Κόμης Κομμάτια, Summertime
2Ιου

Κατηγορία


Ξοδέψου
Έξι το πρωί, στον σταθμό των λεωφορείων, με το ψιλόβροχο να πέφτει μέσα στο πλαστικό ποτηράκι του καφέ, τους επιβάτες με τις σακούλες στο χέρι να μπαινοβγαίνουν στα αριθμημένα δρομολόγια και τους νευρώνες στο κεφάλι – πύργο της Βαβέλ – ανίκανους και για τις πιο απλές συνδέσεις.
Ο χρόνος ακούει marilyn manson – i wish i wasn’t me – και αδιαφορεί για τους χαλασμένους φωτεινούς σηματοδότες.
Τα ακρυλικά απογεύματα, πίνεις καφέδες επεξεργασμένους που υπόσχονται νύχτες με όνειρα και καθώς το στρώμα σου σε καταπίνει, χαμογελάς στην αράχνη που τραμπαλίζεται πάνω από την μύτη σου κοροιδευτικά.
Τα βράδια τρέχεις στο ψυγείο και το ανοιγοκλείνεις να βλέπεις το φωτάκι μέσα να παιχνιδίζει και κρύβεις τα τιμαλφή σου λάθη κάτω από το μαξιλάρι. Ασελγείς πάνω στο παρελθόν σου και γελάς ειρωνικά καθώς του κλείνεις το στόμα να μην ακούσει η γειτονιά.
Στο νεκροταφείο έκανε ένα κρύο. Εγώ διάβαζα τις επιγραφές και τις φανταζόμουν πολύχρωμες, σαν διευθύνσεις παλιών (μονο)κατοικιών.
«Πήγαινα με το σώμα αγκαλιά, με το σώμα μου μόνο εξηγούσα. Πήγαινα και εξηγούσα»
Τι να σου εξηγήσω εσένα που σε βλέπω να ξύνεις τις λέξεις με το νύχι σου και να τις καταβροχθίζεις .
Θέλω να σου γεμίσω τον λαιμό μικρές μωβ μελανιές, θανατηφόρα φιλιά, ένα για κάθε ανέντιμη δικαιολογία σου, “να σου χορέψω τον χορό των Δερβίσιδων” ωδή σε έναν δικό μου θεό, όταν μου λες πως μ’αγαπάς να σε πιστέψω ακριβώς για τριάντα δευτερόλεπτα και μετά να πηδήξουμε από τον φωταγωγό να δούμε την ανατολή στο υπόγειο.
Θα ουρλιάξουμε παρέα τις ιαχές μας, θα ιδρώσουμε πάνω σε στρώματα με την ευτυχία να ξεφτίζει από την υγρασία και τις ηλεκτρικές καταιγίδες να ξεπηδούν ολοζώντανες πάνω στον ολογραφικό μας καναπέ. Μετά μπορούμε να γίνουμε χαρτοπόλεμος σε κάποιο τελειωμένο καρναβάλι ή φωτοβολίδα διάσωσης σε ναυάγιο.
“Ελεύθερος είσαι όταν αντέχεις να κοιτάς κατάματα το πρόσωπό σου, ακριβώς την στιγμή που γίνεται ένα με το προσωπείο σου. Και είσαι ελεύθερος, γιατί είσαι γενναίος, να προσπαθείς να αποδεχτείς όλα όσα θα ήθελες να είσαι και δεν μπορείς”.
Χωρίς ίχνος επιείκειας…
Διαβάστε περισσότερα
Ο ουρανός είναι καταγάλανος
O ήλιος λάμπει στον ουρανό.
Μα εγώ κρυώνω.
Στο τέλος σε προδίδουν όλοι και μένεις μόνη.
Ίσως, δεν ξέρω άρχισα να συνηθίζω κάποια πράγματα, άρχισα να βλέπω τη ζωή από άλλη άποψη.
Τελικά τι θα γίνει;
Θα φύγουμε;
Ίσως…..!
Δεν ξέρω, άρχισα να συνηθίζω.
Τι κι αν συνεχίσω, πάλι μόνη θα μείνω.
Καλύτερα να σταματήσω, θα γίνω χειρότερα.

