Στον Τούρκο συγγραφέα Ορχάν Παμούκ το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας

Μαριλίτα Σκουφά

 Εφημερίδα Εποχή

Σχεδόν επί του πιεστηρίου, όπως θα λέγαμε παλιότερα, έφτασε η είδηση για την βράβευση του Ορχάν Παμούκ με το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πολιτική η επιλογή της Σουηδικής Ακαδημίας, που, μέσα από το έργο ενός πραγματικά σημαντικού συγγραφέα, επιβραβεύει εκείνες τις δυνάμεις στην Τουρκία που αγωνίζονται να βρουν το δυτικό δρόμο. Η Τουρκία δέχτηκε μουδιασμένα το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2006, που δόθηκε σε ένα πολίτη της, το συγγραφέα Ορχάν Παμούκ. Δεν θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά τα πράγματα, με τις θέσεις που έχει εκφράσει κατά καιρούς ο συγγραφέας.
Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη ο Παμούκ, παιδί μιας ευκατάστατης οικογένειας, πήγε σε αμερικάνικο σχολείο και άρχισε σπουδές αρχιτεκτονικής, που όμως εγκατέλειψε νωρίς για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Ο τίτλος που αρχικά έδωσε στο πρώτο του βιβλίο είναι χαρακτηριστικός για το ύφος και τις θεματικές επιλογές του: Σκοτάδι και φως (κυκλοφόρησε με τον τίτλο Ο κος Τσεβντέτ και οι γιοι του). Στο έργο του συγκεράζονται αρμονικά η παλιά παράδοση των παραμυθάδων, τόσο χαρακτηριστική της τουρκικής κουλτούρας, και η μοντέρνα λογοτεχνία, που ο Παμούκ γνωρίζει σε βάθος � λάτρης του Στάινμπεκ, του Ναμπόκοφ και του Προυστ. Γλώσσα κοφτερή και ποιητική, μια εικονοποιία δυναμική και άναρχη, μια ιδιαίτερη αγάπη για την πόλη που τον γέννησε («είμαι αφοσιωμένος στην πόλη μου», έγραψε, «επειδή με έκανε αυτό που είμαι») και την οποία γνωρίζει καλά, βαθιά γνώση της σύγχρονης τουρκικής κοινωνίας αλλά και της ιστορικής πορείας που την οδήγησε στα προβλήματα του σήμερα και εξαιρετικό ψάξιμο των χαρακτήρων και των αντιδράσεων των ανθρώπων συνθέτουν το δυναμικό σύμπαν του Παμούκ. Όπως το λέει ο ίδιος ««η απλή συνταγή ήταν να συνδυάζω την Ιστορία με το παρόν, να δίνω περισσότερη προσοχή και να σέβομαι τις ασαφείς, εκκρεμείς και εκλεκτικές συγγένειες της καθημερινής ζωής»
Ο Ορχάν Παμούκ είναι πολιτικός συγγραφέας και συνειδητός πολίτης. Δεν μετράει τα λόγια του, όταν πρόκειται να αποκαλύψει αλήθειες και να υπερασπίσει τις ιδέες του. Το 2005 παρά λίγο να οδηγηθεί σε μια δίκη-παρωδία, με την κατηγορία του αντιτουρκισμού (κάτι σαν προδοσία δηλαδή) επειδή κατήγγειλε σε ελβετική εφημερίδα τον φόνο 30 χιλιάδων Κούρδων και ενός εκατομμυρίου Αρμενίων. Πώς το εξέθεσε ο ίδιος: «Τριάντα χιλιάδες Κούρδοι και ένα εκατομμύριο Αρμένιοι σκοτώθηκαν σ� αυτή τη γη και κανείς εκτός από μένα δεν τολμά να μιλήσει γι� αυτό». Η Τουρκία � και δεν είναι η μόνη � δεν αντέχει την ιστορική αλήθεια ούτε την κυριολεκτική κατονομασία των επιλογών της.
