Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

«Η απέραντη μοναξιά του Έλληνα»

[author] Του Νίκου Βουτυρόπουλου [/author]

Ο Έλληνας είναι απέραντα μόνος. Είτε περπατά στο δρόμο, είτε οδηγεί αυτοκίνητο, είτε βρίσκεται με παρέα, είτε στη δουλειά του, νιώθει μόνος μέχρι απελπισίας. Γιʼ αυτό περνά τις διασταυρώσεις με κόκκινο, λες και είναι μόνος στους δρόμους, παραμιλά δυνατά σε δημόσιους χώρους, λες και είναι μόνος στο σπίτι, σπάνια ακούει τους άλλους, λες και είναι ο μόνος ομιλητής. Μα γιατί να συμβεί το αντίθετο; Αφού είναι μόνος, και όλοι οι άλλοι είναι και αυτοί μόνοι.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που κατοικείται από ανθρώπους μόνους. Υπερβολές; Όσο υπερβολική είναι η μοναξιά ενός λαού που αρνείται πεισματικά να απογαλακτιστεί, να αναλάβει ευθύνες, να μάθει να υπακούει στα αυτονόητα. Προφανώς η στάση ζωής του Έλληνα βασίζεται στην αρχέγονη αλήθεια: αφού μόνος γεννιέσαι και μόνος πεθαίνεις, τι άλλο μένει παρά να είσαι μόνος και όσο ζεις.

Και πότε δεν είναι μόνος ο Έλληνας; Όταν απαιτεί. Και όταν οι απαιτήσεις συγκλίνουν, τότε μόνο μπορεί και συνεργάζεται. Έτσι λοιπόν η σύγχρονη πρόκληση δεν είναι να δοθεί λύση ούτε στα οικονομικά ούτε στα κοινωνικά ούτε και στα διαπροσωπικά προβλήματα του Έλληνα. Αυτά είναι δευτερεύοντα. Το καίριο ζήτημα του Έλληνα είναι συναισθηματικό: νιώθει μόνος, απέραντα μόνος.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Προς τον κ. Γιάννη Μπασκόζο»

[author] Του Σπύρου Αραβανή [/author]

 

 

Ο κ. Γιάννης Μπασκόζος στη σημερινή του επιφυλλιδα στο Βήμα της Κυριακής (3-2-13) αναφέρεται στο θέμα των Περιοδικών Λογοτεχνίας τα οποία όπως σημειώνει «εξαφανίζονται σιγά σιγά» θεωρώντας βασικό -όχι τον μόνο- υπαίτιο το Διαδίκτυο και τα ηλεκτρονικά περιοδικά. Ας δούμε τι ακριβώς γράφει:

 
«Τα περιοδικά αυτά αποτελούνταν από έναν κύκλο ανθρώπων που ζούσαν «μέσα» στη λογοτεχνία και «για» τη λογοτεχνία. Σε ορισμένες επαρχιακές πόλεις αποτελούσαν έναν πολιτιστικό πυρήνα, όπου οι άνθρωποι γύρω τους διοργάνωναν πολιτιστικές εκδηλώσεις, επηρέαζαν τις τοπικές κοινωνίες. Εξαφανίστηκαν σιγά-σιγά «Η γραφή» στη Λάρισα, «Το ρόπτρο» στον Βόλο, το «Εξώπολις» στην Αλεξανδρούπολη κ.ά. Επιζούν λίγα, όπως η «Παρέμβαση» στην Κοζάνη. Το Διαδίκτυο τα θέρισε.
Τα ηλεκτρονικά περιοδικά με το χαρούμενο αλαλούμ τους αντικατέστησαν τα πιο σοβαρά έντυπα. Το λαϊφστάιλ συνευρέθηκε με τις τέχνες παράγοντας υβρίδια που μπορούσαν να ικανοποιήσουν πλείστες όσες καταναλωτικές ανάγκες. Παράλληλα η κρίση του βιβλίου αποτελείωσε τα έντυπα περιοδικά. Η διαφημιστική αγορά συρρικνώθηκε, το ρευστό χρήμα εξαερώθηκε, οι εκδότες μαζεύτηκαν, περιέκοψαν τις διαφημίσεις. Αυτό επηρέασε τα αθηναϊκά περιοδικά που έπειτα από 20, 30 και 35 χρόνια έλειψαν από το περίπτερο, όπως το βιβλιογραφικό «Διαβάζω», η λογοτεχνική «Λέξη», το κριτικό – δοκιμιακό «Κ», η φιλοσοφική «Ινδικτος», το multi culti «Index», το νεανικό «Να ένα μήλο», το ποιητικόν «Πλανόδιον», η υπερρεαλιστική «Νέα Συντέλεια» κ.ά. Ορισμένα, όπως η «Νέα Εστία», το «Δέντρο», τα «(δε) κατά», «η οδός Πανός», το «Εντευκτήριο» στη Θεσσαλονίκη και κάποια άλλα που μου διαφεύγουν, έχουν αραιώσει την εμφάνισή τους. Μάλλον αρχίζει μια νέα εποχή η οποία όμως ακόμη δεν έχει σχηματοποιηθεί. Το σήμα θα δώσουν κυρίως τα ηλεκτρονικά περιοδικά. Μέχρι στιγμής αυτά ζουν σε ένα θολό τοπίο. Τον χορό έσυραν τα μπλογκ, που όμως εξετράπησαν στην προσωπική προβολή του ιδιοκτήτη τους. Το Διαδίκτυο παραμένει μια ανοικτή πρόκληση. Κάποιοι φίλοι μου λένε «δεν θα ξεπεράσουμε ποτέ την ανάγκη για ένα καλό έντυπο περιοδικό». Πιστεύω ότι το ζήτημα δεν είναι αν θα είναι έντυπο ή ηλεκτρονικό, αλλά αν θα είναι καλό, παρεμβατικό, με άποψη και συνέχεια.».

