρ­χι­κή τα­χύ­τη­τα που είχε α­να­πτυ­χθεί κα­τά τήν εκ­κί­νη­ση τού σχη­μα­τι­σμού του δέν α­πο­τε­λεί τώ­ρα πα­ρά μιά συ­νι­στώ­σα τής τα­χύ­τη­τας πρός τή νέ­α κα­τεύ­θυν­ση ό­που σύμ­φωνα μέ τίς και­νούρ­γιες εν­δεί­ξεις, σέ κά­ποιο ση­μεί­ο της, εί­ναι σχε­δόν βέβαιο ό­τι έ­χει αρ­χί­σει η δη­μιουρ­γί­α τού κέ­ντρου του, κ. ο. κ.
Τί νο­μί­ζεις λοι­πόν ό­τι θά κερ­δί­σεις άν τά κα­τα­φέ­ρεις νά α­παλ­λα­γείς απʼ ό­λα αυ­τά; Ξέ­ρω πό­σο σʼ έ­χει βα­σα­νί­σει αυ­τή η προ­σπά­θεια. Ξέ­ρω πό­σες ελ­πί­δες έ­χεις στη­ρί­ξει ε­πά­νω της καί που άν καί πο­τέ δέν κα­τά­φε­ρες νά α­να­κα­λύ­ψεις τί ή­ταν ε­κεί­νο που κρυ­βό­ταν πί­σω απʼ αυ­τές, καί μέ τέτοια ε­πι­δε­ξιό­τη­τα τίς προ­κα­λού­σε τίς στιγ­μές α­κρι­βώς που ό­λα φαί­νονταν νά έ­χουν χα­θεί κι η α­πελ­πι­σί­α εί­χε πιά αρ­χί­σει νά σέ κα­τα­κλίζει ο­λό­κλη­ρο, ω­στό­σο δέν δί­στα­ζες ού­τε μιά στιγ­μή νά τίς δε­χτείς τήν κά­θε φο­ρά κι άς σʼ έ­τρω­γε πά­ντα η υ­πο­ψί­α πως ο χρό­νος που εί­χε κερ­δι­θεί μʼ αυ­τόν τόν τρό­πο δέν εί­χε κερ­δι­θεί γιά λο­γα­ρια­σμό σου… Ά­κου­σε”, συ­νέ­χι­σε κι έ­να μι­κρό χα­μό­γε­λο φά­νη­κε στίς ά­κρες τών χει­λιών του, σπρώ­χνο­ντας βα­θύ­τε­ρα ε­κεί­νη τήν αί­σθη­ση τής υ­πο­τα­γής του που εί­χε αρ­χί­σει ε­δώ καί ώ­ρα νά προ­χω­ρεί μέ­σα μου α­να­ζη­τώ­ντας τόν χώ­ρο που τής είχαν υ­πο­σχε­θεί. “Έ­χω α­να­λά­βει μιά δύ­σκο­λη α­πο­στο­λή που τούς κιν­δύνους της μό­νο στό τέ­λος θά μπο­ρέ­σω ί­σως νά ε­κτι­μή­σω σω­στά καί τό­τε θά είναι μάλ­λον αρ­γά καί γιά τούς δυό μας. Τί νο­μί­ζεις ό­τι θά πε­ρισ­σέ­ψει άν τά κα­τα­φέ­ρεις σʼ αυ­τή σου τήν προ­σπά­θεια; Τί εί­ναι ε­κεί­νο που σέ σι­γου­ρεύ­ει ό­τι ό­λος αυ­τός ο μό­χθος σου δέν στρέ­φε­ται α­κρι­βώς ε­να­ντί­ον αυ­τού που προ­σπα­θείς νά κα­τα­κτή­σεις; Μή­πως ό­λοι αυ­τοί οι φό­βοι, παρʼ όλο που φαί­νε­ται νά σέ προ­δια­γρά­φουν καί νά σέ πε­ριο­ρί­ζουν τό­σο βα­σα­νι­στικά καί αυ­θαί­ρε­τα, δέν εί­ναι πα­ρά τό μο­να­δι­κό σου α­πό­κτη­μα, τό ε­ντε­λώς ε­ξαι­ρε­τι­κό κομ­μά­τι τής κοι­νής μας κλη­ρο­νο­μιάς που σάν μιά σπά­νια διάκρι­ση σού α­νε­τέ­θει η φύ­λα­ξη καί η καλ­λιέρ­γειά του ώ­στε ό­χι μό­νο νά δια­τη­ρη­θεί σάν πο­λύ­τι­μη πε­ριου­σί­α αλ­λά νά μπο­ρέ­σει νά α­πο­δώ­σει τούς καρ­πούς που εί­χαν κά­θε δι­καί­ω­μα νά πε­ρι­μέ­νουν απʼ τήν θαυ­μά­σια ποιό­τη­τά του, που ε­πι­τέ­λους γιά δι­κό σου λο­γα­ρια­σμό εί­χε κερ­δι­θεί, αυ­τοί που ί­σως ερή­μην σου αλ­λά μέ κά­θε κα­λή πρό­θε­ση εί­χαν φρο­ντί­σει γιʼ αυτό! Μή­πως αυ­τό που, με­τά α­πό τίς δια­δο­χι­κές ε­κτι­μή­σεις τών πε­νι­χρών α­πο­τε­λε­σμά­των ό­λων σου τών προ­σπα­θειών, φαί­νε­ται σάν α­πελ­πι­σί­α, δέν εί­ναι πα­ρά έ­να κά­λε­σμα νά α­ντα­πο­κρι­θείς ε­πι­τέ­λους, ί­σως ί­σως ε­γκατα­λεί­πο­ντας τόν ε­αυ­τό σου μʼ αυ­τή τή διά­θε­ση που τό­σο κα­λά ξέ­ρω πως α­πο­δο­κι­μά­ζεις μέ­σα μου έ­χο­ντας α­φί­σει α­πό και­ρό νά πα­ρα­πλα­νη­θείς στόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό της -κά­θε άλ­λο πα­ρά υ­πο­τα­γή θά μπο­ρού­σε νά τήν πεί ένας έ­ξυ­πνος πα­ρα­τη­ρη­τής-, στήν έ­ξο­χη αυ­τή ε­πι­δε­ξιό­τη­τα που τό­σες φο­ρές έ­χεις θαυ­μά­σει καί που ε­κεί­νη δέν δι­στά­ζει κα­θό­λου νά σέ το­πο­θε­τεί, σάν μιά α­πό­δει­ξη τής κα­λής της προ­αί­ρε­σης καί τής ει­λι­κρί­νειας τών προθέ­σε­ών της, στήν τό­σο δύ­σκο­λο νά κα­τα­κτη­θεί θέ­ση τού ε­λεύ­θε­ρου ε­κτιμη­τή τών ί­διων της τών δρα­στη­ριο­τή­των;…
Πί­στε­ψέ με, έ­χεις ξο­δευ­τεί στό κυ­νή­γι ε­νός φα­ντά­σμα­τος. Έ­χεις κα­τα­ναλώ­σει τίς λι­γο­στές σου δυ­νά­μεις, που μέ λύ­πη μου τίς βλέπω νά λι­γο­στεύ­ουν πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό μέ­ρα σέ μέ­ρα, στήν α­νί­χνευ­ση τής μο­να­δι­κής ε­κεί­νης στιγ­μής που γιά κά­ποιον ά­γνω­στο λό­γο -ί­σως ί­σως εξ αι­τί­ας τής δι­κιάς σου θέ­λη­σης κι ε­πι­μο­νής που ό­πως πι­στεύ­εις ε­πη­ρε­ά­ζει τήν ρο­ή τών πραγ­μά­των α­πλώς καί μό­νο ε­πει­δή συμ­βαί­νει, σάν έ­να και­νούρ­γιο στοιχεί­ο που μό­λις πρίν δέν υ­πήρ­χε, νά ξε­πη­δά­ει α­πό μέ­σα σου ξαφ­νι­κά καί αυ­θαί­ρε­τα α­να­γκά­ζο­ντας τό πε­ρι­βάλ­λον νά τήν εν­σω­μα­τώ­σει καί έ­τσι νά δια­φο­ρο­ποι­η­θεί μʼ έ­ναν ε­ντε­λώς α­να­πά­ντε­χο τρό­πο- αυ­τή η διαρ­κής ε­ναλ­λα­γή τών με­τα­βο­λών θά μπο­ρού­σε νά στα­μα­τή­σει γιά έ­να α­πει­ρο­ελά­χι­στο κλά­σμα, ό­σο α­κρι­βώς χρεια­ζό­ταν, ή, πράγ­μα που ξέ­ρω πως σέ γο­η­τεύει πε­ρισ­σό­τε­ρο, κι άν α­κό­μα τό πε­ρι­βάλ­λον μπο­ρού­σε νά πα­ρα­μεί­νει αδιά­φο­ρο συ­νε­χί­ζο­ντας τήν πο­ρεί­α του ό­πως πά­ντα, θά ή­σουν ε­σύ ε­κεί­νος που θά με­τα­βάλ­λο­νταν απʼ αυ­τή τήν ί­δια σου τήν δρα­στη­ριό­τη­τα μʼ έ­ναν τέ­τοιο θαυ­μά­σιο τρό­πο, ώ­στε νά μπο­ρείς νά βυ­θί­ζε­σαι ο­λό­κλη­ρος μέ­σα στή με­τα­βο­λή σου τής κά­θε φο­ράς, έ­τσι που νά μήν πε­ρισ­σεύ­ει τί­πο­τα γιά νά μείνει πί­σω, καί τό­τε πιά, έ­χο­ντας α­πο­κτή­σει τήν ί­δια τα­χύ­τη­τα μʼ αυ­τό που κυ­νη­γάς, θά μπο­ρού­σες νά ε­πέμ­βεις σάν ί­σος πρός ί­σο στήν αρ­χι­κή στιγμή τού σχη­μα­τι­σμού του καί νά τό σώ­σεις”…
(71)
1978
“Πρε­πει νά εί­σαι κα­κιά κά­που κά­που”, τής εί­πε. “Για­τί πώς αλ­λοιώς θά θυ­μάμαι ό­τι εί­σαι κα­λή; Φο­βά­μαι τό­σο πο­λύ μή­πως σέ συ­νη­θί­σω καί ξα­να­μεί­νω μόνος”.
Καί τί μάς χω­ρί­ζει; Για­τί φεύ­γει αυ­τός; Για­τί δέν κα­τά­φε­ρε νά σταθεί στό ύ­ψος του; Εν­νο­ώ ε­κεί­νο στό ο­ποί­ο εί­χε το­πο­θε­τή­σει τόν εαυ­τό του. Μά τί ση­μα­σί­α εί­χε αυ­τό ό­ταν φι­λιό­ντου­σαν; Ποιός εν­δια­φέ­ρο­νταν γιά τό ύ­ψος ε­κεί­νη τή στιγ­μή; Α­φού κα­νείς δέν ή­θε­λε νʼ α­πο­δεί­ξει τί­πο­τα. Α­φού εί­χαν ε­γκα­τα­λει­φθεί κι οι δυό στήν ε­πα­φή. Μό­νο ο βαθ­μός ευ­αι­σθη­σί­ας τού κα­θε­νός με­τρού­σε τό­τε. Κι αυ­τός, έ­τσι ό­πως δεί­χτη­κε, ή­ταν αρ­κε­τός γιά νά τούς κρα­τή­σει ε­νω­μέ­νους. Έ­πρε­πε λοι­πόν νά βλέ­πουν αυ­τόν καί τίποτʼ άλ­λο. Ό­λα τʼ άλ­λα ή­σαν φό­βοι, προ­ϊ­ό­ντα φό­βων, καί συ­νε­πώς ψεύ­τι­κα. Δη­λα­δή α­λη­θι­νά. Ώς ε­κεί­νη τήν υ­πέ­ρο­χη στιγ­μή που τό πλη­σί­α­σμά τους ε­πέ­τρε­ψε σʼ αυ­τήν τήν ευ­αι­σθη­σί­α νά ξε­πη­δή­σει σαρώ­νο­ντας τά πά­ντα.
Γυά­λι­νος ε­σω­τε­ρι­κός κό­σμος… Κά­θε πρωΐ ξυ­πνώ μέ έ­ναν τέ­τοιο νά τρι­γυ­ρίζει τόν πυ­ρή­να μου ε­νώ πά­νω του, στίς λε­πτε­πί­λε­πτες πε­ρί­ερ­γες α­πο­λήξεις τής πτυσ­σό­με­νης ε­πι­φά­νειάς του, έ­χουν ξα­πλώ­σει τά ευ­αί­σθη­τα ά­κρα τους ό­λα μου τά αι­σθη­τή­ρια τε­λεί­ως α­προ­στά­τευ­τα. Συ­ντρί­βε­ται απʼ τούς θο­ρύ­βους καί τίς φω­νές καί τή βί­αι­η σύ­γκρου­σή του μέ τούς άλ­λους ανθρώ­πους που ορ­μούν, α­νύ­πο­πτοι γιʼ αυ­τό τό εύ­θραυ­στο οι­κο­δό­μη­μα που εί­ναι η α­ό­ρα­τη ε­πέ­κτα­ση αυ­τού που βλέ­πουν, γιά νά μέ φτά­σουν. Οι αι­σθη­τή­ριες ί­νες που εί­χαν ξα­πλω­θεί τό­σο μα­κρυά κι εί­χαν τό­σο ε­λα­στι­κά με­γα­λώ­σει, συ­στέλ­λο­νται τό­τε μέ ο­δύ­νη, τά θραύ­σμα­τα τών κα­ταρεύ­σε­ων τραυ­μα­τί­ζουν τόν πυ­ρή­να, ό­λες οι ευ­αι­σθη­σί­ες α­να­στέλ­λο­νται κι ό,τι μέ­νει, ε­ξα­γριω­μέ­νο κι ά­γαρ­μπο, κα­κό­βου­λο καί μο­χθη­ρό, γε­μά­το μί­σος γιά ό,τι τού έ­κα­ναν, εί­ναι η δυ­στυ­χί­α που σέρ­νω μα­ζύ μου τήν υπό­λοι­πη μέ­ρα.
