Μια νουβέλα με ζωντανους και δυνατους χαρακτήρες
Η Εύα Πολυβίου, το νεότευκτο πεζογράφημά-της που τιτλοφορείται ΄΄Οι ορτάνσιες΄΄, το οποίο κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 2024 απο τις εκδόσεις Βακχικον, το χαρακτηρίζει νουβέλα, παρόλο που αποκλίνει ελαφρως απο τα συνηθισμένα πλαίσια που καθορίζουν μία νουβέλα. Να θυμίσω όμως, πως η νουβέλα είναι ένα λογοτεχνικο είδος με αδιάσπαστο κείμενο που η έκτασή-του κυμαίνεται μεταξυ εκείνης ενος διηγήματος και εκείνης ενος μυθιστορήματος. Πιο συγκεκριμένα, σε αριθμο σελίδων, η νουβέλα είναι μεγαλύτερη απο το διήγημα και μικρότερη απο ένα ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα.
Ανάφερα πιο πάνω πως το κείμενο της Ε. Πολυβίου αποκλίνει ελαφρως απο εκείνο μίας συνηθισμένης νουβέλας γιατι αυτο αποτελείται απο εννέα σπονδυλωτα μέρη που φέρουν το καθένα ξεχωριστους τίτλους, δεμένα όμως με μία χαλαρη, υπόγεια, σύνδεση, με αποτέλεσμα αυτα να λειτουργουν και να διαβάζονται και ως εννέα αυτοτελη μικρα διηγήματα. Ο αναγνώστης αυτη τη σύνδεση μπορει να τη διακρίνει απο κάποιους τοπικους και χρονικους προσδιορισμους, απο την επαναλαμβανόμενη λέξη «ορτάνσιες», που υποδηλώνει νομίζω και την αγάπη της συγγραφέως προς αυτο το φυτο, και κυρίως απο τα πρόσωπα που πρωταγωνιστουν στη νουβέλα, τα οποία επανέρχονται σταθερα στα εννέα κείμενα.
Το χρονικο πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η υπόθεση της νουβέλας ΄΄Οι ορτάνσιες΄΄, που αποτελείται μόνο απο 76 σελίδες, αρχίζει απο το 1974 και φθάνει μέχρι τις μέρες-μας, με ότι έχει καταγραφει απο ιστορικης, πολιτικης και κοινωνικης άποψης σε αυτο το στενο χρονικο διάστημα. Συγκεκριμένα, αρχίζει με το πραξικόπημα κατα του Αρχιεπισκόπου και πρώτου Προέδρου της Κυπριακης Δημοκρατίας Μακαρίου και την τουρκικη εισβολη που ακολούθησε στο νησι και ολοκληρώνεται με τις χιλιάδες τους νεκρους, τους αγνοούμενους και τους ξεσπιτωμένους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες .
Τοπικα, τα γεγονότα, όπως αφήνει να διαφανει προς το τέλος του βιβλίου-της η συγγραφέας, διαδραματίζονται βασικα στο χωριο Καζάφανι της επαρχίας Κερύνειας αλλα και μεμονωμένα στην ίδια την πόλη. Απ’ όσα, λοιπον, ανάφερα πιο πάνω, διαφαίνεται πως η εν λόγω νουβέλα, απο την αρχη μέχρι το τέλος-της, είναι σωστα συγκροτημένη, με τη δομη-της ν’ ακολουθει ένα καλα μελετημένο, απο αρχιτεκτονικης άποψης, σχέδιο.
Στη νουβέλα της Ε. Πολυβίου όμως, το ιστορικο στοιχείο, γενικα η Ιστορία, όπως διαπιστώνω, δεν έχει το απάνω χέρι. Η Ιστορία είναι χωνεμένη βαθια στο κείμενό-της. Αντίθετα, εκείνα που κυριαρχουν, προβάλλονται και επιφαίνονται έντονα είναι τα κοινωνικα στοιχεία που έχουν καταχωρηθει μέσα στο λογοτεχνικο κείμενό-της, που είναι σε μεγάλο βαθμο διαποτισμένο με τη συναισθηματικη φόρτισή-της. Γιατι, αν τυχον επικρατούσαν τα ιστορικα στοιχεία, τότε η Ε. Πολυβίου θα έκανε άθελά-της Ιστορία και όχι εμπνευσμένη λογοτεχνία. Και αυτο τον σκόπελο φαίνεται πως τον είχε υπόψη-της, πράγμα που κατάφερε, όπως είπα και όπως εκ του αποτελέσματος φαίνεται, να τον ξεπεράσει με μεγάλη επιδεξιότητα.
