Θα της έδιναν, δεν μπορεί. Τόσοι περαστικοί, τόσοι άνθρωποι. Μέχρι να πάει παρακάτω θα γέμιζαν τα χέρια της κέρματα. Μετά Θα πήγαινε σπίτι, να τα βάλει μαζί με τα υπόλοιπα. Είχε ένα συρτάρι από δαύτα. Της άρεσε ο ήχος τους. Γι αυτό, δεν έπαιρνε τα χάρτινα λεφτά. Της άρεσε κι ο ήχος της φωνής των ανθρώπων. Γι αυτό, αν κάποιος δεν της έδινε, της αρκούσε που της μίλαγε. Μέχρι να φτάσει στο μπακάλικο, θα συναντούσε πολύ κόσμο. Αν μπορούσε, θα τους καθυστερούσε . Θα τους έλεγε για τον καιρό, θα τους έδινε ευχές… Θα μάζευε τις λέξεις τους σαν νομίσματα. Θα τις έκρυβε στο συρτάρι του μυαλού της για ν’ ακούει την ηχώ τους όταν θα ‘μενε μόνη. Θα της έδιναν. Ένα ευρώ, μια ματιά, ένα λόγο, κάτι να πιαστεί.

Ως το μπακάλικο ο δρόμος ανηφόριζε. Έσερνε μαζί της το καρότσι της λαϊκής που έτριζε τόσο, ώστε ακόμα κι αν ήθελες να την αγνοήσεις, δεν τα κατάφερνες. Κατά διαστήματα στηριζόταν στη λαβή του να ξαποστάσει. Σήμερα ένιωθε εξαντλημένη. Ήταν κι αυτός ο ήλιος … Ίδρωνε, λαχάνιαζε… Κάποιος της είπε να βγάλει Μάη μήνα το παλτό μην πάθει τίποτα, μα δεν τον άκουσε. Εκείνη κρύωνε , από μέσα κρύωνε. Έτσι του απάντησε. Δεν ήξερε πώς αλλιώς να εξηγήσει τι ένιωθε. Από μέσα… αλήθεια τι ήταν εκεί μέσα που την πάγωνε; Μετά βίας θυμόταν τα πρόσωπά τους πια. Καμία φορά τα ξέχναγε εντελώς. Μόνο το κλάμα εκείνου όταν τον γέννησε, το κλάμα των εγγονιών της όταν τα κράτησε στα χέρια της. Κλάματα μωρών. .. Ή μήπως το δικό της κλάμα; Κάποτε όλοι χάθηκαν. Όλοι μαζί; Ο ένας μετά τον άλλο; Έφυγαν; Πέθαναν; Τι έγινε; Αχ, δεν θυμόταν ακριβώς… Όσο δεν θυμόταν, τόσο κρύωνε. Πλησίαζε στο μαγαζί. Θα έμπαινε, θα έλεγε καλημέρα, θα την χαιρετούσαν όπως συνήθως. Θα κοιτούσε τα τρόφιμα, μα δεν θα ψώνιζε. Θα έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι της. Θα άδειαζε τις τσέπες της στο συρτάρι μόλις θα έφτανε, ρίχνοντας ένα ένα τα νομίσματα πάνω στα προηγούμενα. Γκλιν γκλιν γκλιν ο αντίλαλος στο άδειο σπίτι θα την έκανε να αισθάνεται μια κάποια παρουσία…

Έφτασε στο μαγαζί, μα αντί για καλημέρα ζήτησε ένα ποτήρι νερό. Από πότε είχε να πιεί; Της δώσανε μια καρέκλα να καθίσει, όμως εκείνη γρήγορα σηκώθηκε. Είχε, τους είπε, δουλειές. Πότε θα προλάβαινε; Ο ήλιος, ενοχλητικός, την ζάλιζε. Έσυρε μερικά μέτρα το καρότσι, ξαπόστασε. Λίγο παραπάνω, ακόμα λίγο, κοντοζύγωνε. Τώρα πια φαινόταν η πόρτα του πατρικού της. Της ήρθε από εκεί μυρωδιά φαγητού. Ο γιος της έφηβος στην αυλή. Βιάστηκε. Να δεις που είχε ξεχάσει την κατσαρόλα στη φωτιά. Αχ, αυτό το παιδί, σημασία δεν έδινε. Θα καιγόταν το κοκκινιστό… Άρχισε να του φωνάζει από μακριά. Δεν αντιδρούσε. Λες δεν άκουγε, δεν καταλάβαινε… Πλησίασε , δεν γινόταν να μην τον μαλώσει. Τον τράβηξε απ’ το μανίκι. Εκείνος την απώθησε μαλακά. Της εξήγησε πως παραγνώρισε. Ήταν μαθητής από το διπλανό γυμνάσιο. Μπήκε τυχαία στον κήπο της να μαζέψει μια μπάλα. Άλλωστε δεν τον έλεγαν Παναγιώτη, αλλά Γιώργο. Όχι δεν ήταν τελικά το παιδί της… Παραγνώρισε λοιπόν; Ο ήλιος έφταιγε, την είχε τυφλώσει… Δεν ήταν αυτός… ευτυχώς, γιατί δεν της άρεσε να τον μαλώνει… Του ζήτησε ένα κέρμα. Της έδωσε.