Η σχέ­ση μέ τόν ε­αυ­τό μου εί­ναι έ­νας βια­σμός. Τό σώ­μα μου μέ βιά­ζει διαρ­κώς, μού ε­πι­βάλ­λε­ται, μέ υ­πο­χρε­ώ­νει, μέ χα­στου­κί­ζει μέ τήν εμ­φάνι­σή του τό πρωΐ, μέ τίς α­νά­γκες του, μέ τήν ε­γκα­τά­λει­ψή του ό­ταν κου­ράζε­ται.. Ό­μως τί εί­ναι αυ­τό που βιά­ζε­ται; Που βρί­σκε­ται καί πέ­ρα απʼ αυ­τόν τόν συ­νε­χή βια­σμό που τό κα­λύ­πτει καί τό α­πα­σχο­λεί σχε­δόν ε­ντε­λώς καί ό­λες τίς ώ­ρες, τί ζη­τά, πρός τά πού κα­τευ­θύ­νε­ται αυ­τή η εκ­κί­νη­σή του που κά­θε φο­ρά α­να­κό­πτε­ται απʼ τόν βια­σμό που ε­νε­δρεύ­ει; Πού θά πή­γαι­νε άν δέν ε­μπο­δί­ζο­νταν;… Λέ­ω “μέ” καί εν­νο­ώ αυ­τό. Ω­στό­σο αυ­τός που μι­λά­ει, που τά λέ­ει ό­λα αυ­τά, δέν μπο­ρεί πα­ρά νά εί­ναι αυ­τή η ί­δια η αί­σθη­ση τού βια­σμού. Εί­ναι δυ­να­τόν νά α­πο­μο­νω­θεί ώ­στε νά α­πο­κτή­σει μιά δι­κιά της προ­σω­πι­κό­τη­τα; Νά μπο­ρεί νά πα­ρα­τη­ρεί σάν τρί­τος τήν πρά­ξη που τήν δη­μιούρ­γη­σε; Τί εί­δους ε­νο­χές, πιά μορ­φή α­δι­κί­ας τήν κρατά ζω­ντα­νή καί δέν χά­νε­ται μέσʼ στό κε­νό που τήν πε­ρι­βάλ­λει;
Η α­πό­γνω­ση, ό­ταν η στιγ­μή μό­λις έ­χει πε­ρά­σει καί η φρά­ση που κα­νο­νι­κά θά εί­χε ει­πω­θεί -ε­πει­δή ο φό­βος εί­χε προ­σω­ρι­νά υ­πο­χωρή­σει μπρο­στά στήν έ­ντα­ση τού συ­ναι­σθή­μα­τος- εί­ναι κιό­λας μα­κρυά­· στέ­κεται, ναί, στήν ά­κρη τών χει­λιών αλ­λά δέν υ­πάρ­χει αρ­κε­τή τόλ­μη γιά νά α­να­συρ­θεί καί ε­πι­στρέ­φει αρ­γά πρός τά πί­σω, χω­νεύ­ε­ται μέ ο­δύ­νη, κι ο άλ­λος φαί­νε­ται μι­ση­τός καί ά­σχη­μος καί κα­κός για­τί δέν α­ντα­ποκρί­νε­ται, για­τί συ­μπε­ρι­φέ­ρε­ται α­θώ­α χω­ρίς νά υ­πο­ψιά­ζε­ται τί­πο­τα, ε­νώ φταί­ει­· φταί­ει για­τί δέν θά μπο­ρέ­σει πο­τέ νά τήν α­κού­σει, δέν θά μά­θει πο­τέ ό­τι α­πευ­θύ­νο­νταν σʼ αυ­τόν, α­πό τό πλά­σμα που έ­χει α­πέ­ναντί του, μιά τέ­τοια τρυ­φε­ρή χει­ρο­νο­μί­α, έ­να τέ­τοιο φι­λί, ώ­στε τά γό­να­τα εκεί­νου νά έ­χουν κιό­λας αρ­χί­σει νά τρέ­μουν πε­ρι­μέ­νο­ντας τήν ε­πό­μενη φρά­ση του, τήν ε­πό­με­νη κί­νη­σή του που θά τά α­γνο­εί καί δέν θά έ­χει προ­κλη­θεί α­πό αυ­τά.
(72)
1978
Πώς εί­ναι δυ­να­τόν νά α­να­ση­κώ­σει κα­νείς ξα­νά τόν ε­αυ­τό του α­πό τό έ­δα­φος ό­ταν έ­χει δια­συρ­θεί α­πό κά­ποιον που α­γα­πά; Ση­κώ­νε­ται στά γόνα­τα, προ­χω­ρεί μπου­σου­λώ­ντας ό­σο μπο­ρεί πιό μα­κρυά σέ κά­ποια σκο­τει­νή γωνιά καί κρύ­βε­ται μέ τό πρό­σω­πο στόν τοί­χο μέ­χρι νά πε­ρά­σει… Μα­ζεύ­ει τό­τε σι­γά σι­γά τά κομ­μά­τια του, τίς λου­ρί­δες τό ξε­σκι­σμέ­νο δέρ­μα κι ε­πι­χειρεί νά τόν α­ντι­κρύ­σει ξα­νά, ζη­τώ­ντας τήν αρ­χι­κή του θέ­ση απʼ τήν ο­ποί­α καί μό­νο μπο­ρεί πά­λι νά προ­σφερ­θεί… Εί­ναι ή­δη γνω­στό α­πό πα­λιότε­ρες φο­ρές πως η προ­σπά­θεια αυ­τή εί­ναι μά­ται­η. Ε­πει­δή, α­κό­μα κι άν η πρό­θε­ση τού άλ­λου δέν ή­ταν νά δια­σύ­ρει, αυ­τό που έ­χει προ­σβλη­θεί είναι ο κοι­νός χώ­ρο­ς· κι αυ­τόν κα­νέ­νας απʼ τούς δυό δέν τόν κα­τέ­χει α­πό­λυ­τα­· μά­λι­στα ού­τε κάν κι οι δυό μα­ζύ­· κι άν καί μπο­ρούν βέ­βαια νά ε­ξα­κο­λου­θούν νά μπαί­νουν μέ­σα του, φαί­νε­ται πως δέν τούς ε­πι­τρέ­πε­ται νά τόν διορ­θώ­νουν. Μπο­ρούν μό­νο νά τόν κα­τα­στρέ­ψουν… Θά μπο­ρού­σε ό­μως νά ρω­τή­σει κα­νείς: “Ποιός εί­ναι λοι­πόν ο ι­διο­κτή­της αυ­τού τού χώ­ρου; Κι άν υ­πάρ­χει τί κά­νει γιά νά τόν προ­στα­τεύ­σει ό­ταν κιν­δυ­νεύ­ει; Καί μάλι­στα ό­ταν τό ε­πι­θυ­μούν κι οι δυό;”.
“Φαί­νε­ται”, εί­πε τό­τε αυ­τός καί κα­τέ­βα­σε μέ α­πό­γνω­ση τά μά­τια στό πά­τω­μα, “φαί­νε­ται ό­τι αυ­τός ο ι­διο­κτή­της που ζη­τάς εί­ναι ό,τι πε­ρισ­σεύ­ει απʼ αυ­τή τήν έ­νω­ση. Θέ­λω νά πώ ό­τι καί οι δυό μα­ζύ ό­σο κι άν προ­σπα­θούν δέν μπο­ρούν νά τόν φτά­σουν, δέν μπο­ρούν νά προσ­διο­ρί­σουν τά χα­ρα­κτη­ριστι­κά του ού­τε νά προ­βλέ­ψουν τήν λει­τουρ­γί­α του. Εί­ναι κά­τι που δη­μιουρ­γούν μέ τήν έ­νω­σή τους, αυ­τό εί­ναι α­λή­θεια, αλ­λά έ­χει κιό­λας ξε­φύ­γει α­πό τά χέ­ρια τους ε­πει­δή α­κρι­βώς εί­ναι τό πε­ρίσ­σευ­μα αυ­τής τής ένω­σης”.
“Εί­ναι λοι­πόν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νά κα­τα­στρα­φεί κά­πο­τε αυ­τός ο χώ­ρος, μέ έ­ναν τέ­τοιον ι­διο­κτή­τη που δέν εί­ναι ι­κα­νός νά τόν προ­στα­τέ­ψει; Κι άν ναί, τί νό­η­μα έ­χει μιά ο­ποια­δή­πο­τε σχέ­ση, ό­ταν τό τέ­λος της εί­ναι γνω­στό κιό­λας απʼ τήν αρ­χή;”.
“Μά δέν εν­δια­φέ­ρε­ται κα­νείς γιά τό τέ­λος. Καί τό νό­η­μα εί­ναι αυ­τή η ίδια η έ­νω­ση. Καί τώ­ρα σʼ α­φί­νω. Χρειά­ζε­ται θάρ­ρος γιά νά εί­ναι κα­νείς α­πλο­ϊ­κός καί τό θάρ­ρος στοι­χί­ζει. Εί­ναι η πιό α­κρι­βή πο­λυ­τέ­λεια”.
(73)
1978
Ώ­στε λοι­πόν έ­να ζευ­γά­ρω­μα εί­ναι μιά α­πό­πει­ρα δρα­πέ­τευ­σης α­πό τό περι­βάλ­λον!
Τό πε­ρι­βάλ­λον ό­μως δέν εί­ναι μό­νο απʼ έ­ξω. Τό κου­βα­λά­νε καί μέ­σα τους. Η α­λή­θεια εί­ναι ό­τι αυ­τή η α­πό­πει­ρα πολ­λές φο­ρές πε­τυ­χαί­νει. Γιά λί­γο διά­στη­μα τό πε­ρι­βάλ­λον α­πο­κλεί­ε­ται. Τό­τε ό­μως αρ­χί­ζει τό πρό­βλη­μα νά προ­βάλ­λει τόν βα­θύ­τε­ρο χα­ρα­κτή­ρα του. Για­τί ε­κεί­νοι δέν ξέρουν πιά τί νά κά­νουν αυ­τό που α­πο­μό­νω­σαν. Τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές κα­ταντά μιά σε­ξουα­λι­κή φλυα­ρί­α μʼ έ­να τέ­λος γνω­στό­· εί­ναι πο­λύ α­δύ­να­μη ώστε νʼ α­πο­κρού­σει γιά πο­λύ τίς ε­πι­θέ­σεις που τό πε­ρι­βάλ­λον έ­χει αρχί­σει κιό­λας απʼ τήν πρώ­τη στιγ­μή γιά νά κα­τα­κτή­σει ξα­νά τό χα­μέ­νο του έ­δα­φος. Καί συ­νή­θως οι ε­πι­θέ­σεις αυ­τές έ­χουν τήν μορ­φή προ­τά­σε­ων γιά και­νούρ­για ζευ­γα­ρώ­μα­τα. Καί πώς εί­ναι δυ­να­τόν νά μήν υ­πο­κύ­ψει κα­νείς με­τά α­πό λί­γον και­ρό στήν κα­τα­νό­η­ση τού ε­πί­δο­ξου νέ­ου συ­ντρό­φου γιά τήν α­πο­τυ­χί­α τού πα­λιού του ζευ­γα­ρώ­μα­τος; Πά­ντα υ­πάρ­χει τρό­πος γιά μιά συ­ναι­σθη­μα­τι­κή προ­σέγ­γι­ση… Ί­σως τό πιό σω­στό θά ή­ταν νά αρ­χί­σει κα­νείς νά γδύ­νε­ται μπρο­στά στόν άλ­λον α­πό τό πε­ρι­βάλ­λον που κου­βα­λά­ει μέ­σα του. Νά ό­μως τό φο­βε­ρό ε­ρώ­τη­μα: θά εί­ναι ζω­ντα­νό ή νε­κρό τό παι­δί που θά ξε­προ­βάλ­λει κά­τω απʼ ό­λα αυ­τά τά κου­ρέ­λια;
Προ­τι­μά κα­νείς έ­ναν έ­στω καί μέ τό ζό­ρι ζω­ντα­νό με­γά­λο, ντυ­μέ­νο μέ τά κουρέ­λια του, α­πό έ­να γυ­μνό πε­θα­μέ­νο παι­δί. Έ­τσι λέ­νε του­λά­χι­στον τά βι­βλία. Καί τά λη­ξιαρ­χεί­α τό το­νί­ζουν ε­πί­σης. Η πε­ρί­πτω­ση νά εί­ναι καί τά δυό παι­διά ζω­ντα­νά θά έ­πρε­πε ί­σως εκ τών πραγ­μά­των νά α­πο­κλει­στεί. Αλ­λά παρʼ ό­λα αυ­τά δέν α­πο­κλεί­ε­ται.
(74)
1978
Ε­κεί­νος εί­χε δια­κρί­νει κιό­λας τό ση­μεί­ο που βρι­σκό­ταν η καρ­διά της, ((ή­ταν κά­τι άλ­λω­στε που δέν θά μπο­ρού­σε νά τό εί­χε α­πο­φύ­γει­· τό­σο πο­λύ εί­χε ε­ξα­σκη­θεί στό νά α­νι­χνεύ­ει τόν βαθ­μό ευ­αι­σθη­σί­ας τών δι­πλα­νών του, ώ­στε ή­ταν σχε­δόν α­νί­κα­νος νά ε­μπο­δί­σει τό βλέμ­μα του νά αρ­χίσει νά τό α­να­ζη­τά α­μέ­σως απʼ τήν πρώ­τη ε­πα­φή -θά έ­λε­γε κα­νείς πως προ­σπα­θού­σε έ­τσι νά προ­λά­βει νά κα­θο­ρί­σει τό μέ­τρο τού πά­θους στά χέ­ρια τού ο­ποί­ου θά ε­γκα­τέ­λει­πε τόν ε­αυ­τό του λί­γο αρ­γό­τε­ρα-)), κι αυ­τό τόν εί­χε α­να­κου­φί­σει αρ­κε­τά, μά­λι­στα τόν εί­χε κά­νει νά ντρέ­πε­ται γιά τήν κε­κτη­μέ­νη τα­χύ­τη­τα που εί­χε α­πο­κτή­σει στήν συ­μπε­ρι­φο­ρά του -επει­δή κά­θε φο­ρά ή­ταν σχε­δόν βέ­βαιος γιά τό τί θά συ­να­ντού­σε κά­τω απʼ τήν ε­πι­φά­νεια-, για­τί γιά μιά φο­ρά φαί­νο­νταν ό­τι δέν θά χρεια­ζό­ταν νά κοπιά­σει τό­σο, πράγ­μα που χρειά­ζο­νταν νά γί­νει σχε­δόν ό­λες τίς άλ­λες φο­ρές. Τίς άλ­λες φο­ρές ό­που α­κρι­βώς εξ αι­τί­ας τής πε­ριο­χής που βρί­σκο­νταν κρυμ­μέ­νη η ευ­αι­σθη­σί­α τών άλ­λων α­να­γκά­ζο­νταν νά τούς πλη­γώ­νει -κά­τι που τόν χρω­μά­τι­ζε μέ κά­ποια μο­χθη­ρί­α γιά έ­να βια­στι­κό, ό­πως τό δι­κό τους τή στιγ­μή ε­κεί­νη βλέμ­μα-. Κι αυ­τό για­τί έ­νοιω­θε α­πό πα­λιά, ό­πως καί τώ­ρα άλ­λω­στε, πως μό­νο μιά ευ­αι­σθη­σί­α που εί­χε χά­σει ό­λα τά ση­μεί­α που τή στή­ρι­ζαν, ό­λες τίς με­θό­δους ά­μυ­νας που τήν προ­φύ­λασ­σαν κα­τά και­ρούς, θά μπο­ρού­σε πιά νά τόν συ­γκι­νεί, έ­τοι­μη νά συ­ντρι­φτεί μέ τά πρώ­τα χτυ­πή­μα­τα, που η προ­σπά­θειά της νά τά α­πο­φύ­γει, ε­κεί­νον, τόν γο­ή­τευε μέ μιά τέ­τοια σα­γή­νη.
