summertime1.jpg
Είμαι ένα φάντασμα.Κάθε μέρα αναζητώ ευκαιρία να βγώ.Να πιώ.Μιλάω με άτομα από άλλον κόσμο.Δεν τα προσέχω πολύ αλλά τα θυμάμαι όλα.Όσα μου λένε όσα μου δείχνουν.Είμαι ένα φάντασμα.Ένα στοιχιό.Αισθάνομαι μια χαρά αλλά δεν μπορώ να το εξωτερικεύσω.Κάτι δεν μου πάει καλά.Είμαι στην ίδια φάση με τους γνωστούς μου που βγαίνω έξω αλλά είναι τοσο μακρυά.Δεν μιλάω πολύ.Ψάχνοντας την λύτρωση δεν ξέρω και γω που.Μάλλον στο ποτό.Ζηλευω τις παρέες τους.Όλοι μαζί.Αγόρια και κορίτσια.Τους βλέπω που πιάνουν το μπουτάκι της φίλης τους,το γονατάκι,δίνοντας το αποχαιρετιστήριο φιλάκι.Έχω μια υπέροχη γυναίκα να με περιμένει σπίτι και έγω κάθομαι εδώ,στο παγκάκι της πλατείας.Πλήρως ακινητοποιημένος.Ζωντανό γλυπτό.Έξι η ώρα το πρωί.Ο ουρανός είναι γκρί,είναι το σημείο που σβήνει η νύχτα και η στάχτη που έμεινε την παίρνουν οι αθόρυβοι εργάτες.Δεν ξέρω.Παύση.Αυτές οι ώρες μου λείπουν πιο πολύ.Η θλίψη της απραξίας.
Μμμ τώρα ξύπνησα,πάω να κάνω καφέ.Όσο βράζει το νερό,στρίβω τον πρώτο γάρο της ημέρας.Από εκεί και πέρα ξέρεις ότι σήμερα θα κάνεις ότι κάτσει.Το πρόγραμμα σου τινάχτηκε στον αέρα εκτός κι αν έχεις σταθερό ωράριο.Πολύ δύσκολα οι χασικλήδες μπαίνουν σε πρόγραμμα,μου φαίνεται σαν να είμαστε όλοι ψιλομαζόχες.Θέλουμε συνεχώς κάποιον να μας τσιγκλάει για να κάνουμε το οτιδήποτε,ακόμα και το ξύρισμα.Ειδικά το ξύρισμα.Ο Ρεμπώ είπε ότι το χόρτο δεν κάνει ούτε πολεμιστές μήτε εργάτες.Γι αυτό και απαγορευεται.Παράλυση από την πολλή ανάλυση.Δεν σταματάς να σκέφτεσαι αλλά σκέφτεσαι τόσο σιωπηλά,τόσο ήρεμα,τόσο γαμημένα καθαρά όμορφα που ούτε ο εαυτός σου δεν σ’ακούει.Άντε πάλι στα τελιώματα.Τώρα τουλάχιστον δεν υπάρχει άγχος αν βρω η όχι.Τα έχω κάνει τα κονέ μου.Τί τζάμπα πήγαινα κάθε μέρα σχεδόν στο ίδιο μαγαζί?Τους έδειξα επίτηδες ότι την πίνω.Πολλές φορές πήγαινα εκεί χεσμένος έχοντας πιεί κρασιά ή μπύρες πιο πρίν στο σπίτι.Ήμουν ο τύπος που κάθεται στο μπαρ μόνος για να τον ξεχαρμανιάσει ο μπαρμαν.Σε βλέπουν μόνο και σε ρωτάνε ”Τί έχεις?” “Τι να χω ρε Γιάννη?” “Α αυτό κι αυτό” “Ναι ρε συ,εγώ την άλλη φορά…””Α γεια σου””Με το γκομενάκι τί έγινε?””Είχαμε πάει που λες…”Ηρωικά κατορθώματα πιωμένων που κατάφεραν να δούν την αυγή.Στα τελιώματα γαμώτο κι είναι ακόμα Δευτέρα πρωί.Πρέπει να χω 3-4 μπάφους ή μπούφους όπως τους λέει μια φίλη ακόμα.Προσεκτική τοποθέτηση του μαύρου στο τσιγάρο,να βγάλω όσα περισσότερα μπορώ,να ξεγελιέμαι.Μέχρι και την φλούδα από τα σπόρια βάζω.