Η Σουηδική Ακαδημία του έδωσε το βραβείο θεωρώντας πως αναζητά «τη μελαγχολική ψυχή της γενέθλιας πόλης του, ανακάλυψε νέα σύμβολα για τη σύγκρουση και τη συνύπαρξη των πολιτισμών». Ο ίδιος το αποδέχτηκε με μια λιτή δήλωση: «Το αποδέχομαι όχι μόνον ως προσωπική τιμή αλλά και ως τιμή που αφορά όλη την τουρκική λογοτεχνία και κουλτούρα που εκπροσωπώ». Μια διφορούμενη δήλωση επίσης, επειδή η κουλτούρα που εκπροσωπεί ο Παμούκ είναι αντιεθνικιστική, πλουραλιστική, ανεκτική στη διαφορά και ανοιχτή και επειδή η τουρκική λογοτεχνία που εκπροσωπεί επίσης είναι μια λογοτεχνία που δεν φοβάται τη Δύση αλλά δεν ξεχνά και την παράδοσή της. Μ ένα λόγο, εκφράζει τα όνειρα της Τουρκίας για δημοκρατία, ενότητα, ελευθερία και σχέσεις με την Ευρώπη.
Η Τουρκία, χώρα με βαθιές αντιθέσεις, δέχτηκε με περίσκεψη το Νόμπελ της ακριβώς γι� αυτούς τους λόγους. Ακόμη περισσότερο, επειδή η ανακοίνωση του βραβείου συνέπεσε με την αναστάτωση που προκάλεσε ο γαλλικός νόμος για την τιμωρία όσων δεν αποδέχονται δημόσια την αρμενική σφαγή. Ο ίδιος ο Παμούκ πήρε αρνητική θέση για το νόμο αυτό. Η ιστορία δεν γράφεται με νόμους, άλλωστε. Ο δρόμος για την αλλαγή των συνειδήσεων είναι μακρύς και δύσκολος. Και ο Παμούκ ακριβώς αυτό λέει με το έργο του: πώς από τη σύγχυση των ιδεών θα δημιουργήσουμε ένα έλλογο σύμπαν πλούσιο σε απόψεις, ελεύθερο από κάθε είδους προκαταλήψεις, στο οποίο η ιστορική μνήμη θα είναι φωτεινός οδηγός και όχι σκοταδιστική απόκρυψη και φανατισμός.

Ιστορία, λογοτεχνία και πολιτική

Μαριάννα Τόλια

Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αρμενία, ο πρόεδρος Σιράκ είχε θέσει την αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας από την Τουρκία ως προϋπόθεση για την ένταξή της στην ΕΕ. Την περασμένη Πέμπτη η γαλλική Βουλή ενέκρινε σε πρώτη ανάγνωση πρόταση νόμου του Σοσιαλιστικού Κόμματος που προβλέπει την ποινικοποίηση της άρνησης της αρμενικής γενοκτονίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία με φυλάκιση έως και για ένα χρόνο και πρόστιμο 45.000 ευρώ. Από τους 577 βουλευτές όμως μόνον 125 συμμετείχαν στην ψηφοφορία, εκ των οποίων 106 ψήφισαν υπέρ και 19 κατά. Η πρόταση ψηφίστηκε από την αντιπολίτευση της Αριστεράς και από ορισμένους βουλευτές της κεντροδεξιάς. Μέσα στην αίθουσα και έξω από το Κοινοβούλιο βρίσκονταν μέλη της ισχυρής αρμενικής κοινότητας της Γαλλίας που χειροκρότησαν την κίνηση, η οποία εκτιμήθηκε, μεταξύ άλλων, ως κίνηση προς άγραν ψήφων λόγω της προεκλογικής περιόδου. Και ναι μεν η κυβέρνηση και το επίσημο γαλλικό κράτος δεν υιοθέτησαν το ψήφισμα της Βουλής, αλλά αυτό δεν απέτρεψε τις οργισμένες αντιδράσεις της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας. Μεταξύ αυτών του πρωθυπουργού, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που μίλησε περί «κοντόφθαλμων» Γάλλων πολιτικών και «ντροπής» καθώς και του πρόεδρου της τουρκικής εθνοσυνέλευσης Μπουλέντ Αρίντς, που χαρακτήρισε την απόφαση «απαράδεκτη και εχθρική κίνηση εναντίον του τουρκικού έθνους».