(Ολόκληρη η επιφυλλίδα εδώ:  http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=496049)

 

 

Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για μια επιφανειακή τοποθέτηση του επί του θέματος, αν και άνθρωπος με πολυετή πείρα στο χώρο του βιβλίου. Εξηγώ το γιατί:

 

 

1. Τα έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά ζουν και βασιλεύουν, τουλάχιστον στην Αθήνα, από ποσοτικής πλευράς. Μια απλή βόλτα στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου “Πολιτεία”, εκεί όπου σε περίοπτη θέση, ακριβώς, μετά την κάθοδο, βρίσκεται ο πάγκος με τα λογοτεχνικά περιοδικά, μπορεί να αποδείξει οτι συνεχίζουν και σήμερα, άλλα πιο αραιά, άλλα πιο σταθερά, να εκδίδονται ΑΡΚΕΤΑ  λογοτεχνικά περιοδικά σε πείσμα των καιρών και αντιστρόφως ανάλογα από την ποσότητα του αναγνωστικού κοινου. Σαφώς και ιστορικά περιοδικά έχουν εκλείψει όπως η «Λέξη», το «Διαβάζω» και εσχάτως το «Πλανόδιον» όπως και τα περιοδικά της επαρχίας που αναφέρονται στο άρθρο, όμως αυτή η διακοπή λειτουργίας τους δεν μπορεί να δικαιολογήσει γιατί συνεχίζουν να υπάρχουν πολλά άλλα λογοτεχνικά περιοδικά (με πολύ καλά, κατά καιρούς, Αφιερώματα και σε μη προβεβλημένα λογοτεχνικά πρόσωπα) και να εμφανίζονται και νέα αξιόλογα  βλ. περιοδικο “Κουκούτσι”. Ένα θέμα όμως είναι ποια και πόσα βιβλιοπωλεία δέχονται να «φιλοξενήσουν» στις προθήκες τους και να προβάλλουν και αυτή την πλευρά της λογοτεχνικής πραγματικότητας. Δεν είδα, δηλαδή, να αναφέρεται πουθενά στο άρθρο, ο ρόλος των διανομέων και των βιβλιοπωλείων που ως επιχειρήσεις (καθόλου κατακριτέο από μια άποψη) βαδίζουν με βάση τις επιλογές του αγοραστικού κοινού. Το οποίο όμως αγοραστικό κοινό, εξαιρώντας τους υποψιασμένους, τους συλλέκτες και τους ειδικούς, χρειάζεται μια βοήθεια πληροφόρησης από τα βιβλιοπωλεία και τότε ας το αφήσουμε να κρίνει αυτό αν θα αγοράσει ή όχι….Αντιθέτως στο «καταστροφικό» διαδίκτυο θα συναντήσει κανείς άπειρα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία στα οποία τα λογοτεχνικά περιοδικά βρίσκουν ισότιμη θέση στη μηχανή αναζήτησης…

