brooklyn.jpg

Ξοδέψου

Έξι το πρωί, στον σταθμό των λεωφορείων, με το ψιλόβροχο να πέφτει μέσα στο πλαστικό ποτηράκι του καφέ, τους επιβάτες με τις σακούλες στο χέρι να μπαινοβγαίνουν στα αριθμημένα δρομολόγια και τους νευρώνες στο κεφάλι – πύργο της Βαβέλ – ανίκανους και για τις πιο απλές συνδέσεις.

Ο χρόνος ακούει marilyn manson – i wish i wasn’t me – και αδιαφορεί για τους χαλασμένους φωτεινούς σηματοδότες.

Τα ακρυλικά απογεύματα, πίνεις καφέδες επεξεργασμένους που υπόσχονται νύχτες με όνειρα και καθώς το στρώμα σου σε καταπίνει, χαμογελάς στην αράχνη που τραμπαλίζεται πάνω από την μύτη σου κοροιδευτικά.

Τα βράδια τρέχεις στο ψυγείο και το ανοιγοκλείνεις να βλέπεις το φωτάκι μέσα να παιχνιδίζει και κρύβεις τα τιμαλφή σου λάθη κάτω από το μαξιλάρι. Ασελγείς πάνω στο παρελθόν σου και γελάς ειρωνικά καθώς του κλείνεις το στόμα να μην ακούσει η γειτονιά.

Στο νεκροταφείο έκανε ένα κρύο. Εγώ διάβαζα τις επιγραφές και τις φανταζόμουν πολύχρωμες, σαν διευθύνσεις παλιών (μονο)κατοικιών.

«Πήγαινα με το σώμα αγκαλιά, με το σώμα μου μόνο εξηγούσα. Πήγαινα και εξηγούσα»

Τι να σου εξηγήσω εσένα που σε βλέπω να ξύνεις τις λέξεις με το νύχι σου και να τις καταβροχθίζεις .

Θέλω να σου γεμίσω τον λαιμό μικρές μωβ μελανιές, θανατηφόρα φιλιά, ένα για κάθε ανέντιμη δικαιολογία σου, “να σου χορέψω τον χορό των Δερβίσιδων” ωδή σε έναν δικό μου θεό, όταν μου λες πως μ’αγαπάς να σε πιστέψω ακριβώς για τριάντα δευτερόλεπτα και μετά να πηδήξουμε από τον φωταγωγό να δούμε την ανατολή στο υπόγειο.

Θα ουρλιάξουμε παρέα τις ιαχές μας, θα ιδρώσουμε πάνω σε στρώματα με την ευτυχία να ξεφτίζει από την υγρασία και τις ηλεκτρικές καταιγίδες να ξεπηδούν ολοζώντανες πάνω στον ολογραφικό μας καναπέ. Μετά μπορούμε να γίνουμε χαρτοπόλεμος σε κάποιο τελειωμένο καρναβάλι ή φωτοβολίδα διάσωσης σε ναυάγιο.

“Ελεύθερος είσαι όταν αντέχεις να κοιτάς κατάματα το πρόσωπό σου, ακριβώς την στιγμή που γίνεται ένα με το προσωπείο σου. Και είσαι ελεύθερος, γιατί είσαι γενναίος, να προσπαθείς να αποδεχτείς όλα όσα θα ήθελες να είσαι και δεν μπορείς”.

Χωρίς ίχνος επιείκειας…

Till you’re so fucking crazy you can’t follow their rules

Γιʼαυτούς που γεννήθηκαν να μη σέρνονται,
(Να μην ξεχάσω να πάω super market)

Γι αυτούς που χτύπησαν τη γροθιά τους στα καρφιά,
(Να μην ξεχάσω να σφουγγαρίσω τη σκάλα)

Γιʼαυτούς που ονειρεύτηκαν,
(Να μην ξεχάσω να πληρώσω τo ρεύμα)

Γιʼαυτούς που αντιστάθηκαν,
(Να μην ξεχάσω να ζητήσω μία μέρα άδεια)

Γιʼ αυτούς που κρέμασαν την ελπίδα τους αράχνη
στο ταβάνι της ανυπαρξίας,
(Να μην ξεχάσω να αλλάξω τα σεντόνια)

Γι αυτούς που αγαπήθηκαν,
(Να μην ξεχάσω να πάω γυμναστήριο)

Γι αυτούς που ούρλιαξαν από ηδονή,
(Να μην ξεχάσω την ώρα που με παίρνεις να βλέπω
τον τοίχο)

