Εισιτήριο για Βαβυλώνα

 

                       Ἔπεσεν, ἔπεσε Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, ἣ ἐκ τοῦ οἴνου
                       τοῦ θυμοῦ τῆς πορνείας αὐτῆς πεπότικε πάντα τὰ ἔθνη.
                       (Iωάννου Αποκάλυψις 14.8.)

 

Πρέπει να ήταν
πριν από τον ερχομό της Μνήμης γιατί
περιέργως και παραδόξως
δεν ένιωσα τύψεις

Ήρθε και στάθηκε μπροστά μου
σαν άμωμη κοπέλα
μα είχε στα μάτια
την υποψία του Ανάρμοστου
δεν είχε ούτε πολλά κεφάλια
ούτε φλόγες στα μαλλιά
μόνο το κορμί της ήταν πυρακτωμένο
(το ένιωθα κι ας ήταν μακριά)

Την ρώτησα τι θέλει
και μου απάντησε ότι εγώ
την προσκάλεσα.
την ρώτησα πώς την λένε
και μου είπε
να μην γίνομαι μωρός
και ότι οι περισσότεροι
την είχαν ήδη φιλήσει πριν χαθούν

Κατάλαβα ότι η Ενοχή μου
βάθαινε λόγω της ειλικρινούς μου απορίας
και οτι η επιθυμία
του ονοματίζειν τα πράγματα
με καθιστούσε συνυπόλογο
«Μη φοβού» μου είπε
«με λένε Απολλύουσα
δεν είσαι ούτε ο πρώτος
ούτε ο έσχατος»

και ήταν τότε που διάβασα
τον αριθμό τον απόκρυφο
μέσα στην πυρά
(και ήταν η Αγάπη
διηρημένη μετά του μηδενός)

«ω Αναίτια Ηδονή!»

η Βαβυλών, Πόρνη μονάκριβη
ερείπια νικηθέντα
από ένα μοχθηρό Καλό
προδοθέντα
από ένα Κακό
που δεν είναι παρά
μια ύπαρξη
αφόρητα αδύναμη

 

******************

Μέθοδος

 

εξαιρώντας,

την μνήμη και το κονίαμα
την ιερά σκόνη
τις λίθινες αλήθειες
που χαράκτηκαν πάνω σε σώματα
την τελετουργία της κάθε ημέρας

καθαιρώντας

το κενόν γράμμα
τον κουρνιαχτό και τον όχλο
τις άσκοπες σημαίες που
κυματίζουν πορφυρές
σαν γυναικεία φορέματα

αφαιρώντας

την παρομοίωση και την μεταφορά
την συνωνυμία
την υπωνυμία
και την διωνυμία

Φέρω τον Λόγο μου ακέραιο
σαν ήλιο καλοκαιρινού μεσημεριού

Και είναι η θάλασσα θάλασσα
και είναι η μοίρα μοίρα
και είναι η Λέξη όρκος

 

*******************

 

Περί συλλογής

 

Μαζεύω τη θλίψη των πόλεων
όπως άλλοι συλλέγουν καρτποστάλ
την κρατώ
σαν γλυκιά ανάμνηση
γεμάτη σκοτάδια
και άδειους νυχτερινούς περιπάτους

Ενίοτε,
μια ωραία γυναίκα
διασχίζει τον δρόμο
με πλησιάζει
και μου μιλά
για ένα τραίνο
που ταξιδεύει τη νύχτα

ενίοτε
οι δρόμοι μουρμουρίζουν
κάτω από τα πόδια μου

αδιάφορος για αυτήν την ειρωνεία
αφαιρώ απ’το ημίφως
το φως

 

****************

 

Το της βροχής κράτος

 