Και να που την επόμενη μέρα Παρασκευή ήρθε η βράβευση με Νόμπελ Λογοτεχνίας του Ορχάν Παμούκ. Δεν είναι ότι τα Νόμπελ Λογοτεχνίας δεν είχαν ποτέ τους σχέση με την πολιτική. Όμως η χρονική σύμπτωση της βράβευσης Παμούκ με την υπερψήφιση του νομοσχεδίου για την ποινικοποίηση του ισχυρισμού του επίσημου τουρκικού κράτους ότι δεν υπήρξε γενοκτονία των Αρμενίων και με την εν γένει συζήτηση για την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, είχε σαν αποτέλεσμα αφενός το πολιτικό παρασκήνιο να σκιάσει τη λογοτεχνική πλευρά της βράβευσης, αφετέρου το φετινό Νόμπελ να ερμηνευτεί ως ευρωπαϊκό πολιτικό τελεσίγραφο προς την τουρκική ηγεσία να μετακινηθεί προς τις θέσεις Παμούκ για να γίνει δεκτή στην Ε.Ε.
Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το πρωτοφανές πάγωμα με το οποία η τουρκική πολιτική ηγεσία υποδέχτηκε το τουρκικό Νόμπελ. Λαλίστατη μέχρι προχτές, και εναλλάσσοντας τις απειλές με τις εκκλήσεις για μη ποινικοποίηση της ιστορικής αλήθειας προς τους Γάλλους σοσιαλιστές, η ’γκυρα σιώπησε μόλις ανακοινώθηκε η βράβευση του Παμούκ. Ώρες ολόκληρες πέρασαν από την ανακοίνωση του βραβείου, για πρώτη φορά Τούρκος έπαιρνε Νόμπελ, κι όμως δεν υπήρξε απολύτως καμία δήλωση. Στο τέλος εκδόθηκε απλά μόνον μια λιτή ανακοίνωση από το υπουργείο Εξωτερικών, που εξέφραζε συγχαρητήρια προς τον Παμούκ και υπογράμμιζε ότι η απονομή «θα συμβάλει ώστε να γίνει ακόμη πιο ευρέως γνωστή η τουρκική λογοτεχνία στον κόσμο».
Αλλά και από τους λογοτεχνικούς κύκλους τονίστηκε με διάφορους τρόπους η πολιτική διάσταση της βράβευσης. Μεταξύ άλλων, ο Οζντεμίρ Ιντζέ, ποιητής και μεταφραστής της ελληνικής ποίησης στην Τουρκία, υποστήριξε ρητά ότι «ο Παμούκ είναι συγγραφέας της σειράς» αλλά του δόθηκε το βραβείο, γιατί αναγνώρισε τη γενοκτονία των Αρμενίων, ενώ ο μουσικός και συγγραφέας Ζουλφού Λιβανελί, υποστήριξε πως έτσι κι αλλιώς με την παράδοση αιώνων και την ισχύ που έχει στο χώρο της σύγχρονης λογοτεχνίας η τουρκική λογοτεχνία δικαιούνταν το βραβείο, δεν παρέλειψε όμως να κάνει μια νύξη για το όνομα του Γιασάρ Κεμάλ.
Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται επίσης και από το λαλίστατο των ευρωπαίων ηγετών, που μαζικά έσπευσαν να σχολιάσουν το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας δίνοντας μήνυμα στην Τουρκία. Ο Γάλλος πρόεδρος Ζακ Σιράκ μίλησε, μεταξύ άλλων, για την «οξυδέρκεια, τη δύναμη και τον φιλελεύθερο τρόπο» με τον οποίο βλέπει ο Παμούκ την τουρκική κοινωνία, ο Γερμανός ΥΠΕΞ Φ. Β. Στάινμαγερ τον τοποθέτησε ως «γεφυροποιό ανάμεσα στην Τουρκία και την Ευρώπη», ενώ ο επίτροπος της ΕΕ ο αρμόδιος για τη διεύρυνση χαρακτήρισε τη βράβευση Παμούκ ως «καλή είδηση για την παγκόσμια λογοτεχνία και την ελευθερία της έκφρασης».