 

2. Το σημείωμα αναφέρει οτι «το Διαδίκτυο τα θέρισε». Με τόσα χρόνια στο χώρο του βιβλίου ο κ. Μπασκόζος όφειλε να είναι περισσότερο προσεκτικός στις εκφράσεις του, με άλλα λόγια, όταν γνωρίζει πρόσωπα και καταστάσεις, να μην δαιμονοποιεί τη λιγότερο σημαντική αιτία και κυρίως να μην γενικολογεί. Είναι το λιγότερο αστείο να πιστεύει κανείς πως ένας σοβαρός αναγνώστης θα απέρριπτε ένα σοβαρό αφιέρωμα από ένα έντυπο περιοδικό επειδή βρίσκει κάτι αντίστοιχο στο διαδίκτυο. Προς το παρόν τα διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά κάνουν φιλότιμες προσπάθειες, τα περισσότερα από αυτά χωρίς εκδοτικούς οίκους να τους «τρέφουν» όπως γινόταν επί χρόνια σε ορισμένα έντυπα, χωρίς χορηγίες από κρατικούς φορείς, χωρίς τις αντίστοιχες έγκυρες «υπογραφές» που συναντάμε σε ορισμένα έντυπα περιοδικά, βασισμένα κατά βάση στο μεράκι και στις φιλοδοξίες -ύποπτες και μη- των εκδοτών τους και στην καλή θέληση των συνεργατών τους. Συνεπώς κανένα «λογοτεχνικό youtube» δεν αφαίρεσε «αγοραστές» περιοδικών, όπως συνέβει στο χώρο της μουσικής, γιατί πολύ απλά στα διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά δεν γίνεται ολική ή μερική αναδημοσίευση της ύλης των έντυπων περιοδικών -όπως συμβαίνει με τα μουσικά cd- άμα τη κυκλοφορία τους (ή όπως συμβαίνει με τις έντυπες και διαδικτυακές εφημερίδες). Άρα δεν υπάρχει καμία «αντικατάσταση» προιόντος με ευθύνη των διαδικτυακών περιοδικών. Αντιθέτως από όσο παρακολουθώ τα ιντερνετικά περιοδικά συνηθίζουν να διαφημίζουν ανιδιοτελώς στις σελίδες τους τα έντυπα περιοδικά όταν αυτά κυκλοφορούν νέο τεύχος. Τα διαδικτυακά περιοδικά απλώς «άνοιξαν» τον φιλτραρισμένο κύκλο της προβολής της λογοτεχνίας σαφώς με θετικά αλλά αρνητικά αποτελέσματα (πολλαπλασιασμός των «λογοτεχνών» και της αυταρέσκειάς τους, έλλειψη ουσιαστικού κριτικού λόγου εξαιτίας της φύσης του μέσου, εμφάνιση ανώνυμης σχολιογραφίας κ.ά. ) στοιχεία όμως που εμφανίζονται και σε έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά. Τέλος, τα έντυπα περιοδικά, συνεχίζουν, εξ’ όσων, γνωρίζω να δέχονται δεκάδες αιτήσεις συνεργασίας συνεπώς δεν ευσταθεί ούτε το επιχείρημα που πιθανόν κάποιος να σκεφτεί οτι τα διαδικτυακά περιοδικά «έκλεψαν την πελατεία». Το γιατί, λοιπόν, δεν αγοράζει συστηματικά κάποιος ένα λογοτεχνικό περιοδικό παρά μόνο όταν έχει μια δική του δημοσίευση σε αυτό, ειναι ένα θέμα που πρέπει να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως. Το γιατί μια αναγγελία κυκλοφορίας νέου τεύχους έντυπου περιοδικού στο facebook κατακλύζεται από δεκάδες like γεγονός αντιστρόφως ανάλογο με τις πωλήσεις του είναι θέμα που δεν μπορεί κανείς να το αποδώσει μόνο στο «Τα ηλεκτρονικά περιοδικά με το χαρούμενο αλαλούμ τους αντικατέστησαν τα πιο σοβαρά έντυπα». Οι ευθύνες είναι πολλαπλές.