(75)
1978
Οι με­γά­λες α­γά­πες, κα­ρα­βί­δα μου
οι με­γά­λες α­γά­πες
κρέ­μο­νται στά κορ­δό­νια τών τη­λε­φώ­νων
στρι­μώ­χνο­νται στίς τρυ­πί­τσες τών α­κου­στι­κών
καί ξε­πε­τά­γο­νται τρα­γι­κές καί γε­λοί­ες στά χώλ.
Τίς με­γά­λες α­γά­πες α­γά­πη μου,
τίς κό­βουν φέ­τες τά σύρ­μα­τα
τίς ξε­σκί­ζουν λου­ρί­δες τά πα­ρά­σι­τα
καί τίς μα­τώ­νουν οι πα­ρεμ­βο­λές τών προ­α­στεί­ων.
-Πώς νά σού πώ πως μʼ ε­νο­χλού­σε τό μπερ­δε­μέ­νο κα­λώ­διο
οι ψι­λές φω­νές τών πει­σμω­μέ­νων παι­διών που δέν τίς ά­κου­γες
η κα­ρα­μέλ­λα που κολ­λού­σε στό πα­πού­τσι μου
καί τό θρό­ϊ­σμα τού φου­στα­νιού που α­φου­γκρά­ζο­νταν.
Καί γιά τόν αιφ­νι­δια­σμό τών εν­διά­με­σων συ­ναι­σθη­μά­των
που πλα­νιού­νται στούς οι­κο­γε­νεια­κούς χώ­ρους
καί γιά τήν έ­φο­δο τής φω­νής σου μέ­σα στά σπλά­χνα μου
τήν άρ­νη­ση τών με­λών νά ε­πα­να­λά­βουν τίς γρή­γο­ρες δο­κι­μα­σμέ­νες πα­ραλ­λα­γές
τίς α­προσ­δό­κη­τες μνή­μες τών χει­λιών
που δέν δέ­χο­νταν νά ξε­πέ­σουν στό ε­πί­πε­δο τών ή­χων…
Κα­λη­μέ­ρα.
Εί­μαι στό Μα­ρού­σι. Σή­με­ρα πή­ρα τόν α­ντί­θε­το δρό­μο. Πή­ρα τό τραί­νο, κα­τέβη­κα στήν Κη­φι­σιά καί περ­πα­τώ πρός τό σπί­τι σου.
Ο ου­ρα­νός εί­ναι υ­πέ­ρο­χος. Τό γα­λά­ζιο του εί­ναι διά­φα­νο σάν νε­ρό. Σάν λου­λού­δι α­πό νε­ρό που τρέ­φε­ται α­πό τήν α­θλιό­τη­τα τής γής τών ανθρώ­πων. Σύν­νε­φα α­πό χιό­νι, α­πό ξε­σχι­σμέ­νη δα­ντέλ­λα. Ποιός πρό­λα­βε κι α­νέ­βα­σε τήν ο­μορ­φιά τό­σο ψη­λά; Λές καί τό­ξε­ρε.
Λοι­πόν αυ­τός ο κό­σμος δέν μπο­ρεί νʼ α­ντέ­ξει τήν ο­μορ­φιά γιά πο­λύ. Ού­τε τήν κα­λω­σύ­νη. Κι έ­χει δί­κιο. Πώς εί­ναι δυ­να­τόν νʼ α­νε­χτεί κα­νείς τέ­τοιες προ­σβο­λές; Α­ντι­δρά. Ε­ξε­γεί­ρε­ται. Ο­φεί­λει νά κα­τα­στρέ­ψει. Άλλω­στε πώς θά μπο­ρεί νά συ­γκρί­νει στό μέλ­λον άν δέν δια­τη­ρή­σει α­νέ­παφο τό μέ­τρο; Καί τό μέ­τρο τόν πε­ριέ­χει. Ή του­λά­χι­στον πε­ριέ­χει τή μιά του άκρη αυ­τός.
Κά­πο­τε συ­νή­θι­ζα νά παίρ­νω τό λε­ω­φο­ρεί­ο τού Φι­λο­πάπ­που γιά νʼ α­νέ­βω στήν Α­θή­να. Στή στρο­φή στού Μα­κρυ­γιάν­νη, έ­βλε­πα πά­ντα κα­θι­σμέ­νον στή γω­νιά, σέ κά­ποια απʼ τά λί­γα σκα­λιά που έ­χουν α­πο­μεί­νει στούς δρό­μους, έναν τυ­φλό γέ­ρο μʼ έ­να κα­σκέ­το α­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νο στά γό­να­τά του. Κά­θε φορά ή­ταν ε­κεί καί μα­σού­λα­γε κά­τι κομ­μά­τια ψω­μιού που έ­βγα­ζε απʼ τήν τσέ­πη του. Μιά φο­ρά κα­τέ­βη­κα απʼ τό λε­ω­φο­ρεί­ο. Πή­γα κο­ντά του, στά­θη­κα καί τόν κοι­τα­ζα γιά ώ­ρα, ε­νώ ε­κεί­νος συ­νέ­χι­ζε νά μα­σά ή­συ­χα τό ψω­μί του. Στό τέ­λος έ­ρι­ξα στό ά­δειο του κα­σκέ­το έ­να ει­κο­σά­ρι­κο. Στα­μά­τη­σε τό­τε νά μα­σά. Ά­πλω­σε τό χέ­ρι του καί τό πή­ρε. Τό ψη­λά­φι­ζε, τό γύρ­να­γε α­πό δώ κι α­πό ʽκεί, τό ζού­λα­γε. Δέν τό πί­στευε. Με­τά τό­βα­λε μέ προ­σο­χή στήν τσέ­πη του­· μέ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Ναί, εί­χε τρυ­φε­ρό­τη­τα αυ­τή η κί­νη­ση μέ­σα της. Τρυ­φε­ρότη­τα καί στορ­γή. Για­τί; Γιά ποιόν; Ή­ταν σάν νά χά­ϊ­δευε τόν τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο ε­αυ­τό του που ά­ξι­ζε μιά καλ­λί­τε­ρη τύ­χη. Καί τό νό­μι­σμα; Καί τό νό­μι­σμα. Κι αυ­τόν που τό­ρι­ξε; Κι αυ­τόν, κι αυ­τόν. Αλ­λά ό­χι πο­λύ αυ­τόν. Λί­γο. Για­τί αυ­τόν τόν φο­βό­ταν. Καί δέν έ­πρε­πε νά θυ­μώ­σει… Έ­κα­να τόν γύ­ρο τού τε­τρα­γώ­νου καί πέ­ρα­σα ξα­νά α­πό μπρο­στά. Τού έ­ρι­ξα δυό δε­κά­ρι­κα. Στα­μά­τη­σε πά­λι νά μασου­λά, σκέ­φτη­κε λί­γο καί με­τά τά πή­ρε. Τώ­ρα έ­κλαι­γε. Έ­κλαι­γε κι ε­γώ ντρεπό­μου­να κι έ­νοιω­θα φρι­χτός καί κα­κός καί τι­πο­τέ­νιος για­τί τού χά­λα­σα τή γα­λή­νη του, για­τί τόν έ­κα­να νά συ­γκι­νη­θεί γιά νά παί­ξω, γιά τά κα­πρί­τσια τής διε­φθαρ­μέ­νης μου καρ­διάς που χαί­ρο­νταν τήν ευ­γε­νι­κιά της χει­ρο­νο­μί­α, γιʼ αυ­τή τήν ά­θλια η­δο­νή που μού πλημ­μύ­ρι­ζε τό στή­θος μα­ζύ μέ τά δά­κρυα που α­νέ­βαι­ναν… Έ­πρε­πε νά τόν για­τρέ­ψω. Έ­πρε­πε νά τού δώ­σω πί­σω ό,τι τού εί­χα πά­ρει. Για­τί πώς θά ζού­σε πιά μʼ αυ­τή τήν τρύ­πα στό στή­θος; Πώς θά ά­ντεχε μʼ αυ­τό τό βά­ρος απʼ τίς κα­τά­ρες πού­χε κά­νει νά τόν πιέ­ζει, τώ­ρα πού­χε με­τα­νοιώ­σει γιʼ αυ­τές; Α­πό πού θα κρα­τιό­ταν; Τό ξέ­ρω. Τό ξέ­ρω. Θά κρα­τιόταν α­πό πά­νω μου. Θά μʼ άρ­πα­ζε μʼ ε­κεί­να τά χέ­ρια του μέ τήν εκ­πλη­κτική α­φή. Μʼ αυ­τές τίς α­πε­ρί­γρα­πτα αι­σθα­ντι­κές ρώ­γες τών τυ­φλών του δα­κτύ­λων που θά χώ­νο­νταν βα­θειά μέ­σα μου ώς τό με­δού­λι καί θά μέ ψη­λα­φούσαν καί με­τά θά μέ κρά­τα­γε έ­τσι μπρο­στά του πρό­σω­πο μέ πρό­σω­πο καί θά μέ κοι­τα­ζε μέ­σα στά μά­τια, ό­χι, ό­χι στά μά­τια, λί­γο πιό ʽ­κεί, πιό α­ρι­στε­ρά καί θά μʼ έ­βλε­πε, θά μʼ έ­βλε­πε μέ τό φο­βε­ρό του βλέμ­μα καί με­τά θά ʽ­σκυ­βε καί θά μέ φι­λού­σε στά χεί­λια καί θά μέ ρου­φού­σε ώ­ρα πολ­λή… Ό­χι, ό­χι. Για­τί τό­τε θά τόν εί­χα α­γα­πή­σει. Τόν α­γα­πού­σα κιό­λας. Έ­πρε­πε νά βια­στώ. Έ­πρε­πε νά τού δώ­σω πί­σω ό,τι τού εί­χα πά­ρει πρίν εί­ναι αρ­γά… Έ­κα­να τρέ­χο­ντας τόν γύ­ρο καί τού­ρι­ξα ό­λα τά κέρ­μα­τα πού­χα στίς τσέ­πες μου. Κά­νω δυό βή­μα­τα καί πε­ρι­μέ­νω. Νά­το! Νά­το! Τώ­ρα! Ε­πι­τέ­λους! Θυ­μώ­νει. Χώ­νει τά χέ­ρια του μέσʼ στό κα­σκέ­το, αρ­πά­ζει τά λε­φτά, τʼ α­να­κα­τώ­νει, τά σφίγ­γει μέ λύσ­σα, τά κουδου­νά­ει. Φτύ­νει τό ψω­μί που μά­σα­γε. Βρί­ζει. Ε­πι­τέ­λους! Βρί­ζει. Βλα­στη­μά­ει. Ξανα­βρί­σκει τή δύ­να­μή του. Τά σά­λια του πε­τά­γο­νται. Κα­τα­ριέ­ται. Α­σχη­μαίνει. Ε­πι­τέ­λους! Ε­πι­τέ­λους! Δέ θέ­λω νά δώ άλ­λο. Εί­μαι ε­λεύ­θε­ρος. Τό βάζω στά πό­δια…
Πά­ω νά σού τη­λε­φω­νή­σω
Σάβ­βα­το. Μα­ρού­σι. Κα­φε­νεί­ον “Διε­θνές”.
Χαρ­τιά τά­βλι, Α­πο­γευ­μα­τι­νή, Βρα­δυ­νή, συ­ντα­ξιού­χοι, φοι­τη­τές τε­χνι­κών σχο­λών…
Για­τί έρ­χο­μαι σʼ αυ­τούς τούς χώ­ρους ό­που εί­ναι τό­σο δύ­σκο­λο νʼ α­πο­μονώ­σω έ­να κομ­μά­τι; Ώ­ρες παι­δεύ­ο­μαι γιά νά τό κα­τα­φέ­ρω. Για­τί δέν πά­ω π.χ. σʼ ένα πα­γκά­κι μιάς πλα­τεί­ας, ή σέ μιά εκ­κλη­σί­α; Εί­ναι ά­δειες τό με­ση­μέ­ρι. Ε­δώ δέν μπο­ρώ νά γρά­ψω τί­πο­τα. Πί­σω μου κά­θε­ται έ­νας γέ­ρος καί μέ κοι­τά­ει. Πώς μέ κοι­τά­ει θε­έ! Βλέπω τό μυα­λό του. Α­κί­νη­το. Τί υ­πάρ­χει μέ­σα του; Έ­να ρο­λό­ϊ. Τό φο­ρά­ει στό χέ­ρι του. Έ­να και­νούρ­γιο σπόρ ρο­λό­ϊ μέ κόκ­κι­νους δεί­χτες. Α­διά­βρο­χο. Κά­θε έ­να λε­πτό σκύ­βει καί τό κοι­τά­ει. Καί με­τά ε­μένα.