Μπήκε στο σπίτι . Έκλεισε πίσω της την πόρτα . Άνοιξε το συρτάρι του καρυδένιου μπουφέ. Άρχισε ν’ αδειάζει τις τσέπες της. Γκλιν, γκλιν … πόσα πολλά κέρματα! Γυαλίζανε, ήταν γεμάτα γράμματα, ζωγραφιές. Όμως, το πιο σημαντικό , έσπαγαν τη σιωπή. Γκλιν, γκλιν… ένα ακόμα, ακόμα ένα, τα έριχνε, τα χάιδευε, τα ανακάτευε μέχρι να βραδιάσει, μέχρι να κρυφτεί το φως. Τα σούρουπα καθόταν στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο. Κοιτούσε τα φώτα της γειτονιάς, το φεγγάρι. Τότε δεν ήθελε θόρυβο. Κοιτούσε έξω ως που αποκοιμιόταν. Έτσι κι απόψε. Όταν έκλεισε το συρτάρι , πήγε στο παράθυρο. Αργούσε πια να νυχτώσει κι είχε κουραστεί να παίζει με τα κέρματα. Τυλίχτηκε με μια κουβέρτα. Μα, ακόμα κρύωνε. Κουλουριάστηκε. Χάζευε με τις ώρες … Παρατηρούσε πως ο ουρανός ήταν γεμάτος από στρογγυλές μικροσκοπικές ασημί λάμψεις . Τα λεφτά μου σκόρπισαν στον ουρανό… Τεντώθηκε προς το τζάμι, άπλωσε τα χέρια της. Πάει η μουσική τους… στον ουρανό… χάθηκε… Ήταν η πρώτη φορά που πρόσεχε κάτι τέτοιο. Τώρα ποιος θα της μιλούσε; Θα μάζευε άλλα; Ήταν κουρασμένη. Κι αυτός ο ουρανός… όλα εκεί κατέληγαν . Άνθρωποι , ψυχές, κέρματα. Ο κλέφτης!

Σηκώθηκε, βγήκε απ’ το σπίτι. Από την εξωτερική σκάλα, σιγά σιγά ανέβηκε στην ταράτσα. Έπιασε ένα σκουπόξυλο που βρήκε κάτω. Ήθελε ν’ αναμετρηθεί μαζί του. Να δεις που όλους τους είχε κλέψει αυτός. Όπως τα κέρματα, έτσι και τις φωνές, την παρουσία, την μνήμη τους. Φέρε πίσω τον Παναγιώτη μου, συφοριασμένε! Παναγιώτη; Παναγιώτη! Άρχισε να βρίζει, κουνώντας το ξύλο. Έκανε χειρονομίες. Ήταν ήδη αργά, δεν την έβλεπε κανείς. Τέντωσε τα χέρια της να τραβήξει τα νομίσματα. Δεν έφτανε. Προσπάθησε να σκαρφαλώσει στην καμινάδα. Δεν μπόρεσε. Ένα κομμάτι, χαμηλά, εκεί που στήριζε το πόδι της, ξεκόλλησε κι έπεσε χάμω μαζί μ’ εκείνη. Τον καταράστηκε. Ο ουρανός ατάραχος δεν απάντησε… την χλεύαζε; Τώρα θα δεις! Τον έφτυσε κατάμουτρα. Μάζεψε τα μπάζα από την καμινάδα κι άρχισε να τα πετάει προς τα πάνω. Μερικά έπεσαν στον δρόμο, στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Γρήγορα πόνεσε το χέρι της, το έτριψε κλαίγοντας. Κάποιοι γείτονες που ξύπνησαν κάλεσαν το εκατό. Είσαι ο Παναγιώτης μου; Ρώτησε τον αστυνομικό . Είδες που τον μάλωσα; Φοβήθηκε και σ’ έστειλε. Η φωνή του ήταν ευγενική, καθησυχαστική. Την πήγανε σε έναν γιατρό, που της έδωσε κάτι κίτρινα χάπια. Τα έπαιρνε κάθε πρωί. Την έκαναν να μην μπορεί να βγει βόλτα. Όμως κάθε βράδυ ανέβαινε στην ταράτσα. Καθόταν πολλές φορές ως το ξημέρωμα, φτύνοντας πάντα ψηλά. Ο ουρανός δεν αντιδρούσε, ούτε της επέστρεψε τίποτε άλλο. Μια νύχτα, προχωρημένο πια φθινόπωρο, την έκλεψε κι εκείνη. Τον ακολούθησε χωρίς αντίσταση. Τα κέρδισες όλα, κουράστηκα! Του είπε και κάθισε ανάμεσα στις ασημένιες του λάμψεις.