 

 

3. Ό κ. Μπασκόζος, επίσης, αποκλείει από την επιφυλλίδα του την αναφορά στις εφημερίδες που για πολλά χρόνια μέσα από τα Ένθετά τους (και από τα «λογοτεχνικά δώρα τους») πήραν τη μερίδα του λέοντος από τη διαφημιστική πίτα παράγοντας έναν κριτικό λόγο, σε πολλές περιπτώσεις, απλώς δημοσιογραφικό και ενημερωτικό για να μην πω “κατευθυνόμενο”. Όταν εκτρέφεις κατά τέτοιον τρόπο ένα κοινό, είναι επόμενο να θερίσεις ανάλογες αναγνωστικές συμπεριφορές και προτιμήσεις. Ρωτώ, λοιπόν, το Βήμα, στο οποίο εργάζεται, πόσο συχνά τα τελευταία 10, τουλάχιστον,   χρόνια θυμήθηκε οτι υπάρχουν και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά πλην δυο-τριων περιπτώσεων που συστηματικά ενίσχυε την προβολή τους; Πότε και πώς ενδιαφέρθηκε για τα περιοδικά της επαρχίας για τα οποία τώρα γίνεται ο επικήδειος;

 

 

4. Οι λογοτεχνικές παρέες που δημιουργούσαν ένα λογοτεχνικό περιοδικό, θέλω να ενημερώσω τον κ. Μπασκόζο, οτι και σήμερα δεν εκλείπουν. Με άλλα λόγια, θα διαφωνήσω πλήρως και με τη θέση του: «Τα περιοδικά αυτά αποτελούνταν από έναν κύκλο ανθρώπων που ζούσαν «μέσα» στη λογοτεχνία και «για» τη λογοτεχνία. Σε ορισμένες επαρχιακές πόλεις αποτελούσαν έναν πολιτιστικό πυρήνα, όπου οι άνθρωποι γύρω τους διοργάνωναν πολιτιστικές εκδηλώσεις, επηρέαζαν τις τοπικές κοινωνίες.». Τόσο η Αθήνα όσο και η Θεσσαλονίκη, τουλάχιστον, καθημερινά βρίθουν από πολιτιστικές εκδηλώσεις και οι λογοτέχνες έχουν καταφέρει περισσότερο από ποτέ την αυτο-οργάνωσή τους μέσα κυρίως σε μικρές, ομολογουμένως, ομάδες. Ο χάρτης έχει αλλάξει και αυτό οφείλεται και στην ευκολία επικοινωνίας και οργάνωσης που παρέχει ο δαίμονας, όπως εμφανίζεται στην επιφυλλίδα, διαδίκτυο. Ας αφήσουμε, λοιπόν, επιτέλους τους νέους κυρίως λογοτέχνες να οργανώσουν τις ομάδες τους χωρίς τις κατευθύνσεις ή τους επικηδείους των παλαιοτέρων περί «παλαιότερης ένδοξης εποχής».

 

Το θέμα, λοιπόν, της μη αναγνωσιμότητας έντυπων περιοδικών είναι πιο σοβαρό και με περισσότερες πτυχές από ό,τι εμφανίζεται στην επιφυλλίδα του κ. Μπασκόζου. Και είναι απορίας άξιον η ρηχότητα με την οποία αντιμετώπισε το φαινόμενο. Θέλω όμως  να πιστεύω πως η άποψη που πραγματικά ασπάζεται είναι η εύστοχη κατακλείδα της επιφυλλίδας του:

 

«Πιστεύω ότι το ζήτημα δεν είναι αν θα είναι έντυπο ή ηλεκτρονικό, αλλά αν θα είναι καλό, παρεμβατικό, με άποψη και συνέχεια.».

 

 

 

* Για τυχόν παρανοήσεις, θα ήθελα να σημειώσω πως το παρόν άρθρο υπογράφεται ατομικά και δεν εκφράζει επίσημη θέση του περιοδικού Ποιείν.

