Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Philip Barantini, «Adolescence» (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)

Χορογραφημένη κοινωνική κριτική

 

Μόνο οι νέοι έχουν μια ερμηνεία για το καθετί, μια εξήγηση για τη σκοτεινιά και μια απόδειξη για κάθε ερώτημα, αυτό τους δίνει ορμή, πάθος και ενέργεια γιατί οι νέοι πριν μάθουν τι θέλουν, ξέρουν μετά βεβαιότητος τι δεν θέλουν.

Η σειρά «Εφηβεία» ξεκινά με ένα άγριο αστυνομικό ξέσπασμα: ένοπλοι αστυνομικοί εισβάλλουν στο σπίτι των Μίλερ τα ξημερώματα, σέρνοντας τον 13χρονο Τζέιμι Μίλερ από το κρεβάτι του, κατηγορώντας τον για τη δολοφονία της συμμαθήτριάς του Κέιτι. Πρόκειται για μια τρανταχτή, χαοτική σεκάνς που δίνει αμέσως τον τόνο – ωμό, κλειστοφοβικό και βαθιά ανησυχητικό. Από εκείνη τη στιγμή, το «Εφηβεία» αποφεύγει την παραδοσιακή φόρμουλα του αστυνομικού έργου δράσης και εστιάζει στο γιατί, ξετυλίγοντας τα ψυχολογικά και κοινωνιολογικά νήματα που οδήγησαν σε αυτή την τραγωδία.

Η «Εφηβεία» είναι μίνι σειρά τεσσάρων επεισοδίων του Netflix είναι ένα αμείλικτο, σχολαστικά επεξεργασμένο δράμα που βυθίζει τους θεατές στις ψυχολογικές και κοινωνικές περιπλοκές της εφηβικής βίας. Με πρωταγωνιστή στον ρόλο του πατέρα Μίλερ τον Στίβεν Γκράχαμ (Boiling Point, Bodies), ο οποίος συνεργάστηκε στο σενάριο, η σειρά είναι ένα τολμηρό πείραμα στην αφήγηση, γυρισμένη εξ ολοκλήρου σε συνεχείς, αδιάκοπες λήψεις, σε 4 καταπληκτικά μονοπλάνα. Αυτή η υφολογική επιλογή, που θυμίζει το Boiling Point και το Birdman, του σκηνοθέτη της σειράς Φιλιπ Μπαραντίνι εντείνει τον επείγοντα χαρακτήρα της αφήγησης, παρασύροντας μας στην ωμή αμεσότητα της κρίσης που εκτυλίσσεται.

Στο επίκεντρο της η «Εφηβεία» έχει την έρευνα για τον θάνατο της Κέιτι, αλλά η σειρά ξεπερνά τις συμβάσεις ενός τυπικού αστυνομικού δράματος. Αντί να εστιάζει αποκλειστικά στα διαδικαστικά στοιχεία, η σειρά διευρύνει το πεδίο της για να εξετάσει τους ευρύτερους κοινωνικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των εφήβων. Μέσα από τις οπτικές γωνίες των γονέων της Τζέιμι, των ντετέκτιβ, των σχολικών αξιωματούχων και των ειδικών ψυχολόγων, η σειρά εμβαθύνει στις πιέσεις που δέχονται οι έφηβοι στη σύγχρονη κοινωνία.

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της σειράς είναι η διερεύνηση της επίδρασης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στους νέους. Η αφήγηση συνυφαίνει ψηφιακά αποτυπώματα, ομαδικές συζητήσεις και ιογενείς φήμες στην έρευνα, καταδεικνύοντας πώς οι διαδικτυακές αλληλεπιδράσεις μπορούν να κλιμακώσουν τις συγκρούσεις στον πραγματικό κόσμο. Εξετάζει το ψυχολογικό τίμημα του διαδικτυακού εκφοβισμού, την επιτελεστική φύση των προσωπικοτήτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τη δυσκολία διάκρισης μεταξύ των πραγματικών απειλών και της εφηβικής στάσης.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ariane Labed, «September Says», 2024 (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)

 

Οι σκοτεινοί διάδρομοι της ανθρώπινης σύνδεσης

 

Οι άνθρωποι και κυρίως τα αδέλφια έγιναν ο ένας για τον άλλο. Θα πρέπει προσαρμόζει κανείς τον εαυτό του με όσους η μοίρα έφερε κοντά, αλλά καλό είναι να μην εξιδανικεύει τους άλλους, γιατί δεν θα ανταποκριθούν ποτέ στις προσδοκίες του.