Γι’αυτούς που ταξίδεψαν,
(Να μην ξεχάσω να πάρω τα εισητήρια από την εργατική εστία)

Γιʼαυτούς που βούτηξαν στο κένο να μάθουν πως είναι να πετάς ,
(Να μην ξεχάσω να πληρώσω το δάνειο)

Γιʼαυτούς που αγκάλιασαν την άσφαλτο,
(Να μην ξεχάσω να πάω για service το αυτοκίνητο)

Γιʼαυτούς που αντί για αίμα έφτυσαν σιωπές,
(Να μη ξεχάσω να χαιδέψω το παιδί)

Γιʼαυτούς που ντύθηκαν ρούχο τη νύχτα,
(Να μη ξεχάσω να περάσω από το καθαριστήριο)

Γιʼαυτούς που τρελλάθηκαν,
(Να μην ξεχάσω να πάρω τσιγάρα)

Γιʼ αυτούς που φοβήθηκαν,
(Να μην ξεχάσω να χαμογελάσω στον περιπτερά)

Για το όλα και για το τίποτα,
(Να μην ξεχάσω να βάλω πλυντήριο)

Για το καθόλου και το ποτέ
(Να μην ξεχάσω όταν σε ξαναδώ να σε προσπεράσω)

Δεν υ-πά-ρχει έ-παι-νος
(Να μην ξεχάσω να κατεβάσω τα σκουπίδια).

———————————–

“Νομίζω ότι ήταν κάπου πέρυσι”

Κοιμήθηκα πάνω σε μία εφημερίδα αφού είχα γυρίσει την πόλη τυλιγμένη με μια πορτοκαλί κουβέρτα. Στον νότο μου κάνει ακόμα ψύχρα αγαπημένε μου Dvorak .Σου γράφω από ένα μικρό μαγαζάκι κάπου στο κέντρο της Αθήνας που φτιάχνει βιολιά. Αν μπορούσες να επιστρέψεις για 60 δευτερόλεπτα έστω, θα καταργούσα την βραβευμένη με Νόμπελ θεωρία του χάους και θα σε έπαιρνα από το χέρι να σε ταξιδέψω στις μικρές μονοψήφιες ώρες μου παιζοντάς σου την δική μου εκδοχή της ευτυχίας σε F minor

Εσύ διαφέρεις. Εσύ δεν μιλάς, παρά μόνο ζωγραφίζεις πρωινά πάνω στο διαχωριστικό πλέξιγκλας του γραφείου σου και σαλπάρεις μέσα στο διάφανο υλικό τους.
Εγώ κλέβω από τους διαβάτες τα καλοκαίρια τους και σου τα στέλνω να μη φοβάσαι τα απογεύματα, ούτε τις λασπωμένες λακούβες που λερώνουν τα γκρι σου ρούχα.

Να δεις που οι βυθοί μας είναι γλυκές διαβαθμίσεις χρωμάτων στα μεσαιωνικά κανάλια ενός ουρανού που σκεπάζει την υποθαλάσσια πολιτεία των πλασμάτων που κρύφτηκαν απʼτους ανθρώπους. Ούτε μιλιά, ούτε σιωπή εκεί. Ένα ενδιάμεσο μόνο που δεν γνωρίσω πως λέγεται στην γλώσσα μας, μα η νύχτα είναι κόκκινη σαν τα καράβια που καθελκύω κάθε φορά που δεν έχω τίποτα να πω.

Θα γράψω το εγχειρίδιο ερμηνείας της αφωνίας μου στη μικρή χαράδρα του αυχένα σου, ξορκίζοντας όλες τις καταδικασμένες σε απραξία στιγμές μου και μετά θα πετάξω με το φτερό της πούλιας γνωρίζοντας πια πως το συνώνυμο του λίγο, είναι ο εμπαιγμός.

Αν δρασκελίσεις την χαρακιά μου, θα σου χαρίσω το αριστερό μου πλευρό να (ξ)αποστάσεις.

Μπα…

Κατάλαβες; Kι αν δεν κατάλαβες, τι πειράζει; Kαθόλου δεν πειράζει.

Έτσι κι αλλιώς στα ταξί της νύχτας, οι άνθρωποι στιβάζονται στον χώρο αποσκευών και οι βαλίτσες τους ράθυμες στο πίσω κάθισμα πληρώνουν διπλές ταρίφες σε πειραγμένα ταξίμετρα.