 

*****************************

Ο Σπύρος Αραβανής γεννήθηκε το 1979 στον Πειραιά. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και είναι διδάκτορας Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης (Πανεπιστήμιο ΑΘηνών). (Συν)εργάζεται ως δημοσιογράφος και έχει εκδώσει δύο βιβλία ποίησης. Περισσότερα εδώ: http://www.poiein.gr/odhynio-anaaaitho

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Η ερασιτεχνική εθνική μας συνείδηση»

[author] Του Σωτήρη Παστάκα [/author]

 

 

 

 

Κάποιο βράδυ σε μια λογοτεχνική παρέα, η αγαπητή σύζυγος ενός φίλου ποιητή, που την βλέπαμε για πρώτη φορά, γύρισε και μας είπε, απευθυνόμενη σε όλη την παρέα : «κι εσείς ερασιτέχνες ποιητές είσαστε, σαν τον άντρα μου;»

Η αντίληψη που έχουμε για την «εθνική μας συνείδηση» δεν διαφέρει και πολύ από την άποψη της κυρίας συζύγου του κυρίου ποιητή: από παράγκα σε παράγκα και υπέρ της παράγκας κι όξω από την παράγκα.

Βρίσκουμε πως «άρθρο ποιητή που να συγχαίρει υπουργό δεν μπορεί να είναι εκπληκτικό», το ξανασκεφτόμαστε (επειδή κάποιος μας θύμισε το ποίημα του Pier Paolo Pasolini που υμνεί τους αστυνομικούς στο Ρωμαϊκό Μάη του 1968), και το διατυπώνουμε ως εξής: «δεν θεωρώ ότι οι ποιητές είναι καλοί ή έξω του κόσμου τούτου, αλλά δεν τους πάει να συγχαίρουν υπουργούς». Ως ερασιτέχνες ξεχνάμε πως τα μεγαλύτερα συγχαρητήρια τα δίνει ο ποιητής στον υπουργό όταν παίρνει το βραβείο του, αλλά εκεί η εθνικοφροσύνη κάμπτεται γιατί έχει τιμή.

Μαθημένοι οι ποιητές να προστρέχουν στα ετήσια ομαδικά τραπεζώματα του υπουργού πολιτισμού (του πρωθυπουργού Σημίτη στη Μεγάλη Βρετανία, παλαιότερα), στις κατʼ ιδίαν συνεδρίες και άλλες εξυπηρετήσεις… μαθημένοι να τα παίρνουν στα μουλωχτά, βρε αδελφέ, το θέμα ήταν να γίνονται όλα σιωπηλά και κάτω από το τραπέζι. Τι πασχίζαμε να φτιάξουμε τόσα χρόνια το λόου προφάιλ μας, το επαρχιώτικο, το σεμνό, το ακέραιο…Μην το φωνάζεις, μπρε… Κάνʼ τη δουλειά σου κι ομερτά!

Ως λαός δεν καταφέραμε να καταλάβουμε πως μόνον η αλήθεια είναι «εθνική». Αποφεύγουμε την αλήθεια, αποφεύγουμε το «εθνικό» και βλέπουμε παντού «ερασιτέχνες ποιητές» χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πως πέρα από τον σύζυγό μας μπορεί να υπάρχουν και πραγματικοί ποιητές σε ένα υπαρκτό κράτος και σʼ ένα χιλιόχρονο έθνος.

Πως υπάρχει το γενικό καλό και το εθνικό χρέος μας (όχι το οικονομικό, αλλά το ηθικό) να προσφέρουμε ανιδιοτελώς στην πατρίδα. Στα Ελληνικά Γράμματα. Να καθίσουμε όλοι γύρω από ένα τραπέζι και να ανταλλάξουμε απόψεις για να κάνουμε τα πράγματα καλύτερα κι όχι για να βγάλουμε τα μάτια μας.

Θα μου πείτε, εδώ δεν έχουμε χαράξει εθνική εξωτερική πολιτική, η πολιτιστική μας μάρανε;

 

***********************

Ο Σωτήρης Παστάκας γεννήθηκε στη Λάρισα το 1954. Σπούδασε Ιατρική στη Ρώμη. Από το 1985 εργάζεται ως Ψυχίατρος στην Αθήνα. Το 2004 ίδρυσε την ηλεκτρονική επιθεώρηση ποιητικής τέχνης www.poiein.gr. Έχει εκδώσει μεταφράσεις Ιταλικής ποίησης, δοκίμια και ποιητικές συλλογές. Το τελευταίο του βιβλίο «Τριλογία-Χαμένο Κορμί, Συσσίτιο, Ροή Ρακής» κυκλοφόρησε το Νοέμβριο 2012, από τις εκδόσεις ΠΑΡΟΥΣΙΑ. Περισσότερα εδώ: http://www.poiein.gr/ouothnco-dhaooueao-aeianaoeeu

