Ποτέ δεν περίμενε πολλά
Λοιπόν, Κόσμε, πίστη μου έχεις δείξει,
ναι, μου έχεις δείξει.
Ότι είσαι – σε γενικές γραμμές- έχεις αποδείξει,
όπως τα ‘χες πει.
Από τότε που σαν παιδί ξάπλωνα κι εγώ
σ’ ένα λιβάδι και κοίταζα τον ουρανό,
ποτέ δεν περίμενα τ’ ομολογώ,
πως θα’ναι απόλυτα δίκαιη η ζωή.
Τότε ήταν που είπες, κι από τότε, το’χεις πει
πολλές φορές, το έχεις πει,
μ’ αυτή την μυστηριώδη σου φωνή,
που απ’ τους λόφους και τα σύννεφα είχ’ απλωθεί:
«Πολλοί μ’ αγάπησαν απελπισμένα,
πολλοί ήρεμα, γαληνεμένα,
ενώ άλλοι δείχνουν περιφρόνηση για μένα,
ώσπου κάτω απ’ το χώμα να πέσουν ξαπλωτοί.
Δεν υπόσχομαι πολλά,
παιδί μου, όχι πολλά.
Ουδέτερες χροιές και τύχες και συμπτώσεις, τόσο απλά»,
είπες σε κάτι μυαλά, σαν το δικό μου.
Σοφή προειδοποίηση και στο πιστώνω,
κι εγώ τουλάχιστον δε σε παράκουσα, το βεβαιώνω,
κι έτσι μπορούσα ν’ ανακόψω την πίεση, τον πόνο,
που κάθε χρόνος αποθέτει μπρος μου.
Πριν τη ζωή και μετά*
Ήταν μια εποχή – να το μαντέψει κανείς μπορεί,
κι όπως πράγματι, η γη μας μαρτυρά –
πριν η συνείδησή μας γεννηθεί,
που όλα πήγαιναν καλά.
Κανείς δεν υπέφερε απ’ αρρώστεια, αγάπη ή απουσία,
κανείς δε γνώριζε τη λύπη, τη φρούδα ελπίδα, στην καρδιά πληγή·
κανένας δε νοιαζόταν τι εμπόδιο η ποιά ατυχία
τα πράγματα οδηγούσαν στην καταστροφή.
Σαν κάτι τέλειωνε, κανείς δεν το θρηνούσε,
αν κάτι εξασθενούσε η μαραινόταν, δε ράγιζε η καρδιά·
εάν χαμήλωνε το φως και το σκοτάδι επικρατούσε,
αυτό δεν πλήγωνε αίσθηση καμιά.
Μα του να αισθάνεσαι φύτρωσε η ασθένεια,
και το πρωταρχικό δίκαιο φαινόταν βλαβερό,
πριν την αθωότητα δούμε πάλι με ευμένεια,
πόσον καιρό, θα πάρει, πόσον καιρό;
Διαβάστε περισσότερα