Με αυτο τον δοκιμασμένο τρόπο, όμως, με τον οποίο μεταχειρίζεται ή, πιο σωστα, δουλεύει και πλάθει το υλικο-της, είναι επόμενο ολόκληρο το λογοτεχνικο κείμενό-της, εννοω απο την αρχη μέχρι το τέλος της νουβέλας, ν’ αναπτύσσει μία υπόγεια δυναμικη, την οποία θα παρομοίαζα μ’ εκείνη ενος αναβρασμένου ηφαιστείου, που βρίσκεται μόνο λίγες ώρες πριν απο την έκρηξη και την εκτίναξη της πυρακτωμένης λάβας-του. Και η Ε. Πολυβίου, ασφαλως, αυτη όλη την υπόγεια δυναμικη, που διακρίνει το φορτισμένο με αισθήματα και μνήμες κείμενό-της, θέλει να τη μεταδώσει και στον ψυχισμο τους αναγνώστη-της. Επιδιώκει, δηλαδη, να τον κάνει να νιώθει έντονα τα συναισθήματά-της, για να του επιφέρει ένα εσωτερικο ρίγος αλλα και μία ισχυρη δόνηση στη σκέψη-του, με αποτέλεσμα να τον κρατουν συνεχως σε εγρήγορση αλλα και για ν’ απογειώνουν τη αναγνωστικη διάθεσή-του.
Σ’ ένα έργο, βέβαια, που είναι βασικα αυστηρα λογοτεχνικο, χωρις να παύει όμως να υποστηρίζεται εν μέρει και απο την Ιστορία, όπως είναι η εν λόγω νουβέλα, είναι δύσκολο ν’ αντιληφθει κάποιος που τελειώνει η ιστορικη αλήθεια και που αρχίζει η δημιουργικη φαντασία. Και αυτη η βασανιστικη σκέψη, που καταλήγει κάποια στιγμη σε δημιουργικο προβληματισμο, ομολογω πως με διαπέρασε κι εμένα, μάλιστα βαθια, καθως διάβαζα τη νουβέλα ΄΄Οι ορτάνσιες΄΄.

Παρόλα αυτα, είτε είναι πλασματικες είτε όχι οι ιστορίες που αφηγείται η Ε. Πολυβίου, εκείνο που έχει μεγάλη σημασία για μένα, αλλα πιστεύω και για τον κάθε ενημερωμένο αναγνώστη, είναι ο τρόπος που μετάπλασε το ιστορικο υλικο-της σε ωραία λογοτεχνία, για να συστηθει έτσι στο αναγνωστικο κοινο, εννοω με αυτη την πρώτη κωδικοποιημένη σε βιβλίο λογοτεχνικη δουλεια-της, ως μία καλα αρτιωμένη πνευματικη προσωπικότητα.
Δεν θα διστάσω να φανερώσω, όμως, πως με τον πειστικο τρόπο που ξεδιπλώνει την αφήγησή-της η συγγραφέας, είναι ικανη να εξαλείψει τους όποιους ενδοιασμους έχουμε, τόσο εγω όσο πιθανον και κάποιος άλλος δύσπιστος αναγνώστης, αναγκάζοντάς-μας στο τέλος να πεισθούμε πως τα περισσότερα και πιο σημαντικα πρόσωπα μέσα στη νουβέλα-της, όπως η γιαγια, η Αυγη, η Μυριάνθη, ο Αντρίκκος, είναι όλα αληθινα, όπως αληθινες είναι και οι περιπέτειές-τους που λεπτομερως αφηγείται, εντος φυσικα του καθορισμένου ιστορικου χρόνου.
Επιπλέον, διαφαίνεται πως η Ε. Πολυβίου, ως καλα καταρτισμένη συγγραφέας που παρουσιάζεται, γνώριζε πως ο αναγνώστης-της για να καταλάβει σωστα την εποχη που του περιγράφει, απο ιστορικης, κοινωνικης και πολιτικης πλευρας, θα έπρεπε απαραίτητα να τον κάνει να φαντασθει πρώτα τους ανθρώπους αυτης της εποχης. Εννοω να τους νιώσει βαθια, βλέποντάς-τους να κινούνται και να εργάζονται, να μιλουν και να συνδιαλέγονται, να κλαίνε και να γελουν, να διασκεδάζουν και να λυπούνται μέσα στους χώρους που βρίσκονται, γενικα να ζούνε τη ζωη-τους. Και αυτο, όπως είπα, πρέπει να γίνεται μέσα απο τη λογοτεχνικη και όχι απο την ιστορικη περιγραφη.