Για­τί μʼ ε­νο­χλούν τό­σο πο­λύ οι άν­θρω­ποι; Για­τί δέν μπο­ρώ νά γρά­ψω κάτι ευ­χά­ρι­στο; Βλέ­πω­· εί­ναι κα­λοί. Κά­τι πε­λώ­ρια έμ­βρυα αρ­γο­σα­λεύ­ουν στό ε­σω­τε­ρι­κό τους. Εί­ναι κα­λοί­· κι εί­ναι α­να­γκα­σμέ­νοι νά μήν εί­ναι καλοί. Εί­ναι α­να­γκα­σμέ­νοι νʼ αρ­πά­ζουν καί κα­νείς δέν θέ­λει νά πά­ρει. Όλοι θέ­λουν νά δώ­σουν κι έ­χουν νά δώ­σουν τό­σα πολ­λά, σι­γά σι­γά μα­ζεύ­ο­νται καί σφίγ­γο­νται καί πή­ζουν στό στε­νό τους στή­θος καί τό­τε πρέ­πει νά εί­ναι κανείς πο­λύ προ­σε­κτι­κός καί νά μήν α­φί­σει κα­νέ­να νά νο­μί­σει πως τώ­ρα νά, μπο­ρεί πιά ε­πι­τέ­λους νά δώ­σει αυ­τά που μά­ζευε τό­σα χρό­νια, για­τί τό­τε θά ξε­σκι­στούν γιά νά τά βγά­λουν, θά χα­ρα­κώ­σουν τίς με­γά­λες ρώ­γες τους στό στή­θος και δέ θά ξέ­ρεις πώς νά στα­μα­τή­σεις τό αί­μα καί θά φυ­τρώ­σουν ξαφ­νι­κά χεί­λια στή μέ­ση τού προ­σώ­που τους μέ κά­τι μνή­μες α­βά­στα­χτες που δέ θά θέ­λουν νά ξε­πέ­σουν σέ λό­για καί θʼ αρ­χί­σουν νά τά γλεί­φουν καί νά τά δα­γκώ­νουν καί νά τρα­ντά­ζο­νται. Καί με­τά, στό τέ­λος, θά κά­τσουν στό χώ­μα σταυ­ροπό­δι καί θά κου­νιό­νται μπρός πί­σω, μπρός πί­σω, μέ μιάν αρ­γή λι­κνι­στι­κή κίνη­ση, μέ χυ­μέ­νο ο­λό­γυ­ρα τό ε­σω­τε­ρι­κό τους που δέν τό παίρ­νει κα­νείς… Α­κού­ω τόν α­έ­ρα νά σφυ­ρί­ζει έ­να να­νού­ρι­σμα­· μμμμ… μμμ… Πρέ­πει νά εί­ναι κα­νείς προ­σε­κτι­κός. Έ­νας άν­θρω­πος μπο­ρεί νά γί­νει δέ­ντρο έ­τσι, μπο­ρεί νά φυ­τρώ­σει, καί με­τά πώς νά βγεί κα­νείς έ­ξω, πώς νά δια­σχί­σει τήν αί­θου­σα ε­νός κα­φε­νεί­ου ώς τήν πόρ­τα μέ τό­ση ντρο­πή μέ­σα του, μέ τίς κα­ρέ­κλες καί τά τρα­πέ­ζια νά κου­νιού­νται μπρός πί­σω, μπρός πί­σω, μέ τό μω­σα­ϊ­κό, μέ τό πεζο­δρό­μιο, μέ τόν σταθ­μό τού τραί­νου, μέ τό χώ­μα τού μι­κρού πάρ­κου… Ό­χι, ό­χι στό χώ­μα! Το χώ­μα εί­ναι τό πιό ε­πι­κίν­δυ­νο. Δέν κου­νιέ­ται κα­θό­λου. Τό χώμα εί­ναι μιά α­γκα­λιά α­νοι­χτή. Πε­ρι­μέ­νει τά φυ­τά… Α­πό τήν ά­σφαλ­το! Απʼ τήν κα­λή, προ­στα­τευ­τι­κή κρού­στα τής α­σφάλ­του…
9-11-1978
Τώ­ρα που πέ­ρα­σαν αυ­τές οι μέ­ρες, πό­σες ά­ρα­γε; τέσ­σε­ρις, μιά βδο­μά­δα; είμαι πά­λι ε­δώ. Καί δέν ξέ­ρω πιά άν έ­χω δε­ξί χέ­ρι. Δέν ξέ­ρω τί εί­ναι αυ­τό που κρέ­με­ται απʼ τόν ώ­μο μου, αυ­τό που κρα­τά­ει τό στυ­λό καί γρά­φει. Καί πρέπει νά κά­τσω ε­δώ, νά κά­τσω κι άλ­λο μέ τήν αρ­ρώ­στια μου, α­νά­με­σα σέ τόσους αν­θρώ­πους που κου­βα­λούν ο κα­θέ­νας τή δι­κή του, α­κό­μα κι αυ­τοι που δέν τήν έ­χουν βρεί, α­κό­μα κι οι νέ­οι που με­γα­λώ­νουν μα­ζύ της. Οι άν­θρω­ποι με­γα­λώ­νουν πά­ντα πιό αρ­γά απʼ τήν αρ­ρώ­στια τους. Πολ­λοί δέν προ­φταί­νουν κάν νά τήν γνω­ρί­σουν. Εί­δα αν­θρώ­πους νά τούς σκο­τώ­νει κά­τι ε­ντε­λώς τυ­χαί­ο κι α­σή­μα­ντο, ε­νώ ε­κεί­νη δέν εί­χε ω­ρι­μάσει α­κό­μα. Καί εί­δα α­κό­μα τίς αρ­ρώ­στιες τέ­τοιων αν­θρώ­πων με­τά τόν θά­να­τό τους, νά σέρ­νο­νται με­λαγ­χο­λι­κά στούς δια­δρό­μους πί­σω απʼ τίς κλει­στές πόρ­τες, νά μα­ζεύ­ο­νται φο­βι­σμέ­να στίς γω­νιές τών δω­μα­τί­ων σάν τρο­μαγ­μέ­νες με­γά­λες γά­τες κι άλ­λες νʼ α­πο­χαι­ρε­τούν τρυ­φε­ρά καί πα­ρα­πονε­μέ­να πα­λιά α­γα­πη­μέ­να α­ντι­κεί­με­να που η πα­ρου­σί­α τους τίς εί­χε βο­η­θή­σει στό δύ­σκο­λο δρό­μο τους πολ­λές φο­ρές στό πα­ρελ­θό­ν· κι άλ­λες που η στιγ­μή τού θα­νά­του τίς εί­χε προ­λά­βει μό­λις λί­γο πρίν απʼ τή με­γάλη συ­νά­ντη­ση γιά τήν ο­ποια ε­τοι­μά­ζο­νταν τό­σα χρό­νια, νά κρα­τούν σφιχτά τό χέ­ρι τού α­γα­πη­μέ­νου τους νε­κρού μουρ­μου­ρί­ζο­ντας καί αρ­γο­κουνώ­ντας τό πλα­δα­ρό τους σώ­μα, σάν με­γά­λες χή­ρες α­δερ­φές που εί­χαν δεί πολλές αρ­ρώ­στιες καί πολ­λούς θα­νά­του­ς· κι α­κό­μα άλ­λες που εί­χαν προφτά­σει νά συ­να­ντη­θούν μέ τό δι­κό τους πρό­σω­πο κι εί­χαν ζή­σει μα­ζύ γιά πολ­λά χρό­νια ώ­στε νά έ­χουν πιά τήν ί­δια σχε­δόν η­λι­κί­α, νά γνέ­φουν μέ μιά ε­λα­φριά κί­νη­ση α­πό μα­κρυά σάν φι­γού­ρες ε­πι­τύμ­βιων στυ­λών α­πε­ρίγρα­πτα γλυ­κές καί ή­ρε­μες. Κι α­κό­μα έ­χω δεί καί τή δι­κιά μου αρ­ρώ­στια, που πολ­λές φο­ρές καί γιά με­γά­λα δια­στή­μα­τα μʼ έ­χει ε­γκα­τα­λεί­ψει, νά περπα­τά χέ­ρι χέ­ρι πί­σω απʼ τίς τε­λευ­ταί­ες δεν­δρο­στοι­χί­ες τών προ­α­στεί­ων, ο­δη­γώ­ντας μέ προ­σο­χή τά κο­ντά τους βή­μα­τα, μέ μι­κρές παι­δι­κές αρ­ρώστιες που δέν πρό­λα­βαν νά με­γα­λώ­σουν, ή νά κά­θε­ται αρ­γά τό βρά­δυ στά έ­ρημα πα­γκά­κια τών μι­κρών πάρ­κων, συ­ζη­τώ­ντας μέ πα­λιές της φι­λε­νά­δες…
Τώ­ρα όμως, τώ­ρα εί­ναι, ε­δώ μα­ζύ μου. Κά­θε­ται στήν α­πέ­να­ντι κα­ρέ­κλα καί μέ κοι­τά μʼ ε­κεί­νο τό ι­διαί­τε­ρο βλέμ­μα της που φυ­λά μό­νο γιά μέ­να. “Πό­σο μοιά­ζου­με κα­λέ μου. Πό­σο μοιά­ζου­με! Λί­γο α­κό­μα. Υ­πο­μο­νή”… Ναί! Υ­πο­μο­νή. Εί­μαι κα­λά. Σέ σκέ­φτο­μαι. Κά­νω υ­πο­μο­νή… Ώ­στε λοι­πόν πρέ­πει νά κά­νου­με υ­πο­μο­νή! Α­κό­μα κι ε­δώ! Α­κό­μα καί μέ­σα σʼ αυ­τή τήν η­συχα­σμέ­νη κου­ζί­να, λί­γα μέ­τρα πιό μα­κρυά απʼ τό δω­μά­τιο ε­κεί­νης που τώρα έ­χει γί­νει κα­λά καί κοι­μά­ται τόν ύ­πνο της, λί­γα μέ­τρα πιό μα­κρυά απʼ τό δω­μά­τιο μέ τίς μι­κρές α­νά­σες καί τούς α­να­στε­ναγ­μούς καί τά νυ­χτε­ρινά μι­κρά σώ­μα­τα που ό­λο ξε­σκε­πά­ζο­νται, πλά­ϊ σʼ αυ­τές τίς α­πύθ­με­νες δεξα­με­νές που πρέ­πει κα­νείς νά τίς γε­μί­ζει διαρ­κώς τρυ­φε­ρό­τη­τα… Έ­στω! Θά κάνω υ­πο­μο­νή. Ε­πει­δή άλ­λω­στε τό βλέπω πως πλη­σιά­ζει η στιγ­μή που θά τής πα­ρα­δο­θώ­· καί τό­τε πιά κα­νείς άλ­λος δέν θά μπο­ρεί νά πά­ρει τί­πο­τα από μέ­να. Για­τί δέν θά πε­ρισ­σεύ­ει τί­πο­τα. Τήν ξέ­ρω κα­λά. Έ­χω δεί τίς δί­δυ­μες α­δερ­φές της νά θε­ρί­ζουν κι άλ­λους, νά τούς κυ­ριεύ­ουν σέ δω­μά­τια, πά­νω σέ ντι­βά­νια ε­τοι­μα­σμέ­να α­πό τά πρίν α­πό προ­σε­κτι­κά ε­ξα­σκη­μέ­να χέ­ρια στε­νών συγ­γε­νών μέ τό κλει­δί πά­ντα πλά­ϊ στό κομ­μο­δί­νο­· στή μέ­ση τού δρό­μου, ξαφ­νι­κά, μέ­σα σέ κύ­κλους α­πό πό­δια αν­θρώ­πων που πά­ντα δι­στάζουν νά κά­νουν τό βή­μα που έ­χει α­πο­μεί­νει καί νά κρα­τή­σουν σφι­χτά καί α­πό α­μή­χα­να χέ­ρια που ψά­χνουν βια­στι­κά γιά τό νό­μι­σμα στίς τσέ­πες καί σπρώ­χνουν πί­σω τά παι­διά που ό­μως αυ­τά εί­χαν κα­τα­λά­βει καί εί­χαν τρέ­ξει πρώ­τα καί θά­πρε­πε νά­χουν τίς καλ­λί­τε­ρες θέ­σει­ς· μέ­σα στίς αί­θου­σες ανα­μο­νής τών σταθ­μών, τά βρά­δυα, που οι άν­θρω­ποι κοι­μού­νται κα­θι­στοί μʼ αυ­τές τίς α­πε­ρί­γρα­πτα θλιμ­μέ­νες στά­σεις πά­νω στούς ξύ­λι­νους πά­γκους· μέ­σα σέ λε­ω­φο­ρεί­α, κι α­κό­μα σʼ ε­πι­κίν­δυ­να ση­μεί­α τίς ώ­ρες τής δουλειά­ς· πά­νω σέ σκα­λω­σιές α­πό στε­νά σα­νί­δια, σέ στέ­γες που ε­πι­σκευά­ζονται, στούς με­γά­λους με­λαγ­χο­λι­κούς τρο­χούς τών λού­να πάρ­κ, σέ γκα­ράζ, κά­τω α­πό στα­μα­τη­μέ­να γιά ε­πι­διόρ­θω­ση αυ­το­κί­νη­τα­· κι α­κό­μα στούς υπό­γειους σταθ­μούς τού η­λε­κτρι­κού, τή στιγ­μή που τό τραί­νο χύ­νε­ται χτυ­πώντας τό κα­μπα­νά­κι του σύρ­ρι­ζα στά πό­δια τού στρι­μωγ­μέ­νου πλή­θους καί που ξαφ­νι­κά βλέ­πεις κά­που ε­κεί στούς πρώ­τους έ­ναν άν­θρω­πο νά κλο­νί­ζε­ται βγά­ζο­ντας μιά φο­βε­ρή κραυ­γή, νά χτυ­πά μʼ α­πό­γνω­ση τόν α­έ­ρα, τό ύ­στα­το δευ­τε­ρό­λε­πτο τής ε­πί­γνω­σης πρίν γε­μί­σει ό­λα του τά κύτ­τα­ρα, καί νά γέρνει… Καί σέ τό­σα άλ­λα μέ­ρη α­κό­μα που δέν έ­χω δεί αλ­λά ξέ­ρω­· σέ χα­ρού­μενες κα­λο­και­ρι­νές ε­ξο­χές, α­νά­με­σα σέ πα­νι­κό­βλη­τους κο­λυμ­βη­τές που α­πο­μα­κρύ­νο­νται μέ με­γά­λες α­πλω­τές γιά νά μή τούς αρ­πά­ξει κα­θώς χτυ­πά­ει μα­νια­σμέ­να τό νε­ρό καί τούς α­γκα­λιά­σει σφι­χτά καί τούς πά­ρει μα­ζύ του­· μέ­σα σέ ε­ρω­τι­κές α­γκα­λιές άλ­λων αν­θρώ­πων ό­που ξαφ­νι­κά ο έ­νας τους δια­πι­στώ­νει μέ φρί­κη πως εί­χε ε­γκα­τα­λει­φθεί στά χέ­ρια ε­νός ά­πι­στου που τόν προ­δί­δει αυ­τήν τήν ί­δια ιε­ρή στιγ­μή μέ τήν άλλη που πα­ρα­μό­νευε ύ­που­λα, μέ­σα σʼ έ­να όρ­γιο σπα­σμών που μό­νο οι πο­λύ α­μαρ­τω­λοί ε­ρα­στές εί­ναι σέ θέ­ση νά α­ντι­λη­φθούν τήν τρυ­φε­ρό­τη­τα που κρύ­βε­ται κά­τω απʼ τή βιαιό­τη­τά του­ς· κι α­κό­μα σέ μι­κρά μω­ρου­δί­στι­κα κου­νι­στά κρεβ­βα­τά­κια, ό­που ε­κεί η μο­να­ξιά εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρη από τʼ άλ­λα, τών με­γά­λων, κι ό­που τό ά­νοιγ­μά τους ε­κεί ψη­λά εί­ναι τό στόμα μιάς ρου­φή­χτρας που βυ­ζαί­νει τόν τρό­μο απʼ τόν κό­σμο καί τόν ξε­χύ­νει πά­νω στά μι­κρά κορ­μά­κια που τόν ρου­φούν σάν σφου­γκά­ρια, κι ε­κεί, ε­κεί εί­ναι τό πιό φρι­χτό­· ε­πει­δή μέ­σα τους έ­χουν γί­νει οι πιό σκλη­ροί βια­σμοί, έ­χουν παρ­θεί οι πιό σκλη­ρές εκ­δι­κή­σεις κι αυ­τή θά­πρε­πε τουλά­χι­στον νά τά σε­βα­στεί καί νά πε­ρι­μέ­νει…
Μά η δι­κιά μου κά­θε­ται ή­συ­χα καί μού χα­μο­γε­λά τό­σο γλυ­κά. Κι ε­γώ τήν α­γα­πώ. Ναί τήν α­γα­πώ! Νοιώ­θω τό εί­ναι μου νά ξε­σκί­ζε­ται, τά κύτ­τα­ρά μου νʼ α­νοι­γουν γιά νά δε­χτούν τόν με­γά­λο σπα­σμό, τήν συ­νεί­δη­σή μου νά μετρά­ει πρός τά πί­σω… Ό­μως εί­πα­με­· υ­πο­μο­νή. Υ­πο­μο­νή!