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Σονετίζοντας»

[author] Του Βασίλη Λαλιώτη [/author]

Η επιστροφή του ισόμετρου στίχου, του λεγόμενου και παραδοσιακού, είναι το αποτέλεσμα της εμμονής ενός ανθρώπου, του Ηλία Λάγιου.
Η αλήθεια είναι πως έπιασε στον ύπνο αρκετούς νέους ποιητές που δεν είχα ρίξει ματιά στον ισόμετρο στίχο. (Προσωπικά η επαφή μου με την Ισπανική λογοτεχνία μου είχε κάνει σαφές πως κάτι δεν πήγαινε καλά με το στίχο στην Ελλάδα. Ποιητές υπερρεαλιστές έγραφαν με ρίμα και σονέτα στην ισπανική χωρίς καμιά τομή, απαλά και με συνέχεια.)
Ψάχνοντας βέβαια τα της Ελλάδος κατάλαβα ότι στην πραγματικότητα η ρήξη του ελεύθερου στίχου υπήρξε η μανιεριστική συρρίκνωση ενός πολιτικού προτάγματος, που λόγω αυταρχικών κυβερνήσεων στη χώρα κατέληξε στείρα μορφικό. Ακόμη ήταν σαφές ότι η «ρήξη» της επιστροφής του ισόμετρου στίχου στο παρόν ήταν κυρίως επικοινωνιακή διαφοροποίηση και εναλλακτική στην παρακμή του σεφερικού στίχου. Πετώντας στη θάλασσα όλο τον ισόμετρο στίχο που υφέρπει στην ποίηση μετά τον πόλεμο και προσβλέποντας στην ισόμετρη ποίηση που αναγνώριζε ο ελεύθερος στίχος, το πράγμα γινόταν λίγο τραγέλαφος. Από την άλλη τα επιτεύγματα της στιχουργικής τα οποία παρέβλεψε η προσπάθεια, έκαναν τους νέους ισομέτρως στιχουργούντες νήπια που μύριζαν μεσοπόλεμο. Οι αντιδράσεις παγίωσαν τη ρήξη. Το ριμάτο ποίημα με τους ένδεκα διασκελισμούς αποδώ, τα σαμσονέτα αποκεί για το παλιό μίσος με τον εισηγητή, ελληνικά δικά, μας, στα μέτρα της φιλολογικής δημοσιότητας του διπλού λόγου, αλλά κατʼ ιδίαν και τα αντίθετα δημοσίως, που καθιέρωσαν στα μέτρα τους οι διαχειριστές της τρέχουσας δημοσιότητας.
Η δυσκολία της ρίμας παρείχε ένα χώρο, όπου ο ποιητής έπρεπε να μη στιχουργεί απλώς πρόζα αλλά να έχει ικανότητες για ανάληψη μουσικών δυσκολιών, να το πούμε έτσι. Το φαινόμενο μοιάζει λίγο με τους Δημοτικιστές. Όσο οι Δημοτικιστές ήταν και αρχαιογνώστες
το κενό δεν φαινόταν. Όταν εμφανίστηκαν χρήστες της δημοτικής χωρίς την υποδόρια επαφή με την αρχαία άρχισε η γλωσσική κατάρρευση. Το ίδιο με τους ποιητές. Όσο οι ποιητές τρέφονταν με τον ισόμετρο στίχο αφανώς η ποίησή τους ερχόταν αρματωμένη, όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες γενιές που δεν είχαν ζωντανή επαφή με τον ισόμετρο στίχο η στιχουργία κατέρρευσε.
Η πρόβλεψή μου, καταγραμμένη στο χρόνο της, πέρα από την αντίσταση που περιείχε, στο πασιφανές διαφημιστικό του εγχειρήματος, ήταν ότι το πολύ πολύ η ελληνική ποίηση ακολουθώντας αυτά που συνέβαιναν στην Ισπανική, να άνοιγε για να χωρέσει ως αποδεκτό είδος το σονέτο. Κι αυτό για δύο λόγους. Ο ένας ήταν εξωτερικός. Ως εκεί έφταναν τα όρια της παγκόσμιας ανοχής από όπου πολιτισμικά εξαρτάται η χώρα. Ο δεύτερος εσωτερικός. Το σονέτο είχε, και ακόμα έχει, περισσότερα περιθώρια ως φόρμα για να δουλευτεί πάνω του η ελληνική. Στη συμπάγεια που έχει σε άλλες λογοτεχνίες η παρουσία του από τότε που εμφανίστηκε, στη δική μας λογοτεχνία μπορούμε να μιλάμε μόνο για νησίδες .
Η εξάσκηση και η άσκηση στη μορφή του σονέτου παράγει ποίηση που ταυτόχρονα είναι κλείσιμο στο όνομά αυτού που τη γράφει, αλλά και χειρονομία ανοίγματος και προς τους άλλους σονετογράφους με τους οποίους κάποιος μπορεί να νιώθει παιγνιωδώς αλληλέγγυος. Κατά περίεργο τρόπο το στιχούργημα αυτό δημιουργεί σχέσεις μεταξύ των δημιουργών του. Η αφιερωματική παρουσία του σονέτου στην παγκόσμια γραμματεία περιέχει αναγνώριση μεταξύ σονετογράφων και αβροφροσύνες άγνωστες σε άλλες μορφές.
Το σονέτο είναι φόρμα αδούλευτη στην Ελλάδα με μεγάλα περιθώρια εξέλιξης. Θα πρόσθετα επίσης πως η διάλυση του σονέτου στη συμφορά του που επιχειρήθηκε, αντί να βάλει τέλος στα σονέτα, μάλλον θα προσαρτήσει τον συφοριασμένο και δεν θα λειτουργήσει σαν επιστροφή στην στιχουργική τάξη του παρόντος. Το σονέτο επίσης προσφέρεται στο διαβλητό θεσμό της διδασκαλίας ποίησης επειδή είναι σχεδόν το μόνο βολικό για τη διδασκαλία στιχουργικής και από τον πλέον ατάλαντο στον πλέον άμουσο.
Τελειώνοντας θέλω να επισημάνω ότι τα όσα έγραψα εδώ αποτελούν μέρος της γενεαλογίας της επανεμφάνισης του σονέτου στην επιφάνεια της λογοτεχνίας μας. Δεν συμμερίζεται ούτε τις μαξιμαλιστικές θεωρητικές κατασκευές που εξηγούν την παρουσία του, ούτε τις μινιμαλιστικές που το θέλουν ένα είδος καλλιέργειας ορχιδέας από γραμματικούς. Η στοά του Σονέτου είναι γεμάτη ακόμη μετάλλευμα και ο καθένας θα εξορύξει κατά το ταλέντο που του έδωσε η φύση του.
Ο Μπόρχες έλεγε, άλλος φίλος των σονέτων αυτός, ότι κάθε ποίημα είναι προορισμένο να καταλήξει σε ελεγεία. Το σονέτο είναι ακριβώς αυτό. Μια φόρμα επιδεκτή στο να κερδίζει χρόνο προς την ελεγεία που καταλήγει κάθε ποίημα. Ο παγκόσμια μεγάλος σονετογραφος της ελληνικής δεν έχει ακόμα φανεί. Κι είναι τόσο ωραίο να τον περιμένει κανείς.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Σεμιναρίου το Ανάγνωσμα…Πρόσχωμεν!»