Έτσι κι αλλιώς κόπηκε το ρεύμα.Πέρασε η μέρα σκάβοντας αναχώματα στο μαξιλάρι μου να κρυφτώ, γιατί εμένα ο θάνατος με σωπαίνει. Που να ψάχνεις τώρα για λίγα ηχητικά επενδεδυμένα δευτερόλεπτα;

Τώρα που το σκέφτομαι, το στόμα σου είναι ενας στρατός αρμάτων που παλεύει να νικήσει ένα λουλούδι, αλλά πως γίνεται να νοσταλγείς κάτι που ήδη έχεις λησμονήσει;

Η εύγλωτη βουβαμάρα σου περνά αστραπιαία έξω από το παράθυρο. Στο εσωτερικό η σιωπή σπάζει μόνο από τα τριξίματα της δερμάτινης ταπετσαρίας (ακάθεκτα συνεχίζω να τρώω δημητριακά χωρίς γάλα και κάπου στο βάθος κάτι ανθρωπάκια αναλύουν κοσμοθεωρίες στην οθόνη μίας Blaupunkt επίπεδης τηλεόρασης).

Να δεις που το πολύφωτο είναι μεταλλαγμένος δορυφόρoς και στο κεφάλι μου ζει ένα φίδι που το ταίζω γατοτροφές.

Πάλι τρέχει το μάτι μου (Από τι σκατά είναι φτιαγμένο αυτό που ρέει και κολλάει στο λαιμό μου;)

Από χτες μια διαολεμένη διαύγεια καταστροφής με στριφογυρίζει, φλεγόμενη σφαίρα υδρογόνου. Σου έχει τύχει ποτέ να γελάσεις σπαραχτικά; Κι αν ναι, γιατί δεν έρχεσαι με ένα σάλτο στον πλανήτη μου; (Η εταιρεία μας σας εγγυάται για τουλάχιστον ένα έτος την απόλυτα εξτρεμιστική και φθαρτή έννοια της αγάπης)

Πάω να χωρίσω το ηλιοβασίλεμα σε παράλληλες μωβ λωρίδες.

Στην ουσία ένα κρυώνω ήθελα να σου γράψω, αλλά δε γαμιέται…

Boom!

Θα σου μιλάω χυδαία. θα κατασπαράζω τις σκέψεις σου. Θα χτυπάει το τηλέφωνο. Θα κάνει ζέστη. Θα βρέχει απʼτα μάτια. Θα σφυρίζουν τα λόγια σαν τον διάολο. Θα υποφέρω απο μια χρόνια σφήνα στο στήθος. Θα με ξεκουφαίνει οποιοδήποτε άγγιγμα. Θα σου απαγγέλω ποιήματα όταν ξυπνάς. Θα γεμίζω το σπίτι με φτηνιάρικα μισητά σεμεδάκια. Θα ορκίζομαι πως δεν θα γίνεις κλάμα ποτέ. Θα παρεισφρύω απρόσκλητη στους νευρώνες σου. Θα σου δένω σπαγγάκια μνήμης στα δάχτυλα. Θα γδέρνω γόνατα δρασκελώντας φράχτες παιδικής αφέλειας. Θα γράφω το “σ’ έχασα” του Σαχτούρη στις πετσέτες σου . Θα σαλτάρω από το Λυκαβηττό με αλεξίπτωτο. Θα σου ζωγραφίζω βρώμικες λέξεις στους τοίχους. Θα ξεβάφω τα καινούρια μου ρούχα με χλώριο. Θα ξερνάω παρελθόν. Θα απαγορεύεται να με θέλεις. Θα γουστάρω που θα με θες. Θα σου εξιστορώ μεταθανάτιες εμπειρίες που ποτέ δεν είχα. Θα αναιρώ το μέλλον. Θα σου διαβάζω Τσέχωφ ανεβασμένη στο τραπέζι της κουζίνας. Θα κουρνιάζω στην μασχάλη σου και θα σου λέω το ινδιάνικο ονομά μου (μη-διανοηθείς-να-πιστέψεις-πως-μπορείς-ποτέ-να-με-κατέχεις). Θα δακρύζω στην πρώτη υποψία βροχής. Θα σου δαγκώνω το στόμα. Θα σου φτύνω αγάπες. Θα σκουπίζω το ιδρωμένο μου κεφάλι στην κοιλιά σου. Θα αντέχω χιλιοστά του δευτερολέπτου χωρίς εσένα . Θα είσαι μέσα μου, γύρω μου, παντού μου.

Θα ανατιναχτώ. Τώρα…

Φτάνουν για να φύγεις ή όχι;

Σε χωράω.
Μπορείς να μου δανείσεις το χέρι σου να σου γράφω;

Youʼre blessed to fly and able to return
Καμιά φορά κοιτιούνται στον καθρέφτη. Οι γυναίκες με τις όμορφες φούστες και το τέλεια εφαρμοσμένο eye-liner φαίνονται δήθεν να ξέρουν περισσότερα από αυτά που λένε.