Τί θά έ­κα­να ά­ρα­γε άν τʼ α­πο­φά­σι­ζε στό τραί­νο που αρ­γού­σε τό­σο νά μέ γυ­ρί­σει πί­σω, μέ­σα σʼ ό­λον αυ­τόν τόν κό­σμο που μέ πε­ρι­κύ­κλω­νε α­διά­φο­ρος γε­μά­τος απʼ τίς δι­κές του σκο­τού­ρες χω­ρίς νά υ­πο­ψιά­ζε­ται. Τί κα­λά που εί­χα βρεί μιά θέ­ση. Για­τί άν ή­μουν όρ­θιος!… Κι αυ­τό τό κο­ρί­τσι μπρο­στά μου! Έ­πρε­πε νά τε­ντώ­σω τό πό­δι μου. Ναί! Έ­πρε­πε νά τό τι­νά­ξω, νά στρί­ψω τό κορ­μί μου α­πό τήν άλ­λη με­ριά, νά α­πλώ­σω τό δε­ξί μου χέ­ρι μέ τά δά­χτυ­λα τεντω­μέ­να σά σπα­θιά στό μέ­ρος α­κρι­βώς που ή­ταν τό κε­φά­λι αυ­τού που κα­θό­ταν δί­πλα μου. Έ­πρε­πε νά στρί­ψω. Νά συ­στρα­φώ. Κρα­τιό­μουν γε­ρά μέ τʼ α­ρι­στερό χέ­ρι απʼ τό σί­δε­ρο τής πο­λυ­θρό­νας πλά­ϊ μου. Ό­μως αυ­τό δέν έ­φτα­νε. Γιατί τό μυα­λό μου εί­χε αρ­χί­σει νά σχη­μα­τί­ζει μέ­σα του τήν κί­νη­ση. “Έ­βλε­πα” τόν ε­αυ­τό μου νά τήν ε­κτε­λεί. Έ­πρε­πε νά βρώ κά­τι νά κρα­τη­θώ, ό­χι μέ τά χέ­ρια, ό­χι. Έ­πρε­πε νά βρώ έ­να πρό­σω­πο. Πού; Τό κο­ρί­τσι; Ό­χι. Δέν έ­φτα­νε. Οι άλ­λοι; Δέν τολ­μού­σα νά ση­κώ­σω τά μά­τια. Τούς εί­χα δεί κιό­λας μιά φο­ρά, όταν έ­μπαι­ναν. Αλ­λά τό­τε πού; Γρή­γο­ρα! Πλά­ϊ μου. Α­ρι­στε­ρά. Πρός τά ʽκεί που δέν έ­πρε­πε νά στρα­φώ για­τί θά μʼ έ­παιρ­νε ο­λό­κλη­ρο. Κι ό­μως ή­ταν ε­κεί. Έ­νας ά­ντρας γύ­ρω στά πε­νή­ντα. Κα­λός. Ναί. Κα­λός! Ε­πι­τέ­λους! Τί μά­τια θεέ μου! Τί ή­ρε­μα γλυ­κά ευ­γε­νι­κά μά­τια. Μέ τούς βολ­βούς ε­λα­φρά πρός τά έ­ξω, υ­γρά, δέν κοί­τα­ζαν κα­νέ­να. Ού­τε κι ε­μέ­να που κρε­μά­στη­κα α­πά­νω τους. Καί τό στό­μα; Τί γα­λή­νιες ά­κρες! Ποιός μού τόν έ­στει­λε, έ­τσι α­κρι­βώς στήν πλα­ϊ­νή μου θέ­ση νά μέ γλυ­τώ­σει; Άς εί­ναι κα­λά! Κι άς μήν κα­τέ­βαι­νε γρή­γορα! Του­λά­χι­στον ό­χι πρίν τή Βι­κτώ­ρια. Ό­χι πρίν χω­θού­με στό βά­θος.
Κα­τέ­βη­κε στήν Ο­μό­νοια. Αλ­λά τώ­ρα πιά εί­χα κερ­δί­σει. Τήν εί­χα διώ­ξει. Μό­νο η καρ­διά μου έ­μει­νε κομ­μά­τια. Αλ­λά δι­κιά μου. Δι­κιά μου! Ί­σως αυτή νά προ­φτά­σει. Ί­σως μέ υ­πη­ρε­τή­σει πι­στά.
1-11-1978
Τώ­ρα ξέ­ρω ποιός τόν εί­χε στεί­λει.
Άχ, ά­φι­σε τήν καρ­διά μου λί­γο. Ε­λευ­θέ­ρω­σέ με γιά νά σού γρά­ψω. Πά­ρε μιά βόλτα στήν Πε­ντέ­λη τό γλυ­κό σου πνεύ­μα. Στήν Πε­ντέ­λη που εί­ναι σή­με­ρα συν­νεφια­σμέ­νη καί ό­μορ­φη. Για­τί πώς εί­ναι δυ­να­τόν νά σού γρά­ψω έ­τσι που κά­θεσαι δί­πλα μου καί μέ κοι­τάς μέ τό νε­ρέ­νιο σου βλέμ­μα! Αι­σθά­νο­μαι ρό­δι­νος καί τρυ­φε­ρός καί στρογ­γυ­λός σάν μω­ρό που τό λού­ζουν καί γυ­μνός καί πρέ­πει νά κα­τε­βά­ζω τά μά­τια καί νά χα­μο­γε­λώ καί νʼ α­φί­νο­μαι. Κά­θο­μαι τό­σην ώρα καί κοι­τά­ζω τά τζά­μια. Καί εί­ναι αρ­γά, σέ λί­γο πρέ­πει νά φύ­γω καί δέν θά προ­λά­βω νά σού γρά­ψω τί­πο­τα σή­με­ρα. Καί σή­με­ρα εί­μαι κα­λά. Καί τά γλυ­κά λόγια που θέ­λω νά πώ εί­ναι κι αυ­τά κα­λά. Καί δέν ντρέ­πο­μαι καί δέν φο­βά­μαι μή μέ κο­ρο­ϊ­δέ­ψουν. Καί δέν έ­χω κα­θό­λου φα­ντα­σί­α. Δέν αι­σθά­νο­μαι κα­θό­λου τήν α­νά­γκη νά ζώ μέ­σα σέ κά­ποια σκη­νή. Υ­πάρ­χει μό­νο αυ­τό τό υ­δά­τι­νο συ­ναί­σθη­μα στήν πε­ρι­φέ­ρειά μου, σάν κά­ποιο που­λί νά πέ­τα­ξε ξαφ­νι­κά κι άγγι­ξε μέ τή φτε­ρού­γα του τήν ε­πι­φά­νεια μιάς ή­ρε­μης λί­μνης. Καί δέν νοιώθω πα­ρά αυ­τούς τούς κυ­μα­τι­στούς κύ­κλους που α­πλώ­νο­νται απʼ τό κέ­ντρο μου. Κι α­κό­μα εί­ναι σάν νά­χω δι­δα­χτεί πολ­λά μα­θή­μα­τα γιά τό πώς πρέ­πει νά δέ­χε­ται κα­νείς τούς κα­λε­σμέ­νους του, σά νά­χω κοι­μη­θεί πολ­λές βρα­διές πά­νω σέ κα­λα­μέ­νια κρεβ­βά­τια στή μέ­ση μπο­στα­νιών μέ καρ­πού­ζια που τρί­ζουν με­γα­λώ­νο­ντας κά­τω απʼ τʼ α­στέ­ρια. Καί σάν νά­χω πε­ρά­σει ώ­ρες πολ­λές μέ τʼ αυ­τί μου κολ­λη­μέ­νο στίς γραμ­μές, α­κού­γο­ντας τούς ή­χους πο­λύ μακρυ­νών τραί­νων που τό κα­θέ­να τους μι­λά τήν δι­κή του γλώσ­σα καί σπρώ­χνει μπρο­στά του με­γά­λα κομ­μά­τια α­έ­ρα απʼ τίς χώ­ρες που πέ­ρα­σε. Κι α­κό­μα εί­ναι σάν νά ε­τοι­μά­ζο­μαι α­πό και­ρό γιά έ­να πο­λύ μα­κρυ­νό τα­ξί­δι καί που ε­πι­τέ­λους νά! βρί­σκο­μαι στό αυ­το­κί­νη­το που μέ με­τα­φέ­ρει στό σταθ­μό απʼ ό­που θά ξε­κι­νή­σω, μέσʼ απʼ τίς θο­λές φι­γού­ρες τών άλ­λων αν­θρώπων ε­νώ πί­σω μου αυ­τά που έ­χουν μεί­νει στρογ­γυ­λεύ­ουν σάν βό­τσα­λα…
Μέ βλέ­πεις παι­δί μου; Μέ βλέ­πεις;
13-11-78
Κρυώ­νει η καρ­διά μου σʼ αυ­τό τό μέ­ρος. Κι αυ­τή η φο­βε­ρή ε­πί­γνω­ση, ότι τε­λι­κά ό­λα ε­πι­στρέ­φουν σέ σέ­να! Κοι­τά­ζω τίς μέ­ρες μου, τά χρό­νια που πέ­ρα­σαν καί που­θε­νά, που­θε­νά δέν μπο­ρώ νά δια­κρί­νω σέ ό,τι ξε­κί­νη­σε α­πό μέ­να πρός τό πε­ρι­βάλ­λον μου, έ­στω καί μιά χει­ρο­νο­μί­α που ο στό­χος της νά μήν ή­μουν ε­γώ.
Πώς νά μπο­ρού­σε κα­νείς νά δρα­πε­τεύ­σει α­πό τόν ε­αυ­τό του;
Ώς πό­τε λοι­πόν θά ε­ξα­κο­λου­θείς νά υ­πη­ρε­τείς τίς γνώ­μες τών άλ­λων γιά σέ­να; Μι­λάς καί βλέπω τό πρό­σω­πό σου νά παίρ­νει τό σχή­μα τους. Δια­κρί­νω τήν α­γω­νί­α τής ε­πι­φά­νειάς σου νά προ­σαρ­μο­στεί, νά ε­πι­διορ­θώ­σει τά ρήγ­μα­τα που προ­κα­λούν διαρ­κώς οι ε­πι­θυ­μί­ες τής καρ­διάς, νά βη­μα­τίσει μέ­σα απʼ τίς γραμ­μές τών αιχ­μών τών μι­κρών α­νορ­θω­μέ­νων φό­βω­ν· νοιώ­θω τήν α­δυ­να­μί­α τών με­λών, τό βα­θύ κά­θι­σμα στήν πο­λυ­θρό­να, τήν ε­γκα­τά­λει­ψη τών συ­νε­χών υ­πο­χω­ρή­σε­ων στά ουρ­λια­χτά τού χώ­ρου που ξε­δι­πλώ­νε­ται γύ­ρω απʼ τά σώ­μα­τα τών άλ­λων. Ώς πό­τε θά ε­πι­τρέ­πεις νά σέ αντι­προ­σω­πεύ­ει καί νά α­να­λαμ­βά­νει τίς υ­πο­θέ­σεις σου αυ­τή η φο­βι­σμέ­νη συμ­μα­θή­τρια τού υ­πέ­ρο­χου παι­διού που κρύ­βεις στό ε­σω­τε­ρι­κό σου; Σέ φο­βά­μαι­· κι αυ­τό εί­ναι τό χει­ρό­τε­ρο που μπο­ρεί νά συμ­βεί.