Η Αριάν Λαμπέντ υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας της, μιας κινηματογραφικής διασκευής του γοτθικού μυθιστορήματος Sisters της Ντέιζι Τζόνσον (της νεότερης υποψήφιας για το λογοτεχνικό βραβείο Man Booker). Μια εξερεύνηση της αδελφότητας, της ταυτότητας και της ψυχολογικής πολυπλοκότητας της εφηβείας, η ταινία γοητεύει με τον απόκοσμο τόνο της, τη μελαγχολική κινηματογράφηση και τις δυνατές ερμηνείες των πρωταγωνιστριών της.

Στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκονται η Τζούλια και η Σεπτέμπερ, δύο αδελφές που συνδέονται με μια έντονη επαφή και, μερικές φορές, ανησυχητικούς δεσμούς. Η σχέση τους διαμορφώνει έναν απομονωμένο κόσμο που οι ίδιες δημιούργησαν, ο οποίος είναι τόσο γοητευτικός όσο και κλειστοφοβικός. Η Σεπτέμπερ, η μεγαλύτερη, κατά δέκα μήνες, από τις δύο, είναι έντονα προστατευτική και επιφυλακτική απέναντι στον έξω κόσμο, ενώ η Τζούλια, νεότερη και πιο ανοιχτή, αρχίζει να αμφισβητεί τα όρια του δεσμού τους. Οι πρώτες σκηνές της ταινίας εγκαθιδρύουν τη δυναμική τους με τρόπο οικείο και ανησυχητικό, αναδεικνύοντας τις ανομολόγητες εντάσεις που σιγοβράζουν κάτω από την επιφάνεια.

Η κεντρική σύγκρουση της ταινίας τίθεται σε κίνηση όταν η Σεπτέμπερ αποβάλλεται από το σχολείο, αφήνοντας τη Τζούλια να προσανατολιστεί στον κόσμο χωρίς τη συνεχή παρουσία της. Αυτός ο αποχωρισμός σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής, καθώς η Τζούλια αρχίζει να διεκδικεί την ανεξαρτησία της, μια αλλαγή που δεν περνά απαρατήρητη από τη μεγαλύτερη αδελφή της. Η μητέρα τους, μια γυναίκα που πασχίζει να κατανοήσει και να διαχειριστεί την ένταση της σχέσης των κοριτσιών της, ανησυχεί όλο και περισσότερο καθώς τις βλέπει να παρασύρονται στον δικό τους κόσμο. Αναζητώντας καταφύγιο και μια νέα αρχή, οι τρεις τους αποσύρονται σε ένα απομακρυσμένο, ταλαιπωρημένο από τις καιρικές συνθήκες εξοχικό σπίτι στην Ιρλανδία, ένα σκηνικό που ενισχύει την ήδη αυξημένη αίσθηση απομόνωσης και ανησυχίας της ταινίας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Ο Νίκος Καζαντζάκης ως σεναριογράφος και η Ελληνική Επανάσταση του 1821: “Το κόκκινο μαντίλι”» (γράφει η Έφη Μπουκουβάλα – Κλώντζα)

 

«…αρχίζει να μου προξενεί συγκίνηση αυτή η δύναμη του ανθρώπου, με φως και με ίσκιο να πλάθει πρόσωπα, ιδέες και πάθη και να τα εξαφανίζει».

(Καζαντζάκη, 1998, Νίκος Καζαντζάκη, ο Ασυμβίβαστος)

 

 

Μια άγνωστη στο ευρύ κοινό πτυχή της δημιουργικής έκφρασης του Νίκου Καζαντζάκη αποτελεί η ενασχόλησή του με τη συγγραφή σεναρίων, προορισμένων για την έβδομη τέχνη, για τα οποία άρχισε να εκδηλώνει ζωηρό ενδιαφέρον κατά τις αλλεπάλληλες περιηγήσεις του στη Σοβιετική Ένωση την τετραετία 1928 – 1932.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο συγγραφέας συνειδητοποίησε και διατύπωσε στα κείμενά του την τεράστια επίδραση του κινηματογράφου στη διαμόρφωση της λαϊκής συνείδησης και τη συμβολή του στη διάχυση των ιδεών, λόγω της υποβλητικότητάς του, στην οποία συνεισφέρει η δύναμη της εικόνας (Καζαντζάκης, 2013).

