Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Μισέλ Φάις,«Το μέλι και η στάχτη του Θεού», εκδ. Πατάκη, 2024 (Γράφει η Γεωργία Χάρδα)

«Είμαστε σκέψεις, χειρονομίες, σιωπές του Θεού.

Κάποιες φορές, στα όνειρά μας, γινόμαστε το γέλιο του»

 

 

«Το μέλι και η στάχτη του Θεού» πρωτοκυκλοφόρησε το 2002. Στην τέταρτη έκδοση του, είκοσι δύο χρόνια μετά από τις εκδόσεις Πατάκη, επανέρχεται για να φέρει στο προσκήνιο τη λογοτεχνική δημιουργία του Μισέλ Φάις, με έναν νέο, αλλά εξίσου ουσιαστικό τρόπο. Πρόκειται για ένα έργο που κινείται ανάμεσα στη μυθοπλασία και τον φιλοσοφικό στοχασμό, αντλώντας έμπνευση από τη μορφή του Τζούλιο Καΐμη. Ο Καΐμη, ζωγράφος, αισθητικός και λαογράφος, μα πάνω απ’ όλα μνημειώδης πεζοπόρος και δαιδαλώδης αφηγητής έζησε με ένταση το παρόν, με μια οπτική βαθιά επηρεασμένη από τη θρησκευτική φιλοσοφία και τον εβραϊκό μυστικισμό.

Ο Φάις, με τη χαρακτηριστική του πυκνή και στοχαστική γραφή, δεν αφηγείται απλώς τη ζωή του Καΐμη, αλλά επιχειρεί να διεισδύσει στην ουσία της σκέψης του και να αναμετρηθεί με τα ερωτήματα που αυτή γεννά:

Ποια είναι η φύση της πίστης;

Πώς διαμορφώνεται η ταυτότητα μέσα από την πνευματική αναζήτηση;

«Ο Καΐμης δεν ήταν κουτός. Ο Καΐμης είχε μεγάλο δείκτη νοημοσύνης. Νομίζανε πως ήταν κουτός. Παράπονα είχε από πολλούς. Παράπονο με μία μελαγχολία μέσα»

Μέσα από θραυσματικές αφηγήσεις, εσωτερικούς μονολόγους και μια γλώσσα που ακροβατεί ανάμεσα στο δοκίμιο και τη λογοτεχνία, ο συγγραφέας δημιουργεί ένα έργο υπαρξιακής και φιλοσοφικής αναζήτησης.

Η τέταρτη έκδοση του βιβλίου επιβεβαιώνει ότι το έργο του Φάις συνεχίζει να συγκινεί, να προβληματίζει και να συνομιλεί με το σήμερα, προσφέροντας μια ιδιαίτερη ματιά στη σχέση του ανθρώπου με το θείο και το άγνωστο.

«Ρακένδυτος δεν ήτανε, βρόμικος ήτανε. Ο ίδιος ήταν αδιάφορος. Είχε απελευθερωθεί από ζητήματα εμφανίσεως. Δε σου έδινε δικαιώματα να τον κριτικάρεις για την εικόνα του»

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Εύα Πολυβίου,«Οι ορτάνσιες», εκδ. Βακχικόν, 2024 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

Μια νουβέλα με ζωντανους και δυνατους χαρακτήρες

 

 

 

 

Η Εύα Πολυβίου, το νεότευκτο πεζογράφημά-της που τιτλοφορείται ΄΄Οι ορτάνσιες΄΄, το οποίο κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 2024 απο τις εκδόσεις Βακχικον, το χαρακτηρίζει νουβέλα, παρόλο που αποκλίνει ελαφρως απο τα συνηθισμένα πλαίσια που καθορίζουν μία νουβέλα. Να θυμίσω όμως, πως η νουβέλα είναι ένα λογοτεχνικο είδος με αδιάσπαστο κείμενο που η έκτασή-του κυμαίνεται μεταξυ εκείνης ενος διηγήματος και εκείνης ενος μυθιστορήματος. Πιο συγκεκριμένα, σε αριθμο σελίδων, η νουβέλα είναι μεγαλύτερη απο το διήγημα και μικρότερη απο ένα ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα.