Τί κιν­δυ­νεύ­ει λοι­πόν καί βυ­θί­ζε­σαι τό­σο πο­λύ μέ­σα σου; Στέ­κο­μαι τρέ­μο­ντας καί σέ πα­ρα­τη­ρώ νά τυ­λί­γε­σαι μʼ αυ­τή τήν κρού­στα τής σιω­πής καί πρέ­πει νά κρα­τη­θώ γε­ρά α­πό κά­που γιά νά μήν τρέ­ξω, πρέ­πει νά σπρώ­ξω ξα­νά πί­σω τήν ί­δια μου τήν κραυ­γή­· καί μέ­νω ε­κεί, καρ­φω­μέ­νος, στό έ­λε­ος τών ή­χων που προ­κα­λώ ε­δώ καί τό­σα χρό­νια χω­ρίς νό­η­μα. Πό­σο πρέ­πει νά γε­ρά­σει κα­νείς, πό­σο σο­φός πρέ­πει νά γί­νει, ώ­στε νά μπο­ρεί νά πεί: εί­ναι κα­λό κι αυ­τό, εί­ναι κι αυ­τοί μι­κροί δι­κοί μας θε­οί. Θυ­μή­σου! Πως πρέ­πει κα­νείς νά υ­πο­δέ­χεται τούς κα­λε­σμέ­νους του!”. Εν­νο­ώ τούς γδού­πους, τούς πλα­δα­ρούς γδού­πους, ό­ταν νοιώ­θει κα­νείς τήν ί­δια του τήν τρυ­φε­ρό­τη­τα νά σα­πί­ζει κι α­κού­ει τά κομ­μά­τια της νά πέ­φτουν στό πά­τω­μα.
Ά­πρα­κτος! Ά­πρα­κτος! Μέ κρε­μα­σμέ­να χέ­ρια. Μέ μι­κρούς θρόμ­βους σʼ ό­λες μου τίς φλέ­βες… Α­πό τί α­σή­μα­ντα πε­ρι­στα­τι­κά κρέ­με­ται η ζω­ή τών αν­θρώ­πων! Έ­να πα­ρά­θυ­ρο κλεί­νει στό ά­κου­σμα μιάς λέ­ξης. Μιά χει­ρο­νο­μί­α α­πρό­σε­κτη καί σβύ­νε­ται έ­να φώς.
Τί μάς δέ­νει λοι­πόν; Τί μάς κά­νει νά α­να­γνω­ρί­ζου­με ο έ­νας τόν άλ­λον; Μιά κοι­νή ε­πι­δε­ξιό­τη­τα στόν χει­ρι­σμό τής πε­ρί­φη­μης αν­θρώ­πι­νης εξυ­πνά­δας που αρ­γό­τε­ρα θά στρα­φεί ε­να­ντί­ον μας;…
Οι άν­θρω­ποι κά­θο­νται σέ μιά συ­ντρο­φιά καί προ­τεί­νουν ο έ­νας τόν ε­αυ­τό του στούς άλ­λους γιά χει­ρο­κρό­τη­μα. Έ­χω δεί αν­θρώ­πους νά ση­κώνο­νται χα­ρού­με­νοι καί ε­λα­φριοί καί νά ε­πι­στρέ­φουν σπί­τι τους μέ μεγά­λα βή­μα­τα ε­πει­δή εί­χαν τήν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη. Έ­χω δεί πρό­σω­πα νά γα­λη­νεύουν, νά α­πα­λύ­νουν, σχε­δόν νά ο­μορ­φαί­νουν, ναί, νά ο­μορ­φαί­νουν, παίρνο­ντας μιά ο­νει­ρο­παρ­μέ­νη έκ­φρα­ση μιάς έκ­στα­σης ε­νός α­πό­λυ­τα δικαιο­λο­γη­μέ­νου καί ευ­γε­νούς αυ­να­νι­σμού, κα­θώς πα­ρα­κο­λου­θούν τόν ε­αυτό τους νά εκ­φρά­ζει τίς βα­θύ­τε­ρες α­λή­θειες που έ­χουν α­πο­στη­θί­σει… Ώ­στε τόν θαυ­μα­σμό τών ο­μοιων του χρειά­ζε­ται λοι­πόν πε­ρισ­σό­τε­ρο απʼ ό­λα ο άν­θρω­πος! Γιʼ αυ­τόν α­γω­νί­ζε­ται στίς με­τρη­μέ­νες του μέ­ρες! Για­τί; Τί νά τόν κά­νει;
Τρέμω που σού τά γρά­φω ό­λα αυ­τά. Ε­πει­δή ξέ­ρω κα­λά τή με­ρί­δα που μού ανα­λο­γεί. Αλ­λά πρέ­πει νά στά πώ. Για­τί δέν θέ­λω νά εί­μαι έ­ξυ­πνος. Δέν θέ­λω νά α­γω­νιώ γιά τήν ε­πι­τυ­χί­α μιάς φρά­σης. Δέν θέ­λω νά με­τρώ κά­θε φο­ρά τό κομ­μά­τι μου που δέν κα­τά­φε­ρε νά κρυ­φτεί πί­σω της.
25-11-1978
Πό­σο εύ­κο­λο εί­ναι λοι­πόν νά πα­ρα­συρ­θεί κα­νείς α­πό τό βρώ­μι­κο πά­τω­μα ε­νός κα­φε­νεί­ου. Κοι­τά­ζω τούς ξε­ρα­μέ­νους κα­φέ­δες, τίς ξε­ρα­μέ­νες φτυ­σιές, τίς βρι­σιές που α­φού έ­κα­ναν τή βόλ­τα τους στόν α­έ­ρα χτύ­πη­σαν πά­νω σέ κά­ποιον τοί­χο καί γλύ­στρη­σαν αρ­γά αρ­γά πρός τά κά­τω σχη­μα­τί­ζο­ντας μι­κρές βρώ­μι­κες λί­μνες, βλέπω τά χτυ­πή­μα­τα α­πό τίς στέ­κες τού μπι­λιάρδου, τό ουρ­λια­χτό τών τρόλ­λε­ϋ στή λε­ω­φό­ρο, τό κύ­λι­σμα τών ζα­ριών πά­νω στό τά­βλι τό­σο ξε­ρό, τό­σο στε­ρη­μέ­νο α­πό κά­θε υ­γρα­σί­α ώ­στε καμ­μιά έ­ρη­μος νά μήν μπο­ρεί νά τό συ­να­γω­νι­στεί, νά καρ­φώ­νο­νται α­νά­με­σα στίς πα­τη­μένες γό­πες, κά­τω απʼ τά πό­δια τών κα­ρε­κλών, νά γλυ­στρούν σάν μι­κρά φί­δια α­νά­με­σα στά τρα­πέ­ζια… Α­κού­ω… Μό­λις ά­νοι­ξαν τήν τη­λε­ό­ρα­ση. Έ­νας άν­θρω­πος έ­χει στα­μα­τή­σει στή μέ­ση ε­νός βή­μα­τος. Τό έ­να πό­δι λυ­γι­σμέ­νο, μόλις α­κου­μπά­ει μέ τίς μύ­τες του τό πά­τω­μα, τό χέ­ρι με­τέ­ω­ρο κρα­τώ­ντας έ­να πο­τή­ρι νε­ρό που α­πέ­μει­νε στή μέ­ση τής δια­δρο­μής, τό κε­φά­λι στραμ­μέ­νο πρός τήν ο­θό­νη. Α­κί­νη­τος… Γύ­ρω του άλ­λοι ε­τοι­μά­ζο­νται. Οι κα­ρέ­κλες τρα­βιού­νται.. Κοι­τά­ζω τόν όρ­θιο που έ­χει ή­δη ε­κτε­θεί. Νά ξέ­ρει ά­ρα­γε; Νά κα­τα­λα­βαί­νει πό­σο γυ­μνοί εί­ναι οι α­δέ­νες του, πό­σο α­νυ­πε­ρά­σπι­στη καί τρω­τή εί­ναι η ευ­αι­σθη­σί­α τού σώ­μα­τός του, ό­χι, ό­χι αυ­τού που γνω­ρί­ζει, που ντύ­νει καί περ­ποιεί­ται καί τρέ­φει ώ­στε νά μήν τόν ε­νο­χλεί, αλ­λά τού άλ­λου τό ο­ποίο δέν υ­πο­ψιά­ζε­ται, τού άλ­λου που α­πο­τε­λεί­ται κι αυ­τό α­πό τά ί­δια κύτ­τα­ρα, εί­ναι κι αυ­τό κά­τω α­πό τά ί­δια ρού­χα, α­θό­ρυ­βο καί ευ­γε­νές ό­πως αρ­μό­ζει στούς υ­ψη­λούς κλη­ρο­νό­μους, σʼ αυ­τούς τούς εκ­μαυ­λι­στι­κούς ή­χους που τόν προ­σκα­λούν νά συ­γκε­ντρω­θεί στήν πε­ριο­χή τών γεν­νη­τι­κών του ορ­γά­νων, τό τε­λευ­ταί­ο στή­ριγ­μα που τού έ­χει α­πο­μεί­νει, τό τε­λευ­ταί­ο του νό­μι­σμα, ε­πει­δή ό­λα τά άλ­λα τού τά έχουν πά­ρει, τού τά έ­χουν ε­ξα­ντλή­σει, τά έ­χουν με­τα­τρέ­ψει κι αυ­τά σέ βρώμι­κο πά­τω­μα ε­νός συ­νοι­κια­κού κα­φε­νεί­ου τό ο­ποιο σέ προ­κα­λεί νά τό φτύ­σεις καί νʼ α­δειά­σεις τόν χυ­μέ­νο κα­φέ στό πια­τά­κι τού φλυ­τζα­νιού σου, ε­πά­νω του.
Ό­χι, δέν ξέ­ρει, τό βλέ­πω. Δέν ξέ­ρει πό­σο σκε­πα­σμέ­νος α­πό έ­ρω­τα ή­ταν κά­ποτε. Πό­σα σκέ­πα­ζε ο ί­διος μέ τόν έ­ρω­τά του. Καί νά βλέ­πει κα­νείς τώ­ρα νά τόν ε­μπαί­ζουν μʼ αυ­τόν τόν τρό­πο! Νά τόν στα­μα­τούν πά­νω σʼ έ­να βή­μα μι­σοτε­λειω­μέ­νο! Μʼ έ­να πο­τή­ρι νε­ρό στόν α­έ­ρα! Μέ τό κε­φά­λι στραμ­μέ­νο πρός τήν ο­θό­νη! Νά τού παίρ­νουν έ­τσι τό κε­φά­λι! Νά τού παίρ­νουν έ­τσι τό πό­δι του! Νά τού κρα­τούν έ­τσι στόν α­έ­ρα τό νε­ρό του!
Πρέ­πει νά φύ­γω. Πρέ­πει νά φύ­γω. Εί­ναι τό­σο εύ­κο­λο νά σέ πα­ρα­σύ­ρει τό βρώ­μικο πά­τω­μα ε­νός κα­φε­νεί­ου. Μπο­ρεί κα­νείς νά μεί­νει ε­δώ γιά πά­ντα. Μπορεί νʼ αρ­χί­σει ξαφ­νι­κά νά πα­ρα­κα­λεί νά τόν κλει­δώ­σουν μέ­σα ό­ταν θά κλεί­σουν τό βρά­δυ. Ή του­λά­χι­στον νά τόν α­φί­σουν νά δεί που θά τό σκου­πί­ζουν. Εί­ναι δυ­να­τόν ό­μως τό­τε νά βά­λει τίς φω­νές. Εί­ναι δυ­να­τόν νά προ­σπα­θή­σει νά τούς στα­μα­τή­σει. Κι ε­κεί­νοι δέν θά κα­τα­λά­βουν. Δέν θά κα­τα­λά­βουν πως δέν μάς εν­δια­φέ­ρουν τά σκου­πί­δια που εί­ναι στό πά­τω­μα. Αυ­τά κα­λά βρίσκο­νται ε­κεί. Διέ­γρα­ψαν τήν τρο­χιά τους κι έ­πε­σαν. Κα­λά. Πο­λύ κα­λά. Για­τί πρέ­πει νά με­τα­κι­νη­θούν; Για­τί πρέ­πει νά τούς αλ­λά­ξου­με θέ­ση; Ο άν­θρω­πος. Ο όρ­θιος άν­θρω­πος μάς εν­δια­φέ­ρει. Που ξαφ­νι­κά μέ­νει α­κί­νητος. Που μάς τόν αρ­πά­ζει ξαφ­νι­κά μιά ο­θό­νη. Για­τί δέν έ­μει­νε κα­νείς που νά μπο­ρείς νά κά­νεις έ­ρω­τα μα­ζύ του. Κα­νείς. Καί η ζω­ή τών αν­θρώ­πων εί­ναι έ­νας α­πέ­ρα­ντος αυ­να­νι­σμός.
Πρέ­πει νά φύ­γω. Πρέ­πει νά φύ­γω. Δέν μπο­ρώ πιά νά αυ­να­νί­ζο­μαι μα­ζύ σας. Κά­ποτε σκε­πα­ζό­μουν ο­λό­κλη­ρος α­πό έ­ρω­τα. Κά­πο­τε σκέ­πα­ζα τό­σα πολ­λά μέ τόν έ­ρω­τά μου. Τό σώ­μα μου εί­ναι έ­νας υ­ψη­λός κλη­ρο­νό­μος. Δέν μπο­ρεί νά τό προ­σπερ­νά­τε έ­τσι ση­μα­δεύ­ο­ντας τά σκου­πί­δια που βρί­σκο­νται στή θέ­ση τους. Αυ­τά διέ­γρα­ψαν τήν τρο­χιά τους καί έ­πε­σαν. Κα­λά. Πο­λύ κα­λά. Εί­ναι στή θέση τους. Εί­ναι στή θέ­ση τους σάς λέ­ω! Μήν τούς α­κού­τε! Ο όρ­θιος άν­θρω­πος! Ο όρ­θιος άν­θρω­πος μάς εν­δια­φέ­ρει!
Κυ­ριακή 26-11-1978
Πό­σο αρ­γός εί­ναι ο θά­να­τός μου. Κρα­τά­ει τρια­ντα­πέ­ντε ο­λό­κλη­ρα χρό­νια, βα­σα­νί­ζο­ντάς με μέ τήν α­να­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τά του. Πό­σο κλει­σμέ­νος εί­ναι στόν ε­αυ­τό του. Καί νά μήν έ­χω πού νά τόν πά­ω. Νά μήν έ­χω τέσ­σε­ρις τοί­χους δι­κούς μου νά κλει­στώ μέ­σα μα­ζύ του. Νά εί­μαι υ­πο­χρε­ω­μέ­νος νά τόν σέρ­νω διαρ­κώς στά κα­φε­νεί­α, κο­ντά σέ τό­σους ξέ­νους ε­νο­χλη­τι­κούς αν­θρώ­πους.