Αυτοί δεν θα πάρουν το Νόμπελ
Συντάκτης :    Γιώργος Μπλάνας     Ημ/νία καταχώρησης : 12/10/2006 18:16:33 Εφημερίδα Αυγή


Την ώρα ετούτη θα έχει ήδη ανακοινωθεί το όνομα του νέου κατόχου του μεγαλύτερου στον κόσμο λογοτεχνικού βραβείου, του Βραβείου Νόμπελ. Τα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας, μερικά από τα οποία αντικαταστάθηκαν εφέτος λόγω αναχωρήσεως για τον άλλο κόσμο, αφού κατάφεραν να διασκεδάσουν την ανία τους με την βράβευση ενός σκληρού καρυδιού, του Χάρολντ Πίντερ, θα έχουν τώρα την ευκαιρία να σκεφτούν και το διεθνές μάρκετινγκ του βιβλίου. Εκτός αν προτιμήσουν να κρατήσουν, για δεύτερη χρονιά, “αριστερή” γραμμή. Σε κάθε περίπτωση, ο βραβευμένος δεν θα είναι Έλληνας, παρά το γεγονός πως τα τελευταία χρόνια η ελληνική λογοτεχνία έχει να επιδείξει μεγαλοφυή τηλεοπτικά σίριαλ. Έτσι, το εθνικής τραπεζικής έμπνευσης πρόγραμμα μαθημάτων ελληνικής λογοτεχνίας για ξένους, με τον τίτλο NEOHEL (όπως λέμε: νέα κόλαση) δεν θα έχει την ευκαιρία να διατυμπανίσει -στην ηλεκτρονική σελίδα του- πως ένας τρίτος Έλληνας νομπελίστας περνάει τα καλοκαίρια του στην έπαυλη “Nafsika” της Αίγινας (όπου γίνονται τα μαθήματα αντί 41 ευρώ την ημέρα) όπως κάποτε οι νομπελίστες Σεφέρης και Ελύτης.
Επίσης είναι βέβαιο πως το βραβείο δεν πρόκειται να το πάρει ο μεγαλύτερος εν ζωή Άραβας ποιητής, ο Παλαιστίνιος Μαχμούντ Ντάρβις. Την ώρα που θα δίνονται τα βραβεία εκείνος θα γράφει, κάπου στην κατεχόμενη Παλαιστίνη, κάποιο ποίημα φλογερό σαν αυτό που δημοσίευσε πριν λίγο καιρό (12-9-2006) ο ηλεκτρονικός τόπος Ανοιχτή Δημοκρατία (Οpen Democracy), ως απάντηση στα πρόσφατα εγκλήματα πολέμου:
ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ Η ΚΡΑΥΓΗ
|Είναι ένα κορίτσι στην ακρογιαλιά
κι έχει οικογένεια το κορίτσι
σπίτι η οικογένεια
μια πόρτα δυο παράθυρα το σπίτι.
Στην θάλασσα είναι ένα πλοίο πολεμικό που κάνει
σκοποβολή μ’ αυτούς που κάνουν περίπατο στην ακρογιαλιά.
Παίζει το πλοίο, σημαδεύει και πέφτουνε πεντέξι στην άμμο.
Το κορίτσι το λυπάται η ομίχλη
σηκώνει ένα ουράνιο χέρι καλό και το σκεπάζει και το σώζει το κορίτσι.
Μπαμπά, μπαμπά μου, φωνάζει εκείνο, πάμε σπίτι. Αυτή η θάλασσα δεν μας θέλει.
Μα ο πατέρας δεν απαντά.
Είναι εκεί χάμω ξαπλωμένος κι αγωνιά μιαν απουσία, τυλιγμένος στη σκιά του αγωνιά την απουσία του ο πατέρας.
Ματώσανε τα χέρια του κοριτσιού, πάει να πιαστεί από τα σύννεφα, ματώνουνε κι εκείνα. Πετάγεται η κραυγή του κοριτσιού, πετάει κι αυτό μαζί της, πάνω απ’ την θάλασσα, ψηλά.
Κραυγάζει το κορίτσι μες στην νύχτα, στην ερμιά,
κι ο ήχος της κραυγής ήχο δεν έχει
και το κορίτσι γίνεται ολόκληρο η ατέλειωτη κραυγή μιας είδησης, που θα ‘χει κιόλας ξεχαστεί όταν τ’ αεροπλάνα
θα έρθουνε να βομβαρδίσουν κείνο το σπίτι με την πόρτα την μια και τα παράθυρα τα δυο|.
Όχι, το βραβείο δεν πρόκειται να το πάρει ο Ντάρβις, για ευνόητους λόγους.
