Εφτά Ποιήματα Για Την …

Τι ωραιώθεις και τι ηδύνθης αγάπη, εν τρυφαίς σου; τούτο μέγεθος σου, ωμοιώθεις τω φοινίκι, και οι μαστοί σου τοις βότρυσιν. είπα· αναβήσομαι επί τω φοινίκι, κρατήσω των ύψεων αυτού, και έσονται δη μαστοί σου ως βότρυες της αμπέλου και οσμή ρινός σου ως μήλα και ο λάρυγξ σου ως οίνος ο αγαθός, πορευόμενος τω αδελφιδώ μου εις ευθύτητα, ικανούμενος χείλεσί μου και όδουσιν.

Άσμα Ασμάτων, Κεφάλαιον Ζ

de-kooning-untitled-iia.jpg
Κάθε πρωί ξυπνώ με σένα μες το κεφάλι μου πρώτα ανοίγουν τα μάτια σου να με κοιτάν δίχως να βλέπουν καστανά και μεγάλα εμένα με πιάνει ένας φόβος θανάσιμος έπειτα το πλαίσιο παίρνει να φωτίζεται λίγο λίγο αχνά στην αρχή και παρουσιάζεσαι τέλος ολόκληρη εκθαμβωτική μαρμάρινη μες την μαρμαρυγή δροσοσταλίδες τρέμουσες τα βλέφαρα σου πάλλονται απαλά μισάνοιχτα τα χείλη σου ερωτικά επάνω τους κρέμομαι με το ʽνα μου χέρι και με τʼ άλλο μετεωρίζομαι να προσπαθώ να ισορροπηθώ τα πόδια νευρόσπαστα ταλαντεύονται παγιδεύομαι στο κενό αγγίζω τα χείλια σου κανονικά θα ʽπρεπε μα δεν καταλαβαίνω χαρά μʼ αυτήν την αγωνία να βαραίνει μες την καρδιά εσύ δεν αισθάνεσαι τίποτα παρά μια ενόχληση παράσιτο σαν γαργάλημα βαριέσαι να σηκώσεις να με διώξεις το χέρι σου μην ξυπνήσεις μην ξυπνήσεις προσεύχομαι αγάπη μου να προλάβω να σκαρφαλώσω να σταθώ όρθιος στο πηγούνι σου νʼ ατενίζω τη θέα σου αθέατος βυθισμένη στο μαξιλάρι όπως κάθε πρωί μέρες τώρα όταν ξυπνάς σʼ ονειρεύομαι δίπλα μου

Είχες έρθει λέει στο σπίτι μου καθισμένοι στο ξύλινο πάτωμα πίναμε ένα τσιγάρο μαζί ανάμεσα σε δυο κεριά αναμμένα σκοτεινή μουσική μια κίνηση ανεπαίσθητη και σε νιώθω δίπλα μου τόσο εκεί τυλίγονται στο κορμί σου τα χέρια μου σκαρφαλώνουν κισσοί τα χείλη μου στα χείλη σου ασθμαίνουσʼ αναπνοή αμφιταλάντευση στιγμιαία αμφίσημη απειλή καυτή υφή υγρή υφή ξαπλωμένος επάνω σου η πλάτη σου τα μαλλιά περιδινούνται στο πάτωμα ποτάμια θολά κοιτάζω βυθίζομαι στα χαρακτηριστικά σου τα πιο βαθιά τα μάτια σου επίμονα με τρυπάνε βλέπουν ως μέσα βαθιά πάλι και πάλι σηκώνουν λύνουν τα χέρια μου το κορμί σου γυμνή αγγίζω νιώθω τα στήθη σου είμαι εσύ κοιλιά σε κοιλιά μηροί σε μηρούς μέσα σου είμαι εγώ αδύναμο φως οι φλόγες χορεύουνε των κεριών σκιές γυμνές πάλλονται τοίχοι πορτοκαλί ήχοι γνωστοί σκοτεινή μουσική καυτή φωνή υγρή φωνή θάλασσʼ αμφίστομη με βυθίζει με σβήνει απʼ τη γη το επόμενο πρωί γονατισμένος στο πάτωμα με συνδετήρες περιχαράκωνα τα ίχνη σου φεύγοντα φαντασίωση επαναλαμβανόμενη κάθε νύχτα ως την αυγή

Αναπαριστούσα με τις ώρες τις εικόνες σου στο μυαλό μου ανακεφαλαιώνοντας τις μαλακίες που κατά καιρούς είχα πει μισώντας τώρα τον εαυτό μου όλες αυτές οι φωνές στο κεφάλι μου ουρλιαχτά μου ʽρθε να βγάλω μία κραυγή να κατέβω οχτώ ορόφους τις σκάλες ασθμαίνοντας να ματώσω να τρέχω στους δρόμους μες τη σελήνη να διασχίσω τη νύχτα απαυγάζων γυμνός να φτάσω στην πόρτα σου λαχανιάζοντας να παραβιάσω τον ύπνο σου με κομμένη πνοή καθισμένος στα πόδια του κρεβατιού στα πόδια σου να σε ξυπνήσω να με κοιτάξεις άγουρα ξυπνημένη με τα μεγάλα υπέροχα μάτια σου γεμάτα απορία όχι φόβο συγχώρεσε μου τις μαλακίες που έχω πει κι έχω κάνει προσπαθώ χρόνια τώρα να μεγαλώσω αγάπη μου πόσο ήθελα να φιλήσω τα χείλια σου τόσο κοντά σχεδόν μια πνοή
ο χρόνος τώρα κινούταν με την δική του ταχύτητα
κι εσύ δεν ήσουν εκεί