Μέγα το της βροχής κράτος
η επικράτειά της
εκτείνεται πάνω από
όρη, ύδατα και ανθρώπων πόλεις
κρατώντας κλεισμένους
γέρους και παιδιά στα σπίτια τους
γεμίζοντας με μοναξιά τα μπαρς
(όπου τίποτε άλλο δεν αξίζει πιο πολύ
από ένα άγνωστο άγγιγμα)
αδειάζοντας τους δρόμους
και μόνο μια γυναίκα
που ανεπιτυχώς προσπάθησε
να γίνει δέντρο
περιφέρεται
περιφρονώντας
τα σύννεφα

 

*****************

 

μπαρ “International”

 

Στο μπαρ “International”
πίναμε τις σκοτεινές σαν σκέψεις μπύρες μας
ανάμεσα σε ξυλιασμένους, απ΄την συνήθεια, εργάτες
ανάμεσα σε κορίτσια
που ονειρεύονταν τις πεδιάδες της Λευκορωσίας
και ξεπέσμένες αλκοολικές γριές αριστοκράτισσες.
Στο μπαρ “International”
υψώσαμε τα ποτήρια μας
και ήπιαμε στην υγειά
του Αιώνιου Πολέμου
ακουμπώντας σε εκατοντάδες προγόνους
των οποίων οι πράξεις
μάς έφεραν απόψε εδώ
να πίνουμε
σιωπηρά φέροντας
τις μνήμες τόσης αγάπης
τόσου πόνου
πού θα’λεγες ότι
όλα
οι πόλεμοι, οι συνουσίες, οι συναντήσεις,
οι λαοί και οι περιπλανήσεις τους,
τα όνειρα, τα γεγονότα και τα απραγματοποίητα
όλα
κορυφώνονται εδώ
σ’αυτό το μπαρ
σαν να’ταν, θα’λεγες, εδώ
το τέλος και η ουσία
της Ιστορίας.

 

*******************

 

Θερινές σκέψεις

 

ξοδεύεται ο ήλιος
κάθε μέρα, αιώνες τώρα
αναρωτιέμαι
πόσα καλοκαίρια μ’απομένουν
πόσα απογεύματα βροχής
πόσες σιωπές ακόμα θα με κυκλώσουν

το χαρουμενο καράβι της αναγκαιότητας
πλέει φωτεινό
στο μέσο ενός άγνωστου και σκοτεινού ωκεανού

σκέφτομαι ότι το τυχαίο είναι θεός (ή vice versa)
αλλά και πάλι
τέτοιες σκέψεις
μας είναι άχρηστες
(ευτυχώς)

και πάλι
σκέφτομαι
ότι ο οίνος
ή των σωμάτων η ηδονή
κρύβουν το Μυστικό

βέβαια ξέρουμε καλά
πως και αυτό αποτελεί
παραμυθία
ή
μια ελάχιστα πειστική
δικαιολογία

 

****************

 

μικρόν νυκτερινόν

 

Από το παράθυρο μού ψιθυρίζει ο
θεός τις πιθανότητες
στα βροχερά δρομάκια περπατάνε
οι θλίψεις
ο οίκος ανοχής απέναντι
καλά φωταγωγημένος
κάποια ηδονή εξευτελίζεται
κάποιο όμορφο κορίτσι
μπορεί και να μην λυπάται.

Θα είμαστε όλοι μαζί
το άνθος ακέραιον
το αιώνιο τριφύλλι
το ανώνυμον όρος, η συμπαγής θάλασσα
όλα μαζί μου θα τα φέρω
θα δεις

 

****************

 

 

BIOΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Κωνσταντίνος Σαμπάνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980 και σπούδασε Ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ πρόσφατα ολοκλήρωσε διδακτορικές σπουδές στην γλωσσολογία στο πανεπιστήμιο του Σάλτσμπουργκ, όπου και διαμένει τα τελευταία χρόνια. Έχει δημοσιεύσει αριθμό ποιημάτων σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά καθώς και σε μια ανθολογία νεαρών ποιητών ενώ δύο ποιήματά του δημοσιεύτηκαν πρόσφατα σε αγγλική μετάφραση στο Modern Poetry in Translation (μεταφραστής: Peter Constantine).