ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Τον συνάντησα μες στις αγορές και του θριάμβους, τον αναγνώρισα από την πληγή στο πρόσωπό του, τον αναγνώρισα που φορούσε δυο σκισμένα φτερά, τον αναγνώρισα από την ολόκληρη πληγή που έφεγγε στο πρόσωπό του. Τον πλησίασα, τον αναγνώρισα, όμως ήταν τόσο μακρυσμένος πια, ήταν ένας ξένος με δυο μεγάλες στοές βαθιά στα μάτια, ερχόταν, έλεγε από τα χρόνια του κρύου. Έπειτα έφυγε με το νυχτερινό λεωφορείο, έβρεχε. Δεν είπαμε πολλά. Πρόλαβα και είδα πλάι του στέκονταν περίλυποι άγγελοι, σταυροί σπασμένοι, νεκροί που κατευθύνονταν στις οικογενειακές κρύπτες. Ίσιες, ακέραιες μοναξιές στέκονταν πλάι του και χάνονταν στις σήραγγες που είχε για μάτια. Τότε κατάλαβα, τότε μόνο θυμήθηκα, πως ανάμεσά μας υπάρχουν άνθρωποι λατομεία, ανατιναγμένοι ολότελα, ως τη ρίζα.

 

************

 

 
ΤΑ ΕΛΥΤΡΑ

Πολύ τον εντυπωσίασε εκείνο το άγαλμα,
Που είχε το όνομα «Λίζα» χαραγμένο χαμηλά,
Που είχε μια κίνηση ανεπαίσθητη
Σαν να επρόκειτο να βαδίσει
Προς τους μεγάλους δρόμους,
Σαν να επρόκειτο να εγκαταλείψει
Τα νυχτερινά χρόνια,
Σαν να επρόκειτο, λοιπόν
Να ερωτευτεί κάποιον πολύ.
Τον εντυπωσίασε εκείνο το άγαλμα.
Παρατήρησε μάλιστα για ώρα αρκετή
Την τεχνοτροπία, τα χαρακτηριστικά,
Αναρωτήθηκε για την πιστότητα,
Αμφέβαλε, τελικά
έκλαψε πολύ, για την κάθε νεκρή εποχή,
Για της βροχής την αρχαία ηλικία,
Έκλαψε τόσο.
Έκλαψε και έφυγε μονάχα όταν φάνηκε
Στο βάθος του δρόμου
Ένα κορίτσι με δέρμα ολόλευκο.
Φορούσε ενα ασημένιο καπέλο,
Εκείνο το κορίτσι.
Είχε τα αυτιά του στολισμένα
Με γυαλιστερά έλυτρα κανθάρων,
Στα μαλλιά της φτερά παπαγάλων
Καρφωμένα, χρώματος τιτιάν.
Τέτοιες λεπτομέρειες θυμόταν,
γιατί ακριβώς αυτές,
Κάνουν τα κορίτσια
Να μοιάζουν με ήλιους Λίζα.
Μην λυπάσαι,
Υπάρχουν άνθρωποι μάγοι Λίζα,
Που γυρεύουν από πηγάδι σε πηγάδι
Το χαμένο αστέρι.
Υπάρχουν μάγοι που γυρεύουν ακόμα
Τα γράμματα,
Τα καμωμένα από καπνό.

 

***********

 