Κρατάω το σπόρι με τον δείκτη και τον αντίχειρα,ασκώ λίγη πίεση και πσιουμ κατευθείαν στο τασάκι.Στα βραδυνά τσιγάρα βέβαια εκεί που δεν βλέπω καλά ή που έχω γίνει ήδη μου ξεφεύγει και κανένα.Τσιγαρόχαρτα τα πιο λεπτά για να σβήνει μόνος του ο γάρος όταν πας τουαλέτα ή είσαι έτοιμος για νάνι.Ποτέ αυτά με το χοντρό άσπρο χαρτί σαν του τσιγάρου.Αυτά τα έχουν σπίτι αυτοί που δεν πίνουν συχνά ή αυτοί που ντρέπονται να ζητήσουν από τον περιπτερά της γειτονιας τους πιο ΄εξιδικευμένα΄ τσιγαρόχαρτα.Το χόρτο τα κάνει όλα πιο ωραία.Κολλάς στις πιο μικρές λεπτομέρειες.Και ένα tip για όταν κάνετε σεξ,αν συνδιάσετε αλκοόλ και μαύρο και δεν σας πέφτει με τίποτα και δεν τελιώνετε με τίποτα.Τρέμε Κούλαααα.
Όλα σε πρόγραμμα.Τίποτα τυχαία.Ούτε μια παράκλιση.Follow the rules baby!Γάμα τη λογική του σχολείου.Γάμα και την μάνα τους αν γουστάρεις αλλά πρέπει να κλείσεις ραντεβού.Μη σε πάρουν και για μαλάκα…
Δεν θα ανατείλει απόψε.Κράτησε τα χρώματα όλα δικά σου.
Σε πιάσαμε στα μαυρα.Η ζωή σου δεν έφτασε στα άκρα.Πρόστυχο βελούδο στα μάτια σου.Μα το φως δεν φτάνει.Πυγολαμπίδα η σκέψη.Τυχαία η στιγμή.Ο ταύρος θα κεντρισει την ψυχή.Γιατί οι γυναίκες φοβούνται τους κεραυνούς?
Αυτές τις μέρες νιώθω ήρεμος.Επιτέλους ο εαυτός μου πάλλεται.Ο πούτσος μου είναι συχνά σκληρός.Βλέπετε οι καταστάσεις…Μέσα σ’ένα δωμάτιο που μυρίζει χασίς,φτηνό κρασί και πολυκοσμία,μπήκε.Τί κάνετε εδώ ρωτάει.Ασημένη σκόνη σηκώνεται.Τα πάντα επιταχύνονται.Οι σκέψεις τρέχουν.
Δρόμος με ομπρέλες.Κίτρινες,κόκκινες,καφέ…Ηλεκτρομαγνητικά κύματα διαχέονται παντού.Ο υπολογιστής αναβοσβήνει.Κοίτα τα μάτια του.Τα τάγματα δεν θα ρθουν απόψε.Ξαφνικά βάζει την μπρίζα στο μουνί της.Σ’όλο το δωμάτιο μπαίνει φώς.Μπλέ ηλεκτρίκ.
Ανθισμένες Μανόλιες 
Αρραβωνιαζόμαστε.Φτάσαμε τελικά στον ζητουμενό μας.Από εδώ και πέρα είμαστε και τυπικά ανδρόγυνο για τους συμπολίτες μας.Οι συγγενείς θα σου πάρουν χρυσά κολιέ και σκουλαρίκια,μεταξένια φορέματα,λευκόχρυσα δαχτυλίδια.Αλλά σε μένα  τον άντρα τί?Τί να του πάρεις τον άντρα?Μια πίπα ίσως…?Εμένα θα μου δώσουν  κοστούμια,παπούτσια,σταυρό,ρολόι,πορτοφόλι, έναν αναπτήρα ίσως,μα κυρίως λεφτά.Λεφτά μιας και είμαι μπατίρης χωρίς δουλειά,χωρίς πτυχίο.Α θα μου δώσουν και πολλές ευχες για το πτυχίο.Θα το πάρω το γαμημένο,το ξέρω κι αν όχι το πολύ πολύ αυτοκτονώ να ησυχάσουμε όλοι.Πώς φτάσαμε ως εδώ baby?Από ένστικτο ίσως το σώμα μου έβγαλε σπυράκια στο σημείο που θα μπει το δαχτυλίδι.Βλέπω πια τα νέα ζευγάρια με απάθεια.Ξέρω πλέον όλες τις φάσεις.Πλάκα δεν έχει που ‘σε’ παίρνω τηλέφωνο και σου βάζω τραγουδάκια που τα έγραψαν άλλοι για άλλες?Τι να κάνουμε?Ξέρεις ότι τα λένε καλύτερα από μένα.Το ξέρεις ότι δεν μπορώ να σ΄αφήσω,μόνο αν φύγεις εσύ ή πεθάνεις θα γίνει αυτό.Άρχισα να καταλαβαίνω και τα ελληνικά τραγούδια πια.Τα πιο απλά σαν το ¨να μ’αγαπάς¨,το πιο κακο-χιλιο-παιγμένο τραγούδι της εφηβείας που τόσο πολύ μισούσα  γιατί δεν ήξερα τίποτα για τον συνθέτη αλλά ήξερα τα πάντα για τους τύπους που το έπαιζαν στα πάρτυ και στις εκδρομές,οι μοιραίοι με τις αλογοουρές και τα μπρατσόνια.