ΡΕΜΠΩ – ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ (εισαγωγή)
Εμμετρη διασκευή από τον Δημήτρη Σολδάτο
Καλά αν θυμάμαι, κάποτε η ζωή μου
ήταν μεθύσι, γλέντι! Το ελιξίριο
της ομορφιάς με γέλασε ένα βράδυ
κι όπως το ήπια πίκρισε η πνοή μου!
Με γλώσσα φιδινή απʼ το δηλητήριο
τους δαίμονες καλώ μες το σκοτάδι:
Ω, Φθόνε, Μίσος, ύπουλο εσύ Ψέμα!
Γεμίστε μου με λάσπη κι άμμο το αίμα,
των δήμιων τις κάνες να δαγκάσω
στʼ απόσπασμα μπροστά όταν θα φτάσω.
Σαν ύαινα πεινασμένη θα ουρλιάξω,
κάθε χαρά χιμώντας να σπαράξω!
Απόγνωση-θεά, σκορπιών μητέρα,
στου εγκλήματος στεγνώνω τον αέρα!
Την τρέλα ξεγελώ με φρικαλέο
κι ηλίθιο γέλιο. Σάπια άνοιξή μου,
σʼ αρχαίο συμπόσιο ψάχνει η όρεξή μου
κλειδί συμπόνοιας…Διάολε, τι λέω;
Εφτά Ποιήματα Για Την …
Τι ωραιώθεις και τι ηδύνθης αγάπη, εν τρυφαίς σου; τούτο μέγεθος σου, ωμοιώθεις τω φοινίκι, και οι μαστοί σου τοις βότρυσιν. είπα· αναβήσομαι επί τω φοινίκι, κρατήσω των ύψεων αυτού, και έσονται δη μαστοί σου ως βότρυες της αμπέλου και οσμή ρινός σου ως μήλα και ο λάρυγξ σου ως οίνος ο αγαθός, πορευόμενος τω αδελφιδώ μου εις ευθύτητα, ικανούμενος χείλεσί μου και όδουσιν.
Άσμα Ασμάτων, Κεφάλαιον Ζ

Κάθε πρωί ξυπνώ με σένα μες το κεφάλι μου πρώτα ανοίγουν τα μάτια σου να με κοιτάν δίχως να βλέπουν καστανά και μεγάλα εμένα με πιάνει ένας φόβος θανάσιμος έπειτα το πλαίσιο παίρνει να φωτίζεται λίγο λίγο αχνά στην αρχή και παρουσιάζεσαι τέλος ολόκληρη εκθαμβωτική μαρμάρινη μες την μαρμαρυγή δροσοσταλίδες τρέμουσες τα βλέφαρα σου πάλλονται απαλά μισάνοιχτα τα χείλη σου ερωτικά επάνω τους κρέμομαι με το ʽνα μου χέρι και με τʼ άλλο μετεωρίζομαι να προσπαθώ να ισορροπηθώ τα πόδια νευρόσπαστα ταλαντεύονται παγιδεύομαι στο κενό αγγίζω τα χείλια σου κανονικά θα ʽπρεπε μα δεν καταλαβαίνω χαρά μʼ αυτήν την αγωνία να βαραίνει μες την καρδιά εσύ δεν αισθάνεσαι τίποτα παρά μια ενόχληση παράσιτο σαν γαργάλημα βαριέσαι να σηκώσεις να με διώξεις το χέρι σου μην ξυπνήσεις μην ξυπνήσεις προσεύχομαι αγάπη μου να προλάβω να σκαρφαλώσω να σταθώ όρθιος στο πηγούνι σου νʼ ατενίζω τη θέα σου αθέατος βυθισμένη στο μαξιλάρι όπως κάθε πρωί μέρες τώρα όταν ξυπνάς σʼ ονειρεύομαι δίπλα μου