(73) Α­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή 1979
Πώς τόλ­μη­σα μέ­χρι τώ­ρα νά κρί­νω τούς αν­θρώ­πους; Σέ τέ­τοια συ­μπε­ρά­σμα­τα στη­ρί­χτη­κε λοι­πόν η ζω­ή μου;
Εί­ναι σω­στό ό­τι ο άν­θρω­πος εί­ναι τό α­πο­τέ­λε­σμα τών πρά­ξε­ών του. Κοι­τά­ζω τόν ε­αυ­τό μου καί τά κί­νη­τρά του μέ α­να­τρι­χιά­ζουν. Για­τί εί­ναι αυ­τά τά ί­δια τά κί­νη­τρα που προ­κα­θό­ρι­ζαν τά συ­μπε­ρά­σμα­τά μου. Έ­πρε­πε νά δι­καιο­λο­γή­σουν τήν ύ­παρ­ξή τους, τήν τά­ση που υ­πε­δαύ­λι­ζαν, τήν κί­νη­ση που προ­κα­λού­σαν.
Ά, η αρ­χι­κή μου πρό­θε­ση. Η αρ­χι­κή μου πρό­θε­ση ή­ταν μιά εγ­γε­νής προ­διά­θε­ση ώ­στε νά α­πο­φεύ­γε­ται κά­θε τι κα­κό, κά­θε ά­σχη­μο, κά­θε μι­κροπρε­πές καί νά προ­σφέ­ρε­ται ό,τι ε­κτι­μού­σα απʼ αυ­τά που α­νε­κά­λυ­πτα μέ­σα μου, που α­πε­μό­νω­να απʼ τόν κό­σμο. Ή­ταν αρ­κε­τό αυ­τό; Ναί, ή­ταν αρκε­τό. Μέ ε­ξευ­γέ­νι­ζε στά μά­τια μου. Μέ δι­καί­ω­νε. Καί με­τά α­πό μιά τέ­τοια α­να­γνώ­ρι­ση εί­χα πιά δι­καιώ­μα­τα στό πε­ρι­βάλ­λον μου. Πλέ­ον α­παι­τούσα α­πό τούς άλ­λους μιά α­νά­λο­γη προ­σφο­ρά.
Τώ­ρα α­να­γνω­ρί­ζω πως ή­ταν λά­θος νά ε­πι­τρέ­ψω στόν ε­αυ­τό μου νά κρίνει τούς άλ­λους μέ μέ­τρο αυ­τή τήν αρ­χι­κή πρό­θε­ση. Έ­πρε­πε νά εί­χα δια­κρίνει νω­ρί­τε­ρα, νά εί­χα α­νι­χνεύ­σει πιό προ­σε­κτι­κά τό ε­σω­τε­ρι­κό τους. Για­τί ό­λοι τήν έ­χουν αυ­τή τήν πρό­θε­ση. Εί­ναι κοι­νή σέ ό­λους, έ­τσι ό­πως ακρι­βώς τήν αι­σθα­νό­μουν κι ε­γώ καί γιʼ αυ­τό δέν μπο­ρεί νά χρη­σι­μο­ποι­ηθεί σάν μέ­τρο σύ­γκρι­σης. Ό­ταν έ­κρι­να τούς άλ­λους τούς α­πε­γύ­μνω­να απʼ αυ­τή μέ μιά αυ­θαι­ρε­σί­α που μό­νο σέ μιά α­νί­δε­η ύ­παρ­ξη σάν τήν δι­κιά μου θά μπο­ρού­σε νά συ­να­ντή­σει κα­νείς.
Θαμ­μέ­νος κά­τω α­πό έ­ναν σω­ρό α­νε­πί­στρε­πτων πρά­ξε­ων, συ­μπε­ρι­φο­ρών που διε­μόρ­φω­σαν ο­ρι­στι­κά τόν μι­κρό χώ­ρο γύ­ρω μου που τόν με­τα­κι­νώ μα­ζύ μου ό­που κι άν πά­ω, δρέπω τούς καρ­πούς μιάς α­φέ­λειας κα­θό­λου α­γνής, μιάς α­νι­κα­νό­τη­τας εκ­μαυ­λι­στι­κής, που υ­πο­χρέ­ω­σαν, γιά χά­ρη τών αμφί­βο­λων η­δο­νών τους, τούς αν­θρώ­πους που μέ πλη­σί­α­σαν νά τίς πλη­ρώ­σουν α­κρι­βά. Έ­χα­σα τά καλ­λί­τε­ρά τους κομ­μά­τια, τόν καλ­λί­τε­ρό τους ε­αυτό που προ­σφέ­ρο­νταν αυ­θόρ­μη­τα στήν πρώ­τη ε­πα­φή, στήν προ­σπά­θειά μου νά τούς προ­σαρ­μό­σω, νά τούς συ­μπιέ­σω μέ­σα στά συ­μπε­ρά­σμα­τα τής κρί­σης μου γιʼ αυ­τούς.
Η μο­να­ξιά μου έ­χει κερ­δι­θεί με­τά α­πό πολ­λούς κό­πους, με­τά α­πό πολλές προ­σπά­θειες γιά τήν συ­στη­μα­τι­κή α­πόρ­ρι­ψη αυ­τών που μέ πλη­σί­α­σαν κά­πο­τε. Αυ­τό που έ­χει α­πο­μεί­νει τώ­ρα γιά νά τήν υ­πο­δε­χτεί δέν μπο­ρεί πα­ρά νά υ­πο­φέ­ρει. Νά υ­πο­φέ­ρει γιά τίς α­δι­κί­ες που έ­χουν γί­νει στʼ ό­νο­μά του. Γιά τίς τρυ­φε­ρές χει­ρο­νο­μί­ες που α­νε­κό­πη­σαν με­τέ­ω­ρες πρίν τό αγ­γί­ξουν, γιά τά γε­μά­τα κα­τα­νό­η­ση βλέμ­μα­τα α­γα­πη­μέ­νων προ­σώ­πων που χα­στου­κί­στη­καν βί­αια μέ τήν υ­πο­ψί­α ό­τι υ­πο­τι­μούν, γιά τίς μα­κρυές ώ­ρες α­να­μο­νής καί τό σι­γα­νό ά­δεια­σμα τών καρ­διών πρός τίς ο­ποιες δέν ε­πε­τρά­πει νά πλη­σιά­σουν.
(77) Α­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή 1979
Κύ­ριε. Ποιό πο­λύ­τι­μο υ­λι­κό, ποιάς σπά­νιας ου­σί­ας τήν α­γνό­τη­τα απε­φά­σι­σες νά δια­σώ­σεις; Ε­ξε­ρευ­νάς, ε­ξε­ρευ­νάς λοι­πόν α­κό­μα τά βά­θη σου;
Ποιάς έ­ξο­χης α­να­κά­λυ­ψης εί­μαι τό θύ­μα; Ώ, δέ μέ σκέ­φτη­κες, δέ μέ σκέ­φτηκες πά­νω στόν εν­θου­σια­σμό σου Κύ­ριε.
Έ­να διά­φραγ­μα. Ώ­στε λοι­πόν αυ­τό εί­μαι; Έ­να πώ­μα, μιά κα­λυ­πτή­ριος ε­πι­φάνεια. Κι ί­σως α­κό­μη ού­τε κάν αυ­τά.
Κοί­τα­ξέ με. Έ­χω πα­ρα­μορ­φω­θεί. Κά­θε στοι­χεί­ο μου εί­ναι στή θέ­ση του. Κά­θε μέ­λος μου δο­νεί­ται ό­πως πά­ντα στόν παλ­μό που τού έ­τα­ξες. Εί­μαι έ­να τέ­λειο όρ­γα­νο. Ό­μως κοι­τα­ξέ με. Δέν εί­μαι ο ί­διος.
Τήν εί­χες προ­βλέ­ψει αυ­τή τήν πο­ρεί­α; Ή­ταν κι αυ­τή η πα­ρα­μόρ­φω­ση μέ­σα στό αρ­χι­κό σου σχέ­διο;
Εί­ναι τό­σος και­ρός τώ­ρα που α­να­ρω­τιέ­μαι γιά τίς δια­στά­σεις μου. Πό­σες εί­ναι οι δια­στά­σεις μου Κύ­ριε;
Κά­θο­μαι μπρο­στά σʼ έ­να γυά­λι­νο βά­ζο που τό γέ­μι­σα νε­ρό καί λά­δι. Τί τέ­λεια που χω­ρί­ζε­ται τό έ­να α­πό τό άλ­λο! Αυ­τός ο δια­χω­ρι­σμός έ­χει μιά υπό­στα­ση, μιά ύ­παρ­ξη, εί­ναι μιά ε­ντο­λή. Κύ­ριε, εί­ναι δυ­να­τόν μιά τέ­τοια ε­ντο­λή νά α­πο­κτή­σει δι­κιά της ο­ντό­τη­τα έ­ξω απʼ τό πλαί­σιο μέ­σα στό ο­ποιο λει­τουρ­γεί; Εί­ναι δυ­να­τόν νά α­πο­κτή­σει συ­νεί­δη­ση τού ε­αυ­τού της; Ώ, ναί Κύ­ριε. Εί­ναι! Καί τό­τε ποιό εί­ναι τό πρώ­το πράγ­μα που θά κάνει; Τί θά α­να­ζη­τή­σει α­μέ­σως έ­ντρο­μα τό βλέμ­μα της; Θά α­να­ζη­τή­σει τίς δια­στά­σεις της Κύ­ριε.
Ώ, ε­γώ λοι­πόν εί­μαι υ­πεύ­θυ­νος γιά μιά τέ­τοια α­γω­νί­α;
Αλ­λοί­μο­νο ποιός άλ­λος θά μπο­ρού­σε νά ή­ταν. Ε­σύ Κύ­ριε;
Συμ­με­ρί­ζο­μαι τή με­γά­λη σου α­δυ­να­μί­α. Ό,τι φτιά­χνεις δέν μπο­ρεί πα­ρά νά εί­ναι τέ­λειο. Δέν έ­χεις α­μαρ­τή­σει πο­τέ Κύ­ριε γιά νά ξέ­ρεις τήν α­γωνί­α μιάς ε­ντο­λής δια­χω­ρι­σμού που α­να­ζη­τά τίς δια­στά­σεις της.
Μέ συ­μπιέ­ζουν αυ­τά που κρα­τώ χω­ρι­σμέ­να. Στίς προ­σπά­θειές τους νά μέ διαπε­ρά­σουν, νά διεισ­δύ­σει τό έ­να στό άλ­λο, μέ δια­τεί­νουν ως τά ό­ριά μου. Στίς ε­σο­χές καί τίς ε­ξο­χές, στούς κυ­μα­τι­σμούς, στούς α­πό­το­μους κρα­δασμούς κα­θώς ο­νει­ρεύ­ο­νται, στά ξαφ­νι­κά τι­νάγ­μα­τά τους, πα­ρεμ­βαί­νω σω­στά ό­πως μέ πρό­στα­ξες, ε­πεμ­βαί­νω, ο­πι­σθο­χω­ρώ, ε­λίσ­σο­μαι.
Κύ­ριε δέν έ­χω πρό­σω­πο δι­κό μου; Δέν έ­χω δια­στά­σεις λοι­πόν;
Πρέ­πει νά σού ε­ξο­μο­λο­γη­θώ καί τόν με­γά­λο μου φό­βο. Τί θά συμ­βεί ό­ταν πιά δέν θά μέ χρειά­ζε­σαι άλ­λο; Ό­ταν θά α­πο­φα­σί­σεις ό­τι ο δια­χω­ρι­σμός κρά­τη­σε αρ­κε­τά, ό­τι ό­λα έ­χουν ω­ρι­μά­σει γιά τήν έ­νω­ση, ό­ταν θά α­ναστεί­λεις τήν λει­τουρ­γί­α μου; Σάν τί θά ε­ξα­κο­λου­θώ νά υ­πάρ­χω τό­τε Κύ­ριε; Τί θά δια­χω­ρί­ζω;
(78) Α­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή 1979
Ό­λες οι φι­λο­σο­φί­ες τού κό­σμου, α­κό­μα κι οι Α­να­το­λι­κές γιά τίς ο­ποιες τρέ­φω έ­ναν α­πέ­ρα­ντο σε­βα­σμό, δέν έ­χουν κα­τα­φέ­ρει νά ε­ξη­γήσουν πώς δη­μιουρ­γή­θη­κε τό πρώ­το ρήγ­μα. Τί εί­δους δύ­σκο­λη προ­σπά­θεια, ποιός ε­πι­κίν­δυ­νος ε­λιγ­μός, ε­νώ­πιον ποί­ου, θά ή­ταν πο­τέ δυ­να­τόν νά διαστρε­βλώ­σει μέ τήν ε­νο­χή τής α­πο­τυ­χί­ας του τήν αρ­χι­κή πρό­θε­ση μιάς τέ­τοιας πε­ρη­φά­νειας;
Η Φύ­ση εί­ναι πε­ρή­φα­νη. Καί η αν­θρώ­πι­νη μι­κρο­πρέ­πεια εί­ναι η ντρο­πή της.
Μέ μιά τέ­τοια κλη­ρο­νο­μι­κή ρωγ­μή στό στή­θος πλα­νιέ­μαι σʼ αυ­τές τίς πε­διάδες που δέν αν­θί­ζουν άλ­λα λου­λού­δια. Μέ­σα της α­να­δεύ­ε­ται η σφύ­ζουσα α­νυ­πό­μο­νη ρώ­μη τής ε­πι­δε­ξιό­τη­τάς της. Έ­χει α­σκη­θεί στούς αιώνες. Αυ­τής καί κα­νε­νός άλ­λου εί­μαι δέ­σμιος.
Η μο­να­δι­κή ε­πι­δε­ξιό­τη­τα που α­να­γνω­ρί­ζω στόν ε­αυ­τό μου εί­ναι η ε­πι­δε­ξιό­τη­τα τής μι­κρο­πρέ­πειάς μου.