Μετά το χθεσινό βράδυ το θεωρώ ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχουν ποτέ γραφτεί.Αυτό και το ¨μπαγάσας¨.Και γω μωράκι μου θα σου βάζω τραγουδάκια με τα πιο όμορφα στιχάκια για ρεφρεν.Θα μπορούσα να κάνω τώρα μια τεράστια λίστα με τραγούδια όλα για σένα και ξέρεις ότι ξέρω πολλά.
Τόσα χρόνια σε τραβολογώ που λένε και τα άσματα.Κάνοντας πάντα το δικό μου.Πόσες θυσίες και αν δεν έκανες για μένα γυναικούλα μου?Και τώρα αρραβωνιαζόμαστε μόνο και μόνο επειδή σου τα έπρηξε ο πατέρας σου.Ούτε
μια πρόταση γάμου δεν σου έκανα,το δαχτυλίδι το πήραμε μαζί,δεν μπορούσα να διαλέξω γιατί δεν ήξερα το μπάτζετ…Θυμάμαι ότι όλη αυτή την διαδικασία την κοροιδευαμέ και τώρα χορέυουμε στον ρυθμό της.Ποτέ δεν τους κάναμε τη χάρη.Έχουμε πλέον καταντήσει ‘γραφικοί’ στην πόλη.Σχεδόν πάντα μαζί έξω τα βράδια και σχεδόν πάντα μόνοι στα κρεββάτια.Μόνο εκείνο το έτος που έμεινα μόνος είμασταν πραγματικά ευτιχισμένοι.Εκεί στην τρύπα της φτωχο-φοιτητο-γειτονειάς.Παρέα με τους μετανάστες,τους άστεγους,τα πρεζάκια και τα γερόντια.Στο σπίτι μόνο με τα στοιχειώδη έπιπλα,έτσι για το τυπικό,με λεφτά που ούτε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων δεν θα άντεχε να ζήσει πόσο μάλλον δύο νεαρά λιοντάρια.Και όμως τότε ήμασταν τέλεια ακούγοντας mark lanegan και greg dulli χορεύοντας και πίνοντας μέσα σ’ένα νέφος από τσιγάρα γεμιστά και μη.Τότε που κάναμε πάρτυ αν γυρνούσαμε από το super-market.Tότε που το μόνο πρόβλημα μας ήταν μη μας ακούσει ο διπλανός μας όταν κάναμε έρωτα Τότε δεν το ήξερα το κομμάτι αλλά αν είχαμε και το ‘Δραπετσώνα΄ στο playlist μπορεί να είχαμε δράματα.Αν πίστεψα μία φορά στον θεό ήταν εκείνο το βράδυ της μεγάλης πέμπτης.Μετά τον καβγά μας που έφυγες ή έφυγα δεν θυμάμαι,τότε που σε χτύπησα και με χτύπησες,τότε που πέταξα το κινητό και άνοιξε στα δύο και μπήκα μέσα στην εκκλησία όπου οι γυναίκες στόλιζαν τον επιτάφιο,ψάχνοντας κάποιον να το φτιάξει.Μπήκα και αισθάνθηκα σαν πρωην φυλακισμένος που προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή του κι άλλοι τον βλέπουν με συμπάθεια και άλλοι όχι.Με ανάσα που βρωμούσε από τα τσιγάρα και το αλκοόλ,μάτια απεγνωσμένα να δούν έναν άγγελο και καρδιά με πληρωμένη ήδη μια θέση για την κόλαση.Πήγα στον πρώτο που βρήκα¨Μπορείς να το φτιάξεις?΄΄Δεν υπήρχε χρόνος για ευγένειες και χαιρετούρες.΄΄Θα προσπαθήσω,όλα καλά φίλε?΄΄΄΄Μακάρι να μην χρειαστει να ξανάρθω΄΄ του είπα.Δεν ξέρω πως να κλείσω αυτό το χαζοκείμενο οπότε θα ανατρέξω σε στίχους από ένα τραγούδι που άκουσα πρόσφατα και το ερωτευτικα με την πρώτη αυτιά όπως εσένα με την πρώτη ματιά,μακάρι να το λες εσύ για μένα
΄΄…and i dont knov where to hide
inside your dirty mind
i wanna say no
but my heart keep say i want more
so i sing sing sing….΄΄
ultra orange