 

Ανάφερα πιο πάνω πως το κείμενο της Ε. Πολυβίου αποκλίνει ελαφρως απο εκείνο μίας συνηθισμένης νουβέλας γιατι αυτο αποτελείται απο εννέα σπονδυλωτα μέρη που φέρουν το καθένα ξεχωριστους τίτλους, δεμένα όμως με μία χαλαρη, υπόγεια, σύνδεση, με αποτέλεσμα αυτα να λειτουργουν και να διαβάζονται και ως εννέα αυτοτελη μικρα διηγήματα. Ο αναγνώστης αυτη τη σύνδεση μπορει να τη διακρίνει απο κάποιους τοπικους και χρονικους προσδιορισμους, απο την επαναλαμβανόμενη λέξη «ορτάνσιες», που υποδηλώνει νομίζω και την αγάπη της συγγραφέως προς αυτο το φυτο, και κυρίως απο τα πρόσωπα που πρωταγωνιστουν στη νουβέλα, τα οποία επανέρχονται σταθερα στα εννέα κείμενα.

Το χρονικο πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η υπόθεση της νουβέλας ΄΄Οι ορτάνσιες΄΄, που αποτελείται μόνο απο 76 σελίδες, αρχίζει απο το 1974 και φθάνει μέχρι τις μέρες-μας, με ότι έχει καταγραφει απο ιστορικης, πολιτικης και κοινωνικης άποψης σε αυτο το στενο χρονικο διάστημα. Συγκεκριμένα, αρχίζει με το πραξικόπημα κατα του Αρχιεπισκόπου και πρώτου Προέδρου της Κυπριακης Δημοκρατίας Μακαρίου και την τουρκικη εισβολη που ακολούθησε στο νησι και ολοκληρώνεται με τις χιλιάδες τους νεκρους, τους αγνοούμενους και τους ξεσπιτωμένους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες .

Τοπικα, τα γεγονότα, όπως αφήνει να διαφανει προς το τέλος του βιβλίου-της η συγγραφέας, διαδραματίζονται βασικα στο χωριο Καζάφανι της επαρχίας Κερύνειας αλλα και μεμονωμένα στην ίδια την πόλη. Απ’ όσα, λοιπον, ανάφερα πιο πάνω, διαφαίνεται πως η εν λόγω νουβέλα, απο την αρχη μέχρι το τέλος-της, είναι σωστα συγκροτημένη, με τη δομη-της ν’ ακολουθει ένα καλα μελετημένο, απο αρχιτεκτονικης άποψης, σχέδιο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Χουρμουζιάδης, «Οι χαρταετοί!» εφ. Ριζοσπάστης, 24 & 31/03/2002

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας,  Χαρταετοί

 

 

Τότε, ο ουρανός γέμιζε χαρταετούς! Και η γη, τα σοκάκια της Τούμπας, όπου μεγαλώναμε, κρατώντας σφιχτά στα χέρια μια φέτα ψωμί με ζάχαρη, βρεγμένη με νερό, για να μη μας την πάρει ο αέρας, γέμιζε με επίκαιρες λέξεις που αφορούσαν τη χαρταετοκατασκευή. Καλούμπα, ζύγια, καντήλιασμα μερικές από αυτές τις επίκαιρες λέξεις. Και μαζί μ’ αυτές η λαχτάρα της αναμονής για τη μεγάλη μέρα. Λαχτάρα για τον καιρό, μην τύχει και βρέξει, μην τύχει και δε φυσάει και μείνουν οι χαρταετοί σωριασμένοι στο χώμα, θλιβερά ερπετά με πολύχρωμα ξέφτια. Ουρές ξαπλωμένες στα φρεσκοπλυμένα πλακάκια της αυλής μας. Ζύγια χωρίς δύναμη και καλούμπες σφιχτοτυλιγμένες σε κουβάρια βουβά, κλεμμένες από τα συρτάρια της μάνας, γροθιές χωρίς νόημα. Γενικώς, όνειρα της παιδικής μας θρασύτητας, που δε λογάριαζε τις αρνήσεις της φύσης και πίστευε πως η κατάκτηση του ουρανού δεν ήτανε τίποτε παραπάνω από την τυχαία εύνοια μιας μετεωρολογικής συγκυρίας.

Γι’ αυτό το λόγο δεν προσέχαμε τα ζύγια και τις ουρές, τις καλούμπες και τους σκελετούς των χαρταετών μας. Κοιτάζαμε μονάχα τον ουρανό. Κοιτάζαμε το χρώμα της δύσης και προσπαθούσαμε να υποθέσουμε τη δύναμη του αέρα, το ενδεχόμενο της βροχής. Έτσι μπλεκόμασταν στην αοριστία του ενδεχόμενου, στην αναξιοπιστία του τυχαίου και του «θεϊκού». Πιστεύαμε πως οι αυτοσχέδιοι ηρωισμοί μας ήτανε αναγκαστικά έρμαια μιας αναπόφευκτης συνωμοσίας, προϊόν ιστορικό της καθημερινής φτώχειας, του μόχθου και του πόνου. Κλεινόμασταν, έτσι, μιξοκλαίοντας στα φουστάνια της μάνας μας και χαϊδεύαμε μυστικά τους σωριασμένους χαρταετούς, αναβάλλοντας τις πτητικές μας φιλοδοξίες για τις άλλες Απόκριες.

