Κωνσταντίνος Σαμπάνης, Ποιήματα
29Ιου
Εισιτήριο για Βαβυλώνα
Ἔπεσεν, ἔπεσε Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, ἣ ἐκ τοῦ οἴνου
τοῦ θυμοῦ τῆς πορνείας αὐτῆς πεπότικε πάντα τὰ ἔθνη.
(Iωάννου Αποκάλυψις 14.8.)
Πρέπει να ήταν
πριν από τον ερχομό της Μνήμης γιατί
περιέργως και παραδόξως
δεν ένιωσα τύψεις
Ήρθε και στάθηκε μπροστά μου
σαν άμωμη κοπέλα
μα είχε στα μάτια
την υποψία του Ανάρμοστου
δεν είχε ούτε πολλά κεφάλια
ούτε φλόγες στα μαλλιά
μόνο το κορμί της ήταν πυρακτωμένο
(το ένιωθα κι ας ήταν μακριά)
Την ρώτησα τι θέλει
και μου απάντησε ότι εγώ
την προσκάλεσα.
την ρώτησα πώς την λένε
και μου είπε
να μην γίνομαι μωρός
και ότι οι περισσότεροι
την είχαν ήδη φιλήσει πριν χαθούν
Κατάλαβα ότι η Ενοχή μου
βάθαινε λόγω της ειλικρινούς μου απορίας
και οτι η επιθυμία
του ονοματίζειν τα πράγματα
με καθιστούσε συνυπόλογο
«Μη φοβού» μου είπε
«με λένε Απολλύουσα
δεν είσαι ούτε ο πρώτος
ούτε ο έσχατος»
και ήταν τότε που διάβασα
τον αριθμό τον απόκρυφο
μέσα στην πυρά
(και ήταν η Αγάπη
διηρημένη μετά του μηδενός)
«ω Αναίτια Ηδονή!»
η Βαβυλών, Πόρνη μονάκριβη
ερείπια νικηθέντα
από ένα μοχθηρό Καλό
προδοθέντα
από ένα Κακό
που δεν είναι παρά
μια ύπαρξη
αφόρητα αδύναμη