Η σχετική παραγωγή του συγγραφέα σ’ αυτήν την τετραετία είναι πλούσια, καθώς μεταξύ των έργων που δημιουργεί συμπεριλαμβάνονται και οκτώ σενάρια, με σκοπό την αξιοποίησή τους στην έβδομη τέχνη. Δύο από αυτά αποτελούν διασκευές κλασικών λογοτεχνικών δημιουργιών (Δον Κιχώτης, Δεκαήμερον), τρία αναφέρονται σε εξέχουσες ιστορικές μορφές (Λένιν, Μουχαμέτης, Βούδας), ένα χαρακτηρίζεται από αντικληρικό περιεχόμενο (Άγιος Παχώμιος και Σία), ένα εκτυλίσσεται σε βουδιστική μονή κατά τη διάρκεια έκλειψης ηλίου (Μια έκλειψη ηλίου) και τέλος Το κόκκινο μαντίλι αντλεί το θέμα του από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 (Αγάθος, 2017).

Παρά το πάθος που διακατέχει τον Καζαντζάκη για τη συγγραφή σεναρίων, έχει απόλυτη επίγνωση των τεχνικών αδυναμιών του και της ανάγκης του για βοήθεια και καθοδήγηση από ειδικό (Αγάθος, 2017). Τους σχετικούς προβληματισμούς του εκφράζει στον επιστήθιο φίλο του Παντελή Πρεβελάκη, ο οποίος, ως συνήθως, τον εφοδιάζει με κατάλληλο υποστηρικτικό υλικό:

«Α! να βρίσκαμε ένα καλό cineaste συνεργάτη, θα κάναμε μεγάλα πράματα. Όταν εργάζουμαι scenario – το ’χα παρατηρήσει από τη Ρουσία – το μυαλό μου πηδάει, μπαίνω στην παράφορη κινηματογραφική πραγματικότητα – μα όλες μου οι τόλμες αδύνατο να τις εχτελέσω, χωρίς τη συντρομή καλού cineaste. Στο scenario νιώθω μονάχα τη μια φτερούγα μέσα μου· η άλλη, η technique, μου λείπει».

(Καζαντζάκης, 1984, Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη)

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Το Καρότσι / Η ιστορία ενός καροτσιού που έγινε βιβλιοπωλείο», εκδ. Εκάτη, 2011 (γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης)

Το υπόγειο άντρο της μνήμης: Το Καρότσι και η αντοχή της βιβλιοφιλίας

 

Υπάρχουν βιβλία που διηγούνται ιστορίες, και υπάρχουν βιβλία που κουβαλούν τις ιστορίες μέσα τους—όχι μόνο τις δικές τους, αλλά και των ανθρώπων που τα άγγιξαν, τα αγάπησαν, τα μετέφεραν από χέρι σε χέρι σαν ιερά κειμήλια. Το Καρότσι, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εκάτη, δεν είναι απλώς η καταγραφή μιας εποχής. Είναι η βιβλιοθήκη μιας συλλογικής μνήμης, η ιστορία ενός ανθρώπου και ταυτόχρονα η ιστορία μιας ολόκληρης Αθήνας, εκείνης που έζησε στο μεταίχμιο μεταξύ υπόγειας αντίστασης και υπέργειας ελευθερίας.

Ο Κώστας Νικολάκης, ο πλανόδιος βιβλιοπώλης που έγινε θρύλος της αθηναϊκής διανόησης, ξεκινά από ένα καρότσι φορτωμένο με λέξεις και φτάνει να στήσει το υπόγειο βιβλιοπωλείο-καταφύγιο στην 3ης Σεπτεμβρίου. Ένα μέρος που δεν ήταν απλώς ένα μαγαζί, αλλά μια πνευματική ρωγμή μέσα στον συμπαγή τοίχο της δικτατορίας. Στη μεταπολιτευτική του εκδοχή, έγινε κάτι ακόμα πιο σημαντικό: ένα σημείο συνάντησης για ανθρώπους που ήθελαν να μοιραστούν περισσότερα από τυπωμένες σελίδες—ήθελαν να μοιραστούν ιδέες, αμφισβητήσεις, καπνό και αλκοόλ, έριδες και συμφωνίες.