Όλα αυτα, όμως, τα συγγραφικα τεχνάσματα, εννοω τη γοητεία και την ηδονη της γραφης, μόνο ένας ευφάνταστος συγγραφέας, ένας τεχνίτης του λόγου και όχι ένας γνώστης της ιστορίας, μπορει να τα δημιουργήσει και να τα μεταφέρει μέσα απο το έργο-του, είτε αυτο είναι νουβέλα, είτε είναι διήγημα ή μυθιστόρημα. Και η Ε. Πολυβίου, όπως αντιλαμβάνομαι, αυτο στόχευσε όταν άρχισε να γράφει τη νουβέλα-της και αυτο πέτυχε όταν την ολοκλήρωσε. Γιατι, με εξαιρετικη ευχαρίστηση βλέπω πως έχει κατορθώσει να δημιουργήσει αδρες, ζωντανες και ισχυρες μορφες μέσα στη νουβέλα-της, ικανες να οριοθετήσουν επακριβως τον κοινωνικο χώρο-τους αλλα και να προσελκύσουν το αμείωτο ενδιαφέρον του αναγνώστη-της.
Θέλω να τονίσω, πως μέσα απο τον καλα δουλευμένο και ώριμο λόγο-της, που εκπλήσσει με την πειστικότητα και τη διαύγεια των μηνυμάτων που μεταφέρει, έχει πετύχει να δημιουργήσει με την καθαρη έκφρασή-της δυνατους ανθρώπινους χαρακτήρες, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά-τους, το ήθος και την ανηθικότητά-τους, τις λύπες και τις χαρες-τους, των οποίων τις ιδιαιτερότητες εύκολα μπορει να προσλάβει και ο αναγνώστης μέσα απο τη στρωτη, γλαφυρη, διαβαστερη και κυρίως φωτεινη γλώσσα με την οποία τους σκιαγραφει. Γιατι είναι, πιστεύω, μεγάλο πλεονέκτημα ή προτέρημα –ίσως το μεγαλύτερο– για ένα συγγραφέα, ο λόγος-του να είναι καθαρος, στο έπακρον φωτεινος και όχι σκοτεινος, για να μην επιφέρει στον αναγνώστη την ανεπιθύμητη κούραση και στη συνέχεια την απόρριψη. Γιατι «το έργο των ανθρώπων», όπως έγραφε ο αξέχαστος Θεοκλης Κουγιάλης, «στον κόσμο και τη ζωη πρέπει να μετριέται απο την προσπάθειά-του να αυξήσει το φως». Και ο γραπτος λόγος της Ε. Πολυβίου, όπως αποδεικνύεται, δεν υστερει ποσως σε καθαρότητα και φωτεινότητα. Δεν θα διστάσω, επομένως, ν’ αναφέρω πως η βαθια και λεπτομερης ανάλυση που κάνει σε κοινωνικα φαινόμενα και κυρίως στους ανθρώπινους χαρακτήρες-της φανερώνει μία εξαιρετικη μαστόρισσα του πεζου λόγου, πραγματικη ψυχολόγος ή μάλλον ανατόμος των ψυχων.
Ας δούμε πως ανατέμνει και αναλύει την προσωπικότητα της Αυγης που θα τη ζήλευε πιστεύω και ο πιο έμπειρος ψυχολόγος:
Η Αυγη δεν ήταν απλως η πιο ωραία απ’ όλες-μου τις θείες, ήταν η ωραιότερη γυναίκα που είχα δει ποτε. Ψηλη και λεπτη, με πλούσιες καστανες μπούκλες που της έφταναν μέχρι τη μέση, δύσκολα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Προτιμούσε να φοράει πανταλόνια∙ ψηλόμεσα και στενα, που φάρδαιναν προς τα κάτω, σύμφωνα με τη μόδα της εποχης, και γόβες με ψηλα λεπτα τακούνια που έκαναν τακ-τακ στα πλακάκια όταν περπατούσε. Της άρεσε το καλο κρασι, αλλα έπινε και παγωμένη μπίρα τα καλοκαίρια, κάπνιζε, και όταν είχαμε κάποια οικογενειακη συγκέντρωση, δεν έμενε στην κουζίνα να βοηθήσει τις άλλες γυναίκες με τις ετοιμασίες, αλλα καθόταν έξω στο τραπέζι δίπλα στον θείο και συμμετείχε στις συζητήσεις των αντρων. Οι άλλες θείες τότε, χολωμένες, σχολιάζανε μεταξυ τους πως τον έσερνε απ’ τη μύτη τον Αντρίκο και ότι, αργα ή γρήγορα, θα του το στόλιζε ωραία το μέτωπο τούτη εδω. «Πως θα του το στολίσει δηλαδη;» ρωτούσα όλο περιέργεια εγω. «Με στεφάνι ελιας, όπως τους ολυμπιονίκες» απαντούσε χαχανίζοντας η αδελφη-μου, που κόντευε τα δώδεκα και τα έπιανε πια όλα.
