Ο συρμός
Τα βαγόνια του
συρμού παρέλασαν
μπροστά μου
σε σταθμό υπόγειο
σιδερένιες
οι κολώνες σήκωναν
μπετόν τόνους χώματα
και κουφάρια νεκρών
όπου, αναπαυόντουσαν
χιλιάδες χρόνια
και έσπαγε η σιωπή
τους από φωνές
και αυτόν, τον επίμονο ΄
ρυθμό, μονότονο σαν
ινδιάνικο σκοπό,
σαν τελετή
σαν επίκληση ψυχών
και εκεί, που η
μοναξιά ασφυκτικά
με αγκάλιαζε
σε μία μικρή
εικόνα του μυαλού μου
βυθίστηκα,
με σύννεφα,
που επέλαζαν σαν άγρια άτια
σε λιβάδια του βορά
απέραντα, ελεύθερος
το χάδι του ανέμου
αισθάνθηκα
στο πρόσωπό μου, καθώς
ταξίδευε ο νους
χαζεύοντας, τις διαφημίσεις
του συρμού
εικόνες με ινδιάνους
και άτια υπερήφανα
σε απέραντα λιβάδια
ταξίδευαν
ο συρμός τροχιοδρομούσε
με ελαφρό αεράκι
χανόταν στο σκοτάδι
της στοάς μαζί
με τα όνειρά μου,
και παραστάσεις,
που μου θύμιζαν
να ονειρεύομαι
σε σταθμό
υπόγειο
μετρό συντάγματος.
********************
Ένα πρωί
Σπουργίτια στο μπαλκόνι μου
παιχνιδίζουν ανέμελα
και χαχανίζουν και πετούν
χορεύουν σε κύκλο
πιάνονται φτερό με φτερό
και ερωτοτροπούν, χαρίζουν
σιγανά τιτιβίσματα
το ένα στο άλλο
χοροπηδητά χαρούμενα,
και η μέρα μου στο κενό μου
δωμάτιο, γελά σαν ελπίδα,
μελωδίες φτάνουν στην καρδιά μου,
και ταξιδεύει η ψυχή
στον ουρανό, στα σύννεφα,
τα φτερά μου ανοίγω
στον αιθέρα, στα ρεύματα
πλέω φλογισμένο πλεούμενο,
βάζω φωτιά, καίγομαι,
πέφτω σε κομμάτια παρθένας γης
υψώνομαι στο άπειρο, εκεί ριζώνω
τα χέρια ανοίγω , και γίνονται κλαδιά,
φωλιάζουν περιστέρια τα σπουργίτια
χτίζουν φωλιές, το ερωτικό
σύμπαν απλώνεται, οι εραστές
της φύσεις πλαγιάζουν,
στις αρχαίες ρίζες,
και διαχέονται ερωτικοί
στην πλάση χυμοί, ρευστά γλυπτά
που φιλοτέχνησε ο έρως,
ενώ, γυρνώ στο κενό μου δωμάτιο
αναπαυμένος ταξιδευτής
της φύσης, εγώ , και
μέρος της αιώνιο.
*************
Η γριά Θανάσω
Η γριά Θανάσω
στη γωνία του δρόμου
πουλάει κάστανα,
απέναντι, το σιντριβάνι,
της θυμίζει παιδικά
χρόνια, το ρυάκι
του Αι Γιώργη,
νεράιδες και νεραιδόσογα ,
καθώς κοιτάει, τη
γυναίκα των αρχαίων χρόνων
να λούζετε στα νερά
της πηγής, την ώρα της αυγής,
τα δέντρα σαν να γέρνουν,
τα χέρια να απλώνουν φώς,
σχισμές σε κλαδιά και όνειρα
φαντάζουν φωτεινές,
πεταλούδες που ίπτανται,
στολίζουν, τα ξανθιά μαλλιά
της νύμφης, το πέπλο
σαν υφασμένο,
από ακτίνες που δραπετεύουν
απ’ την σκοτεινή αγκαλιά
των φίλων, που άντρας
έκλεψε, έκρυψε, το
υφασμένο πέπλο από ακτίνες
της αυγής, των ονείρων τη νεράιδα
φυλάκισε, φίλησε,
έκανε γυναίκα του,
και η φύση δάκρυζε,
και οι στάλες της δροσιάς
την ουράνια μελωδία σκόρπιζαν,
και το κελάρυσμα του νερού,
κάλεσμα, υπνώτιζε τους περαστικούς,
και μαγνήτιζε, το βλέμμα,
στο σιντριβάνι,
και στη γριά Θανάσω που πούλαγε κάστανα.
***********
Είναι η πρώτη του δημόσια παρουσία στα γράμματα.