Έτσι περνούσαν τα χρόνια! Και οι χαρταετοί που δεν έβρισκαν τρόπο για να πετάξουν πλήθαιναν. Τα πολύχρωμα λείψανα του αποκριάτικου ονείρου στοιβάζονταν στις αυλές μας. Οι καλούμπες λιγόστευαν, οι καθαρές Δευτέρες δεν έλεγαν να φυσήξουν ευνοϊκά και οι ξαφνικές βροχές μπερδεύονταν με την υγρασία των παιδικών μας ματιών, που άδικα έψαχναν τον ουρανό, αναζητώντας το πρώτο γαλάζιο άνοιγμα, που θα υποσχόταν τις θριαμβευτικές απογειώσεις των χαρταετών. Κι απ’ αυτό το σημείο άρχιζαν οι μεγάλες δυσκολίες και οι μεγάλες απορίες. Το σχολειό, όπως πάντα, ένας θλιβερός κωφάλαλος, ούτε άκουγε ούτε μιλούσε, επέμενε μονάχα να μας διδάσκει εκείνη την ανώφελη αριθμητική, που μετρούσε νεκρούς και ηρώα, ματοβαμμένες κορυφές και απλήρωτες νίκες. Και όσοι δάσκαλοι έψαχναν να βρουν ανάμεσα σ’ αυτούς τους ανώφελους αριθμούς την άλλη αλήθεια, χάνονταν ένα πρωί ξαφνικά και μεις πασχίζαμε να ερμηνεύσουμε την απουσία τους, όπως ερμηνεύαμε τα πολύχρωμα πτώματα των χαρταετών μας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κωνσταντίνος N. Μακρής, «Ο δολοφόνος με το καλαμάκι και άλλα διηγήματα», εκδ. Αρμίδα, 2023 (γράφει ο Κυριάκος Ιωάννου*)

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η κυπριακή λογοτεχνία αποτελεί το πιο ανθισμένο κλαδί του βαθύρριζου δέντρου της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς εξετάζοντας την πορεία της λογοτεχνικής παραγωγής της Κύπρου τόσο στη διαχρονία της (από τα ποιήματα του Αγίου Νεοφύτου μέχρι τον Νεόφυτο Ροδινό, τον Βασίλη Μιχαηλίδη και τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη) όσο και στη συγχρονία της (με πιο χειροπιαστό παράδειγμα την ποιότητα και την ποσότητα των λογοτεχνικών έργων του έτους 2023).

Αν, τελικά, η λογοτεχνία δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα γραπτά εκείνα κείμενα που συντίθενται με υψηλές αισθητικές αξιώσεις και επιδαψιλεύουν στο αναγνωστικό τους κοινό πλούτο αισθημάτων, τότε, ναι, μπορούμε με ασφάλεια να διατυπώσουμε την άποψη ότι οι συγγραφείς του έτους 2023 είναι – για να θυμηθούμε ξανά τον Βασίλη Μιχαηλίδη – «με καλόν γάλαν βυζασμένοι», γι’ αυτό και το μέλλον των κυπριακών γραμμάτων προδιαγράφεται ευοίωνο.

Οι παραπάνω σκέψεις, τουλάχιστον στη συγχρονική τους διάσταση, επιρρωνύονται και από μια σημαντική διηγηματογραφική συλλογή, η οποία απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας για τις εκδόσεις του έτους 2023: τον Δολοφόνο με το καλαμάκι και άλλα διηγήματα του λεμεσιανού λογοτέχνη και ψυχολόγου Κωνσταντίνου Μακρή (γένν. 1982).