σ. 19
Με άλλα λόγια, αυτοι οι ήρωές-της, είναι ο κεντρικος άξονας γύρω απο τον οποίο περιστρέφονται όλες οι μικρες ιστορίες που αφηγείται, ακολουθώντας τη γνωστη τεχνικη του ΄΄μπρος-πίσω΄΄, με τον χρόνο της αφήγησής-της να μεταφέρεται, μαζι φυσικα και ο αναγνώστης, άλλοτε στο παρελθον και άλλοτε στο παρων, ίσως για να ξεδιπλώνεται καλύτερα η ροη του κείμενού-της, να ξεχωρίζουν και να προβάλλονται καλύτερα τα γεγονότα που περιγράφει αλλα, κυρίως, να τονώνεται, πιστεύω, και η μνήμη του αναγνώστη. Ουσιαστικα, αυτες οι ισχυρες προσωπικότητες, που ξεχωρίζουν για την ανθρωπια-τους, που συνιστα την πραγματικη ουσία της ύπαρξης του ανθρωπου, και τις οποίες μνημονεύει η συγγραφέας στη νουβέλα-της, απεικονίζουν έναν ολόκληρο κόσμο τον οποίο κατακερμάτισε η βία και ο παραλογισμος του πολέμου. Και τώρα, μετα απο δεκάδες χρόνια, η συγγραφέας προσπαθει με τη δύναμη της μνήμης-της να συναρμολογήσει τα κομμάτια-του, με την ενδόμυχη επιθυμία να ξαναζωντανέψει εκείνη την εποχη, για ν’ αντικρύσει μέσα-της αλώβητο αυτο τον απολεσθέντα κόσμο.
Ο νεκρόδειπνος, εξάλλου, που στήνει προς το τέλος του βιβλίου-της, και θυμίζει τον ανάλογο ποιητικο νεκρόδειπνο (1972) του Τάκη Σινόπουλου, στον οποίο συμμετέχουν όλοι αυτοι οι ήρωες-της (ο πατέρας, η μητέρα, ο παππους που δεν γνώρισε, η γιαγια, ο αγνοούμενος Αντρίκος, η Αυγη μ΄ένα δικο-της τώρα παιδάκι στα γόνατά-της), υποθέτω πως αυτη την εποχη και αυτο τον κόσμο ανακαλει η Ε. Πολυβίου με τη γραφη-της. Γράφει:
Στο μεταξυ, οι συνδαιτημόνες είχαν αρχίσει κιόλας να παίρνουν τη θέση-τους γύρω απ’ το τραπέζι. Στην κορυφη, όπως πάντα ο πατέρας-μου με το καλο-του μπλε κοστούμι, εκείνο που φορούσε στους γάμους και τις εθνικες επετείους. Είχε σερβιριστει, και το ποτήρι στο χέρι-του ήταν γεμάτο κρασι, αλλα δεν έτρωγε ούτε έπινε. Δεξια-του καθόταν η μητέρα. Φορούσε ένα παλιομοδίτικο φόρεμα με κεντήματα στο στήθος και στη ζώνη, που το είχα προσέξει πολλες φορες στην ντουλάπα-της αλλα πρώτη φορα την έβλεπα να το φοράει. Απέναντί-της καθόταν η γιαγια, μαυροφορούσα μ’ ένα βυσσινι τσεμπέρι στο κεφάλι-της, και δίπλα στη γιαγια ένας άντρας –γύρω στα τριάντα– πολυ όμορφος. Για μια στιγμη νόμισα πως ήταν ο θείος Αντρίκος, αλλα εκείνος καθόταν στην άλλη κορυφη του τραπεζιου και είχε δίπλα-του, δεξια και αριστερα, τη γυναίκα-του, την Αυγη, και τις αδελφες- του, την Ευδοκία, την Κατερίνα και τη Μαριάννα. Φαινόταν αδύνατος και λίγο γερασμένος, σε αντίθεση με την Αυγη που ήταν όμορφη και δροσερη σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα απο πάνω-της. Στα γόνατά-της καθόταν ένα καστανο κοριτσάκι τριων τεσσέρων χρονων πάνω-κάτω, με έναν μεγάλο κίτρινο φιόγκο στο κεφάλι, που είχε τα χέρια-του περασμένα γύρω απ’ τον λαιμο-της και έπαιζε με τις μπούκλες-της.