Τί μέ κά­νει νά δια­φέ­ρω απʼ τόν Θε­ό μου; Τό ό­τι ε­γώ έ­χω γνω­ρί­σει τόν φόβο.
Εί­ναι δυ­να­τόν, εί­ναι δυ­να­τόν, α­να­ρω­τιέ­μαι, η ύ­παρ­ξή μου νά έ­χει χρησι­μεύ­σει στό Θεί­ο σάν έ­να μέ­σον γιά νά βιώ­σει ό­λες αυ­τές τίς κα­τώ­τε­ρες κατη­γο­ρί­ες αι­σθη­μά­των μέ τίς ο­ποιες δέν ή­θε­λε νά μο­λυν­θεί; Κι η ελευ­θε­ρί­α μου, η «ε­λεύ­θε­ρη βού­λη­σή» μου δέν εί­ναι τίποτʼ άλ­λο πα­ρά η ά­δεια που μού έ­χει πα­ρα­χω­ρη­θεί νά κι­νού­μαι α­νά­με­σα σʼ αυ­τά τά αι­σθή­μα­τα, νά με­τα­πη­δώ συ­νε­χώς α­πό τό έ­να στό άλ­λο, νά α­φί­νο­μαι νά κα­τα­σπα­ρα­χθώ α­πό έ­να α­πό αυ­τά, ό­ποιο μού προ­κα­λεί μιά έ­ντο­νη η­δο­νή ώ­στε νά ε­πι­κρα­τή­σει;
Ο Θε­ός εί­ναι μέ­σα μου αλ­λά ε­γώ εί­μαι έ­ξω απʼ τόν Θε­ό.
Τό ά­πει­ρο δέν εί­ναι τό α­πο­τέ­λε­σμα μιάς διαρ­κούς ε­πέ­κτα­σης αλ­λά ε­νός διαρ­κούς πε­ριο­ρι­σμού.
Ποιό α­σύλ­λη­πτο ε­λά­χι­στο χρη­σι­μο­ποιείς λοι­πόν γιά νά ε­κτεί­νεις τό α­πέ­ρα­ντο ά­πει­ρό σου;
Πρός τό ε­σω­τε­ρι­κό τών σχη­μά­των, πρός τό ε­σω­τε­ρι­κό τών σχη­μά­των, μέ­σα σέ μιά διαρ­κή κί­νη­ση συ­στο­λής, συ­ντρί­βο­ντας συ­νε­χώς μέ τήν ι­λιγ­γιώ­δη τα­χύ­τη­τα τής δια­φυ­γής του τά ό­ρια τού κέ­ντρου, α­πο­κρού­ο­ντας συ­νε­χώς μέ φρε­νια­σμέ­νες προ­σπά­θειες τίς α­πό­πει­ρες τού χώ­ρου νά τό εν­σω­μα­τώ­σει, αρ­νού­με­νο νά υ­πο­κύ­ψει στίς αυ­τα­πά­τες του που τό μορ­φο­ποιούν στιγμιαί­α, α­πορ­ρί­πτο­ντας κά­θε εί­δους σύ­γκρι­ση μέ ο­ποιο­δή­πο­τε μέ­τρο ώστε νά ε­ξου­δε­τε­ρώ­νει τόν χρό­νο, α­νε­πί­στρε­πτο, ά­κυ­κλο, δρα­πε­τεύ­ει τό Θεί­ο. Πώς πα­ρα­σύρ­θη­κα νά ε­κλά­βω σάν ε­ντο­λές τούς στρο­βι­λι­σμούς που α­φί­νει στή φυ­γή του; Πώς υ­πέ­κυ­ψα στήν α­λα­ζο­νεί­α νά α­να­κη­ρυ­χθώ κληρο­νό­μος αυ­τών τών α­σή­μα­ντων α­να­δεύ­σε­ων; Συ­ντη­ρη­τής ε­νός α­ναρ­ρι­γώ­ντος η­δο­νι­κά κε­νού α­πό τήν έκ­στα­ση τής διά­τρη­σής του; Κυ­νη­γός τών υ­πο­λει­μά­των τής α­που­σί­ας του; Προ­σκολ­λη­μέ­νος μέ νε­κρι­κή α­φο­σίω­ση στήν α­να­μο­νή τού α­να­στά­σι­μου αγ­γέλ­μα­τος τού τε­λι­κού γδού­που, που θά σή­μαι­νε ό­τι ε­πι­τέ­λους στα­μά­τη­σε μέ­σα μου καί τό κα­τέ­χω;
Ε­πι­πό­λαιος. Ε­πι­πό­λαιος.
Κα­τα­δι­κα­σμέ­νος συ­νε­χώς νά συ­γκρί­νω, συ­νε­χώς νά ε­πι­λέ­γω, προ­α­γω­γός τών α­πο­φά­σε­ών μου, με­τα­στρο­φεύς τών μέ­τρων μου, χλευα­στής τών προ­θέ­σε­ών μου. Κι ό­μως ελ­πί­ζο­ντας μέ μι­κρούς σπα­σμούς, ε­πι­πλέ­ο­ντας μέ μι­κρές παύσεις, ε­πι­βιώ­νο­ντας μέ προ­κη­ρύ­ξεις δη­μο­πρα­σιών τών α­δέ­νων μου…
(79) Α­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή 1979
Ζή­σα­με μα­ζύ τό­σον και­ρό κι ό­μως πο­τέ δέν συ­νά­ντη­σα τό βλέμ­μα σου. Θέ­λω νά πώ, πο­τέ δέν σέ εί­δα νά μέ κοι­τάς σάν κά­τι που θά μπο­ρού­σε νά λεί­ψει. Κι ό­χι μό­νο ε­μέ­να μά καί τά πράγ­μα­τα γύ­ρω μας, τό πε­ρι­βάλ­λον που μοι­ρα­ζό­μα­στε, τήν ι­διαί­τε­ρη α­τμό­σφαι­ρα που δη­μιουρ­γεί η σχέ­ση μας καί που τήν συ­ντη­ρού­με καί τήν φρο­ντί­ζου­με μέ τήν σιω­πη­λή α­πο­δο­χή τού ε­νός από τόν άλ­λον…
Καί μά­λι­στα αυ­τά πιό πο­λύ, ε­πει­δή, μέ έ­ναν πε­ρί­ερ­γο τρό­πο, ό,τι πη­γά­ζει α­πό μέ­σα μας, ό,τι γεν­νιέ­ται απʼ αυ­τή τή σχέ­ση που ω­ρι­μά­ζει σι­γά σιγά, φαί­νε­ται νά τά α­γκα­λιά­ζει καί νά μπαί­νει μέ­σα τους, νά τά με­τα­βάλ­λει καί νά τά φω­τί­ζει μʼ έ­να ξε­χω­ρι­στό καί τε­λεί­ως δι­κό της φώς, έ­τσι ώ­στε, αυτόν τόν και­ρό που εί­μα­στε μα­ζύ, νά μή μοιά­ζουν κα­θό­λου μέ αυ­τό που ή­σαν παλιό­τε­ρα, πρίν συ­να­ντη­θού­με, κά­νο­ντάς μας νά νο­μί­ζου­με ό­τι εί­μα­στε κι εμείς δια­φο­ρε­τι­κοι. Εί­ναι σί­γου­ρο ό­τι θά θε­λή­σουν νά δια­τη­ρή­σουν αυ­τή τήν αί­γλη γύ­ρω τους, έ­τσι φαί­νε­ται νά πι­στεύ­εις, καί ε­κεί, σʼ αυ­τό α­κρι­βώς, εί­ναι συ­γκε­ντρω­μέ­νος ό­λος ο κίν­δυ­νος. Για­τί κι άν ε­γώ λεί­ψω, κι άν ξαφ­νι­κά τό βλέμ­μα σου γυρ­νώ­ντας νά μέ συ­να­ντή­σει βρεί τή θέ­ση μου α­δεια­νή, αυ­τό τό ξέ­ρω κα­λά πως δέν θα σέ πει­ρά­ξει κα­θό­λου. Ί­σα ί­σα μά­λι­στα, τό αι­σθά­νο­μαι πως θά α­να­κου­φι­στείς α­πό τό βά­ρος κά­ποιου που ό­σο κι άν εί­ναι ευ­χά­ρι­στος κι ε­πι­θυ­μη­τός καί πά­νω του έ­χεις στη­ρί­ξει ό­λες σου τίς ελ­πί­δες, ω­στό­σο σέ πιέ­ζει καί σέ πε­ριο­ρί­ζει καί νοιώ­θεις υ­πόχρε­ος α­πέ­να­ντί του γιά ό,τι σού προ­σφέ­ρει καί κα­τά βά­θος θά­θε­λες νʼ απαλ­λα­γείς. Ό­ταν ό­μως στρέ­ψεις τό βλέμ­μα σου στά πράγ­μα­τα που τό­σον και­ρό μάς συ­ντρό­φευαν, ό­ταν γεί­ρεις γιά νʼ α­κου­μπή­σεις ε­πά­νω τους καί νά πάρεις δύ­να­μη, πο­λύ φο­βά­μαι πως δέν θά τά βρείς ε­κεί. Για­τί ε­κεί­να θά είναι που έ­χουν φύ­γει πραγ­μα­τι­κά. Αυ­τά θά σέ έ­χουν ε­γκα­τα­λεί­ψει καί η α­λη­θι­νή μο­να­ξιά τό­τε θά σέ γε­μί­σει ο­λό­κλη­ρον, ε­πει­δή η μο­να­ξιά δέν εί­ναι η α­που­σί­α ε­νός συ­ντρό­φου αλ­λά η άρ­νη­ση τών πραγμά­των γύ­ρω σου νά ε­πι­τρέ­πουν νά τά αγ­γί­ζεις, η φυ­γή τους σέ κά­θε κίνη­σή σου πρός τό μέ­ρος τους, καί η νο­σταλ­γί­α θά σέ λειώ­νει ό­πως τό κε­ρί για­τί ό­λα αυ­τά θά εί­ναι μπρο­στά σου ό­πως πά­ντα κι ό­μως ξέ­να καί κρύ­α καί κα­νέ­να πα­ρα­κά­λιο, κα­νέ­νας τρό­πος δέν θά μπο­ρεί νά τούς ξα­να­δώ­σει τήν πα­λιά ζε­στή τους ό­ψη, ού­τε α­κό­μα κι ε­γώ άν εμ­φα­νι­ζό­μουν ξα­νά, ού­τε ακό­μα κι η δι­κιά μου ε­πι­στρο­φή που θά τή νο­μί­ζεις τό μό­νο για­τρι­κό, τή μό­νη σω­τη­ρί­α. Ε­πει­δή κά­θε τι συμ­βαί­νει μιά φο­ρά, καί η φο­ρά που α­πέκτη­σαν αυ­τή τήν ό­ψη που μάς γο­η­τεύ­ει τώ­ρα, θά έ­χει πιά πε­ρά­σει γιά πά­ντα.
(80) Α­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή 1979
Τί δη­μιουρ­γεί τήν αν­θρώ­πι­νη μι­κρο­πρέ­πεια; Η έλ­λει­ψη πά­θους. Αυ­τή η σύγ­χρο­νη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φυ­μα­τί­ω­ση α­πό τήν ο­ποια προ­σβάλ­λο­νται τά παι­διά μας.
Ώ ευ­αί­σθη­τοι γο­νείς. Η πνευ­μα­τι­κή α­νε­πάρ­κεια τού συ­ντρό­φου σας δέν εί­ναι αρ­κε­τή δι­καιο­λο­γί­α. Μήν υ­πο­χω­ρεί­τε. Α­γω­νι­στεί­τε.
Ο,τι­δή­πο­τε γί­νε­ται κά­τω απʼ τήν ε­πί­δρα­ση ε­νός πά­θους δέν μπορεί νά χα­ρα­κτη­ρι­σθεί σάν μι­κρο­πρέ­πεια. Τό λιο­ντά­ρι πα­ρα­μο­νεύ­ει τό θύ­μα του καί τό αιφ­νι­διά­ζει. Η μι­κρο­πρέ­πεια γεν­νιέ­ται απʼ τούς μι­κρούς κα­θη­με­ρι­νούς φό­βους τών ε­νο­χών γιά τίς α­πα­γο­ρευ­μέ­νες ε­πι­θυ­μί­ες τής καρ­διάς. Η καρ­διά κα­τα­δι­κά­ζε­ται στή σιω­πή. Ο μέ­σος άν­θρω­πος κυ­κλο­φο­ρεί χω­ρίς καρ­διά στό στή­θος του. Η καρ­διά εί­ναι προ­νό­μιο μό­νον εκεί­νων που πε­ρι­φρο­νούν τό κοι­νω­νι­κό κα­θε­στώς. Αυ­τά τά δυό πά­νε μα­ζύ. Ό­ταν η καρ­διά έ­χει μεί­νει ζω­ντα­νή, παρʼ ό­λες τις προ­σπά­θειες τού πε­ρι­βάλ­λο­ντος, γυ­ρί­ζει κά­ποια στιγ­μή και κοι­τά­ζει την κοι­νω­νι­κή συμ­βα­τι­κό­τη­τα. Την κοι­τά­ζει κα­τά­μα­τα και βα­θειά και γνω­ρί­ζει το η­λί­θιο, νε­κρό της πρόσω­πο. Το χτι­κια­σμέ­νο και μα­ρα­μέ­νο κορ­μί της. Τα λε­πρά της χέ­ρια που α­πλώνο­νται προς το μέ­ρος της. Α­κού­ει τις άρ­ρω­στες α­νά­σες αυ­τών που έ­χουν βου­λιά­ξει μέ­σα της. Και ο­πι­σθο­χω­ρεί με φρί­κη.

Α­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή
Υ­πήρ­ξα παι­δί α­νε­παρ­κές. Μού ε­νε­πι­στεύ­θη­σαν τούς γο­νείς μου εν λευ­κώ. Ω­στό­σο δεν ε­λει­τούρ­γη­σα κα­λώς. Α­πέ­τυ­χα εις την α­πο­στολήν μου. Ό­ταν α­ντε­λή­φθην ποί­ος ή­το προς φύ­λα­ξιν και ποί­ος ο φύ­λαξ, ήτο πλέ­ον αρ­γά.
ΤΕ­ΛΟΣ ΠΡΩ­ΤΟΥ ΜΕ­ΡΟΥΣ (Κεί­με­να 1-80, 1971-1979)