[author] Του Σπύρου Αραβανή [/author]

 

 

 

Καθημερινά ξεφυτρώνουν σαν τις οικονομικές αποκαλύψεις. Go Seminars όπως τιτλοφορείται και η αντίστοιχη ιστοσελίδα, οδηγός για τα σεμινάρια ανά την επικράτεια. Πληρωμένες συνταγές υποσχόμενης επιτυχίας για όλα τα βαλάντια και για όλες τις αναβράζουσες επιθυμίες. Εκπαιδευτές ως γρήγορα manual, εκπαιδευόμενοι ως γνήσιοι καταναλωτές. Η «γνώση» να περνά χέρι σε χέρι και όχι σκέψη τη σκέψη. Διδασκόμενοι που μέσα σε μια νύχτα πλήρους επαγγελματικής κατάρρευσης έγιναν διδάσκοντες μεταλαμπαδεύοντας κάτι που οι ίδιοι δεν απέκτησαν ποτέ. Γιατί δεν ήταν. Κι όμως αυτό δεν είναι το πιο παράλογο της υπόθεσης. Το πλέον παράλογο είναι το ίδιο το σεμιναριακό αντικείμενο και η προοπτική του. Όσο λιγοστεύουν τα αντικείμενα τόσο πληθαίνουν τα σεμινάριά τους. Μάλλον οικοδομούνε το μέλλον! Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