Ήμασταν σκυμμένοι μεθυσμένοι κι οι δυο στο παράθυρο κάτι προσπαθούσες χειρονομούσες έκανες να μου εξηγήσεις πέρα βαθιά πολύ στο σκοτάδι ματαιοπονείς ήθελα να σου πω να μου πω σε κράτησα απʼ το μπράτσο εσύ συνέχιζες έκανα να σε κρατήσω απʼ την μέση να σε φέρω κοντά μου εκείνη τραβήχτηκε
πρώτη φορά διέκρινα στο βλέμμα της μια σκιά φόβο
ξηλώνοντας μία μία τις κλωστές της καρδιάς μου με σκότωσε
τις επόμενες νύχτες μεταφέροντας την αφή της στα χείλια μου
στο βλέμμα της
θα ʽκλαιγα

Έκανες πάλι τον κλόουν απόψε κι όλοι γελούσαν κι έπειτα στο δρόμο του γυρισμού μόνος μαζί της άλλη μια εξομολόγηση άχρηστη περνώντας γέφυρες και ποτάμια και λάμπες θολάμια θολά εναλλασσόμενα σκοτάδια ημίφωτα και νόμιζα είχα παρατήσει για πάντα τα τερτίπια του γελωτοποιού κοινή πόρνη φυλακισμένος στο ίδιο χαμόγελο πικρό ασφυκτιώντας έτσι μες την απαρασάλευτη άνοιξη μικρότερος ξέρεις το συνήθιζα είπα πολύ μπορεί και να μεσολάβησε κάποια ερώτηση μέσα στην έτερη αμήχανη σιωπή ήθελα απόψε να τιμωρήσω τον εαυτό μου εσύ μπορεί και να ʽθελες να ρωτήσεις δεν ξέρω ίσως γιατί ήθελα να ξευτιλιστώ στα μάτια σου ολότελα μια ανάγκη σαδιστική σήμερα αυτομαστίγωσης πώς να σπάσω πες μου τούτο τον τοίχο που έχτισες γύρω σου γύρω μου δηλαδή κι εσύ συνέχιζες να διαβαίνεις αμίλητη να μπορούσες μόνο να αισθανθείς πως με πονάει έτσι που με απέκλεισες απʼ τη ζωή σου ολότελα να με άφηνες έστω εκεί απλό παρατηρητή στη σκιά μια απλή παρουσία