Το βραβείο δεν πρόκειται να το πάρει ούτε ο Αλβανός Ντριτέρο Αγγόλι, ένας από τους μεγαλύτερους Ευρωπαίους ποιητές, που δεν “κατέρρευσε” μαζί με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, αλλά άνοιξε τον δικό του εκδοτικό στα Τίρανα και συνεχίζει να μάχεται για τη γλώσσα του λαού του, και συνεχίζει να μπήγει τις λέξεις σαν καρφιά στην ραθυμία των “μεταρρυθμιστών”, όπως τις έμπηγε στην ραθυμία των “σωτήρων” κάποτε:
ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΣΜΟΣ
|Τι φασαρία είναι αυτή;
Θα καθίσουμε στην κουζίνα.
Το φαγητό μυρίζει ωραία. Δεν θα πεινάσουμε.
Κι αν διψάσουμε,
θα πιούμε να ξεδιψάσουμε,
κι αν μακρύνουν τα νύχια μας,
θα τα κόψουμε!|.
Όχι, δεν θα το πάρει το βραβείο ο Αγγόλι, για ευνόητους λόγους, κι ας λένε οι συμπατριώτες του πως τον κομμουνισμό δεν το παραδέχονται, αλλά τον κομμουνιστή ποιητή δεν μπορούνε να τον βγάλουν από την καρδιά τους.
Επιπλέον, το βραβείο δεν πρόκειται να το πάρει ο μεγαλύτερος Αμερικανός ποιητής ο Γκάρυ Σνάιντερ. Αυτός προτιμά να δίνει μάχη με την αθλιότητα και την διάλυση του πολιτισμού, χρησιμοποιώντας για όπλα τις λέξεις, επειδή -λέει- οι πόλεμοι κερδίζονται ή χάνονται αλλά οι λέξεις μένουν πάντα δυνατές. Προτιμά -όπως μας πληροφορεί (16 Μαρτίου 2006) ο δημοσιογράφος Kel Munger του πρακτορείου SN&R από το Σακραμέντο των Η.Π.Α.- να διαβάζει μπροστά σε κοινό αντιπολεμικά ποιήματα, όπως το ακόλουθο:
ΑΝΑΚΑΛΩΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΤΟΥΝΓΚ
(Ένα ποίημα του αρχαίου Τσανγκ Γιανγκ-Χάο, της δυναστείας των Γιουάν, αναπαλαιωμένο από τον Γκάρυ Σνάιντερ)
|Γύρω βράχια παραταγμένα.
Λυσσομανάει ο χείμαρρος στην χαράδρα.
Σαλεύει σαν φίδι ανάμεσα στα βουνά.
Ο δρόμος για το πέρασμα του Τουνγκ.
Κοιτάζω δυτικά, σκέπτομαι τα παλιά, μελαγχολώ:
Πέρασαν κάποτε στρατοί αποδώ.
Παλάτια στήθηκαν και βασιλιάδες.
Οι αυτοκρατορίες ακμάζουν, οι άνθρωποι υποφέρουν.
Οι αυτοκρατορίες παρακμάζουν, οι άνθρωποι πάλι υποφέρουν|
Η “παγκοσμιότητα” αυτών των στίχων δεν είναι του είδους που ταιριάζει στο Νόμπελ, κι έτσι δεν θα το πάρει το βραβείο ο Σνάιντερ.
Μα ούτε και ο μεγαλύτερος μετά τον Νερούδα ποιητής της Λατινικής Αμερικής, ο Νίκανορ Πάρρα, θα το πάρει το βραβείο. Στον Νίκανορ Πάρρα, που είναι ενενήντα ενός ετών, αρέσει να παραλογίζεται. Τουλάχιστον έτσι λέει ο πρόεδρος της χώρας του. Ο μεγάλος ποιητής, πραγματοποίησε από τις 18 Αυγούστου μέχρι και τις 6 Οκτωβρίου έκθεση φωτογραφιών, ποιημάτων γραμμένων σε τοίχους, βίντεο και οπτικών κατασκευών, με τον τίτλο: |Το Τίμημα της Χιλής|. Η ομότιτλη κατασκευή είχε χάρτινα ομοιώματα όλων των προέδρων της χώρας του απαγχονισμένα. Φυσικά, ο “αντι-ποιητής”, όπως χαρακτηρίζεται, δεν πρόκειται να πάρει το βραβείο Νόμπελ για την λογοτεχνία.
Ναι, αυτοί, σίγουρα δεν θα πάρουν το βραβείο Νόμπελ. Ας τους διαβάσουμε ατόφιους.