Η ανθολογία αυτή, πλούσια και πολυφωνική, είναι ένα μωσαϊκό αναμνήσεων γραμμένο από όσους τον γνώρισαν, τον έζησαν και βρήκαν στη φυσιογνωμία του κάτι παραπάνω από έναν βιβλιοπώλη—έναν καλλιτέχνη της ζωής, όπως τον αποκαλεί ο Δημήτρης Γαβαλάς. Ο Μένης Κουμανταρέας, στο εμβληματικό «Στο υπόγειο άντρο», αποτυπώνει το βιβλιοπωλείο ως ένα αντι-καταφύγιο, μια σπηλιά όπου, αντί για σιωπή, υπήρχε ηχηρή συζήτηση. Ο Ρένος Αποστολίδης τον αποκαλεί «ο δικός μας Κωστής», δίνοντας στο πορτρέτο του Νικολάκη τη διάσταση ενός φίλου, ενός συνοδοιπόρου της αθηναϊκής διανόησης. Η αφήγηση του Γιάννη Βαρβέρη στο «Καθ’ οδόν» θυμίζει περιπλάνηση στους δρόμους της πόλης, όπου το Καρότσι γίνεται κάτι παραπάνω από ένα όχημα μεταφοράς βιβλίων—είναι ένας πλοηγός στη γνώση. Ο Γιώργος Καραβασίλης, στο «Η βιβλιοθήκη, το βιβλιοπωλείο, η ιστορία…», συνδέει τη φυσική παρουσία των βιβλίων με τον χρόνο, τη μνήμη και τη συλλογική εμπειρία.

Στην τελική του μορφή, αυτό το υπόγειο δεν είναι μια φυλακή, αλλά μια αναρχική βιβλιοθήκη της ζωής. Ένα μέρος όπου η κουβέντα γίνεται μουσική, η διαφωνία τέχνη και το πάθος για τις λέξεις τρόπος επιβίωσης. Και αν κάτι μένει τελικά από την ιστορία του Καροτσιού, είναι η βεβαιότητα ότι τα βιβλία δεν πωλούνται απλώς—βρίσκουν το δρόμο τους, γίνονται συνωμότες, αντέχουν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Mario Benedetti, «Η ανακωχή», εκδ. Σκαρίφημα 2024 (γράφει ο Γιάννης Δρούγος)

 

 

Ο μείζων Ουρουγουανός ποιητής, δημοσιογράφος και συγγραφέας Mario Benedetti -από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα- επανέρχεται εκδοτικά στο προσκήνιο (μετά το αριστουργηματικό «Άνοιξη με μια σπασμένη γωνία» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Gutenberg στη σειρά Aldina και που υπενθύμισε στο αναγνωστικό κοινό την παρουσία και το μεγαλείο ενός ξεχασμένου σπουδαίου συγγραφέα) αυτή τη φορά από τις εκδόσεις Σκαρίφημα, με ένα από τα πιο δημοφιλή του έργα το οποίο μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και διασκευάστηκε για το θέατρο, τη μεγάλη οθόνη και το ραδιόφωνο. «Η ανακωχή», έργο που εκδόθηκε το 1960 στη Λατινική Αμερική (κι όμως είναι σαν να έχει γραφτεί σήμερα γιατί τα θέματά του είναι διαχρονικά, γιατί οι άνθρωποι και οι εποχές αλλάζουν παραμένοντας πάντα ίδιοι και ίδιες, γιατί η αισθαντική και ποιητική πρόζα του Benedetti μετατρέπει το ιδιωτικό σε συλλογικό και οικουμενικό καταργώντας τον χρόνο) αντλεί τη θεματολογία του από βιώματα προσωπικά (που συμβαίνουν στον καθένα) και κρατά κάτω απ’ το φως στρεβλή πορεία ζωής, ανθρώπων άνθηση και μαρασμό και επιθυμία για ευτυχία και την καρδιά τους που -ραγισμένη- γυρεύει να πιάσει τα πράγματα απ’ την αρχή.

Σε διαφορετικό ύφος από τα προηγούμενα έργα του (συγκεκριμένα με την «Άνοιξη» που διαβάσαμε στη γλώσσα μας πρόσφατα), ο Benedetti έχτισε ολόκληρη την «Ανακωχή» με τη χρήση ημερολογιακών καταγραφών άρα η εξέλιξη της ιστορίας και οι κεντρικοί χαρακτήρες κινούνται μέσα από τις σελίδες ενός ημερολογίου διαρκείας εγγραφών περίπου ενός χρόνου. Ημερολογιακής μορφής συναρπαστικό και συγκινητικό μυθιστόρημα, γραμμένο εύστοχα, καθαρά, με καλοζυγισμένες δόσεις χιούμορ, φινετσάτης ειρωνίας, πολιτικών αιχμών και ρεαλισμού από τον Benedetti που πλάθει με την μαγική του πένα έναν κεντρικό ήρωα συμπαθή και αντιπαθή ταυτόχρονα καθώς στο ημερολόγιό του καταγράφονται από τις πιο τρυφερές και βαθιές του σκέψεις ως τις πιο ακραίες απόψεις του.

Διαβάστε περισσότερα