 
ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ: Εκπαιδευτές, άνθρωποι με μισό μυθιστόρημα και με αμέτρητους κριτικούς επαίνους. Σαν τους παιδοψυχολόγους με τις επιστημονικές συμβουλες ανατροφής παιδιών προς τους γονείς όντας οι ίδιοι άκληροι. «Το άσπρο χαρτί όμως σκληρός καθρέπτης. Επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν»... Μαθητές διψασμένοι για γραφή χωρίς όμως πρώτα την ιδιωτική ανάγνωση. Χωρίς τη σιωπή της αναζήτησης και το βρόγχο της έμπνευσης. Και η γραφή ως μάθηση σε ένα χώρο που η κυκλοφορία του βιβλίου δεν εξαρτάται από την έγκριση του εκδότη -άρα από την δημιουργική έμπνευση…- αλλά από την τσέπη του υποψήφιου συγγραφέα…

 

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ: «Μάθε τα μυστικά του ραδιοφώνου» μέσα σε μια ραδιοφωνική πραγματικότητα χωρίς ραδιοφωνικούς παραγωγούς. Εδώ η γνώση ως πολυτέλεια, ή για να το πω καλύτερα, ως μια ανάμνηση αλλοτινών εποχών. Προετοιμασία όμως για ένα πο ευοίωνο μέλλον; Πολύ ρομαντικό ως ιδέα. Πολύ εξευγενισμένο ως χειρονομία. Με απλά λόγια παράδειγμα σεμιναρίου ανευ έμπρακτης εφαρμογής. Εξαιρώ την προοπτική του διαδικτυακού ραδιοφώνου μέχρι το όραμα να γίνει επαγγελματικό. Χωρίς εισαγωγικά.

 
ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ MARKETING: «Πούλα έξυπνα το προιόν σου, γίνε καλός διαφημιστής» σε μια διαφημιστική πραγματικότητα βαλτωμένη. Επίσης ως υπόσχεση, ως τροφοδοσία για ένα καλύτερο ξημέρωμα. Τρεις απλές ερωτήσεις όμως μπορουν να γκρεμίσουν το οικοδόμημα του εκπαιδευτή: «Εσύ πού δουλεύεις; Τι προωθείς; Πόσα κερδίζεις;». Και η απάντηση: «Εφαρμόζω τη θεωρία στην πράξη. Πείθοντάς σε να είσαι εδώ…». Ενώ το παρόν είναι αλλού. Δεκτόν!

 

 

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΙΑΣ: Πιθανόν για ανεύρεση δουλειάς στην Τουρκία και στα σήριάλ της..

 
ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΘΕΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ: Λογικά απευθύνεται σε Ελβετούς αφού γίνεται και εξ αποστάσεως.

 
ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ «ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΓΙΑ ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ»: «Απευθύνεται σε όποιον επιθυμεί να εξασφαλίσει μέσω συνέντευξης την ενδεχόμενη πρόσληψή του». Μέσα, δηλαδή, σε μια πρόταση δύο έννοιες εξορισμένες από το καθημερινό μας λεξιλόγιο: «εξασφάλιση θέσης μέσω ..συνέντευξης» και «ενδεχόμενη πρόσληψη»…

 

 

Ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Όση και η έμπνευση των τυχάρπαστων για ανεύρεση πόρων. Όση και η αφέλεια και η ματαιοδοξία των εκπαιδευομένων. Τα σεμινάρια κατεδαφίζουν ό,τι άφησε όρθιο η επίσημη εκπαίδευση. Και εξαιρέσεις; Ασφαλώς και υπάρχουν. Για αυτό «Προσοχή στις απομιμήσεις»!

 

 

 

 

 

 

A’ Δημοσίευση: http://bibliotheque.gr/?p=14601

********************************
Ο Σπύρος Αραβανής γεννήθηκε το 1979 στον Πειραιά. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και είναι διδάκτορας Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης (Πανεπιστήμιο ΑΘηνών). (Συν)εργάζεται ως δημοσιογράφος και έχει εκδώσει δύο βιβλία ποίησης. Περισσότερα εδώ: http://www.poiein.gr/odhynio-anaaaitho

Διαβάστε περισσότερα