Ρίχνουν κρυφές ματιές στα ράφια τους που ασφυκτιούν από νουβέλες των δύο ευρώ, ολοκληρωμένες σειρές από εγκυκλοπαίδιες και προσφορές εφημερίδων.

Ενώ συνομιλούν για Nietzsche και Sylvia Plath ονειρεύονται πως κάθονται σε κάποιο μικρό cafι στις όχθες του Σηκουάνα, κάνουν την παραγγελία τους σε άπταιστα Ελληνικά (κάτι παγωμένο monsieur) και ξεφυλλίζουν βιβλία με μεταμοντέρνα τέχνη και προγράμματα «ποιοτικών» συναυλιών στα ανάκτορα των Βερσαλιών.

Καμιά φορά θέλουν να βάψουν μαύρα τα μαλλιά τους και να μην κοιτάξουν ποτέ πίσω, ή να γυρίσουν όλο τον κόσμο με ένα ποδήλατο και πολλές φτηνές φωτογραφικές μηχανές της μιας χρήσης να κρέμονται από τον λαιμό τους.

Γοητεύουν τους ανθρώπους με το θλιμένο χαμόγελο και τα ταριχευμένα όνειρα, λίγο πριν τις αφήσουν για να συνεχίσουν να μαγειρεύουν σπεσιαλιτέ στις ανοξείδωτες κατσαρόλες τους, ενώ εκείνες κόβουν εισητήρια στα τουριστικά πρακτορεία για άγνωστους προορισμούς.

θα ήθελαν να είναι ψευτοφιλόσοφοι ή πλανώδιες πωλήτριες μη χρηστικών μικροαντικειμένων και να κρυφογελούν όταν οι άλλοι αναρωτιούνται τι κρύβουν μέσα στο δαιδαλώδες κεφάλι τους.

Αν υπήρχε Θεός θα ένιωθαν τόση χαρά όση όταν ανακαλύπτουν στα δοκιμαστήρια ρούχα τέλεια εφαρμοσμένα στο σώμα τους, κατά προτίμηση μαύρου χρώματος που το καλοκαίρι αναμιγνύουν με κάποιο γαλάζιο σκουλαρίκι ή μερικά τυρκουάζ βραχιόλια για το πόδι.

Καμιά φορά μετανοιώνουν για τον χρόνο που σπαταλούν να σκέφτονται καθώς περιμένουν στις στάσεις των λεωφορείων και περπατούν με την παλάμη τους μουδιασμένη αφού δεν την κλείνουν ποτέ, μήπως και καταλάθος συνθλίψουν όλα τα αγγίγματα που περνούν από πάνω τους και όλες τις μικρές λέξεις που τους ακουμπάνε εκεί που τελειώνουν τα δάχτυλα.

Το όνομά τους είναι πρωτότυπο για να τις θυμούνται στην ονομαστική τους γιορτή, τα βράδια βουτάνε με την κουρτίνα αγκαλιά από το μπαλκόνι, ενώ έξω από το παράθυρό τους, έχουν για θέα κοραλλιογενείς βυθούς και θαλασσοσπηλιές μυστηριωδών νήσων, άπειρα μίλια από τα παράθυρα των γειτόνων , βουτηγμένα κάπου στον Ειρηνικό.

Αν δεν ήταν αυτό που είναι, θα είχαν την υπόσταση μιας φυσαλίδας σε γυάλινο ποτήρι με στάσημο νερό, από αυτά που ξεχνάς βδομάδες πάνω στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι και τα μαζεύεις αφού το περιεχόμενο τους έχει εξατμισθεί.
Μεταχειρισμένε άνθρωπε, μεταχειρισμένο λουλούδι, μεταχειρισμένο ποιήμα.
Σας χρειάζομαι…

Son of a bitch you broke my heart

Πρέπει να κατέβω να πάρω τσιγάρα, να ποτίσω με το σάλιο σου το χαμόγελο που κάποιος οικολόγος φύτεψε όπου βρήκε ελεύθερο χώρο πάνω μου, να αποφύγω τα λεωφορεία, τους πυροσβεστικούς κρούνους τις αποχετεύσεις των πολυκατοικιών, τα φρεάτια και τους υπαλλήλους του Δήμου που τεμαχίζουν σωληνώσεις, να καθαρίσω το παλτό μου από τον λιγοστό του χειμώνα, να πάρω αναπνοές από την “φεγγερή ανάσα” της Γώγου, να ονειρευτώ ότι είμαι η κοκκινόσκονη που έρχεται και ότι καλύπτω κεφάλια, σούρουπα και stands περιπτέρων (εισπνοή, εκπνοή, εισπνοή, εκπνοή), να ξεκολλήσω στα γρήγορα το αυτοκόλλητο χάδι σου από τον inox ψυγειοκαταψύκτη μου γιατί ξέρω πως η ομορφιά εσένα σου τρώει τα μάτια (Γεια! Καλά; Νομίζω καλά. Κι εγώ καλά νομίζω), να αλλάξω παράγραφο ακριβώς την στιγμή που ένα έντομο προσγειώνεται με εφεδρικές στην οθόνη, ο μοναδικός μου δαίμονας να είναι ο άχρονος χρόνος (ποιος είν’ αυτός; τι λέει; γιατί;) και τα παράγωγά του και με συρρικνωμένη την συνείδηση να επαναπροσδιοριστώ ως έμβιο ον (το φευγιό είναι η εύκολη λύση καθώς κρύβεσαι σε κάτι σκοτεινά υπόγεια που έχουν θέα απόλυτα τετραγωνισμένους ακάλυπτους και πείθεις ή πείθεσαι πως υπάρχει θεία πρόνοια).

Τα Σαββατοκύριακα ευνοούν τα παιχνίδια (αυτο)εντυπωσιασμού, εμένα όμως αυτή η υγρασία μου τσακίζει τα κόκαλα.

Βρήκα και μια όμορφη λέξη: Nεφελοσκεπής (ο)…

Το ένα, ανήκει στο πλήθος.

Yours sincerely

Πετάω στον κάδο απορριμάτων τα κουκούτσια που άφησες στο άπλυτο πιάτο. Ενθάδε κείσαι .

Για κάθε προδοσία παρανυχίδα μία, που βάφει το νύχι βερνίκι κόκκινο τραβώντας την.

Οι αθόρυβοι σύζυγοι που αλλάζουν τη ζωή τους με το τηλεκοντρόλ (ένα γκροπλάν παρακαλώ)

Oι αθόρυβες γυναίκες τους που ξαπλώνουν στην κόψη του φεγγαριού φτιάχνοντας λίστες για το super market της επόμενης μέρας. (fade out και τίτλοι τέλους).

Εκείνο το «μείνε», τώρα έχει λουφάξει πάνω στον αντίχειρα. Μυκητίαση.

Τα μάτια μου (επ)αναπαύονται στα δικά σου.

Η πόλη των ανωθρώσκω είναι κάτω από την άσφαλτο (κατεβαίνεις τρία σκαλάκια μέσα μου;)

Παράξενες μέρες που κυκλοφορούν με λεωφορείο και αγοράζουν τις ώρες τους από πλανόδιους πωλητές (το ρολόι μου αλλάζει ημερομηνία ακριβώς παρατέταρτο)

I go and you remain ( και θυμάμαι εκείνη τη νύχτα που μου ζωγράφιζες πάνω στο γόνατο τρίλιζες γρατζουνιές).

Στο κέντρο του μετώπου με βρήκε το ξημέρωμα. Το παίρνω στο κατόπι κι ανταποδίδω.

Χρώμα τοίχου, η νικοτίνη των ανθρώπων που πέρασαν από πάνω του “Υποψιάζομαι ότι ο φόβος είναι ένα τελείως φανταστικό παραλήρημα”
Εγώ πάλι, παραληρώ…

Εσένα σου ζωγραφίζω μια μυστική ζούγκλα αστεροειδών μέσα στο κεφάλι σου να χάνεσαι λίγο πριν ξαπλώσεις και κλείσεις τον ήλιο.

Πάνω στα σεντόνια εκατομμύρια κύτταρα εκδικούνται την ζωή μας με τον θανατό τους. Προσποιήθηκα όμως τον οργασμό…

(Εικαστική παρέμβαση ένας τόσος δα Magritte να ζωγραφίζει πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου μικρές απελπισίες χωμένες στα καπέλα του).

Βιολογικές καλλιέργειες ομίχλης κάτω στον δρόμο. Θα ξαναέρθω όταν γυρίσεις.

Τα λέμε πάλι κάπου αιδώ…

Σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα
(Μουτζούρα να δω αν γράφει το στυλό).

Η Kυριακή ξεκίνησε με ένα σκουπίδι στο μάτι.

Δεν με φοβίζει ο χρόνος. Τα θέλω μου φοβάμαι μη γεράσουν.