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗΣ

Απόψε θα σας μιλήσω για τα παιδιά της διασταύρωσης Μαντέλα που γυρεύουν ένα χαρτόνι για στρώμα και πίνουν και καπνίζουν σαν γέροι. Πρόκειται για τα παιδιά με τα γυμνά σώματα που χορεύουν και ποτέ δεν κλέβουν τους πρωινούς, περιφρονητικούς διαβάτες. Μόνο στέκουν στο πλευρό των ανάπηρων μουσικών στις πλατφόρμες, σπρώχνουν με κόπο τα αυτοσχέδια οχήματα, μεγαλώνουν με κόπο, ξέρεις, τα παιδιά της διασταύρωσης Μαντέλα. Και κάποιες νύχτες κλαίνε, κραυγές σκυλιών που δέρνονται αφήνουν τα παιδιά της διασταύρωσης Μαντέλα μα έπειτα γελούν και τραγουδούν, όλο χορεύουν τα παιδιά της διασταύρωσης Μαντέλα και λένε πως ο άνθρωπος γεννιέται για τα καράβια που καίγονται και πως έρχεται καιρός και σκύβεις περισσότερο κατά το χώμα και άλλοτε πάλι γνωρίζεις ανθρώπους που αφήνουν ζωηρά αηδόνια μέσα από τα στόματα. Τέτοια πράγματα λένε τα παιδιά της διασταύρωσης Μαντέλα και εγώ για αυτό τα αγαπώ και τους υπόσχομαι πως θα τους γνωρίσω κάποτε την όμορφη Μαργαρίτα και εκείνα μένουν πιστά στον ήλιο και δεν τρομάζουν ποτέ με τις σκληρές βροχές και δεν παύουν να ζωγραφίζουν την πόλη με τη χαμηλή προοπτική που λένε πατρίδα τους. Όμορφα που φαντάζουν τα παιδιά της διασταύρωσης Μαντέλα, όταν μιλούν για τα χρυσόψαρα που γελούν μες στις καρδιές τους!

 

**************

 

ΕΠΡΕΠΕ

Έπρεπε να το είχα φανταστεί. Εκείνη η γυναίκα με τα μάτια από κόκκαλα, εκείνη η γυναίκα ήταν η μητέρα. Δεν την γνώριζα και έτσι αποστασιοποιήθηκα γρήγορα και δεν τη φίλησα, δεν άγγιξα το πρόσωπό της, δεν της είπα την ιδιότητά μου. Ακόμα τη θυμάμαι που με κοιτούσε με κομμένη την ανάσα, στη σκοτεινή γωνιά τα χέρια της ακίνητα σαν στιγμές, ο τροχιστής που γελά περνώντας κάτω από το μεγάλο δρόμο, οι νεαροί των γηπέδων, ένα σύννεφο που έμελε να φέρει βροχή. Εκείνη η γυναίκα, μου αποκάλυψαν πως ήταν η μητέρα μου, ντυμένη με κουρέλια,σαν νύχτα, ένα ράκος ολόκληρο. Ας είναι εγώ θα αγαπάω πάντα τις προοπτικές, τις πολιτείες, τους ναούς όταν αποκαλύπτονται μες στα απογεύματα του Σεπτεμβρίου, εγώ θα αγαπάω πάντα εκείνους που είπαν πως ήταν τρελοί, επειδή κάποτε φώναξαν με ένταση, ολόκληρο το πρόσωπό τους φλεγόταν, πως γύρω φάνηκαν φίδια, εντόσθια, παράξενες μορφές, ατέλειωτες πληγές. Αυτούς θυμούνται σήμερα οι υψηλοί προσκεκλημένοι της αυλής και μιλούν χαμηλόφωνα καθώς συμβαίνει στις τελέσεις των μνημοσύνων και μεγάλα πουλιά απειλούν τις φωλιές και τα παιδιά μας. Οι φωλιές μας, για αυτές που σου μιλώ, είναι βρώμικες, σπίτια παλιά που εγκαταλείψαμε και τώρα γεμίζουν συνθήματα οι τοίχοι και ακρωτηριασμένες φωνές σπρώχνουν τις πόρτες. Γεωργία, Κατερίνα, Ιωάννη θα σας δω σύντομα, στους μακρυνούς σταθμούς της επαρχίας, ευτυχισμένους με τις αποσκευές και τις ζαρωμένες φούστες, τα ζαρωμένα χρόνια γύρω από τα μάτια σαν λάσπες έξω από τα σπίτια, σαν λάσπες. Όσοι λοιπόν αγαπούν, είναι αλήθεια, όσοι αγαπούν πρέπει να κλαίνε.