Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η κυπριακή λογοτεχνία αποτελεί το πιο ανθισμένο κλαδί του βαθύρριζου δέντρου της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς εξετάζοντας την πορεία της λογοτεχνικής παραγωγής της Κύπρου τόσο στη διαχρονία της (από τα ποιήματα του Αγίου Νεοφύτου μέχρι τον Νεόφυτο Ροδινό, τον Βασίλη Μιχαηλίδη και τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη) όσο και στη συγχρονία της (με πιο χειροπιαστό παράδειγμα την ποιότητα και την ποσότητα των λογοτεχνικών έργων του έτους 2023).
Αν, τελικά, η λογοτεχνία δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα γραπτά εκείνα κείμενα που συντίθενται με υψηλές αισθητικές αξιώσεις και επιδαψιλεύουν στο αναγνωστικό τους κοινό πλούτο αισθημάτων, τότε, ναι, μπορούμε με ασφάλεια να διατυπώσουμε την άποψη ότι οι συγγραφείς του έτους 2023 είναι – για να θυμηθούμε ξανά τον Βασίλη Μιχαηλίδη – «με καλόν γάλαν βυζασμένοι», γι’ αυτό και το μέλλον των κυπριακών γραμμάτων προδιαγράφεται ευοίωνο.
Οι παραπάνω σκέψεις, τουλάχιστον στη συγχρονική τους διάσταση, επιρρωνύονται και από μια σημαντική διηγηματογραφική συλλογή, η οποία απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας για τις εκδόσεις του έτους 2023: τον Δολοφόνο με το καλαμάκι και άλλα διηγήματα του λεμεσιανού λογοτέχνη και ψυχολόγου Κωνσταντίνου Μακρή (γένν. 1982).
Η συλλογή αυτή, η οποία κυκλοφόρησε από τις κυπριακές εκδόσεις Αρμίδα και αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη συγκεντρωτικότερη απόπειρα του Κ. Μακρή στον απαιτητικό χώρο του διηγήματος, εκτείνεται σε 144 σελίδες και απαρτίζεται από δεκαέξι καλογραμμένα διηγήματα από τα οποία «Ο δολοφόνος με το καλαμάκι» και η «Επιδημία» καταλαμβάνουν τη μεγαλύτερη έκταση (19 και 18 σελ., αντίστοιχα), ενώ τα «Δάνεια των πεθαμένων» και το «Μοναστήρι του Σατανά» τη μικρότερη (2 και 3 σελ., αντίστοιχα). Αξίζει να σημειωθεί ότι το εξώφυλλο του βιβλίου οδηγεί τη σκέψη μας στα καλλιγραφήματα ή, αλλιώς, στη σχηματογραφική ποίηση του Γκυγιώμ Απολλιναίρ (κυρίως στο «Λαβωμένο περιστέρι και το σιντριβάνι») και του Γιώργου Σεφέρη, δηλ. σε ποιήματα όπου το βασικό νόημά τους αποδίδεται μέσω της εικόνας, καθώς, επιχειρώντας μια πιο προσεκτική ματιά, θα παρατηρήσουμε ότι στο συγκεκριμένο εξώφυλλο η κάθετη διάταξη των λέξεων, σε συνδυασμό με την κεκλιμένη τοποθέτηση κάποιων άλλων, δημιουργεί οπτικά ένα καλαμάκι, το οποίο λες και μας προ(σ)καλεί να ρουφήξουμε τα αφηγηματικά καλούδια της συλλογής.
Τα δεκαέξι αυτά λογοτεχνικά κείμενα, καίτοι αυτοτελή ως προς τη θεματική τους, δημιουργούν μια αξιοπρόσεκτη, μεταξύ τους, συνοστέωση, καθώς, ιδωμένα ως ενιαίο λογοτεχνικό σώμα, αναδεικνύουν εναργέστερα τις βαθύτερες στοχεύσεις του συγγραφέα τους – θα μπορούσαν, με άλλα λόγια, να παραλληλιστούν με ένα κομπολόι, οι χάντρες του οποίου είναι μεν ξεχωριστές, αλλά, ταυτόχρονα, λόγω του νήματος που τις συγκρατεί, οργανωμένες και με τρόπο συνεκτικό. Πρόκειται για διηγήματα (αλλά, ενίοτε, και για αφηγηματικές «στιγμές»), όπου το επίκεντρο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος και όχι, π.χ., η φύση. Ο τόπος είναι η (αστική, κυρίως) Κύπρος (Λευκωσία, Λεμεσός, Πάφος κτλ.), μολονότι είναι σαφές ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο συγγραφέας αποφεύγει να ορίσει ρητά το τοπογραφικό πλαίσιο, ίσως για να δώσει την ευκαιρία και σε άλλους, μη κύπριους αναγνώστες να ταυτιστούν ευκολότερα με τον σκηνικό χώρο των έργων του.
Στα διηγήματα της συλλογής ξεχωρίζουν ο ευθύβολος ρεαλισμός, η σαρκαστική αποδόμηση των ηρώων (ας σημειωθεί εδώ ότι ο θάνατος των σπουδαιοφανών ηρώων λειτουργεί ως κάθαρση), η – ίσως και υποδόρια, κάποτε, όμως, και έκδηλη –ειρωνεία, η διάσπαρτη χρήση της κυπριακής διαλέκτου, η ελεγχόμενη, συνήθως, αθυροστομία, η λανθάνουσα αυτοβιογραφικότητα, καθώς και ένας εντυπωσιακά εναλλασσόμενος «πουριτανικός μετανεωτερισμός», ενώ, παράλληλα, δημιουργείται η εντύπωση ότι το καθένα από αυτά συνιστά ένα ξεχωριστό λογοτεχνικό μανιφέστο που, εξ αντανακλάσεως, στηλιτεύει διάφορες ανθρώπινες συμπεριφορές και παθογένειες.
Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, θα προσθέταμε ότι οι εκτενείς, κάποτε, περιγραφές επιτείνουν την αγωνία, τα σχόλια υποβοηθούν τον αναγνώστη να αναχθεί σε πανοραμικότερες διαπιστώσεις και συμπεράσματα, τα διαλογικά μέρη ενισχύουν τη φυσικότητα, την παραστατικότητα, αλλά, κάποτε, και τη δραματικότητα, ενώ η τριτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία χρησιμοποιείται στα πλείστα διηγήματα, προσδίδει αμεσότητα και περισσότερη πειστικότητα.
Στο σημείο αυτό θα μπορούσαμε ενδεχομένως να σχολιάσουμε λίγο περισσότερο τον ευθύβολο ρεαλισμό των διηγημάτων αυτών. Ο συγγραφέας ναι μεν αποδίδει πιστά την πραγματικότητα, ακόμη και με τις ασχήμιες της και τα ελαττώματά της, αλλά, συχνά, δημιουργεί και μια αντιρροπιστική κατάσταση, η οποία φαίνεται να δρα σαν αντιιικό φάρμακο που μετριάζει τις αντικειμενικές αναπαραστάσεις της ζωής και των ηρώων. Έτσι, για παράδειγμα, στην «Επιδημία», αν και δίνεται η αρχική πληροφορία ότι η ηρωίδα δεν ήταν όμορφη («δεν θα την έλεγες όμορφη»), καθώς «είχε ένα κοντόχοντρο σώμα με βαρύ σκελετό» και έναν «κάπως εύσωμο λαιμό», τελικά, τα «πυρόχρυσα μαλλιά της […] έδιναν στην παράξενα φωτεινή λάμψη των πράσινων ματιών της μια γοητεία αγγελική και πάναγνη» (σ. 30).
Επιπροσθέτως, θετικό πρόσημο προσλαμβάνει και ο τρόπος με τον οποίο ο Κ. Μακρής καταγράφει τις σκέψεις του, τα συναισθήματά του, την αντίληψή του για τη ζωή, με μια λέξη: ο λόγος του, ο οποίος άλλοτε είναι αποφθεγματικός: «Για λίγες στιγμές ηδονής, υποφέρουμε ολάκερη ζωή» (σ. 35)· άλλοτε βαθυστόχαστος, διεισδυτικός μα και έντονα επικριτικός: «Μέσα στο κελί του, να τον κακοποιούν αλύπητα οι Τουρκαλάδες, και νιώθεις ντροπή που δεν έζησες εκείνα τα χρόνια τα ηρωικά, τα μαρτυρικά, παρά μόνο λούζεσαι ως απόγονος τις συνέπειές τους» (ό.π.)· άλλοτε επιστρωμένος με λογοπαικτική διάθεση: «Είχε, βλέπεις, κάνει κρατούμενος στην Άγκυρα, κι αυτή η εμπειρία καρφώθηκε σαν άγκυρα στην ψυχή του και όλο τον βαραίνει από τότε» (σ. 88)· και άλλοτε εντυπωσιακά απρόσμενος ως προς τους λεκτικούς του συνδυασμούς: «θανατερό απόγευμα» (σ. 105).
To παρακάτω απόσπασμα είναι ειλημμένο από την έναρξη του διηγήματος «Επιδημία». Το παραθέτουμε για να δείξουμε ότι αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα των συγγραφικών αρετών και ικανοτήτων του Κ. Μακρή, καθώς σε αυτό, μεταξύ άλλων, τεκμηριώνονται: η πύκνωση του λόγου, η γλωσσική επάρκεια/ευστοχία, οι επιτυχημένες αντιθέσεις (σκοτάδι – φως), η παρατακτική σύνδεση των προτάσεων, η αλληλουχία οπτικών και οσφρητικών εικόνων, το θρησκευτικό στοιχείο κτλ.
Η νύχτα άρχισε να πέφτει στο χωριό. Οι πυρόχρυσες αχτίδες του ήλιου έμπαιναν μέσα στο ατελιέ από τις καφεπράσινες, λεπτές κουρτίνες, χαρίζοντας στα μάτια της ένα χρώμα από ουίσκι· ένα μεθυστικό φως που την κυρίευσε και του αφέθηκε ολόψυχα. Έκλεισε τα μάτια, τέντωσε το κορμί της και εισέπνευσε τον καθαρό αέρα
της εξοχής. Τα αρωματικά κεριά είχαν καεί προ ώρας, μα είχανε αφήσει στο δωμάτιο τη χαρακτηριστική ευωδιά της ινδουιστικής ευλογίας.
(σ. 30)
Κοντολογίς, στην ορμέμφυτη συλλογή Ο δολοφόνος με το καλαμάκι και άλλα διηγήματα ο Κ. Μακρής ανέσυρε από τα σπηλαιώδη βάθη του θυμικού του εικόνες, εμπειρίες, γεγονότα και σκέψεις, τα οποία, αφού πρώτα κατάφερε να τα συναρμολογήσει με συγγραφική μαεστρία, στη συνέχεια, σαν τον σαραντάχρονο Αρτέμη, τον ταριχευτή, τα κληροδότησε στους σημερινούς και τους αυριανούς αναγνώστες της κυπριακής και της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας.
*Ο Δρ. Κυριάκος Ιωάννου είναι νεοελληνιστης φιλόλογος