Με το μίσος μου σκοτώνω μια μύγα. Με την αγάπη μου την δίνω σε ένα πουλί να την φάει.

Δεν έχω ανάγκη κανέναν (μέχρι να καταρριφθεί ο μύθος )

“Α Γ Α Π Ω την Δ Ε Ι Λ Η.
Μην κόβεις το κεφάλι σου.
Πως θα μπορείς μετά να λες ΔΥΝΑΤΗ.
Πως θα διακρίνεις ότι είσαι ΕΛΛΙΠΗΣ.
Πως θα απολαμβάνεις το ΙΩΔΕΣ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ; ”
(Με την αφή )

Έκτακτο ιατρικό ανακοινωθέν : Σε νοιάζομαι.

To άλλο μισό το έχω. Το άλλο ολόκληρο θέλω. Έρ(π)ωμαι.

Απολογούμαι μόνο στον ραγισμένο βράχο τέρμα αριστερά όπως κοιτάς την θάλασσα.

Γυρίζω (γύρω γύρω από το) σπίτι .

(Σκουπίζω το μανίκι μου με την μουτζούρα).

Έχω μια θάλασσα κάτω από το χαλάκι της εξώπορτας που εκτείνεται μέχρι τον διάδρομο μεταξύ κουζίνας και κρεβατοκάμαρας. Η πόρτα του μπάνιου και του καθιστικού, κοίτες ποταμών.

Για βιογραφικό σημείωμα, πεντάγραμμα του Σούμπερτ. Τι άλλο θες να ξέρεις για μένα;

Συμπληρώνω: Ροκ είναι τα “μη φοβάσαι” που σου χαρίζουν αυτοί που σε φοβίζουν περισσότερο.

“Έχω τον έλεγχο των πιο κρυφών κυττάρων σου του οργασμού, της πείνας σου, της μάρκας των τσιγάρων σου” .Kαύλα…

Επιτύμβιος στήλη επιθυμιών.
Ρούχα παράπονα κρεμασμένα σε ήδη κατειλημμένες κρεμάστρες.

Νύχτα στο τρένο, με την ηχογραφημένη φωνή να με σκουντά να κατέβω στην μαγνητοσκοπημένη μου πόλη. Repeat

Το καλοκαίρι τούτο θα έχει το χρώμα του προηγούμενου (από έγκυρη πηγή μη διασταυρωμένη).
Να θυμηθώ να ονειρευτώ με τα μάτια ανοιχτά.
Μα τι ευσυγκίνητο κάθαρμα που είμαι. Έχω για σένα εμένα μόνο.

Τικ (μπορείς )
Τακ ( αντέχω 😉

Hopscotch

Το παιδί με την κιμωλία, στάθηκε στην μέση του δρόμου, μουτζούρωσε στην άσφαλτο δεκαετίες άσπρα κιγκλιδώματα και τις έπαιξε κουτσό με τα μικρά του πόδια να χάνονται στα τεράστια τετράγωνα χρόνια.

Χαιρέτησε το ξυπόλητο φανάρι που ζητιάνευε στην κεντρική λεωφόρο, μέτρησε τα περίπτερα με τα κατεβασμένα ρολά, μάζεψε όλες τις ανέντιμες πέτρες που έριξε και που του ρίξαν, έκανε μια τρύπα στην κοιλιά του για ηχείο και άρχισε να τραγουδά.
Οι μεγάλοι την πέρασαν για τραύμα, έτρεξαν να την επουλώσουν και ο ήχος του χάθηκε.

Τώρα το παιδί κάνει κρυψώνα του ένα σώμα γυναικείο κι εκεί φτιάχνει καινούργια αλφάβητα, χωρίς το Δ το Ε το Ι το Λ και το Η.

Τις νύχτες σκεπάζεται με μπαλώματα υποσχέσεις και τα πρωινά δραπευτεύει σαν νερό.
Καμιά φορά και σαν σωπαίνω….

Ocean of noise

Χύθηκε καφές στο καλό τραπεζομάντιλο. Φοράω ένα άσπρο καπέλο και τα μακριά σκουλαρίκια με τις τυρκουάζ πέτρες για ένα και μόνο ασήμαντο δευτερόλεπτο.
Δεν με είχες, δεν σε είχα. Δεν χάσαμε τίποτα.
Τώρα πετάω σε στριφογυριστές σκάλες , στέκομαι πάνω στο σιδερένιο κάγκελο του κρεβατιού σε στάση αναμονής ή χορεύω ετεροχρονισμένα πάνω στην έξη μου για αισιοδοξία.
Γράφω λάθος το όνομά μου στα δημοτολόγια ανασκευάζοντας τα προσωπικά μου στοιχεία και διαχειρίζομαι τις νύχτες βάσει σχεδίου.
Ονειρεύομαι πτήσεις με τον υπερσιβηρικό, ή καλοκαίρια κάτω από τον βράχο του Γιβραλτάρ.
Ο μηνιαίος αιμάτινος φόρος μου κυλάει κάτω από το λευκό φόρεμα και γίνεται παπαρούνα.
Kαμουφλάρομαι γυναίκα. Δεν θα ξαναγράψω για την απουσία. Κανενός.