σσ. 64-65
Κατα βάθος όμως, υποσυνείδητα, η συγγραφέας που είναι και η αφηγήτρια όλων αυτων των ιστοριων, θέλει, όπως αφήνει να καταλάβουμε, να έβλεπε αυτο τον απολεσθέντα κόσμο στη μετεξέλιξή-του, δηλαδη ανέγγιχτο απο τις καταστροφικες συνέπειες του πολέμου. Με άλλα λογια, χωρις την ανατροπη της βιολογικης και κοινωνικης πορείας-τους μέσα στον χρόνο.
Στα θετικα της νουβέλας πρέπει να συγκαταλέγεται και ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας διανθίζει το κείμενό-της με το ποιητικο ηχόχρωμα, το οποίο συμβάλλει και αυτο ικανοποιητικα στην αισθητικη και καλλιτεχνικη απόλαυση του αναγνώστη-της. Σε αυτο το σημείο, δηλαδη της αισθητικης και καλλιτεχνικης βελτίωσης του λογοτεχνικου κειμένου-της, στόχευε, νομίζω, και η προσπάθειά-της να επενεργήσει ή να ζωντανέψει, όσο το δυνατο καλύτερα, και όλες τις αισθήσεις του αναγνώστη-της, όπως η όραση, η όσφρηση, η ακοη, η γεύση, θυμίζοντάς-του διαρκως χρώματα, μυρωδιες, λουλούδια, γλυκα κ.α. Παραθέτω ένα ενδεικτικο απόσπασμα:
Η Ραχηλ είναι γλυκια και ζεστη σαν πρωϊνο του Ιουλίου. Τα μαλλια-της τα μαζεύει πάντα σε ένα αυστηρο χαμηλο κοτσίδι πάνω απ΄ τον σβερκο-της, μα σαν τ’ αφήνει κάτω ελεύθερα στους ώμους-της μοιάζουν με φλόγες που τις μακραίνει ο αέρας, και είναι απαλα σαν μετάξι. Το δέρμα-της είναι και αυτο απαλο και ζεστο, και το στόμα-της μοσχοβολα βανίλια και ινδοκάρυδο.
σ. 27
Ακόμη, έχει φροντίσει να ομορφύνει και να τελειοποιήσει περισσότερο το κείμενό-της, για να του δώσει άλλη διάσταση, αέρα και χάρη, διανθίζοντάς-το και με πολλα ονόματα διαφόρων συγγραφέων ή καλλιτεχνων που παρελαύνουν στις σελιδες του βιβλίου-της, όπως των Νίκου Καββαδία, Τζον Κητς, Τ.Σ. Έλιοτ, Παύλο Νερούδα, Γκυ ντε Μωπασσαν, Χάρις Αλεξίου, Βίκυς Μοσχολιου, Μανώλη Μητσια και Γιώργου Νταλάρα.
Υποθέτω, ακόμη, χωρις για την ώρα να μπορω να το επαληθεύσω, πως με τον τίτλο «Νέα με καλας συστάσεις», που έδωσε σ’ ένα απο τα εννέα μέρη της νουβέλας-της αποτίνει φόρο τιμης σ’ ένα σπουδαίο και αξέχαστο Ελληνοκύπριο, διανοούμενο και πολιτικο, που έδρασε στην Ελλάδα, τον Λουκη Ακρίτα, εφόσον ο τίτλος αυτος συνειρμικα μάς παραπέμπει στο υπέροχο μυθιστόρημά-του «Νέος με καλας συστάσεις», που κυκλοφόρησε το 1935.
Ολοκληρώνοντας (ως γενικο συμπέρασμα που μπορει να εξαχθει απο αυτη την αναγνωστικη περιπλάνησή-μου στις σελίδες της νουβέλας ΄΄Οι ορτάνσιες΄΄), ν’ αναφέρω πως πρόκειται για ένα αρκετα προχωρημένο λογοτεχνικο κείμενο, γραμμένο με μεράκι και εξυπνάδα, που φέρει μέσα-του όλη τη δύναμη και όλες τις πνευματικες αρετες ενος ολοκληρωμένου, σπουδαίου πεζογραφικου έργου, το οποίο δίδει αυτόματα το δικαίωμα στη δημιουργο-του να διεκδικήσει και να κατακτήσει σημαντικο χώρο απο το μεγάλο περιβόλι της Κυπριακης Γραμματείας.
*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου που εφάρμοζε ο Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος









