ΑΝΕΣΤΗ

 
Δέν τον άφηνε η λεύκα να φύγει.
Τον είχε ξεντύσει αργά
κι έπειτα τυλίχτηκε
γύρω του και μέσα του.
Του έστρωνε νερό να πιεί
και φύλλα να ζεσταθεί.
Την άνοιξη του ψιθύριζε να ξυπνήσει
μα εκείνος όλο και στριφογύριζε στην αγκαλιά της.
Σαν ήρθαν να τον πάρουν
μάταια θρόιζε.
Μόνο ένα παπούτσι του την άφησαν να κρατήσει.

 

************

 

ΣΥΝΗΘΕΙΑ

 
Έμαθαν οι παλάμες το σχήμα του προσώπου.
Το σκοτάδι έγινε μια νύχτα απλή.
Η θάλασσα ούγια ξηλωμένη.
Ιχνοβασία πάνω σε ξερές ανάσες.
Ξύλινα μάτια παντού κ κουρασμένα τζιτζίκια.
Αλλά εμείς συνεχίζουμε με αγωνία
να ψάχνουμε.
Και χαιρόμαστε που βρήκαμε
καινούρια γλάστρα για τα σκουλήκια στα φύλλα.
Στους μίσχους. Στις ρίζες.

 

************

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

 
Τη ρωγμή στην άσφαλτο να ψάχνεις.
Και όταν βρεις εκεί τον αγκαθωτό μίσχο,
να μείνεις και ν’ αφουγκραστείς.
Σκονισμένα ποδοβολητά ρότες θα ξαναγίνουν.
Ίσια να πας τότε.
Μήν τρομάξεις
και μήν αναρωτηθείς πού
πήγαν τα πράσινα δίχτυα
που έριχνε πάνω του το νηπενθές.
Ίσια να πας.
Προσπέρασε το Ηρώον.
Στο τέρμα της Χαίνουσας το μπλε φουστάνι.
Ανεμίζει στην ανοιχτή αγκαλιά.

 

**************

 

ΑΤΙΤΛΟ

 
Διαλέξαμε χρώμα
και βάψαμε
βουνά και θάλασσες και ρώτες.
Μετά ήρθαν βροχές
και αέρηδες με χώμα.
Αποτυχία η αναγνώριση.
Αυτό το ξέφτι.
Αυτή η κρούστα.
Αυτή η διχάλα.
Δέ θυμίζουν κάτι.