Προστάτεψέ με, από όλα όσα θέλω…

Το σώμα μου ψάχνει πένα. Το στόμα σου στάζει μελάνι.
Χτες βράδυ έφτιαξα έναν άνθρωπο από την γέμιση του μαξιλαριού μου και από τα ξεχασμένα αρώματα της ντουλάπας.

Έπιασα το μαξιλάρι χέρι του και τον τράβηξα μέσα στις ζωγραφιές που εκτρέφω στους τοίχους μου, να τον ξεναγήσω.

Του έδειξα τις λέξεις που προεξέχουν από τα χαρτιά μου – ανεπιθύμητοι καλεσμένοι στις γιορτές μου – και το δηλητηριώδες πλοκάμι του μολυβιού μου.

Το ένα μάτι του είδε επιστολές, λέξεις, γεγονότα και το άλλο διαβάζοντας τις ιστορίες των διαστημάτων μεταξύ των γραμμών, ανακάλυψε σπηλιές και άρχισε να φτιάχνει σταλακτίτες.

Urban Spring

Kάθε φορά που όσα δεν λέγονται τα κάνεις δαγκωμένο κάτω χείλος, κυνήγα μια Άνοιξη…

Το μόνο που δεν αντέχω , είναι αυτή η γαμημένη σου ομορφιά… αλλά όλα, είναι τόσο πολύ εντάξει τώρα…

Κάτω από την μαύρη μπλούζα μου σʼαγαπώ ψέματα.
(Τώρα μπορείς να σταματήσεις να φτύνεις κλάματα; )

Kάτω από την πλάτη μου ένα τεράστιο σιδερένιο αεροπλάνο με νομίζει αεροδιάδρομο προσγείωσης.

Κάτω από την γλώσσα μου σε σημαδεύω με την σφεντόνα μου να
δω πως είσαι ανάποδα.

Κάτω από τα πόδια μου, άοσμοι άνθρωποι σκαρφαλώνουν στην γάμπα μου και σκάβουν υπόγεια τούνελ μέχρι τον αριστερό μου μηρό.

Κάτω από μέσα μου, ένα σκοινί λόγια τυλίγεται στον λαιμό μου, δηλητηριώδης κισσός.

Έρχομαι κατά πάνω μου. Σώσου.

Δεν με πονάνε πια τα όχι και τα ναι. Με τσούζουν μόνο εκεί που παραμυθιάζομαι, όταν σκύβω να δέσω τα κορδόνια μου, όταν ψάχνω κέρματα στις τσέπες να πάρω χαρτάκια για τον καπνό, όταν γράφω γράμματα και τα πετάω στα τζάμια του καθωσπρεπισμού, όταν ξεχνιέμαι σε εκείνη την τσιμεντένια νησίδα του δρόμου και ξαφνικά γίνεται βράδυ και όταν σέρνω την παραπληγική μου μνήμη στα πεζοδρόμια και οι άνθρωποι την δείχνουν με το δάχτυλο και την χλευάζουν.

ο δεύτερο πρόσωπο της γραφής μου, δεν απευθύνεται σε κανέναν,
αν με βρεις όμως σε εκείνα τα υπόγεια των τραγουδιών που πάω και κουρνιάζω, λέω να γίνουμε νύχτα.
Όταν κλαίω, θα μου γλύφεις το πρόσωπο, όταν γελάω το στόμα και όταν αγαπάω το μυαλό.

Βαρέθηκα να αποκωδικοποιώ μάτια όμως…

Ένας ίσον κανένας λέγαμε κάποτε, τότε που φοβόμασταν για τους ανθρώπους που πάνε με αιμόφυρτη την καρδιά στην κουζίνα και φτιάχνουν καφέδες, μασώντας φλούδες κίτρινες και κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Τυλίγουν το ρούχο τους σφιχτά γύρω από το στήθος να μην φαίνεται ο γκρεμός και μυρίζουν το υγραέριο από το γκαζάκι που έχει σβήσει. Στο βάθος ακούγονται τα νέα των οχτώ δυνατά κι εκείνοι αναρωτιούνται γιατί δεν μιλάει κανείς.
Αυτοί οι άνθρωποι όνομα έχουν?

