Τέσσερεις Γερμανοί Εξπρεσσιονιστές (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)
14Νοε
Πάουλ Τσεχ (1881-1946)
Τα σπίτια άνοιξαν τα μάτια τους…
Τα πράγματα το βράδυ δεν είναι πλέον τυφλά
και στέρεα σαν τοίχη, καθώς κυνηγημένες γλιστρούν
οι ώρες πλάϊ· από τους μύλους οι ανέμοι κουβαλούν
απόκοσμο μπλε και πάχνης ψυχρή δροσιά.
Τα σπίτια άνοιξαν τα μάτια τους, πάλι
αστέρι μέσα στ’ αστέρια είναι η Γη,
οι γέφυρες ρίχνονται στο ποτάμι το βαθύ
και κολυμπούν στην κοίτη, μια βάρκα μετά την άλλη.
Από κάθε θάμνο υψώνονται μορφές, σαν καπνός
των δέντρων οι κορφές πετούν μακριά, νωθρός,
και οι κοιλάδες σπρώχνουν τα βουνά που τις πίεζαν καιρό.
Οι άνθρωποι όμως θαυμάζουν με πρόσωπο ενεό,
των αστεριών τον ασημένιο χείμαρρο, όταν νυχτώσει
κι είναι σα φρούτα γλυκά και ώριμα για την πτώση.
Τέοντορ Ντόϊμπλερ (1876 – 1934)
Μοναχικός
Καλώ! Όλες μου οι φωνές είναι χωρίς ηχώ.
Είναι ένα δάσος αυτό παλιό, όλο σιωπή.
Αναπνέω, ναι, μα τίποτα δεν κινείται ούτ’ αντηχεί.
Γιατί ακόμα μπορώ ν’ ακούω και να θυμώνω, ζω.
Δεν είναι δάσος; Είναι μια λάμψη ονειρική;
Είν’ το φθινόπωρο αυτό που προχωράει σιωπηλά;
Ήτανε δάσος. Ένα δάσος από βία αρχέγονη. Μια φωτιά
ξέσπασε μετά, την είδα να γίνεται όλο και πιο κοντινή.
Μπορώ να θυμάμαι, να θυμάμαι, απλά.
Το δάσος μου ήταν νεκρό, ψιθύρισα στις ξένες φλαμουριές
κι ένιωσα ένα συντριβάνι μέσα να ξεπηδάει στα σωθικά.
Τ’ άκαμπτο φάντασμα του δάσους, τ’ όνειρο, τώρα κοιτώ.
Η σιωπή μου, αχ, δυστυχώς, δεν είναι χωρίς κανένα περιορισμό.
Σε κανένα δάσος δε θα βρω αυτές που ηχούνε τις σιωπές.