Η συλλογή αυτή, η οποία κυκλοφόρησε από τις κυπριακές εκδόσεις Αρμίδα και αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη συγκεντρωτικότερη απόπειρα του Κ. Μακρή στον απαιτητικό χώρο του διηγήματος, εκτείνεται σε 144 σελίδες και απαρτίζεται από δεκαέξι καλογραμμένα διηγήματα από τα οποία «Ο δολοφόνος με το καλαμάκι» και η «Επιδημία» καταλαμβάνουν τη μεγαλύτερη έκταση (19 και 18 σελ., αντίστοιχα), ενώ τα «Δάνεια των πεθαμένων» και το «Μοναστήρι του Σατανά» τη μικρότερη (2 και 3 σελ., αντίστοιχα). Αξίζει να σημειωθεί ότι το εξώφυλλο του βιβλίου οδηγεί τη σκέψη μας στα καλλιγραφήματα ή, αλλιώς, στη σχηματογραφική ποίηση του Γκυγιώμ Απολλιναίρ (κυρίως στο «Λαβωμένο περιστέρι και το σιντριβάνι») και του Γιώργου Σεφέρη, δηλ. σε ποιήματα όπου το βασικό νόημά τους αποδίδεται μέσω της εικόνας, καθώς, επιχειρώντας μια πιο προσεκτική ματιά, θα παρατηρήσουμε ότι στο συγκεκριμένο εξώφυλλο η κάθετη διάταξη των λέξεων, σε συνδυασμό με την κεκλιμένη τοποθέτηση κάποιων άλλων, δημιουργεί οπτικά ένα καλαμάκι, το οποίο λες και μας προ(σ)καλεί να ρουφήξουμε τα αφηγηματικά καλούδια της συλλογής.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Καίτη Παπαδάκη, «Τα κέρματα»

Θα της έδιναν, δεν μπορεί. Τόσοι περαστικοί, τόσοι άνθρωποι. Μέχρι να πάει παρακάτω θα γέμιζαν τα χέρια της κέρματα. Μετά Θα πήγαινε σπίτι, να τα βάλει μαζί με τα υπόλοιπα. Είχε ένα συρτάρι από δαύτα. Της άρεσε ο ήχος τους. Γι αυτό, δεν έπαιρνε τα χάρτινα λεφτά. Της άρεσε κι ο ήχος της φωνής των ανθρώπων. Γι αυτό, αν κάποιος δεν της έδινε, της αρκούσε που της μίλαγε. Μέχρι να φτάσει στο μπακάλικο, θα συναντούσε πολύ κόσμο. Αν μπορούσε, θα τους καθυστερούσε . Θα τους έλεγε για τον καιρό, θα τους έδινε ευχές… Θα μάζευε τις λέξεις τους σαν νομίσματα. Θα τις έκρυβε στο συρτάρι του μυαλού της για ν’ ακούει την ηχώ τους όταν θα ‘μενε μόνη. Θα της έδιναν. Ένα ευρώ, μια ματιά, ένα λόγο, κάτι να πιαστεί.

Ως το μπακάλικο ο δρόμος ανηφόριζε. Έσερνε μαζί της το καρότσι της λαϊκής που έτριζε τόσο, ώστε ακόμα κι αν ήθελες να την αγνοήσεις, δεν τα κατάφερνες. Κατά διαστήματα στηριζόταν στη λαβή του να ξαποστάσει. Σήμερα ένιωθε εξαντλημένη. Ήταν κι αυτός ο ήλιος … Ίδρωνε, λαχάνιαζε… Κάποιος της είπε να βγάλει Μάη μήνα το παλτό μην πάθει τίποτα, μα δεν τον άκουσε. Εκείνη κρύωνε , από μέσα κρύωνε. Έτσι του απάντησε. Δεν ήξερε πώς αλλιώς να εξηγήσει τι ένιωθε. Από μέσα… αλήθεια τι ήταν εκεί μέσα που την πάγωνε; Μετά βίας θυμόταν τα πρόσωπά τους πια. Καμία φορά τα ξέχναγε εντελώς. Μόνο το κλάμα εκείνου όταν τον γέννησε, το κλάμα των εγγονιών της όταν τα κράτησε στα χέρια της. Κλάματα μωρών. .. Ή μήπως το δικό της κλάμα; Κάποτε όλοι χάθηκαν. Όλοι μαζί; Ο ένας μετά τον άλλο; Έφυγαν; Πέθαναν; Τι έγινε; Αχ, δεν θυμόταν ακριβώς… Όσο δεν θυμόταν, τόσο κρύωνε. Πλησίαζε στο μαγαζί. Θα έμπαινε, θα έλεγε καλημέρα, θα την χαιρετούσαν όπως συνήθως. Θα κοιτούσε τα τρόφιμα, μα δεν θα ψώνιζε. Θα έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι της. Θα άδειαζε τις τσέπες της στο συρτάρι μόλις θα έφτανε, ρίχνοντας ένα ένα τα νομίσματα πάνω στα προηγούμενα. Γκλιν γκλιν γκλιν ο αντίλαλος στο άδειο σπίτι θα την έκανε να αισθάνεται μια κάποια παρουσία…

Διαβάστε περισσότερα