Παρκάρω την Δευτέρα μου ανάμεσα στην Κυριακή και την Τρίτη. Στο ψυγείο έβαλα ένα κεσεδάκι μπλε, γεμάτο κόκκινες φράουλες να με κοροιδέψω, με το ψαλίδι άνοιξα λίγες ακόμα αναπνοές και το κρύο είναι μόνο έναν μέλλοντα συντελεσμένο μακριά.

Η Αλίκη στις Πόλεις
(ένα κορίτσι που έλεγε ότι το λένε Χνούδι)

Νομίζω πως δεν υπάρχει περισσότερο καθαρόαιμη ιστολόγος από το Χνούδι, και δεν νομίζω πως υπάρχει ιστολόγος πιο αδικημένη από το Χνούδι…Διαβάζω τους διάφορους τεχνοφοβικούς παρλαπίπες δημοσιογράφους και κάθε φορά που αναφέρονται στα ιστολόγια, κοιτάζω αν την περιλαμβάνουν. Αν όχι, πετάω τη φυλλάδα. Άλλος ένας που δεν πήρε χαμπάρι τι παίζεται, λέω.
Το Χνούδι γράφει αποθέτοντας ένα μέρος του συναισθηματικού της φορτίου στη μουσική. Από μια άποψη μοιάζει με μεταμεσονύκτια ραδιοφωνατζού που σε ιδανική αϋπνία μοιράζεται μουσικές και λόγια μαζί μας…Μα το πιο σημαντικό είναι ότι το Χνούδι έχει μια προσωπική και ολοκληρωμένη άποψη του κόσμου, ένα ιδιόλεκτο για να την εκφράζει, και μια ξεκάθαρα εκφρασμένη επιθυμία να την αγαπούν απλώνοντας γέφυρες επικοινωνίας. Όχι λογοτεχνικές, μα εκφραστικές φιλοδοξίες.
Τα κείμενά της για μένα αποτελούν το κατʼ εξοχήν «άλλο», είναι η φωνή του διπλανού κοριτσιού στο κέντρο της Αθήνας, που το πέταξε βουβό μια ποίηση στην άσφαλτο, και ανακαλύπτεις ξαφνικά πως μιλάει τη γλώσσα ενός κόσμου όπου συγχέονται η πίσσα με τις πορτοκαλιές και όπου τα πράγματα ακροβατούν ανάμεσα σε ελυτικές επιθυμίες και ρέκβιεμ για ένα όνειρο. Και με τον υποδόριο κυνισμό που κατάγεται από το «Καλημέρα Θλίψη».
Τριών ειδών κείμενα εντόπισα. Τα καθαρά ημερολογιακού τύπου, όπου συνήθως με περιγραφές διαγράφεται ένα είδος συναισθηματικού τοπίου. Μετά είναι τα καθαρά διαλογικά με μια γυρισμένη πλάτη και με τη διεργασία του πένθους της.
Και αυτό που συνέχει άλλοτε σκίζοντας κι άλλοτε κολλώντας τα δυο προηγούμενα είναι αυτές οι ατάκες, σαν διαφημιστικά σποτ και σαν διαυγάσεις ζεν, που κάποτε στη διαπλοκή τους με τις εικόνες και τα κείμενα γίνονται σπαρακτικά.
Το Χνούδι καταθέτει μια μαρτυρία, ενός κοριτσιού σχεδόν παρμένου από τις φωτογραφίες του Λούις Κάρρολ, μεταφερμένο έναν αιώνα μετά στους δρόμους της μητρόπολης που είναι πια η Αθήνα…Ανανεώνει με την παρουσία της πρόσωπα άλλων γενιών που εκφράσανε αυτό το ερριμένο σε έναν κόσμο με μοναδική άμυνα
μια ευαισθησία αθωότητας ποιος ξέρει σε τι παιδικά δωμάτια ψιθυρισμένη από αγγέλους… Γιατί χωρίς αυτούς τους αγγέλους η νύχτα δεν παλεύεται.
Μην περιμένετε από μένα λογοτεχνικές αξιολογήσεις εκεί που πρυτανεύει η γοητεία της ανάγνωσης…Δική σας…έτσι σαν άτακτο μαλλί κοριτσιού που το φυσάει ο αέρας καθώς διατρέχει το κέντρο της πόλης με μηχανάκι…

(Το χνούδι διατηρεί το ομώνυμο ιστολόγιο)