Άντε ρε αδερφέ! Καιρό έχουμε να τα πούμε! Τώρα που μείναμε μόνοι πες μου, πώς τα περνάς; Τα ίδια ρε αδερφέ, όπως τα ξέρεις. Τίποτα το ιδιαίτερο. Καλά θα με τρελάνεις τώρα ρε μαλάκα; Λείπεις τόσους μήνες και γυρνάς και μου λες όπως τα ξέρω; Ποια ξέρω; Τʼ αρχίδια μου ξέρω! Εμπρός! Λέγε! Άκου, λοιπόν, αφού επιμένεις μιαν ιστορία απίστευτη, κάτι σα μεταφυσική. Την ποθούσα με ένα πάθος βουβό. Όμορφη, εκθαμβωτική, απόμακρη κι ωστόσο γλυκιά το πιο γλυκό πλάσμα που συνάντησα στη ζωή μου επάνω στη γη μικροσκοπική δεν μου ʽχε δώσει δείγματα πολιτικοποίησης ίσαμε εκείνη τη στιγμή μπορείς να φανταστείς την έκπληξη μου λοιπόν όταν την βλέπω παραδίπλα μου στην πορεία εκεί είσαι το τελευταίο άτομο που περίμενα να συναντήσω εδώ είσαι γεμάτη εκπλήξεις αλήθεια της λέω χαμογέλασε αποκωδικοποιώντας το κομπλιμέντο πιάσαμε την κουβέντα πρώτη φορά ήρθαμε τόσο κοντά μόριο ένα μέσα στον κόσμο μαζί και τότε άρχισε οι μπάτσοι σε φάλαγγα σκίζαν την πορεία στα δυο να χτυπάν ρυθμικά τις ασπίδες πρωτόγονοι με την βάση των γκλομπ δακρυγόνα φυσούνες αέρια φωνές χέρια ανεβοκατεβαίνουν κινήσεις τυφλές σώματα παλμικές ένας πολτός πόδια σαρώνουν να πέφτουν κεφάλια ματωμένα στʼ οδόστρωμα καπνοί σʼ έχασα μέσα στην φασαρία σʼ έχασα τα μάτια μου τυφλά απʼ τα δακρυγόνα φωτιές δεν βλέπουνε σʼ έχασα τίποτα και ξάφνου σε βρίσκω ξανά ένα λίγο πιο μακριά ανάμεσα στα πόδια των μπάτσων χέρια ανεβοκατεβαίνουνε γκλομπ τρεις σε χτυπούσαν μαζί έβγαλα μια κραυγή έτρεξα προς το μέρος σου δίπλα μου ένας μεταλλικός πάσσαλος μπηγμένος στη γη ούτε και γω ξέρω πως με μια κίνηση ξεριζώθηκε τον σήκωσα και τον έφερα στον πρώτο που ήτανε πιο κοντά κι έπειτα στους άλλους διαδοχικά μείναν στο δρόμο σφαδάζοντας έκανα να σε σηκώσω να σε στηρίξω να περπατήσουμε δεν μπορούσες να φύγουμε από κει σε κρατούσα στην αγκαλιά μου όταν σε έβαλα στο ταξί ρωτούσα τον ταξιτζή για κάποιο νοσοκομείο μου έσφιξες το χέρι όχι μου έκανες νεύμα με τα μάτια τη διεύθυνση σου σε ρώτησα δεν μπορούσες να απαντήσεις ο ταξιτζής έδειχνε νʼ ανυπομονεί αναγκάστηκα τελικά έδωσα τη δική μου πώς να σε πάω στη σοφίτα εκεί σκοτεινή το αυτοκίνητο ξεκίνησε γύρισα τελευταία φορά το κεφάλι μες απʼ το τζάμι να δω το πλήθος παλλόμενο πάντα να συρρικνώνεται κατέβηκα πρώτος πλήρωσα άνοιξα την πόρτα διάπλατα και σε πήρα πάλι στην αγκαλιά άνοιξα με κόπο την πόρτα να μπούμε στο ασανσέρ κάποια στιγμή έκλεισες τελείως τα μάτια έγειρες το κεφάλι τρόμαξα ψιθύρισα το όνομα σου γύρισες το κεφάλι σου προς το μέρος μου και μου ʽγνεψες να μου δώσεις να καταλάβω ανοίγοντας τα μάτια λίγο ξανά μόλις μπήκαμε σπίτι σε ακούμπησα στο κρεβάτι προσεκτικά σκέφτηκα να βγάλω τα ρούχα σου να σου βάλω κάτι πιο άνετο το μετάνιωσα σου έβγαλα απλά παπούτσια και κάλτσες και σε τύλιξα στα σκεπάσματα προσεχτικά σε μια καρέκλα τα επόμενα δύο μερόνυχτα περασμένα στο προσκεφάλι σου άρχισες νʼ ανεβάζεις πυρετό σε ρωτούσα ξανά και ξανά αν ήθελες να πάμε σε κάποιο γιατρό πεισματάρα επέμενες όχι ελάχιστες φορές σε άφησα μόνη ίσα για να πεταχτώ να ψωνίσω να φτιάξω κάτι να φάμε να φας δηλαδή δεν ήθελες δεν δεχόσουν με τίποτα μόνιμα δίπλα μου βουτηγμένη σε κρύο πετσέτα νερό το τρίτο πρωινό εμένα με είχε πάρει ένας ύπνος ανήσυχος ένιωσα ένα άγγιγμα παγωμένο στο χέρι μου πετάχτηκα νόμιζα ήθελες κάτι έκανα να το τραβήξω αντανακλαστικά απʼ την παλάμη σου να ρωτήσω εσύ μου το έσφιξες αδύναμα άσʼ το μου είπες σε κοίταζα ξαφνιασμένος στο πρόσωπο σου ταλαιπωρημένο χλωμό έλαμπʼ ένα χαμόγελο αδύναμο γονάτισα μπροστά σου στο πάτωμα κοιτάζοντας σε κρατώντας πάντα στο χέρι σου την παλάμη μου ξαφνικά έκανες μια κίνηση απροσδόκητη είδα το άλλο σου χέρι να διασχίζει τον αέρα αργά προς το μέρος μου άγγιξες το πρόσωπο μου χαϊδεύοντας με το ίδιο πάντα χαμόγελο μυστηριακό και αδύναμο είναι η πρώτη τρυφερή σου κίνηση μετά από τόσο καιρό της είπα με κάποιο παράπονο χαμηλώνοντας το κεφάλι… μου ερχόταν να κλάψω…
…………………………………………………………………………………………..

Μην πιστεύεις ποτέ τα λόγια ενός ποιητή.

Και γω που τόσο πόθησα να σπείρω το κορμί σου να γίνω άνοιξη βαθιά βροχή χρυσή στους πιο βαθιούς λαγόνες να γίνω αίμα ποταμός σπασμός χυμένο σπέρμα να γίνω μέσα σου ζωή ζωή να ξαναδώσω θαύμα

Γενάρης – Απρίλης 2007

(Πίνακας του de Kooning, Untitled II)